Book review, movie criticism

Sunday, September 30, 2012

Kikaigashima (Noh Theater)



Το βίντεο μου το έστειλε πριν χρόνια ο pen friend μου Otani Toshinori, με τον οποίο αλληλογραφούμε στα ελληνικά. Λέγεται Kikaigashima, και ψάχνοντας στο διαδίκτυο για την υπόθεσή του βρήκα ότι είναι η υπόθεση του Shunken, το τέλος του οποίου ανάρτησα πριν κάμποσους μήνες σε εκτέλεση kabuki. Αυτό είναι το τέλος σε εκτέλεση Νο, και αξίζει να δει κανείς και τα δυο βίντεο, για να καταλάβει τη διαφορά ανάμεσα σε kabuki και Νο. Παραθέτω και την υπόθεση στα αγγλικά, όπως τη βρήκα στο διαδίκτυο.

It is called “Kikaigashima” in the Kita school while is “Shunkan” in the other schools.

  The time is the late Heian era when the Heike clan was at the height of its prosperity. The Buddhist priest Shunkan, who was ranked at Sōzu* and served as Shigyō (or Shugyō) Administrator** of the prestigious Hosshoji Temple in Kyoto, plotted to bring down the ruling Heike clan and was arrested. He is exiled to Kikaigashima Island in Satsumagata (the sea off southern Kyushu) with his fellow conspirators: Fujiwara no Naritsune and Taira no Yasuyori. Time passes, and a contingent general amnesty is declared in the capital to pray for the safe birth of a child of Taira no Tokuko (or Tokushi, Noriko), Consort of Emperor Takakura and a daughter of Taira no Kiyomori. Since a portion of the exiles in Kikaigashima Island is granted a pardon by the amnesty, an envoy is heading to the Island.
  On Kikaigashima Island, pious Naritsune and Yasuyori have selected places in the island as makeshift holy sites of the three grand shrines of Kumano and make a pilgrimage there for prayer on a regular basis. One day, Shunkan meets them on their return from a daily shrine visit and offers a cup of valley water which he pretends is kiku no sake (sake with chrysanthemum petals). They enjoy the party and miss Kyoto. Then a messenger from Kiyomori arrives on the island with the good news. However, there is no mention of Shunkan’s name in the letter of pardon. Shocked, Shunkan sinks into the depths of despair while people around him are unable to find words to consol him.
  Soon the boat with Naritsune and Yasuyori on board sails away from the island. Although Shunkan throws himself on his fellow’s sleeve and begs to let him on board, he is mercilessly abandoned and lies prostrate on the beach. As he cries hard without caring anything, his fellows call out, “One day you will be able to return to the capital. Pull yourself together!” But the voices grow faint as the boat recedes into the distance and finally disappears from view.
*Sōzu: One of the positions of Buddhist monks, which is ranked under Sōjō and above Risshi. He supervises monks and nuns.
**Shigyō (or Shugyō) Administrator: A monk who administers the office work of a temple.

Second summary

This piece was created for Noh performance based on the tragedy of the priest Shunkan told in the Tales of the Heike (Heike Monogatari). It is said that Kikaigashima Island, the place of exile is Iwojima Island, one of the three islands which are located west of Tanegashima Island and Yakushima Island in the southern ocean off present-day Kagoshima Prefecture. Although its name is the same as the island which became a battlefield during the Second World War, it is a different island; it is also called Satsuma-Iwojima Island. On the tiny island which is about 9 miles (15 km) around and 4.6 square miles (12 km²) in area, there is an active volcano, Mount Iwodake (2,322 feet, or 703 m), which even today is shrouded in its own fumes. Sulfur is exposed on the rocks and even the sea water around the island is dyed the color of sulfur. It is certainly an alien world, if we compare it with Kyoto where Shunkan once lived.
  On the island, Shunkan spent desperate days as an exile with no hope for the future. However, probably because the presence of two fellow conspirators consoled him, his state of mind – missing Kyoto and exchanging cups of water that they pretend to be sake – indicates a degree of leeway in his heart, even under such miserable conditions. The envoy appeared. Filled with hope, Shunkan is grateful. However, the brilliant hope disappeared in a moment. He learned that his name alone was not mentioned in the letter of pardon, and he thoroughly and repeatedly examined the letter, facing the inconceivable reality. He who could not find his name shivers with anger and frustration. Separated and left behind alone on the isolated island, he was pushed into the abyss of even darker despair. Nothing would be comparable with his pitiful situation.
  This drama unemotionally but clearly describes his despair in the movements of performers, which are not at all showy but well-controlled, and in the finely-tuned chorus like deep ocean waves. When we see and listen to this performance, we feel the underlying power of expression in Noh art.

Πώς πέρασα το καλοκαίρι



Το παρακάτω κείμενο δεν είναι δικό μου, αλλά το βρήκα και εγώ ΑΠΛΑ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ και έτσι αποφάσισα να το βάλω στο blog μου. Μου το έστειλαν σε e-mail. Το ατονικό, το έχω μάθει πια, σημαίνει ότι αναρτήθηκε από ipad.


...κατευθείαν στη συνείδησή μου!
ΑΠΛΑ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ.
«...Η δασκαλα μας σημερα, μας ρωτησε πως περασαμε το καλοκαιρι και όλα τα παιδια ειχαν να της πουνε πολύ ωραια πραγματα από τα μερη που
πηγανε διακοπες εφετος, εκτος από κανα δυο, που οι γονεις τους δεν ειχανε λεφτα και δεν πηγανε διακοπες αλλα καθισανε εδώ και πηγαινανε για μπανιο με τα πουλμαν του Χαλουλου, με τα οποια πηγαινει και η γιαγια μου, όχι για να κανει μπανιο αλλα για να κανει λεει αμμολουτρα, να της περασει η μεση της που την ποναει.
Εμενα όμως η δασκαλα όταν ηρθε η σειρα μου δεν με ρωτησε γιατι ξερει, όπως το ξερουνε ολοι στη γειτονια μου, στου Γκυζη, ότι ο μπαμπας μου επεσε το καλοκαιρι από την ταρατσα της πολυκατοικιας μας και εφυγε πολύ-πολύ μακρια, πολύ πιο μακρια από εκει που μπορουν να φτασουν τα πουλμαν του Χαλουλου ή οποια αλλα πουλμαν.
Αν ομως με ρωτουσε θα ειχα να της πω ένα σωρο πραγματα, γιατι πριν να φυγει ο μπαμπας μου, μας ειχανε κοψει το ρευμα και η μαμα μαγειρευε ταχα μου στο πετρογκαζι, κατι φαγητα που τα εφερνε κρυφα από την εκκλησια. Όμως ο χαζουλιακας ο αδερφος μου, που είναι μικρος ακομα και δεν καταλαβαινει τι παναπει να ζητας ελεημοσυνη, της ειπε μια μερα, γιατι μαμα μαγειρευεις ξανα το φαγητο, αφου είναι μαγειρευμενο και η μαμα μου εβανε τα κλαμματα, επειδη νομιζε πως ουτε εγω, ουτε ο αδερφος το ειχαμε καταλαβει και νομιζαμε πως τα αγοραζε και τα μαγειρευε από μονη της, όχι πως στεκοτανε στην ουρα να παρει ένα πιατο φαί, σαν να ητανε ζητιανα.
Τοτε ομως εγω εσωσα την κατασταση και του εξηγησα του χαζου, πως η μαμα δουλευε καπου σαν μαγειρισσα και πως μαγειρευε εκει και τα δικα μας φαγητα αλλα επειδη κρυωνανε μεχρι να μας τα φερει, καθοτανε και τα ξαναζεσταινε…
Και θα της ελεγα ακομα της δασκαλας, ότι ο μπαμπας μου ηταν ενας πολύ περηφανος και μορφωμενος ανθρωπος κι όταν αναγκαστηκαμε να μετακομισουμε στο σπιτι της γιαγιας, επειδη μας εδιωξαν από το δικο μας το σπιτι, δεν μπορουσε να το αντεξει, που η γιαγια τον κατηγορουσε διαρκως ότι ηταν ανικανος και ηλιθιος και τεμπελης και γι αυτό επαιρνε ένα από τα λιγα βιβλια που του ειχαν απομεινει, αφου μετα που εκλεισε το μαγαζι μας, αναγκαστηκε να τα πουλησει και πηγαινε στο παρκο, να διαβασει ολομοναχος.
Εγω όμως που τον εβλεπα να γυριζει αργα το βραδυ κατακοπος, επεφτα στην αγκαλια του και τον παρακαλουσα να μου πει τις ιστοριες που ηξερε να αφηγειται όπως κανενας άλλος και του ελεγα, μπαμπα μην δινεις σημασια που σε λεει αυτή τεμπελη, γιατι εγω δεν ξερω κανεναν αλλον ανθρωπο που να φερνει στο σπιτι του τοσες ιστοριες, αντιθετα ολοι οι μπαμπαδες των φιλεναδων μου, βαριουνται ακομα και να χασμουρηθουν όταν τελειωνουν τα δελτια ειδησεων.
Όμως κανενας δεν δινει λεφτα για να ακουει ιστοριες και ετσι ο μπαμπας μου δεν ειχε να πληρωσει το κρατος που του ζηταγε ένα σωρο λεφτα και επιπλεον δεν του εδινε ουτε το ρευμα, ουτε το νερο που φαινεται ότι ανηκουν στο κρατος και ετσι ο μπαμπας μου αναγκαστηκε να ερθει μαζι μας, να μεινουμε ολοι μαζι στη γιαγια και μπορει μεν να γλιτωσε από το κρατος, δεν γλιτωσε όμως απο τη γιαγια.
Κι ακομα θα της ελεγα ότι την ημερα του δεκαπενταυγουστου που φευγουνε ολοι από την Αθηνα για να πανε σε καποια παραλια, ο μπαμπας μου εφυγε μια και καλη, για να ταξιδεψει στις παραλιες του Θεου, με εισιτηριο χωρις επιστροφη, όπως βγαζουνε οι αλβανιδες στα πουλμαν του Χαλουλου, επειδη μετα ερχονται οι αντρες τους και τις παιρνουνε με τα αυτοκινητα τους.
Και θα της ελεγα επισης ότι λιγες ημερες πριν να φυγει ο μπαμπας μου διαβαζε ένα βιβλιο, που το λενε: «Ο Χριστος σταματησε στο Εμπολι» και από αυτό μου αφηγουνταν ένα σωρο ιστοριες, για παιδια σαν εμας, που ζουσανε σε καποια άλλη χωρα του κοσμου αλλα που κι εκεινα σαν εμας, ανηκαν σε έναν άλλο θεο, πολύ κατωτερο από τον Χριστουλη, ο οποιος δυστυχως δεν εχει τη δυναμη να εξασφαλισει στα δικα του παιδια ουτε ένα μπουκαλι γαλα.
Όλα αυτά θα της ελεγα της δασκαλας, αν με ρωταγε και ειμαι βεβαιη ότι θα της φαινονταν πολύ πιο ενδιαφεροντα από οσα της ειπανε τα αλλα παιδια, που εκαμαν κι αυτό το καλοκαιρι οτι καμουν συνηθως τα καλοκαιρια όλα τα παιδια του κοσμου αλλα που δεν τους περναει από το μυαλο πως το επομενο καλοκαιρι ή καποιο άλλο καλοκαιρι, μπορει και αυτά να βρεθουν σε μια θεση σαν τη δικη μου.
Όμως η δασκαλα δεν με ρωτησε και εγω δεν της ειπα τιποτα.
Αλλα μετα που τελειωσαμε το μαθημα με πηρε παραμερα και με αγκαλιασε, γιατι η δασκαλα μας είναι πολύ τρυφερη και μου ειπε ότι ηθελε να μου δειξει κατι που ητανε μονο για μενα.
Κατεβηκαμε μαζι στο γραφειο των δασκαλων και εκει μου εδωσε μια ωραια καινουρια τσαντα που ειχε μεσα όλα τα σχολικα ειδη και μου εξηγησε ότι αυτά μου τα εκαμαν δωρο οι δασκαλοι, επειδη ημουνα η πωτη μαθητρια της ταξης μου, την περασμενη χρονια. Εγω δεν την πιστεψα γιατι ξερω καλα ότι η δασκαλα μου και οι αλλοι δασκαλοι ως και η διευθυντρια του σχολειου, που είναι πολυ αυστηρη και της αρεσει το κρατος, με λυποντουσαν και από λυπηση μου τα χαριζαν.
Γι αυτό γυρισα μετα και της ειπα - κυρια αμα τα ειχα αναγκη πραγματικα θα τα επαιρνα και δεν με πολυνοιαζει εμενα αν με λυπουνται, ωστοσο να ξερετε ότι τωρα πια εχουμε αρκετα χρηματα για να αγοραζουμε πραγματα και επιπλεον να πληρωνουμε και το κρατος, πόυ μας ζηταει ολοενα και περισσοτερα.
Αυτο της ειπα και της γυρισα πισω την ωραια τσαντα, για να τη δωσει σε καποιο άλλο παιδι, που ισως την ειχε περισσοτερη αναγκη από μενα.
Φυσικα δεν εκατσα να της εξηγησω πως μετα που εφυγε ο μπαμπας μου, η μαμα μου που είναι πολυ ομορφη και τον αγαπουσε παρα-παρα πολύ, ουτε εκλαψε, ουτε παραπονεθηκε, ουτε εβγαλε μια κουβεντα, παρα μαζεψε λιγα πραγματα και αφου μας φιλησε εμενα και τον αδερφο μου, μας ειπε ότι θα εφευγε να βρει καποια δουλεια, για να μην ξανακουσει να της μιλαει η γιαγια μου ετσι για τον μπαμπα.
Και ενώ ηταν ακομα στην πορτα, εμεις ακουσαμε τη γιαγια που ωρυονταν και της φωναζε - τρελαθηκες μωρη, τι πας να κανεις?
Όμως η μαμα μου ουτε που γυρισε να της απαντησει και εκλεισε πισω της την πορτα με βροντο.
Τωρα ερχεται που και που να μας δει και μας λεει πως εχει βρει μια πολύ καλη δουλεια σε μια αλλη πολη και οποτε μας επισκεπτεται τα χερια της είναι γεματα δωρα.
Λεφτα μας στελνει συνεχεια και η γιαγια μας αγοραζει αρκετα πραγματα και βαζει και καποια στην ακρη, γιατι λεει οτι ετσι όπως παμε, ουτε ο διαβολος δεν θα βρισκει δουλεια σε λιγο καιρο.
Ο αδερφος μου ο μπουρδας τη ρωτησε, αν η μαμα είναι πιο εξυπνη από τον διαβολο και γι αυτο βρηκε δουλεια αλλα η γιαγια εβαλε τα κλαματα και μουρμουρισε πως η μαμα μας αναγκαζεται να καμει χειροτερα πραγματα κι από τον διαβολο, για να μας στελνει αυτά τα λεφτα, να πληρωνουμε το κρατος, που ειπαμε ότι τα θελει όλα δικα του και δεν δινει δεκαρα για το τι αναγκαζεται να καμει ο κοσμακης για να τα βρει…
Όχι, δεν της τα ειπα αυτά, γιατι δεν μου αρεσει να κουβεντιαζουνε τη μαμα μου, ανθρωποι που δεν εμαθαν ποτε ποσο ερωτευμενη ητανε με τον μπαμπα μου και ποσο ξετρελαινονταν να της αφηγειται και αυτηνης ιστοριες και πολλες νυχτες περιμενε να αποκοιμηθω εγω, για να παρει αυτη τη σειρα της να τον ακουει…
Ομως νομιζω πως η δασκαλα μου τα ξερει όλα αυτά, οπω ς τα ξερουνε ολοι στη γειτονια του Γκυζη και ισως να ξερει και περισσοτερα από μενα, γιατι όταν της ειπα ότι χαρη στη μαμα μου εχουμε αρκετα λεφτα και δεν μου χρειαζεται η τσαντα, γυρισε αλλου το προσωπο της και δακρυσε.
Κι εγω την τραβηξα από το μανικι και της ειπα – μην κλαις κυρια, γιατι μπορει ο Χριστος να σταματησε στου Γκυζη, εγω ομως θα συμεχισω και θα παω παραπερα.
Ακομα και αν είναι να το κανω σαν τη μαμα μου…»
Για την αναμεταδοση: Λευτερης Πανουσης…
ΝΑΙ ΡΕ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΚΛΑΨΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΚΛΑΙΝΕ!!!!!!
Ἔκλαψα, πραγματικά φοβάμαι, ὄχι τὸ μέλλον, μὰ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους, ποὺ δὲν ἔχουμε τὴ δύναμη νὰ λυτρώσουμε τὴ Πατρίδα καὶ νὰ δώσουμε μιὰ ἐλπίδα στὰ παιδιά μας. Ντροπή μας!!!!!!!!!!
ΤΟ ΕΣΤΕΙΛΕ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ

Τζένη Χειλουδάκη, Οι άγγελοι δεν έχουν φύλο



Τζένη Χειλουδάκη, Οι άγγελοι δεν έχουν φύλο, Όμβρος 2002, σελ. 311.

  Δεν ήξερα ότι η Τζένη Χειλουδάκη, η τρανσέξουαλ που απασχόλησε πριν δεκαπέντε περίπου χρόνια τα media εξαιτίας της σχέσης της με έναν εισαγγελέα, σχέση η οποία του στοίχισε τη θέση του, είχε γράψει βιβλίο· ένα βιβλίο το οποίο, όπως βλέπω τώρα στο διαδίκτυο, πούλησε αρκετά. Όταν το βρήκα αποφάσισα να το διαβάσω.
  Είναι γνωστό ότι τα περισσότερα βιβλία πουλάνε όταν πρωτοκυκλοφορήσουν. Μετά από δέκα χρόνια ελάχιστοι θα τα αγοράσουν πια. Και ο λόγος δεν είναι ότι οι υπόλοιποι πιθανοί αγοραστές τα έχουν αγοράσει ήδη. Απλά, το βιβλίο είναι όπως και οι ειδήσεις: ένα παλιό βιβλίο παύει να ενδιαφέρει.
  Αν αυτό ισχύει για τα βιβλία γενικά, ισχύει πολύ περισσότερο για ένα βιβλίο «επικαιρότητας». Το σκάνδαλο με τον εισαγγελέα ήταν ένα σημαντικό κίνητρο για να το αγοράσει κανείς. Όμως αυτό το σκάνδαλο είναι ξεχασμένο τόσα χρόνια. Έχει άραγε νόημα να διαβάσει κανείς αυτό το βιβλίο σήμερα;
  Το έχω ξαναγράψει ότι μου αρέσουν οι βιογραφίες, και έτσι αυτό για μένα ήταν ένα επαρκές κίνητρο για να το διαβάσω. Όμως διαβάζοντάς το βρήκα ότι έχει ένα διαχρονικό ενδιαφέρον. Είχα διαβάσει για τον κόσμο των τραβεστί και των τρανσέξουαλ σε διάφορα ρεπορτάζ, όμως εδώ βρήκα αρκετά πράγματα μαζεμένα, και προπαντός πράγματα που δεν ήξερα.
  Να ξεκινήσουμε με την ορολογία: τραβεστί και τρανσέξουαλ. Τραβεστί είναι ο ομοφυλόφιλος που ντύνεται γυναίκα. Τρανσέξουαλ είναι ο εγχειρισμένος ομοφυλόφιλος. Η Χειλουδάκη ξεκίνησε ως τραβεστί και έκανε το αποφασιστικό βήμα να γίνει τρανσέξουαλ. Αποφασιστικό γιατί η εγχείρηση είναι πανάκριβη, και όχι εύκολη. Είχα δει ένα σχετικό ντοκιμαντέρ που αναφερόταν στον τρανσεξουαλισμό στο Ιράν, όπου οι ομοφυλόφιλοι με βάση τη σαρία διώκονται αμείλικτα, και όπου μόνο αν προχωρήσουν σε χειρουργική επέμβαση μπορούν να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο κάτω από το θεοκρατικό καθεστώς που βρίσκεται στην εξουσία. Ήταν ένα ντοκιμαντέρ που με συγκίνησε.
  Η βιογραφία αυτή διαβάζεται σαν συναρπαστικό μυθιστόρημα. Οι ομοφυλόφιλοι δεν ζουν μόνο ένα κοινωνικό στιγματισμό, που βέβαια είναι πολύ μικρότερος τα τελευταία χρόνια καθώς η κοινωνία μας γίνεται όλο και πιο ανεκτική στο διαφορετικό, αλλά επί πλέον είναι εκτεθειμένοι και σε ένα σωρό κινδύνους, ανάμεσα στους οποίους είναι και ο κίνδυνος για την ίδια τους τη ζωή. Ξέρουμε πώς πέθανε ο Παζολίνι, και πιο πρόσφατα σε μας ο Νίκος Σεργιανόπουλος. Και με κομμένη την ανάσα διαβάζουμε πώς η Χειλουδάκη απήχθηκε από νονούς της Συγγρού, και πώς ενώ επρόκειτο να την σκοτώσουν κατάφερε τελικά να γλιτώσει τη ζωή της.
  Έμαθα και πράγματα που δεν τα ήξερα. Για παράδειγμα ποτέ δεν θα μπορούσα να φανταστώ ότι αυτές οι «γκομενάρες» της Συγγρού τις περισσότερες φορές παίζουν ενεργητικό ρόλο με τους πελάτες τους.
  Η Χειλουδάκη με επιμέλεια κρύβει ονόματα. Όπως διαβάζω σε ένα από τα links που παραθέτω, όχι μόνο για να μην εκθέσει πρόσωπα, αλλά και για να αποφύγει τυχόν ποινικές διώξεις. Συχνά χρησιμοποιεί ψευδώνυμα. Όμως εμένα κανείς δεν μου το βγάζει από το μυαλό ότι ο ιταλός ηθοποιός που κρύβεται πίσω από το ψευδώνυμο «Μελισσοκόμος» δεν είναι άλλος από τον Μαρτσέλο Μαστρογιάννι. Βλέπετε, είμαι λάτρης του Αγγελόπουλου.
  Όμως πιο πολύ από τις «γαργαλιστικές» για άλλους αφηγήσεις με συγκίνησε η αφήγηση για τα παιδικά της χρόνια. Γιατί η Χειλουδάκη έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια. Ο πατέρας της πνίγηκε προσπαθώντας να σώσει μια τουρίστρια, η οποία τελικά σώθηκε. Η μητέρα της αντιμετώπισε χίλιες δυο δυσκολίες για να αναθρέψει τα παιδιά της. Εξοργίζεσαι να διαβάζεις πόσο συχνά έχανε τη δουλειά της επειδή δεν άντεχε τις σεξουαλικές παρενοχλήσεις, ή επειδή δεν ενέδιδε σ’ αυτές. Και τα αδέλφια της πέρασαν ακόμη πιο δύσκολες καταστάσεις από ότι η ίδια. Και βλέπω να επιβεβαιώνεται για μια ακόμη φορά μια θλιβερή παρατήρηση που μπόρεσα να κάνω με τα χρόνια. Αν για κάποιο λόγο ένας από τους δυο γονείς λείψει, πολύ περισσότερο βέβαια και οι δυο, τα παιδιά περνάνε αρκετά δύσκολα, με ψυχολογικά τραύματα που δύσκολα επουλώνονται. Και βέβαια στις οικογένειες από τα κατώτερα στρώματα δίπλα στα ψυχολογικά προβλήματα υπάρχουν και τα οικονομικά, που οξύνουν τα ψυχολογικά.
  Αυτή η εκ βαθέων εξομολόγηση της Χειλουδάκη πολύ με συνάρπασε. Ο απελπισμένος έρωτας του εισαγγελέα είναι εντελώς μυθιστορηματικός, δηλαδή συγκινητικός και τραγικός. Αυτό βέβαια το νοιώθει κανείς διαβάζοντας πίσω από τις σελίδες, γιατί σε πολλά σημεία η Χειλουδάκη δεν του χαρίζεται καθόλου. Και μέσα σ’ αυτή τη θυελλώδη σχέση βλέπουμε και τη ματαιοδοξία της δημοσιότητας.
  Οι αφηγηματικές αρετές του βιβλίου είναι προφανείς από τις πρώτες σελίδες, όμως αυτό που συναρπάζει περισσότερο είναι μια αφοπλιστική ειλικρίνεια. Όμορφη, ευφυής και με δυνατή θέληση η Χειλουδάκη κατάφερε να αναδειχτεί. Απέκτησε πολλά χρήματα και συναναστράφηκε με διασημότητες.
  Όμως ποια είναι τελικά η Χειλουδάκη;
  Θα κλείσουμε αυτή την βιβλιοκριτική με ένα απόσπασμα με το οποίο κλείνει το βιβλίο της.
«Είμαι το είδωλο για το Σταρ Σύστεμ
Είμαι το θέμα που πουλάει για τα Media
Είμαι ο αδερφός που έκοψε τον πούτσο του
για τα αδέρφια του
Είμαι μια γυναίκα κατά νόμο δικαίου
για τους φιλελεύθερους
Είμαι το τραβεστόνι για τους αδαείς
Είμαι το παιδί για τη μάνα μου
Είμαι η Τζένη Χειλουδάκη για την ψυχή μου
Είμαι ένας αμνός για τον Θεό που πιστεύω
«έστω μαύρος»
Είμαι το αφορισμένο για την κοσμική εκκλησία
Είμαι ένα ανθρώπινο πλάσμα
για τους βαθιά θρησκευόμενους».

Thursday, September 27, 2012

Ξεκινώντας μια αυτοβιογραφία-Το χαμόγελο



Ξεκινώντας μια αυτοβιογραφία
1. Το χαμόγελο

  Όταν ήμουν είκοσι χρονών έγραψα μια αυτοβιογραφία. Το κεφάλαιο "Φίλοι και παιχνίδια" δημοσιεύτηκε πρόσφατα σε μια τοπική εφημερίδα, τους "Μεσελέρους", και το ανάρτησα και στο blog μου. Εδώ και λίγα χρόνια ήθελα να γράψω και μιαν άλλη. Και την νέα αυτή αυτοβιογραφία τη φανταζόμουνα με θεματική διάταξη, όπως και εκείνη που έγραψα το 1970. Σκεφτόμουνα για παράδειγμα να γράψω για τα διαβάσματά μου, για τις γλώσσες μου, για τις σπουδές μου, για τη γνωριμία μου με την κλασική μουσική, για ό,τι θα μου έκανε κέφι κάθε φορά. Το αναβάλω συνεχώς. Στο μεταξύ αυτοβιογραφούμαι, όταν μου δίνεται η ευκαιρία, μέσα από τις βιβλιοκριτικές μου.
  Σήμερα είχα μια έμπνευση βλέποντας ένα βιντεάκι στο youtube (μου το έστειλαν με e-mail) με τον τίτλο «Validation» και με θέμα το χαμόγελο. Είχε ελληνικούς υπότιτλους. Αυτός που τους έκανε είχε ενθουσιαστεί τόσο πολύ με το βίντεο – «το ωραιότερο βίντεο που έχω δει ποτέ μου», γράφει χαρακτηριστικά – που, επειδή δεν το έβρισκε με ελληνικούς υπότιτλους, αποφάσισε να κάνει ο ίδιος ελληνικούς υπότιτλους, για πρώτη φορά στη ζωή του. Έτσι μου ήλθε η ιδέα να ξεκινήσω την αυτοβιογραφία μου γράφοντας για το χαμόγελό μου.
  Είμαι χαμογελαστός τύπος. Μου το έχουν πει πολλοί. Όμως πρέπει να έχω ένα ιδιαίτερο τύπο χαμόγελου. Στην ……… αρέσει πολύ το χαμόγελό μου, και μου το λέει συχνά.
  Όμως ας το πάρουμε ιστορικά.

  Ο πρώτος, θυμάμαι, που του άρεσε το χαμόγελό μου ήταν ο Γιάννης ο Δερμιτζάκης, του γιατρού του Αριστείδη. Κάθε φορά που συναντιόμασταν, μου έλεγε «για χαμογέλασε», κι εγώ, ανακλαστικά, χαμογελούσα, για να σχολιάσει στους γύρω «Κοιτάξτε τι ωραίο χαμόγελο που έχει». Αυτό το σενάριο επαναλήφθηκε πάρα πολλές φορές, μέχρι που τέλειωσε το σχολείο και πήγε στην Αθήνα όπου σπούδασε γιατρός σαν τον πατέρα του. Τώρα εργάζεται ως γιατρός ακτινολόγος στο κρατικό νοσοκομείο του Πειραιά, που βρίσκεται στη Νίκαια. Σ’ αυτό το νοσοκομείο άφησε την τελευταία της πνοή η μητέρα του, το 1979.
  Μετά από τρία χρόνια ανέβηκα κι εγώ στην Αθήνα, για να σπουδάσω.
  Η επόμενη φορά που άκουσα για το χαμόγελό μου ήταν σε ………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………
  Το επόμενο σχόλιο το άκουσα, θυμάμαι, δυο φορές. Τη μια πριν λίγα χρόνια, την άλλη πολύ παλιά, νομίζω όταν έκανα μάθημα στο φροντιστήριο. Οι μαθητές με σχολίαζαν σ’ αυτήν που μου το μετέφερε: «Μας χαμογελάει». Ξέρω ότι ένας λόγος που ήμουν αγαπητός σ’ εκείνους τους μαθητές που με συμπαθούσαν (ο εκπαιδευτικός, όπως και ο πολιτικός, δεν μπορεί να αρέσει σε όλους) είναι το ότι δεν έμπαινα κατσούφης στην τάξη, όσα προβλήματα και να είχα.
  Και όμως, δεν άρεσε σε όλους το χαμόγελό μου.
  Ήμασταν μαθητές και καθόμασταν στην πλατεία του χωριού μου, στην άκρη της. Δυο επίπεδα πιο κάτω, στο δρόμο, περνούσε ένας χωριανός μας. Τον κουτσομπολεύαμε χαμογελώντας. Και φυσικά αυτός που χαμογελούσε περισσότερο ήμουν εγώ. Εκείνος, βλέποντάς μας να χαμογελάμε, κατάλαβε ότι τον κοροϊδεύαμε. Όμως καθώς δεν μπορούσε να ξέρει τι ακριβώς λέγαμε γι’ αυτόν, η μόνη αντίδραση που επέτρεψε στον εαυτό του ήταν να φωνάξει, κοιτάζοντας προς το μέρος μας: «Δερμιτζάκη, δεν μου αρέσει το χαμόγελό σου».
  Αφού έχω εύκολο το χαμόγελο, έχω εύκολο και το γέλιο. Μου αρέσει να λέω ανέκδοτα, να κάνω καλαμπούρι. Έχω αίσθηση του χιούμορ και γελάω αρκετά, παρόλο που σε σύγκριση με τα νεανικά μου χρόνια γελάω λιγότερο. Όταν βλέπω μια κωμωδία στην τηλεόραση δεν έχω κανένα πρόβλημα να γελάσω μόνος μου. Όταν βλέπω μια κωμωδία στον κινηματογράφο γελάω περισσότερο από όλους, πράγμα που φέρνει σε αμηχανία το γιο μου όταν τύχει να βρίσκεται δίπλα μου. Και βέβαια όταν βλέπαμε μια ταινία μαζί στην τηλεόραση τα γέλια μας – τα γέλια μου για την ακρίβεια – ακουγόντουσαν σε όλη τη γειτονιά.
  Έχοντας αίσθηση του χιούμορ, συχνά, βλέποντας μια ταινία, καταλαβαίνω το αστείο πριν συμβεί.
  Κάποτε βλέπαμε μια ταινία. Εγώ καταλαβαίνω πρώτος το αστείο που θα συμβεί και γελάω μόνος μου. Μετά συμβαίνει το αστείο και γελάνε και οι υπόλοιποι.
  Όχι όλοι.
  Ένας κατάλαβε το αστείο καθυστερημένα, και γέλασε μόνος του. Και ξανά γελάσαμε όλοι με αυτόν τον χαζό που άργησε να καταλάβει το αστείο.
  Στον κινηματογράφο, φοιτητής, συνειδητοποίησα τι σημαίνει να είσαι επαρκής θεατής, πριν διαβάσω για τον lecteur suffisant, τον επαρκή αναγνώστη: απολαμβάνεις περισσότερο την ταινία.
  Στην «Ήριδα», τον φοιτητικό κινηματογράφο, παιζόταν ταινίες μικρού μήκους του Μπάστερ Κήτον. Σε μια από αυτές ο Μπάστερ Κήτον είχε βάλει μια αγγελία όπου ζητούσε νύφη. Πλακώνει ένα πλήθος από γυναίκες χοντρές, κακοφτιαγμένες και άσχημες. Ο Μπάστερ Κήτον τρομαγμένος το βάζει στα πόδια. Αυτές τον καταδιώκουν. Γελάμε όλοι. Όμως εγώ συλλαμβάνω ένα επί πλέον χιουμοριστικό στοιχείο στο επεισόδιο: η μουσική υπόκρουση είναι ο «Καλπασμός των Βαλκυριών», που βέβαια είχε μπει παρωδιακά. Και μαζί με μένα βέβαια και όσοι άλλοι έτυχε να ξέρουν το μουσικό αυτό κομμάτι του Βάγκνερ.  
  Έχω γράψει επανειλημμένα πως εκτιμώ φοβερά τα βιβλία που έχουν χιούμορ. Το ανακάλυψα με μεγάλη μου έκπληξη πριν τρεις μήνες στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Καζαντζάκη, ξαναδιαβάζοντάς το μετά από χρόνια. Τη «Μητέρα του σκύλου» του Παύλου Μάτεσι την απόλαυσα κυριολεκτικά κυρίως εξαιτίας του ξέφρενου χιούμορ της. Τον «Καλό στρατιώτη Σβέηκ» τον διάβασα για τρίτη φορά φοιτητής, όταν είχα κάνει μια εγχείρηση ρινικού διαφράγματος, σαν παυσίπονο.
  Και στις βιβλιοκριτικές μου, όταν μου δίνεται η ευκαιρία, μπάζω δόσεις χιούμορ. Το χιούμορ αυτό μπορεί να είναι ένα χιουμοριστικό σχόλιο σε κάποιο απόσπασμα, μπορεί όμως να είναι και κανονικό ανέκδοτο. Δεν δίστασα να βάλω ένα ανέκδοτο σε μια βιβλιοπαρουσίαση που έκανα στο βιβλίο της Γεωργίας Χιόνη «Μια αλήθεια χίλια ψέματα», ξέροντας ότι οι βιβλιοπαρουσιάσεις πρέπει να έχουν ένα ανάλαφρο χαρακτήρα για να μην κουράζεται το κοινό. Αυτό το διαπίστωσε και ο Αλέξανδρος και μου ζήτησε να το επαναλάβω και στην επόμενη παρουσίαση που έκανα στην έκθεση βιβλίου που έγινε στο Ζάππειο, στις 17-9-2012, στο βιβλίο της Σπυριδούλας Ραυτοπούλου «Ο ξενώνας». Είχα έτοιμη την παρουσίαση με ένα μικρό ανέκδοτο, όταν μου έστειλαν με e-mail ένα άλλο, εκτενές, που καθώς κόλλαγε με το θέμα το έχωσα και αυτό μέσα. Θα το παραθέσω κι εδώ, κάνοντας αντιγραφή και επικόλληση.
  «Έρχεται ο Αϊνστάιν στην Ελλάδα και τον καλούνε σε μια δεξίωση. Καθώς πίνει το απεριτίφ του τον πλησιάζει ένας και του λέει:
- Καλησπέρα σας κύριε Αϊνστάιν, τιμή μας να σας έχουμε απόψε μαζί μας
- Τιμή δική μου, απαντάει ο μεγάλος επιστήμων. Αν επιτρέπετε τι IQ έχετε;
- 250, απαντάει αυτός.
  Τότε ο Αϊνστάιν του πιάνει συζήτηση για τη θεωρία της σχετικότητας, τις μαύρες τρύπες και δε συμμαζεύεται. Λίγο αργότερα κι ενώ έτρωγαν το ορεκτικό τους ένας κύριος που καθόταν αριστερά του, τού λέει:
- Μεγάλη τιμή μας κάνετε κύριε Αϊνστάιν να βρίσκεστε εδώ μαζί μας.
- Δική μου η τιμή ευγενικέ κύριε, απάντησε ο Αϊνστάιν. Τι IQ έχετε ευγενικέ κύριε;
- 150.
  Του πιάνει λοιπόν κουβέντα ο Αϊνστάιν για το διεθνές δίκαιο, για τα
προβλήματα που ανακύπτουν από τα πειράματα γενετικής (εδώ είναι που κολλάει το ανέκδοτο) κ.ο.κ. Λίγο αργότερα κι ενώ έτρωγε το κυρίως πιάτο του, αυτός που καθόταν δεξιά του του λέει:
- Είναι μεγάλη μου τιμή να τρώω δίπλα σ’ έναν τόσο μεγάλο επιστήμονα.
- Δική μου η τιμή, απάντησε ο Αϊνστάιν, τι IQ έχετε;
- 100.
  Του πιάνει λοιπόν κουβέντα για την κυβέρνηση, για τα επιτόκια, το
χρηματιστήριο, την τιμή της βενζίνης κ.ο.κ. Λίγο αργότερα κι ενώ έτρωγαν επιδόρπιο ο κύριος που καθόταν απέναντί του τού λέει:
- Είναι πάρα πολύ μεγάλη μου τιμή να σας έχω απέναντι μου κύριε Αϊνστάιν.
- Δική μου η τιμή κύριε, τι IQ έχετε;
- 50.
Του πιάνει λοιπόν κουβέντα ο Αϊνστάιν για τον big brother, τη φάρμα, τον πιο αδύναμο κρίκο, τον Τριανταφυλλόπουλο, τον Ευαγγελάτο και δε συμμαζεύεται. Καθώς έπιναν καφέ, τον πλησιάζει ένας κύριος και του λέει με τη σειρά του.
- Πολύ μεγάλη μας τιμή κύριε Αϊνστάιν να βρίσκεστε σήμερα μαζί μας.
- Δική μου η τιμή. Ποιο είναι το IQ σας;
- 10.
Κι ο Αϊνστάιν τον ρωτάει:
- Πώς πάει ο Παναθηναϊκός;»
  Το ανέκδοτο αυτό το έχω πει από τότε κάμποσες φορές, θέλοντας να σταματήσω μια δυσάρεστη συζήτηση για τα πολιτικά.
  Θα κλείσω με ένα σλόγκαν που κάπου το διάβασα: Χαμογελάτε, κάνει καλό στην υγεία.


Συμπληρώνω, λίγες ώρες μετά.
  Η Πέπη η Μυρμιλιάγκου, η συναδέλφισσα φιλόλογος που διάβασε τόσο όμορφα τα αποσπάσματα από το βιβλίο «Στην κόψη του σπαθιού και του λογισμού» του Τέλη Ράπτη στη βιβλιοπαρουσίαση που έγινε στην Ιεράπετρα στις 31-8-2012, μου άφησε ένα ενθουσιαστικό σχόλιο κάτω από το βίντεο που ανάρτησα στον τοίχο μου στο facebook, το οποίο υπήρξε το δεύτερο κίνητρο για τη συγγραφή αυτού του κειμένου, που το ανάρτησα στο blog μου και στη συνέχεια, όπως κάνω πάντα, το κοινοποίησα και στο facebook. Η Πέπη, όταν το διάβασε, μου άφησε ένα επί πλέον σχόλιο, κολακευτικότατο για το χαμόγελό μου. Της ζήτησα την άδεια να το παραθέσω σ’ αυτό το κείμενο, και καθώς μου την έδωσε, το κάνω αντιγραφή και επικόλληση.

Πέπη Μυρμιλιάγκου Επομενως δεν ειναι τυχαιο που οταν πρωτοσυναντηθηκαμε ειπα στο Χαρη :"αυτος ο ανθρωπος εχει τοσο γλυκο χαμογελο!" ..και συμφωνησε απολυτως!!!ειχαμε καιρο να συναντησουμε ανθρωπο με χαρουμενο χαμογελο (γιατι τα χαμογελα ειναι και λυπημενα ενιοτε η βεβιασμενα)...κι εμεις ευχαριστηθηκαμε το δικο σου!!Να το χαριζεις απλοχερα!
  Να σχολιάσω μόνο ότι πολύ μου άρεσε το ατονικό της. Όπως έγραψα και πιο πάνω, αυτοβιογραφούμαι στις βιβλιοκριτικές μου. Το σχόλιο της Πέπης μου δίνει μια ακόμη ευκαιρία να αυτοβιογραφηθώ, καθώς θυμάμαι τότε που έκανα τις μεταφράσεις μου για τον Θάνο το Γραμμένο, που έχει τις εκδόσεις Θυμάρι. Ήταν τέλη της δεκαετίας του ’70.
  Κάνω τρεις μεταφράσεις, τις οποίες ο Θάνος βάζει στο συρτάρι χωρίς να τις κοιτάξει. Αν το είχε κάνει, θα είχε αντιληφθεί την κακογραφία μου. Στο στρατό που ήμουν, στο Λόχο Στρατηγείου της Διοίκησης Συντηρήσεως Στρατιάς είχα χρεωθεί το ταμείο και τα αυτοκίνητα. Αλληλογραφούσα συχνά με τη ΔΣΣ, την οποία ο λόχος μας εφοδίαζε και με γραφείς. Κάποια μέρα λοιπόν, αγανακτισμένος ένας αξιωματικός που δεν μπορούσε να βγάλει τα γράμματά μου και δεν είχε καταλάβει ότι τα έστελνε ένας έφεδρος ανθυπολοχαγός, λέει στο γραφέα. –Μα καλά, δεν έχετε κάποιον που να έχει βγάλει το δημοτικό για να του αναθέσετε την αλληλογραφία; Βέβαια άνοιξε ορθάνοιχτα τα μάτια του από την έκπληξη όταν ο γραφέας του είπε ότι ετοιμαζόμουν να πάρω και δεύτερο πτυχίο.
  Ο Θάνος μου εξομολογήθηκε ότι όταν έκανε την επιμέλεια στις μεταφράσεις αυτές, επειδή δεν έβγαζε τα γράμματά μου έβγαινε στον κήπο του σπιτιού του στο Χολαργό κατά διαστήματα, άνοιγε διάπλατα τα χέρια του κοιτάζοντας τον ουρανό και αναφωνούσε: -Θεέ μου, τι αμαρτίες έχω κάνει;
  Για να συνεχίσουμε τη συνεργασία έπρεπε να γράφω στο εξής σε γραφομηχανή. Μέσω του πατέρα μιας φίλης που δούλευε σε μια τράπεζα, έχω ξεχάσει ποια, αγόρασα μια μεταχειρισμένη γραφομηχανή, την οποία πλήρωσα θυμάμαι ένα χιλιάρικο. Ήταν μια τεράστια γραφομηχανή, την οποία είδα πριν λίγους μήνες σε μια ταινία. Έχω ξεχάσει τη μάρκα. Η ίδια μου προμήθευσε και μια μέθοδο εκμάθησης τυφλού συστήματος. Την πρώτη μέρα έμαθα τις πρώτες δυο σειρές των πλήκτρων και τη επομένη την τρίτη. Και άρχισα να πληκτρολογώ την μετάφραση που μου είχε αναθέσει ο Θάνος, το «Ψυχολογία και ψυχική υγεία» του Τζέημς Χάντφιλντ. Ήταν και η τελευταία που έκανα, γιατί τον επόμενο χρόνο διορίστηκα στη μέση εκπαίδευση σαν φιλόλογος.
  Αρνιόμουνα να κοιτάζω τα πλήκτρα. Προσπαθούσα να θυμηθώ τη θέση που είχε το κάθε γράμμα, και αν δεν τα κατάφερνα κοίταζα τη μέθοδο. Μου πήρε πάρα πολύ χρόνο αυτή η μετάφραση, οικονομικά θα μπορούσε να πει κανείς πως ήταν ασύμφορη, όμως έκανα απόσβεση, γιατί από τότε κτυπώ τα κείμενά μου σε τυφλό σύστημα εξοικονομώντας έτσι πολύτιμο χρόνο. Όμως καθώς ήθελα να εξοικονομήσω κι άλλο χρόνο δεν κτυπούσα τόνους, αφού, σκεφτόμουνα, στη φωτοσύνθεση θα τους κτυπούσαν έτσι κι αλλιώς. Βέβαια το αντιλήφθηκε κάποια στιγμή ο Θάνος και μου το απαγόρεψε. Τι να κάνω, συμμορφώθηκα, γιατί στο εξής δεν επρόκειτο για μεταφράσεις αλλά για τα δικά μου βιβλία. Πέντε από τα δέκα βιβλία μου έχουν εκδοθεί στις εκδόσεις Θυμάρι.
  Θα συνηγορήσω για το ατονικό. Οι ρώσοι δεν βάζουν τόνους, παρά μόνο στα βιβλία των δυο πρώτων τάξεων του δημοτικού για να διευκολύνουν τους μικρούς μαθητές. Τα «Παιδικά χρόνια» του Γκόρκι που τα διάβασα στο πρωτότυπο είχαν τόνους, όχι όμως και η «Άννα Καρένινα» και οι «Αδελφοί Καραμάζωφ» που διάβασα αμέσως μετά. Τους τόνους και τα πνεύματα τα έβαλαν οι αλεξανδρινοί φιλόλογοι για να διευκολύνουν τους ξένους που μάθαιναν ελληνικά, καθώς τα ελληνικά ήταν η lingua franca της εποχής. Τότε είχαν μια φωνητική αξία που δεν την έχουν σήμερα, και σωστά καταργήθηκαν. Όσο για τους τόνους, σας προκαλώ: έχετε καμιά αμφιβολία πού θα τονίσετε, διαβάζοντας το παραπάνω κείμενο της Πέπης; Βέβαια η Πέπη μπορεί να τους παράλειψε όχι από πεποίθηση, αλλά γιατί ήταν ένα απλό σχόλιο στο διαδίκτυο, όπου συνήθως γράφουμε πρόχειρα, χωρίς να προσέχουμε σύνταξη και ορθογραφία, ενώ πολλοί γράφουν greeklish. Έχω συναντήσει και άλλα ατονικά κείμενα στο διαδίκτυο. Όπως και να έχει, αν κάποτε τεθεί θέμα ατονικού, εγώ θα συνηγορήσω.
  Ανοίγω τους ασκούς του Αιόλου, γι’ αυτό θα σταματήσω εδώ. 


  Συμπληρώνω λίγο αργότερα.

  Σε μήνυμα από την Πέπη διευκρινίστηκε το ζήτημα: χρησιμοποιεί ipad και σ’ αυτό δεν ξέρει πώς μπαίνουν οι τόνοι. Και θυμήθηκα ότι και μια άλλη φίλη κάνει ατονικές αναρτήσεις στο facebook, και όταν κάποια στιγμή τη ρώτησα γιατί, μου απάντησε διότι τα κείμενά της τα γράφει σε ipad.

  Δεν έχω ipad και δεν σκέφτομαι να αγοράσω, τουλάχιστον μέχρι να πέσουν οι τιμές. Με το ατονικό που πληκτρολογώ ένα ipad δεν θα με διευκόλυνε καθόλου, και τα e-books μπορώ να τα διαβάζω στα δυο tablets που έχω. 


  Συμπληρώνω την επομένη με κάτι που είχα ξεχάσει και μου το θύμισε ο φίλος μου ο Θόδωρας ο Σφακιανάκης.

  Στο στρατό υπηρέτησα ως έφεδρος ανθυπολοχαγός εφοδιασμού μεταφορών. Στη σχολή αξιωματικών οι βητάδες, οι παλιοί δηλαδή, έβγαζαν παρατσούκλια σε μας τους αλφάδες. Το δικό μου ήταν «ο γελαδερός». Και συχνά λάβαινε χώρα το παρακάτω τελετουργικό, που διαφοροποιούνταν μόνο ανάλογα με το όνομα και το παρατσούκλι του αλφά. Στη δική μου περίπτωση γινόταν ως εξής: Με πλησίαζε ένας βητάς και μου έλεγε: –Αναφέρσου. Εγώ αναφερόμουνα: -Δερμιτζάκης Χαράλαμπος ΥΕΑ (υποψήφιος έφεδρος αξιωματικός). Και συνέχιζε: -Αλλιώς. Και απαντούσα: -Ο γελαδερός. Ξανά αυτός: -Αλλιώς. Και απαντούσα ξανά εγώ: -Ο πολύ γελαδερός. Αυτός: -Αλλιώς. Εγώ: -Ο πάρα πολύ γελαδερός. –Αλλιώς. –Ο πάρα πάρα πολύ γελαδερός, κ.ο.κ., μέχρι που βαριόταν και με άφηνε ήσυχο.   

  Είχα εύκολο το γέλιο, γι’ αυτό άλλωστε και μου έβγαλαν αυτό το παρατσούκλι. Ο πιο εύκολος τρόπος να με κάνει κανείς να γελάσω ήταν να μου πει να μη γελάσω. Με είχαν πάρει χαμπάρι οι βητάδες και μου έκαναν το εξής καψόνι: με πλησίαζαν και μου έλεγαν, με όσο πιο άγριο ύφος μπορούσαν: -Κοίταξέ με καλά, και μη τολμήσεις και γελάσεις, γιατί την έβαψες. Εγώ μπορούσα να συγκρατηθώ για δευτερόλεπτα, και μετά ξέσπαγα στα γέλια. –Δέκα κάμψεις, αυτή ήταν η τιμωρία μου. Έκανα τις κάμψεις, και ξανά αυτός: - Κοίταξέ με, και αν γελάσεις πάλι, αλίμονό σου. Ακολουθούσαν άλλες δέκα κάμψεις. Βέβαια πολλοί το γλένταγαν μαζί μου, και κάποια στιγμή ξέσπαγαν κι αυτοί στα γέλια. Και καθώς έχω υποστεί αυτή τη δοκιμασία, γέλασα αφάνταστα με εκείνη τη σκηνή στο έργο των Monty Pythons «The life of Brian» (στην Ελλάδα παίχτηκε με τον τίτλο «Ένας προφήτης μα τι προφήτης») όπου οι ρωμαίοι στρατιώτες κάνουν απεγνωσμένα διάφορες γκριμάτσες για να μη γελάσουν μπροστά στον εκατόνταρχο που απειλεί όποιον γελάσει.

  Και θυμάμαι τώρα κάτι επεισοδιακούς εκκλησιασμούς όταν ήμασταν μαθητές. Αποτραβιόμασταν η παρέα σε μια γωνιά της εκκλησίας για να μη μας βλέπουν και κάναμε πλάκες ή λέγαμε ανέκδοτα και αστείες ιστορίες. Οι άλλοι συγκρατιόντουσαν και γέλαγαν ελάχιστα, όμως εγώ έπρεπε να καταβάλω πολύ μεγάλες προσπάθειες. Θυμάμαι που δάγκωνα τα μάγουλά μου ή έφερνα στο νου μου κάτι πολύ δυσάρεστο για να μην ξεσπάω στα γέλια.