Book review, movie criticism

Tuesday, August 23, 2011

Fereydoun Rahnema, Pesar-e Iran az Madarash Bikhabar Ast

Fereydoun Rahnema, Pesar-e Iran az Madarash Bikhabar Ast (1976)
Iran's Son is Unaware of his Mother from 1976.

To ανάρτησα στο facebook, μετά σκέφτηκα να το αναρτήσω και στο blog, που μέχρι να κάνω την ανάρτηση για τον Μόμπυ Ντικ θα περάσει καιρός.

Την είδα απόψε, εξαιρετική. Ένας νεαρός σκηνοθετεί ένα έργο που τοποθετείται στην εποχή των Πάρθων, που κατάλυσαν το κράτος των Σελευκιδών. Γίνεται συχνή αναφορά στους Έλληνες και στη δημοκρατία τους. Γυρισμένη το 1976 έχει ως άμεσο στόχο την απολυταρχία του Σάχη. Έχοντας υπόψη μου και το "Yazgerd" του Bahman Beizai, μπορώ να πω ότι οι Πέρσες έχουν εμμονή με την ιστορία τους. Ο Fereydoun Rahnema φαίνεται να πιστεύει ότι η κακοδαιμονία της Περσίας οφείλεται στην επί αιώνες αυταρχική διακυβέρνησή της. To Yazgerd αναφέρεται στον τελευταίο σασσανίδη αυτοκράτορα, πριν την έλευση των αράβων, που το έσκασε από τη μάχη και τον σκότωσε ένας μυλωνάς. Αυτά πριν την επανάσταση. Γιατί μετά, με το θεοκρατικό ισλαμικό καθεστώς, καθώς το ισλάμ υπήρξε εισαγωγή των αράβων, το παρελθόν μάλλον δεν απασχολεί. Η ιστορία που ενδιαφέρει είναι αυτή μετά την αραβική κατάκτηση. Για να πω την αλήθεια, δεν θυμάμαι να είδα κανένα έργο με ιστορικό θέμα.
Ξέχασα. Κοιτάξτε στον περσικό τίτλο το ast που μεταφράζεται "είναι". Δεν είναι το αρχαιοελληνικό εστί; Όσο για το madar, μητέρα, το έχω ακούσει πολλές φορές σε διάφορα ιρανικά έργα. Ινδοευρωπαίοι είπαμε.

Friday, August 19, 2011

Jacob Cheung, Rest on your shoulder

Jacob Cheung, Rest on your shoulder (肩上蝶) 2011

O Μαρξ έχει πει πως η κυρίαρχη ιδεολογία είναι η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης. Εγώ θα παραφράσω και θα πω ότι η κυρίαρχη ιδεολογία είναι η ιδεολογία του κυρίαρχου φύλου.
Η κυρίαρχη ιδεολογία μεταβιβάζεται με διάφορα μέσα, ανάμεσα στα οποία είναι και η τέχνη. Και ένας από τους τρόπους της είναι η δημιουργία και η προβολή αξιών που ευνοούν τον κυρίαρχο. Μια τέτοια «αξία» που έχει προβληθεί μέσω της τέχνης είναι και η αυτοθυσία της γυναίκας για τον άντρα που αγαπά. Για να το πούμε διαφορετικά, η αυτοθυσία μιας γυναίκας για τον άντρα που αγαπά προβάλλεται σαν αξία, ώστε και άλλες γυναίκες να μη διστάσουν να τη μιμηθούν αν το απαιτήσουν οι περιστάσεις. Παραδείγματα που μου έρχονται στο μυαλό (τα έχω παραθέσει και στην παρουσίαση του έργου Mr. Butterfly του Κορεάτη Kim Hyeon-seong) είναι η «Άλκηστις» του Ευριπίδη (δυστυχώς δεν μπόρεσα να δω την παράσταση του Μουδατσάκη πριν λίγες μέρες στην Ιεράπετρα), η «Νόρμα» του Μπελίνι και το «Αντίο παλλακίδα μου», όχι το κινηματογραφικό έργο αλλά η όπερα του Πεκίνου. Ασφαλώς θα υπάρχουν και άλλα. Δεν έχω υπόψη μου κανένα έργο όπου ο άντρας να αυτοθυσιάζεται για τη γυναίκα.
Ένα ακόμη δείγμα αυτού του μοτίβου, της γυναίκας που θυσιάζεται για τον άντρα, προσφέρει η ταινία του Jacob Cheung, Rest on your shoulder. Ο ήρωας και η ηρωίδα αγαπιούνται τρελά. Όμως μια αντίζηλος κάνει μάγια και ο ήρωας πέφτει βαθιά άρρωστος. Η ηρωίδα παρακαλεί κάποια θεότητα να σώσει τον αγαπημένο της. Αυτός συμφωνεί, με τον όρο για τρία χρόνια να μην του μιλήσει. Θα είναι όμως κοντά του να τον βλέπει. Πώς γίνεται αυτό; Μεταμορφώνεται σε πεταλούδα. Ο βοτανολόγος φίλος της φλερτάρεται από αυτήν την κακιά, και στη συνέχεια από μια ωραία δημοσιογράφο. Όμως αυτός είναι σκέτη Πηνελόπη, πιστεύει ότι θα ξαναβρεί την αγαπημένη του που εξαφανίστηκε τόσο ξαφνικά. Να πούμε ότι και σαν πεταλούδα η αγαπημένη του πετάει σε ένα μακρινό και επικίνδυνο μέρος για να του φέρει ένα βοτάνι που χρειαζόταν για τα πειράματά του.
Περνάνε τα τρία χρόνια, η πεταλούδα γίνεται πάλι κοπέλα, και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
Το φανταστικό, που έχει ξαφνικά εισβάλει στον κινέζικο κινηματογράφο ακόμη και με σκηνοθέτες όπως ο Τζανγκ Γιμόου (Τίγρης και δράκος) και ο Τσεν Κάιγκε (Η υπόσχεση), εδώ καταλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος της ταινίας με animation. Δίπλα στην πεταλούδα υπάρχουν και άλλα έντομα που της συμπαραστέκονται. Υπάρχει και ένα παραμύθι-αντικατοπτρική ιστορία (recit speculaire) με δυο ποντίκια.
Είναι μια ταινία για όλη την οικογένεια. Την απολαμβάνουν τόσο οι γονείς όσο και τα παιδιά. Το ίδιο την απόλαυσα και εγώ (και για να μην υπάρχει παρεξήγηση, πώς από σινεφίλ βλέπω και τέτοια έργα, βασικό κίνητρο για να τη δω ήταν να κάνω πράκτις στα κινέζικά μου).

Tuesday, August 16, 2011

Jiang Cheng, Endless love

Jiang Cheng, Endless love (一夜未了情) 2011

Η επόμενη ανάρτησή μου θα είναι για το Μόμπι Ντικ, πάνω από 900 σελίδες, για αυτό είπα να κάνω μια μικρή ανάρτηση ενδιάμεσα (έχω καιρό να κάνω) για ταινία.
Η «Ατέλειωτη αγάπη» είναι μια ρομαντική ταινία, γεμάτη αίσθημα. Η πλοκή κινείται στο κλασικό σχήμα: γνωριμία, επιδίωξη σχέσης, σχέση, προβλήματα στη σχέση.
Μέχρι εδώ καλά. Μετά τι γίνεται; Οι δρόμοι είναι δύο: ή το ευτυχισμένο χάπι εντ, ή ο χωρισμός. Ο Jiang Cheng δεν επιλέγει το χάπι εντ. Ο ήρωας, φωτορεπόρτερ, αφού χωρίζει με την αγαπημένη του, επιστρέφει στο Αφγανιστάν, όπου σκοτώνεται. Οι μαρτυρίες που αφήνει είναι αρκετές για να αναζωπυρώσουν τον έρωτα της ηρωίδας. Έτσι κι αλλιώς είχε αποφασίσει να κρατήσει το παιδί που κουβαλάει μέσα της. Η σχέση δεν κράτησε ούτε εννιάμισι βδομάδες, μόλις δυο μήνες, χοντρικά δηλαδή οκτώμισι βδομάδες. Ο έρωτας όμως θα είναι παντοτινός.
Δεν συμβαίνει πάντα, όμως συμβαίνει. Όταν χωρίζει ένα ζευγάρι, ο ένας από τους δυο κρατάει άσβεστο μέσα του τον έρωτά του.
Ευχάριστη και καλογυρισμένη ταινία, τη συνιστώ.

Friday, August 12, 2011

Μαντινιάδες, στο πατρικό μου



Ζητώ συγνώμη που ο ήχος είναι χαμηλός. Και οι ρίζες της σύμπτωσης: Η τελευταία μαντινάδα είναι δικιά μου, ηλικίας τριάντα χρόνων. Τότε ήμουν ερωτευμένος, έγραφα τη "Λαϊκότητα της κρητικής λογοτεχνίας" και ηθελα λέει να γράφονται κουλτουριάρικοι στίχοι στη φόρμα της μαντινιάδας, και έδωσα αυτό το δείγμα. Και η σύμπτωση, που τη συνειδητοποίησα μετά: μέσα υπάρχει η λέξη "άλικο". Και πριν μια ώρα είχα αναρτήσει βιβλιοκριτική για το "Άλικο γράμμα" του Χόθορν

Ναθάνιελ Χόθορν, Το άλικο γράμμα

Ναθάνιελ Χόθορν, Το άλικο γράμμα (μετ. Γωγώ Αρβανίτη), Μεταίχμιο 2005, σελ. 329

Διαβάζοντας το «Άλικο γράμμα» συνειδητοποίησα για άλλη μια φορά τη σημασία της πρόσληψης και τους παράγοντες που την καθορίζουν. Η «λογοτεχνικότητα» του κειμένου είναι μια παράμετρος, σημαντική μεν αλλά όχι μόνη. Έτσι εξηγείται το πώς κάποια έργα υπερεκτιμώνται ή περνούν απαρατήρητα στον καιρό τους, και γιατί κάποια άλλα βρίσκουν εξαιρετική ανταπόκριση στο κοινό. Για παράδειγμα, δεν είμαι σίγουρος ότι η «Λολίτα» είναι το καλύτερο έργο του Ναμπόκοφ, όμως αυτό είναι που είχε την πιο μεγάλη απήχηση από όλα τα έργα του.
Συνεχίζουμε: Διαβάζοντας το «Άλικο γράμμα» συνειδητοποίησα για μια ακόμη φορά το πώς έγινε και ένας πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών έχασε τη θέση του επειδή κάποια του πήρε ένα τσιμπούκι (ένα, τρόπος του λέγειν), σε αντίθεση με μας, όπου ένας πρωθυπουργός παράτησε τη γυναίκα του για την γκόμενα και όχι μόνο δεν έχασε τη θέση του αλλά ανέβηκαν οι μετοχές του. Το είχα ξανακούσει ότι οι αμερικάνοι είναι φοβερά συντηρητικοί, και το βιβλίο αυτό αποτελεί μια ακόμη επιβεβαίωση. Χαρακτηριστική είναι η παρακάτω παράγραφος:
«Οι αμέσως επόμενοι, η γενιά μετά τους πρώτους μετανάστες, φόρεσε την πιο μαύρη απόχρωση του Πουριτανισμού και σκοτείνιασε τόσο πολύ το πρόσωπο του έθνους, που όλα τα μετέπειτα χρόνια δεν έφτασαν για να το ξανοίξουν. Μένει ακόμη να μάθουμε τη λησμονημένη τέχνη της χαράς» (σελ. 290). Αυτά που γράφει ο Χόθορν ενάμισι αιώνα πριν ισχύουν σε μεγάλο βαθμό μέχρι σήμερα. Παρεμπιπτόντως οι ΗΠΑ σαν κράτος επιβεβαιώνουν με την ιστορία τους την βεμπεριανή αντίληψη ότι ο καπιταλισμός αναπτύχθηκε από την πουριτανική αντίληψη της απόρριψης των εγκόσμιων απολαύσεων για χάρη των απολαύσεων που μας περιμένουν στον ουρανό, πράγμα που έκανε δυνατή την πρωταρχική συσσώρευση (κεφαλαίου).
Αλλά ας πούμε δυο λόγια για την υπόθεση. Ένας άντρας περασμένης ηλικίας στέλνει την νέα και όμορφη γυναίκα του στο Σάλεμ, για να έλθει και αυτός μετά, αφού πρώτα τακτοποιήσει τις δουλειές του. Η γυναίκα τα φτιάχνει με έναν χαρισματικό πάστορα. Καρπός του έρωτά τους είναι ένα παιδί. Η γέννηση του παιδιού αποκαλύπτει τη μοιχεία, που έχει σαν συνέπεια την τιμωρία. Μόνο όμως της γυναίκας, η οποία αρνείται πεισματικά να ομολογήσει το όνομα του άντρα.
Να πούμε και του στραβού το δίκιο: ποια ήταν η τιμωρία της; Να φοράει στο εξής ένα κόκκινο κεφαλαίο Α στο στήθος του, το αρχικό γράμμα της λέξης adulteress, μοιχαλίδα. Αν ήταν σε καμιά ισλαμική χώρα θα την είχαν λιθοβολήσει.
Ένα από τα λίγα βιβλία που μου έκαναν πολύ μεγάλη εντύπωση είναι του E. R. Dodds «Οι Έλληνες και το παράλογο». Στο βιβλίο αυτό ο Dodds κάνει διάκριση ανάμεσα σε πολιτισμούς ντροπής και πολιτισμούς ενοχής. Στους πρώτους δεν υπάρχει κρατικός μηχανισμός για να αποδίδει το δίκιο, απλά οι απαγορεύσεις ενδοβάλλονται, και κάθε φορά που τους παραβιάζει κανείς νοιώθει ντροπή, ή αλλιώς τύψεις συνείδησης. Τα αισθήματα αυτά λειτουργούν αποτρεπτικά. Στους πολιτισμούς ενοχής, με τον κρατικό μηχανισμό επιβολής δικαίου ισχυρότατο, κάθε παραβίαση, των νόμων πια και όχι των κανόνων της κοινότητας, δημιουργεί ενοχή με συνέπεια την τιμωρία. Η ντροπή και οι τύψεις από τον ένοχο μπορεί και να απουσιάζουν εντελώς. Βέβαια, η ντροπή και οι τύψεις δεν έχουν εξαφανιστεί στον πολιτισμό μας (που είναι πηγή δυστυχίας μας λέει ο Φρόιντ), το υπερεγώ εξακολουθεί να υφίσταται. Η φυλογένεση δεν εξαλείφει τα προηγούμενα στάδια της εξέλιξης, απλώς πάνω σ’ αυτά επικάθονται τα καινούρια.
Έτσι οι ήρωές μας βασανίζονται όχι μόνο από αισθήματα ενοχής, αλλά και αισθήματα ντροπής. Οι λέξεις αυτές απαντώνται συχνά στο κείμενο. Και αν τα αισθήματα αυτά μπορούμε να τα θεωρήσουμε λίγο πολύ αναπόφευκτα για τον πάστορα, μια και έχει παραβιάσει αρχές του ιερατικού του αξιώματος, για την γυναίκα τα αισθήματα αυτά μας φαίνονται υπερβολικά. Εξάλλου και ο ίδιος ο Χόθορν της βρίσκει ελαφρυντικά, για να μην πούμε ότι τη δικαιολογεί απόλυτα, επιρρίπτοντας την ευθύνη στο σύζυγο: «Ας τρέμουν οι άντρες που κερδίζουν το χέρι μιας γυναίκας χωρίς να έχουν κερδίσει μαζί και το μέγιστο της καρδιάς της! Αλλιώς, μπορεί να έχουν τη δυστυχία, όπως ο Ρότζερ Τσίλινγκγουορθ, όταν ένα άγγιγμα πιο ισχυρό από το δικό τους μπορέσει να ξυπνήσει όλες τις ευαισθησίες της, να κατηγορηθούν ακόμα και για την ήρεμη ευχαρίστηση, για τη μαρμάρινη εικόνα ευτυχίας που θα της έχουν επιβάλλει ως θερμή πραγματικότητα. Όμως η Έστερ θα έπρεπε εδώ και καιρό να έχει ξεμπλέξει μ’ αυτή την αδικία. Τι έδειχνε αυτό; Μήπως ότι εφτά ατέλειωτα χρόνια κάτω από την τυραννία του άλικου γράμματος έφεραν πάρα πολλή δυστυχία αλλά ούτε ίχνος μετάνοιας;» (σελ. 222).
Όμως υπήρχε πολλή μετάνοια, αφού η Έστερ κατακλύζεται συνεχώς από αισθήματα ενοχής και ντροπής. Θα έπρεπε εδώ και καιρό να είχε ξεμπλέξει με αυτή την αδικία, και όμως δεν ξέμπλεξε.
Υπάρχει μια αρχή οικονομίας που λειτουργεί και ψυχολογικά: η αρχή της ανταπόδοσης. Δίνω για να πάρω. Οι θυσίες και οι προσφορές λειτουργούν σε αυτή τη βάση: Προσφέρουμε στο θεό ακόμη και το παιδί μας, για να εισπράξουμε. Ο Αγαμέμνων θυσίασε την Ιφιγένεια για να του δώσει ο Ποσειδώνας ούριο άνεμο. Και ο θεός είναι αδυσώπητος ως μπακάλης. Δεν δέχεται βερεσέ. Αν δεν πληρώσεις πρώτα, δεν παίρνεις.
Ήμασταν στην Τήνο, εκδρομή. Μόλις είχα τελειώσει το διδακτορικό. Η γυναίκα μου μού λέει να ανάψω μια λαμπάδα στη χάρη της, για να με βοηθήσει να γίνω πανεπιστημιακός. Εγώ είπα όχι, να γίνω πρώτα πανεπιστημιακός και μετά θα ξανάρθω να ανάψω τη λαμπάδα. Έχω την συνήθεια, που έχει αποδειχθεί αρκετές φορές σωτήρια, να μην προπληρώνω.
Δεν έγινα πανεπιστημιακός. Η Μεγαλόχαρη μου το κράτησε, μεγάλη η χάρη της.
Υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, όταν τα πράγματα δεν παίρνουν αναβολή. Ένα καλοκαίρι είχα αρρωστήσει, απλό κρυολόγημα ήταν, αλλά τα καλοκαιρινά κρυολογήματα περνάνε δύσκολα. Ο πατέρας μου τρομοκρατημένος με έταξε στον Προφήτη Ηλία, να κάνει αρτοπλασία κάθε χρόνο στη χάρη του αρκεί να γίνω καλά. Έγινα καλά, και ο πατέρας μου κάθε χρόνο τηρούσε το τάξιμό του.
Υπάρχει όμως και η εξής περίπτωση: πήρα χωρίς να μου επιτρέπεται, τώρα πληρώνω για να πατσίσω. Ο πάστορας συχνά αυτομαστιγωνόταν. Η αυτομαστίγωση ήταν αυτό που πρόσφερε για να απαλύνει τα αισθήματα ενοχής του και να τύχει της θείας συγχώρεσης. Ο Ρότζερ Τσίλινγκγουορθ, πολύ πονηρός, ήξερε ότι τα αισθήματα ενοχής είναι μεγαλύτερο μαρτύριο από την δημόσια τιμωρία, που για τη συνείδηση λειτουργεί εξοφλητικά. Δεν καταδίδει τον πάστορα, αλλά τον πλευρίζει (κανείς δεν ξέρει την πραγματική του ταυτότητα εκτός από την Έστερ), με την ιδιότητα του γιατρού και του ξύνει συνεχώς τις πληγές. Είναι η εκδίκησή του. Ο πάστορας στο τέλος θα αποκαλύψει δημόσια την ενοχή του και θα σωριαστεί κάτω νεκρός (άλλη ιστορία αυτή, η ανάγκη της εξομολόγησης που αμβλύνει τις ενοχές, που δεν την αξιοποιούν μόνο οι ιερείς για να ανακουφίσουν το ποίμνιό τους αλλά και οι ανακριτικές αρχές για να αποσπάσουν την ομολογία του ενόχου).
Και επιστρέφουμε στην πρόσληψη. Στους πουριτανούς αμερικάνους άρεσε πολύ το «Άλικο γράμμα», που σημείωσε καταπληκτική επιτυχία. Σε μένα όχι, παρά τις γλαφυρές περιγραφές του Χόθορν, ιδιαίτερα στην περιγραφή του μικρού κοριτσιού. Περισσότερο μου άρεσε ο απολαυστικός πρόλογος (55 σελίδες), όπου με φοβερό χιούμορ και οξύτατη σάτιρα ο Χόθορν αναφέρεται στην τετραετία που εργάστηκε ως ελεγκτής σε τελωνείο, με τους τεμπέληδες υφιστάμενούς του. Τότε ανακάλυψε πέντε επιστολές που αναφέρονταν σε μια άτυχη γυναίκα που φόρεσε το άλικο γράμμα, και που του ενέπνευσε την ιστορία. Ήταν δημοκρατικός, και οι συντηρητικοί Ουίνγκς, όταν ανέβηκαν στην εξουσία, τον έπαυσαν από τη δουλειά του. Έτσι βρήκε το χρόνο να γράψει το μυθιστόρημα. Ουδέν κακόν αμιγές καλού.
Είδα και το έργο του Roland Joffé (1995) με την Demi Moore και τον Gary Oldman. Το έργο, μια ελεύθερη προσαρμογή, κέρδισε το βραβείο "Worst Remake or Sequel". Οι κριτικοί το έθαψαν, όμως είχε μεγάλη εμπορική επιτυχία. Οι κριτικοί απαιτούν πιστότητα σε ένα λογοτεχνικό αριστούργημα. Όμως ο Joffé, ορθά ποιήσας, δεν έμεινε πιστός στο έργο. Και πρώτα πρώτα στο έργο τα επεισόδια είναι ελάχιστα. Ο Χόθορν λιγότερο αφηγείται και περισσότερο περιγράφει, αναλύει και σχολιάζει. Όμως ο κινηματογράφος πρωταρχικά είναι εικόνα, όχι λόγος (είπαμε βέβαια, όμως να μην το παρακάνουμε, όπως ο Αγγελόπουλος, που κάποια από τα πρώτα έργα του αν δεν ήταν έγχρωμα θα νόμιζες ότι ήταν βουβός κινηματογράφος). Έπειτα το κοινό του κινηματογράφου είναι πιο λαϊκό από ό, τι είναι οι αναγνώστες, προτιμάει το ρομάντζο και το χάπι εντ από την τραγωδία. Έτσι ο Τζοφέ επινοεί τα ρομαντικά επεισόδια που οδηγούν στη σχέση του Άρθουρ με την Έστερ, φτάνοντας σχεδόν μέχρι τη μέση της ταινίας. Επινοεί και πολλά άλλα επεισόδια που δεν υπάρχουν στο βιβλίο, όσο για το τέλος, είναι γεμάτο σασπένς. Στον Χόθορν ο πάστορας πέφτει νεκρός στην εξέδρα της διαπόμπευσης μετά την ομολογία του. Στο έργο, του περνούν το σκοινί στο λαιμό για να τον κρεμάσουν. Θα τη γλιτώσει; Περιμένουμε με αγωνία. Όμως τελικά σώζεται. Ξαφνικά καταφθάνει, όχι το ιππικό αλλά οι ινδιάνοι, που αρχίζουν να σφάζουν αδιάκριτα τους λευκούς (αφού προηγουμένως οι λευκοί τους είχαν πετσοκόψει σε έναν καταυλισμό τους). Έτσι σώζεται ο Άρθουρ, και στο εξής έζησαν αυτοί καλά (αν και λίγο, μας λέει η κόρη τους που είναι ο αφηγητής της ιστορίας), και εμείς, θα μπορούσε να ήταν και χειρότερα.
Η βουβή ταινία του Victor Sjöström (1926) με την Lilian Gish και τον Lars Hanson είναι πιο πιστή στο κείμενο. Εδώ δεν έχουμε happy end, αλλά και σ’ αυτήν υπάρχουν επινοημένα επεισόδια, κυρίως ως προς το πώς αναπτύχθηκε η σχέση ανάμεσα στην Χέστερ και στον Άρθουρ, αλλά όχι σε τόση έκταση. Πολύ καλή και αυτή.

Tuesday, August 9, 2011

Οράτιος Ουόλπολ, Το κάστρο του Οτράντο

Οράτιος Ουόλπολ, Το κάστρο του Οτράντο (μετ. Μάκης Πανώριος-Παναγιώτης Σκάγιαννης), Αίολος 1985, σελ. 136

Οι ρίζες της σύμπτωσης: Μόλις είχα τελειώσει την ανάγνωση του «Κάστρου του Οτράντο» και ψάχνοντας για τις καινούριες εκδόσεις στη biblionet (πρώτη φορά το έκανα) έπεσε το μάτι μου στην επανέκδοσή του που έγινε φέτος, όμως με περισσότερες σελίδες (176), και σε μεγάλο σχήμα.
Ακόμη: Το έργο το εμπνεύστηκε ο Ουόλπολ από ένα όνειρο. Απλώς το εμπνεύστηκε. Γιατί εμένα, ένα από τα διηγήματα της συλλογής μου «Το Φραγκιό» είναι το ίδιο το όνειρο. Αρχικά το εξέδωσε με ψευδώνυμο. Όταν όμως είδε την τεράστια απήχηση που είχε, δεν ήταν χαζός, στην επανέκδοση έβαλε το όνομά του.
Υπάρχουν βιβλία που είναι κλασικά, και βιβλία που είναι must για κάποιον που ασχολείται με τη λογοτεχνία. Κλασικός είναι ο «Δον Κιχώτης». Το καλύτερο δείγμα ιπποτικού μυθιστορήματος είναι αυτή η παρωδία του, με τον ήρωά του να μένει αθάνατος και να εμπνέει μουσικούς και ζωγράφους. Δεν άκουσα ποτέ να γίνεται λόγος για άλλο ιπποτικό μυθιστόρημα, και ούτε είδα ποτέ να κυκλοφορεί κανένα στο εμπόριο. Το «Κάστρο του Οτράντο» δεν θα το θεωρούσα έργο κλασικό, όμως με αυτό το έργο ο Walpole γίνεται ο εισηγητής του είδους «γοτθική λογοτεχνία» προσφέροντας ταυτόχρονα το καλύτερο δείγμα της. Αυτό το βιβλίο, αφού έμεινε για χρόνια στο «ράφι των τύψεων» (για την ακρίβεια κάπου ήταν καταχωνιασμένο και δεν το εύρισκα), το ξετρύπωσα και το διάβασα τελικά.
Πολύ ενδιαφέρουσα είναι η εκτενής κατατοπιστική εισαγωγή του Μάκη Πανώριου. Όμως εμείς για τους αναγνώστες αντιγράφουμε το λήμμα για την «Γοτθική λογοτεχνία» από την βικιπαίδεια. «Η γοτθική λογοτεχνία αποτελεί ένα είδος που συνδυάζει στοιχεία τρόμου και ρομαντισμού. Σαν είδος θεωρείται πως εφευρέθηκε από τον Άγγλο συγγραφέα Οράτιο Γουάλπολ, ο οποίος συνέγραψε το 1764 το μυθιστόρημα «Το Κάστρο του Οτράντο». Κυρίαρχα μοτίβα του είδους είναι ο τρόμος (φυσικός και ψυχολογικός), το μυστήριο, το υπερφυσικό, τα φαντάσματα, τα στοιχειωμένα σπίτια, η γοτθική αρχιτεκτονική, τα κάστρα, το σκότος, ο θάνατος, η τρέλα, τα μυστικά και οι κληρονομούμενες κατάρες».
Τα περισσότερα από αυτά τα στοιχεία τα έχει το «Κάστρο του Οτράντο» (που, για να θυμούμαστε τις ημερομηνίες μνημοτεχνικά, γράφηκε 200 χρόνια μετά τη γέννηση του Σαίξπηρ, το 1764).
Δεν μου αρέσουν τα έργα τρόμου. Βιβλία έχω διαβάσει ελάχιστα, ενώ έχω δει περισσότερες ταινίες. Αυτό που διαπίστωσα σ’ αυτές είναι ο περιορισμένος διάλογος. Περίμενα κάτι ανάλογο και στο «Κάστρο του Οτράντο», ότι το έργο θα ήταν ατμοσφαιρικό, με διεξοδικές περιγραφές για μαύρα σκοτάδια, τρομακτικές σκιές και περίεργους θυρύβους. Τίποτα απ’ αυτά, ή μάλλον ελάχιστα απ’ αυτά. Το έργο είναι θεατρικό στη σύλληψη (υποθέτω ότι θα έχει διασκευαστεί για τη σκηνή), με τους ήρωες να μιλάνε ακατάπαυστα.
Καθώς δεν μου αρέσει το είδος, διάβασα το έργο για να σχηματίσω μια εικόνα για τη γοτθική λογοτεχνία. Το διάβασα περίπου σαν ανάπαυλα, όπως σαν ανάπαυλα βλέπω και ταινίες που δεν είναι σινεφίλ, για να χαλαρώσω και να περάσω την ώρα μου όταν είμαι υπερβολικά κουρασμένος για να ασχοληθώ με κάτι σοβαρότερο. Το διάβασα ευχάριστα, χωρίς να με απογειώνει. Όμως δυο σημεία μέσα στο έργο τα βρήκα αριστουργηματικά. Το ένα είναι μια συζήτηση των δύο κοριτσιών, της Ματθίλδης και της Ισαβέλλας. Αγαπούν και οι δυο τον Θόδωρο, όμως, μεγαλόψυχα, «η καθεμιά τους υποστήριζε ότι αγαπούσε την άλλη» (σελ. 105). Το δεύτερο σημείο είναι ένας διάλογος ανάμεσα στον Μάνφρεντ, τον άρχοντα του Κάστρου και στην Μπιάνκα, την υπηρέτρια. Σπαρταριστός διάλογος. Ο Μάνφρεντ αγωνιά να της αποσπάσει κάποιες πληροφορίες, και αυτή του μιλάει για άσχετα πράγματα. Ανυπομονώντας της χαρίζει ένα δακτυλίδι. Αυτή εξακολουθεί να απεραντολογεί για διάφορα. Ο αναγνώστης ξεκαρδίζεται με τον εκνευρισμό του Μάνφρεντ. «Ελπίζω η υψηλότητά σας να ξέρει ότι παρ’ όλο που είμαι φτωχή, είμαι τίμια. Μάλιστα Κύριε!» (σελ. 119). Χρησιμοποιεί άραγε ο Walpole συνειδητά την παρωδία, ή είναι συμπτωματικό; Γιατί και κάπου αλλού διαβάζουμε: «Πηγαίνω εκεί όπου δεν υπάρχει ούτε λύπη ούτε στεναγμός» (σελ. 132). Επίσης οι παρακάτω γραμμές μόνο παρωδιακά θα μπορούσαν να διαβαστούν το 1764 φαντάζομαι. «Ο Θόδωρος γονάτισε μπροστά της, άρπαξε το άσπρο της χέρι, το φίλησε, παρ’ όλο που εκείνη αντιστεκόταν, και ορκίστηκε πως με την πρώτη ευκαιρία θα γινόταν ιππότης• και τότε, την παρακάλεσε θερμά, να του επιτρέψει να ορκιστεί πως θα γινόταν ο ιππότης της» (σελ. 89).
Αυτή η σκηνή με την υπηρέτρια, που επαναλαμβάνεται πιο σύντομη και λίγο αργότερα, ολότελα σπαρταριστή, μου θύμισε ανάλογες σκηνές με μια άλλη υπηρέτρια, αυτή του Ρόμπερτ Μούσιλ στο «Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» που παρουσιάσαμε πρόσφατα.
Ο Walpole πρέπει να αποκαταστήσει τον σκληρό φεουδάρχη. Στην «Αντιγόνη» ο Κρέοντας μετανοεί όταν ακούει τις φοβερές προφητείες του Τειρεσία, και συντρίβεται όταν αυτοκτονεί ο γιος του. Ο Μάνφρεντ σπαράζει μετανοημένος όταν βλέπει ότι εκείνη που μαχαίρωσε ήταν η κόρη του η Ματθίλδη. Έρχεται και ο από μηχανής θεός, το φάντασμα του Αλφόνσου, για να υπαγορεύσει τη θέλησή του. Ο Θόδωρος γίνεται ο καινούριος άρχοντας του Κάστρου. Ο Μάνφρεντ, μετά το θάνατο της κόρης του από το ίδιο του το χέρι, δεν έχει καμιά διάθεση να αμφισβητήσει τη θέληση του φαντάσματος. Όσο για τον Θόδωρο, αφού πέθανε η αγαπημένη του Ματθίλδη, τι να κάνει, αποφασίζει να βρει παρηγοριά στην Ισαβέλλα, που κι αυτή τον αγαπάει. Δεν είναι ακριβώς το ρομαντικό τέλος που θα περίμενε ο αναγνώστης, αλλά ο Walpole δεν μπορούσε να έχει και την πίττα σωστή και το σκύλο χορτάτο. Αφού χρησιμοποίησε την άμοιρη Ματθίλδη για την κάθαρση της ιστορίας, δεν μπορούσε να δώσει το τυπικό χάπι εντ της ευτυχούς ένωσης των ερωτευμένων.
Όσοι αγαπάτε το είδος, σας συνιστώ να το διαβάσετε, τώρα ειδικά που κυκλοφορεί σε επανέκδοση και είναι εύκολο να το βρείτε. Όσοι δεν το αγαπάτε, πάλι σας συμβουλεύω να το διαβάσετε. Εκτός του ότι έχει σελίδες που αποζημιώνουν, είναι καλό να έχετε διαβάσει το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα του γοτθικού μυθιστορήματος.

Monday, August 8, 2011

Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, Ο κόσμος της Κίνας

Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, Ο κόσμος της Κίνας, εκδόσεις Αστέρος 1993, σελ. 209

Ένα από τα βιβλία του Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου (1901-1982), πολυγραφότατου και καταξιωμένου συγγραφέα είναι και ο «Κόσμος της Κίνας», ένα βιβλίο ταξιδιωτικής λογοτεχνίας που το βρήκαμε σε δεύτερη έκδοση. Η πρώτη έγινε το 1961. Εξαιρετικό έργο, όμως το κρατικό βραβείο ταξιδιωτικής λογοτεχνίας το πήρε δύο χρόνια αργότερα για ένα άλλο έργο, το «Η Αφρική αφυπνίζεται».
Δεν μπορεί να γράψει κανείς ένα ταξιδιωτικό για την Κίνα χωρίς να αναφερθεί στον πρωτομάστορα του είδους, τον Νίκο Καζαντζάκη. Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος όμως πηγαίνει ένα βήμα πιο πέρα: τον μιμείται και υφολογικά. Τουλάχιστον στα πρώτα κεφάλαια. Διαβάζοντάς τα νόμιζα ότι διάβαζα Καζαντζάκη.
Τα έργα ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, συνειδητοποιώ τώρα, έχουν μια διπλή λειτουργία. Όταν πρωτοεκδίδονται δίνουν μια εικόνα της χώρας. Όταν επανεκδίδονται, δίνουν μια εικόνα της χώρας όπως ήταν τότε. Και οι διαφορές είναι συνήθως αρκετά μεγάλες. Η Κίνα του 1961 δεν έχει μεγάλη ομοιότητα με την Κίνα του σήμερα. Το σοσιαλιστικό πείραμα με τα κοινόβια, τα οποία περιγράφει ο Παναγιωτόπουλος με μια δροσερή και γεμάτη περιέργεια ματιά, ανήκουν πια στο παρελθόν, όπως και άλλα, λιγότερο φιλόδοξα, σοσιαλιστικά πειράματα. Η Κίνα, αξιοποιώντας τα διδάγματα από τις χώρες του πάλαι ποτέ υπαρκτού σοσιαλισμού, οδηγείται σε μια πρωτοφανή οικονομική ανάπτυξη εφαρμόζοντας τις αρχές της ελεύθερης αγοράς που επικρατεί στις καπιταλιστικές χώρες (δηλαδή σε όλες τις χώρες, με πόσες άραγε εξαιρέσεις; Βιετνάμ, βόρειος Κορέα, Κούβα, ξέχασα καμιά;). Με μια διαφορά: την εξουσία την έχει το Κομμουνιστικό Κόμμα.
Μιλώντας για αυτή τη νέα Κίνα του 1961, ο συγγραφέας δίνει άφθονα στατιστικά στοιχεία, ιδιαίτερα στα πρώτα κεφάλαια. Και την συγκρίνει αναπόφευκτα με την παλιά. Η σοσιαλιστική δημοκρατία είχε ιστορία μόλις έντεκα χρόνων, όμως σ’ αυτό το σύντομο διάστημα είχαν συντελεστεί μεγάλες αλλαγές. Η πιο χαρακτηριστική είναι η βελτίωση της γυναίκας με το νέο καθεστώς. Μιλώντας για τη θέση της στην παλιά Κίνα λέει χαρακτηριστικά: «Τα ισλαμικά χαρέμια είναι βέβαια παράδεισοι μπροστά στα ινδικά ολοκαυτώματα. Και τα ινδικά ολοκαυτώματα είναι επίσης παράδεισοι μπροστά στο ασταμάτητο μαρτύριο της Κινέζας» (σελ. 59), και συνεχίζει στο οικείο κεφάλαιο διεκτραγωδώντας τη ζωή της στο παλιό καθεστώς.
Ο Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος επισκέφτηκε την Κίνα ως προσκεκλημένος συγγραφέας, μαζί με αρκετούς άλλους. Οι ξεναγοί τους δεν τους ξενάγησαν μόνο στην Νέα Κίνα, αλλά και στην παλιά, ή μάλλον στη μόνιμη και σταθερή, στα αξιοθέατά της. Έτσι είναι φυσικό να μιλήσει ο Παναγιωτόπουλος για την απαγορευμένη πόλη, για το σινικό τοίχος, για την κινέζικη όπερα.
Για αυτά έχουν γράψει και άλλοι, έχουμε δει και σχετικά ντοκιμαντέρ. Έτσι εκείνο που τράβηξε κυρίως το ενδιαφέρον μας είναι τα όσα γράφει ο Παναγιωτόπουλος για τις αλλαγές που συντελέστηκαν με το νέο καθεστώς.
Η προσωπολατρία τον εντυπωσιάζει τόσο πολύ, ώστε αναφέρεται αναλυτικότατα σ’ αυτήν, σε τρεις ολόκληρες σελίδες. Την αντιδιαστέλει μάλιστα με την κατάργηση της προσωπολατρίας στην Ρωσία, την περίοδο Χρουτσώφ. Παρεμπιπτόντως, στο βιβλίο υπάρχει και ένα επίμετρο: Μια ματιά στη Ρωσία. Επιστρέφοντας από την Κίνα ο συγγραφέας έμεινε λίγες μέρες στη Ρωσία, και καταγράφει και τις εκεί εντυπώσεις του.
Και τώρα ας κάνουμε κάποιες επί μέρους παρατηρήσεις.
Όταν επισκέφτηκε την Κίνα ο Παναγιωτόπουλος, ο πληθυσμός της ήταν 668 εκατομμύρια. Η πρόβλεψή του ήταν ότι ο πληθυσμός της σε τριάντα χρόνια θα έφτανε το ένα δις. Για τα πενήντα χρόνια δεν έκανε πρόβλεψη. Στη Βικιπαίδεια βλέπω ότι ο πληθυσμός της Κίνας στις 4-8-2011 ήταν 1.337.722.000. Και αυτό παρά την πολιτική του ενός παιδιού.
Άλλη παρατήρηση.
Γράφει ο Παναγιωτόπουλος: «Αλλά τι μπορεί να σημαίνει σήμερα (1961) ο κίτρινος κίνδυνος; Μια στρατιωτική ενέργεια, μια επίθεση; Ή μια ειρηνική διείσδυση; Ή μια ολοένα αυξανόμενη επιρροή; Μια διαρκή παρουσία;» (σελ. 36). Σήμερα δεν πιστεύουμε σε μια στρατιωτική απειλή από την Κίνα. Όμως την ειρηνική διείσδυση την βλέπουμε καθημερινά. Όσο για την αυξανόμενη επιρροή, είναι αναμφισβήτητη. Τα κινέζικα προϊόντα με τις ανταγωνιστικές τιμές είναι βραχνάς για την οικονομία της Δύσης. Και αν δεν «ανήκαμε εις την Δύση» μάλλον θα δεχόμασταν να δανειστούμε από την Κίνα αντί από το ΔΝΤ. Αλλά δεν μας άφησαν. Το τίμημα που θα πληρώναμε σ’ αυτούς (και δεν εννοώ τα επιτόκια) μάλλον χαμηλότερο θα ήταν. Ίσως όμως μόνο βραχυπρόθεσμα. Αλλά ας μην κάνουμε πολιτική εδώ.
Η προπροηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για τον Νίκο Στρατάκη, για ένα έργο του που γράφηκε την ίδια δεκαετία. Δεν το σχολιάσαμε εκεί, ας το σχολιάσουμε εδώ: η γλώσσα εξελίσσεται, και είδαμε γλωσσικούς και εκφραστικούς τύπους που σήμερα δεν χρησιμοποιούμε. Ο Στρατάκης γράφει για παράδειγμα «Τουρκαλίτσα» αντί για «Τουρκοπούλα». Αυτό το -ίτσα ανακαλεί συνειρμικά –έτσι μας λέει ο Gianni Rodari στη «Γραμματική της φαντασίας» - το «γλίτσα», το «νυφίτσα», το «πουτανίτσα»… Και όμως, η τουρκοπούλα αυτή ούτε πουτανίτσα ήταν, ούτε καν σκέφτηκαν να τη βιάσουν οι στρατιώτες. Ήταν η μασκότ του συντάγματος, και τους βύθισε όλους σε θλίψη ο θάνατός της από φυματίωση. Εδώ στον Παναγιωτόπουλο βρίσκουμε τη λέξη «αεριόφως» (σελ. 74). Σήμερα η λέξη επικρατεί με αντεστραμμένα τα συνθετικά της: φωταέριο.
Έχω ξαναγράψει ότι μου αρέσουν οι βιογραφίες. Όμως δεν έχω ξαναγράψει ότι οι βιογραφίες είναι λίγο πολύ εξωραϊσμένες. Στοιχεία που σκιάζουν την προσωπικότητα του βιογραφούμενου συνήθως, αν όχι πάντα, παραλείπονται. Έτσι με έκπληξη διαβάζω στο επίμετρο ότι Ντοστογιέφσκι υπήρξε καρφί.
«Ύστερ’ από την αποφυλάκισή του η αντοχή του είχε σπάσει, έφτασε στο σημείο να γίνει όργανο της μυστικής αστυνομίας του τσάρου. Πρόδωσε τους συντρόφους του» (σελ. 198). Τώρα το ότι ο Γκόρκι χαρακτήρισε τους «Δαιμονισμένους» του Ντοhttp://www.blogger.com/img/blank.gifστογιέφσκι και τους «Δίκαιους» του Καμύ έργα αντιδραστικά, ε, αυτό μπορούμε να του το συγχωρέσουμε. Ήταν τέτοια η εποχή. Όμως συγχωρέσαμε αλήθεια τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο που χαρακτήρισε τη Μακρόνησο «Νέους Παρθενώνες»;
Το βιβλίο, είδαμε στο διαδίκτυο, δεν είναι εξαντλημένο, κυκλοφορεί. Εδώ μόνο να προσθέσουμε ότι αν κάποιος θέλει να μάθει περισσότερα για τον Παναγιωτόπουλο, μπορεί να διαβάσει το βιβλίο της φίλης μου Βάσως Οικονομοπούλου, με τίτλο «Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, Χρονολόγιο-εργογραφία» που παρουσιάσαμε πρόσφατα στο Λέξημα.

Sunday, August 7, 2011

Marcello Mastroianni, Θυμάμαι, ναι, θυμάμαι

Marcello Mastroianni, Θυμάμαι, ναι, θυμάμαι (μετ.Λυδία Τρύφωνα), Αιώρα 1998, σελ. 170

Αντιγράφουμε από το αυτί του βιβλίου: «Το θυμάμαι, ναι, θυμάμαι, είναι μια πιστή καταγραφή της αυτοβιογραφικής αφήγησης του Μαρτσέλο Μαστρογιάνι μπροστά στην κάμερα της σκηνοθέτιδας και συντρόφου του στη ζωή, Άννας Μαρίας Τατό. Η ομώνυμη ταινία γυρίστηκε στη βόρεια Πορτογαλία το Σεπτέμβρη του 1996, στα διαλείμματα των γυρισμάτων της ταινίας του Μανουέλ ντε Ολιβέιρα Ταξίδι στην αρχή του κόσμου». Και διαβάζουμε στην Βικιπαίδια, στα βιογραφικά του Μαστρογιάνι: 28 September 1924 – 19 December 1996. Τρομερό!!! Μετά από δυόμισι μήνες πέθανε. Όσο για τον Μανουέλ ντε Ολιβέιρα, σήμερα είναι 105 χρονών και γυρίζει ακόμη ταινίες. Φτου! να μην τον ματιάσουμε. Από τους αγαπημένους μου. Η ταινία του «Γυρίζω σπίτι» είναι καταπληκτική.
Όμως ο λόγος είναι για τον Μαρτσέλο. Είναι συγκινητική αυτή η «εκ βαθέων» εξομολόγηση ενός μεγάλου ηθοποιού (θυμίζουμε την Dolce Vita), που με αφοπλιστική ειλικρίνεια παρουσιάζει τον εαυτό του απομυθοποιημένο. Η εικόνα-κλισέ του «λατίνου εραστή» που τον συνόδευε στην καριέρα του τον ενοχλούσε αφάνταστα. Μιλάει για τον εαυτό του, για τα δύσκολα παιδικά χρόνια, τις συμπτώσεις που τον οδήγησαν στο να γίνει ηθοποιός, την επιτυχία που ακολούθησε, την αγάπη του για τη δουλεία του, για τις καλές ταινίες που γύρισε αλλά και για τις κακές, για συναδέλφους ηθοποιούς αλλά και για μεγάλους σκηνοθέτες με τους οποίους συνεργάστηκε, με την αμεσότητα που έχει ο προφορικός λόγος, έστω και κάτω από την κριτική ματιά της κάμερας. Ήταν ο ίδιος ο Μαρτσέλο, χωρίς να παίζει κάποιο ρόλο, ήταν ο εαυτός του.
Θα αντιγράψω κάτι που με εντυπωσίασε, και είδα μετά ότι υπάρχει στο οπισθόφυλλο: «Σύμφωνα με τον Προυστ οι καλύτεροι παράδεισοι είναι οι χαμένοι παράδεισοι. Εγώ τολμώ να προσθέσω ότι ίσως υπάρχουν παράδεισοι ακόμα πιο θελκτικοί απ’ τους χαμένους παραδείσους: είναι εκείνοι που δεν ζήσαμε ποτέ, οι τόποι και οι περιπέτειες που διακρίναμε μπροστά μας, σ’ ένα μέλλον που ίσως μια μέρα καταφέρουμε ν’ αγγίξουμε. Ποιος ξέρει, ίσως η γοητεία των ταξιδιών να βρίσκεται σ’ αυτή την παράδοξη νοσταλγία του μέλλοντος, στην ελπίδα-ή την αυταπάτη-ότι κάνοντας ένα ταξίδι, σ’ έναν άγνωστο σταθμό, θα βρούμε κάτι που θα μπορούσε ν’ αλλάξει τη ζωή μας. Ίσως τελικά κάποιος να παύει να είναι νέος όταν το μόνο που κάνει είναι να νοσταλγεί, να αγαπάει μονάχα τους χαμένους παράδεισους».
Θα παραθέσω και ένα άλλο απόσπασμα, γιατί συμπληρώνει κάτι που έγραψα στο βιβλίο μου «Το χωριό μου: από την αυτοκατανάλωση στην αγορά».
«Ξήλωσα όλα τα πουλόβερ που μου είχε φτιάξει η μητέρα μου. Τότε το μαλλί ήταν χειροποίητο και τα πλεκτά απ’ αυτό το μαλλί, που το λέγανε λάνα μαρκετζιάνα, τσιμπούσανε» (σελ. 44).
Έγραψα στο βιβλίο μου ότι και μένα η μητέρα μου μου έφτιαχνε πουλόβερ από το μαλλί της προβάτας μας. Το ίδιο έκαναν σχεδόν όλες οι μανάδες του χωριού. Και όχι τόσο πουλόβερ όσο φανέλες, φανέλες χοντρές που σύστηναν τότε οι γιατροί σε όσους είχαν περάσει πλευρίτιδα, και δεν ήταν και λίγοι. Και ο πατέρα μου και η μητέρα μου είχαν περάσει πλευρίτιδα, και φορούσαν και οι δυο τους τέτοιες φανέλες. Αυτό που ξέχασα να γράψω είναι ότι τσιμπούσαν φοβερά. Αν, όπως λέει ο Μαστρογιάνι, τσιμπούσαν τόσο τα πουλόβερ, φανταστείτε πόσο τσιμπούσαν οι φανέλες που φοριόντουσαν κατάσαρκα. Επειδή ήμουν αρρωστιάρης και κρυολογούσα συχνά, οι γονείς μου προσπαθούσαν να με πείσουν να φορέσω τέτοιες φανέλες. Αντιστάθηκα σθεναρά. Δεν τις φόρεσα ποτέ μου.
Πάλι αυτοβιογραφούμαι μέσα από τις βιβλιοκριτικές μου. Όμως το βιβλίο αυτό μου έδωσε μια ιδέα. Αυτά τα μικρά κειμενάκια των δύο το πολύ σελίδων, που πηγαίνουν από το ένα θέμα στο άλλο, είναι τόσο ευχάριστα στην ανάγνωση! Ακόμη, σε μια τυπική αυτοβιογραφία θα πρέπει να οργανώσεις το υλικό σου, και αυτή η οργάνωση σημαίνει ότι πολλά πράγματα θα μείνουν απέξω, γιατί δεν θα κολλάνε. Όμως το να γράφεις σκόρπιες αναμνήσεις, που σου έρχονται με τον αυθορμητισμό ενός ελεύθερου συνειρμού, είναι ίσως προτιμότερο.
Αν ζήσω περισσότερο από τον Μαρτσέλο, και όχι υποχρεωτικά σαν τον Ολιβέιρα, ίσως την κάνω αυτή την αυτοβιογρφία. Αλλά μόλις τώρα βγήκα στην σύνταξη, δεν ξέρω ακόμη πώς θα οργανώσω τη ζωή μου. Προς το παρόν έχω σκοπό να γράψω κάτι ιστοριούλες, που αν αρέσουνε στον Αλέξανδρο τον Δεσύλλα, τον εκδότη μου (εκδόσεις ΑΛΔΕ), μπορούν να εκδοθούνε στη σειρά «μετροαναγνώσματα», στην ίδια σειρά που εκδόθηκε και το «Φραγκιό». Ένας πρόχειρος τίτλος, που δίνει όμως τη θεματική τους, είναι «Του τάφου». Εκεί θα κολλούσε καλύτερα και το Requiem, το πρώτο διήγημα του «Φραγκιού». Παρά τον τίτλο τους θα είναι χιουμοριστικά. (Συμπληρώνω τώρα που ξαναρίχνω μια ματιά πριν την ανάρτηση: προχθές πέρασα από τον ξάδελφό μου τον Κωστή τον Κοντοπόδη. Όπως πάντα ήταν μια μεγάλη παρέα μαζεμένοι στην αυλή του. Τους έδωσα το «Φραγκιό» και τους είπα την πρόθεσή μου να γράψω για τα αφηγήματα «Του τάφου». Μου διηγήθηκαν μερικά. Κάποια σπαρταριστά. Ένα πολύ ρομαντικό. Ένα με μαύρο χιούμορ. Θυμήθηκα και εγώ ένα, ολότελα ξεχασμένο, γιατί είχα χρόνια να το ανασύρω στη μνήμη μου).
Το βιβλίο το βρήκα σε προσφορά, στο παζάρι της Κλαυθμώνος. Δεν ξέρω αν έχει εξαντληθεί. Αν το βρείτε, αξίζει να το αγοράσετε.

Saturday, August 6, 2011

Νίκου Στρατάκη, Το ειδύλλιο της Ιβάνκας

Νίκου Στρατάκη, Το ειδύλλιο της Ιβάνκας, εκδοτικός οίκος Ν. Αλικιώτης & Υιοί, 1959, σελ. 123

Αφού παράτησα, όπως έγραψα στην προηγούμενη ανάρτηση, το «Τι πιστεύει αυτός που δεν πιστεύει» του Ουμπέρτο Έκο, πήρα να (ξανα)διαβάσω το «Ειδύλλιο της Ιβάνκας» του κοντοχωριανού μου Νίκου Στρατάκη.
Ο Νίκος Στρατάκης γεννήθηκε το 1988 στο Πάνω Χωριό (εγώ γεννήθηκα στο Κάτω Χωριό, που μαζί με το Πάνω Χωριό, την Επισκοπή και τα Παπαδιανά αποτελούσαν την πάλαι ποτέ κοινότητα Κάτω Χωρίου). Δίδαξε για λίγο σαν δάσκαλος στο Κεντρί (το χωριό της μάνας μου, 3 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Ιεράπετρας) και μετά έκανε καριέρα σαν στρατιωτικός. Πολέμησε στους βαλκανικούς πολέμους και στη Μικρά Ασία και τραυματίστηκε δυο φορές. Αποστρατεύτηκε με το βαθμό του συνταγματάρχη. Ασχολήθηκε κυρίως με την ποίηση. Μετέφρασε γάλλους ποιητές, παρνασσιακούς αν θυμάμαι καλά, γιατί διάβασα τη μετάφραση. Κάποια από τα βιβλία του υπήρχαν στη βιβλιοθήκη της κοινότητας του χωριού μου και τα είχα διαβάσει όταν ήμουν μαθητής. Το «Ειδύλλιο της Ιβάνκας» το βρήκα φοιτητής, στους πάγκους των παλαιοβιβλιοπωλών της οδού Μασσαλίας.
Ο Νίκος Στρατάκης διετέλεσε αντιπρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Πέθανε το 1970. Ήμουν τότε φοιτητής στην Αθήνα. Διάβασα θυμάμαι στις εφημερίδες ότι ήταν άρρωστος και νοσηλευόταν, αν δεν κάνω λάθος, στον Ευαγγελισμό. Έκανα τη σκέψη να τον επισκεφτώ, αλλά τελικά δεν τον επισκέφτηκα. Είναι ένα από τα πράγματα για τα οποία έχω μετανιώσει στη ζωή μου.
Όμως ας πάμε στο βιβλίο. Αυτό που το χαρακτηρίζει κυρίως είναι μια λυρική γραφή, και βέβαια ο αυτοβιογραφικός χαρακτήρας. Πολλές από τις ιστορίες που αφηγείται πρέπει να είναι πραγματικές. Σ’ αυτές ο Νίκος Στρατάκης περιγράφει τη φρίκη του πολέμου, όμως εστιάζει κυρίως στα ευγενικά αισθήματα των στρατιωτών. Μαθαίνουν την ιστορία της Ιβάνκας, μιας κοπελίτσας στο σπίτι της οποίας καταλύουν, σε ένα σλαβόφωνο χωριό, και για τον έρωτά της με τον Σισμάν Γιοβάνωφ, που ο πόλεμος τον βρήκε στη Βουλγαρία όπου είχε πάει να εργαστεί. Επιστρατεύεται, και πιάνεται αιχμάλωτος. Όταν ο αξιωματικός μαθαίνει το όνομά του, τον οδηγεί κατευθείαν στην Ιβάνκα. Ο αρραβώνας των δυο νέων είναι το χάπι εντ της ιστορίας. Σε ένα άλλο διήγημα μια τουρκοπούλα γίνεται η μασκότ του συντάγματος. Και σε ένα άλλο ο τραυματισμένος στρατιώτης, που βρίσκεται στο χειρουργείο του εχθρού όταν το καταλαμβάνουν οι δικοί μας (είχαν και οι εχθροί ανθρωπιστικά αισθήματα, δεν σκότωναν τους τραυματίες αιχμαλώτους) δέχεται τις περιποιήσεις στο ελληνικό νοσοκομείο από μια κοπέλα με την οποία είχε αλληλογραφία. Είναι το δεύτερο ειδύλλιο που συναντούμε. Βρίσκεται στο διήγημα «Οι άλικες παπαρούνες». Και θυμήθηκα τη «Μυστική παπαρούνα», ένα κεφάλαιο από τη «Ζωή εν τάφω» του Στρατή Μυριβήλη, που κι αυτός πολέμησε στους Βαλκανικούς πολέμους. Η παπαρούνα φαίνεται ασκούσε μια φετιχιστική επίδραση στους στρατιώτες μας τότε.
Οι ιστορίες μετακινούνται από τους βαλκανικούς πολέμους στην μικρασιατική εκστρατεία. Η τελευταία από τις έξι ιστορίες του Α΄ μέρους αναφέρεται σε μια νίκη του ελληνικού στρατού στον Σαγγάριο, πριν την πτώση του μετώπου. Ο τραυματισμένος αξιωματικός θα μπορούσε να είναι ο ίδιος ο Στρατάκης.
Τα διηγήματα του Β΄ μέρους δεν αναφέρονται σε πολέμους. Τα τρία από αυτά τοποθετούνται στο Επάνω Χωριό, ενώ το τελευταίο σε ένα ψαράδικο χωριό της Εύβοιας. Μόνο στο πρώτο έχουμε την αφήγηση μιας ιστορίας, πώς σώθηκε ένας πανωχωρίτης που είχε τραυματιστεί σε καυγά από έναν ικανό γιατρό.
Ζοφερά τα χρόνια εκείνα. Οι γιατροί σπάνιζαν, και από αυτούς ελάχιστοι ήσαν καλοί. Και η Ιεράπετρα δεν είχε νοσοκομείο, ούτε ο Άγιος Νικόλαος. Το πιο κοντινό νοσοκομείο βρισκόταν στο Ηράκλειο, και ο δρόμος δεν ήταν όπως είναι σήμερα. Δεν ήταν ασφαλτοστρωμένος, ήταν γεμάτος στροφές, και μια διαδρομή που τώρα γίνεται σε λιγότερο από μιάμιση ώρα τότε χρειάζονταν κοντά πέντε ώρες. Η απόσταση αυτή και μια κακή διάγνωση είχαν σαν αποτέλεσμα να πεθάνει η γιαγιά μου στο δρόμο προς το Ηράκλειο, το 1933, στα 56 της χρόνια, από περιτονίτιδα. Την επόμενη χρονιά, μετά από ένα εγκεφαλικό και από το μαράζι για το θάνατο της γιαγιάς μου πέθανε και ο παππούς μου. Μόλις είχε πατήσει τα 70.
Στα άλλα τρία διηγήματα έχουμε πολυμοναδικές αφηγήσεις, αφηγήσεις δηλαδή που ενώ παρουσιάζονται σαν να αναφέρονται σε μοναδικά γεγονότα, στην πραγματικότητα τα γεγονότα ήταν επαναλαμβανόμενα, με τις απαραίτητες βέβαια μικροδιαφορές. Στον «Νερόμυλο του Μπαρδαξή», διήγημα βραβευμένο με χρηματικό έπαθλο στο λογοτεχνικό διαγωνισμό του περιοδικού «Κρητική Εστία», ο Στρατάκης περιγράφει τη διαδικασία αλέσματος σταριού. Τη θυμάμαι κι εγώ αυτή τη διαδικασία, αλλά στον ελαιουργικό συνεταιρισμό της κοινότητας, με μηχανήματα που λειτουργούσαν με ηλεκτρισμό. Όμως σιγά σιγά οι χωριανοί μου έπαψαν να σπέρνουν – ο πατέρας μου ήταν ένας από αυτούς – και έτσι το εργοστάσιο του συνεταιρισμού περιορίστηκε στο να λειτουργεί μόνο σαν ελαιουργείο.
Το διήγημα ξεκινάει με την περιγραφή του χωριού: «Ένα μακρυνάρι είναι το χωριό, σκορπισμένο και βαλμένο από την μιαν άκρη ως την άλλη πάνω στο μάγουλο μιας ρεματιάς.
Ως θα βγει ο ήλιος πάνω από το Σκαλάκι, από το βουνό που στέκεται ψηλά και μακρυά, χρόνια τώρα ασάλευτος βαρδιάνος του, του δίνει το ζεστό και λαμπερό του χαιρετισμό.
Το χειμώνα είναι ζεστό και προσήλιο, το καλοκαίρι πάλι δροσερό και ησκιωμένο.
Η ρεματιά που το προσποδιάζει κατά του μάκρου είναι δασωμένη από πλατάνια μικρά και μεγάλα. Κάπου κάπου λυγαριές και βούρλα και πρικροδάφνες και μυρτιές, χλοήζουνε αυτή την έκταση του τοπίου σαν πινελιές από βαθύ πράσινο χρώμα ριγμένες με διάθεση ευφρόσυνης ώρας» (σελ. 97).
Γι’ αυτή τη ρεματιά έχω να προσθέσω κι εγώ κάτι. Σαν μαθητής στο δημοτικό είχα πάει εκεί κάμποσες φορές για να μαζέψω «πλίθο», τη σταχτιά λάσπη που υπήρχε στις όχθες της και που ήταν εύπλαστη σαν γύψος. Με αυτή κατασκευάζαμε διάφορα αντικείμενα, είτε για το μάθημα της χειροτεχνίας είτε για μας.
Στα «Χριστούγεννα με τον Παπαντρέα», ένα διήγημα παπαδιαμαντικό στη σύλληψη, περιγράφεται μια ακολουθία των Χριστουγέννων. Το διήγημα ξεκινάει: «Θυμάμαι πριν από πενήντα εξήντα χρόνια, πώς γιόρταζαν τα Χριστούγεννα οι χριστιανοί στο χωριό» (σελ. 108). Ο γενέθλιος τόπος αποτελεί και γι’ αυτόν μια εμμονή.
Το τελευταίο διήγημα αναφέρεται στην καθημερινότητα μιας οικογένειας σε ένα ψαράδικο χωριό της Εύβοιας. Να είχε άραγε ο Στρατάκης εκεί το εξοχικό του, όπως ο χωριανός μου ο Γιάννης ο Παραουλάκης, αλλά και πάρα πολλοί αθηναίοι;
Με συγκίνηση βρήκα σ’ αυτό το βιβλίο λέξεις που έχω χρόνια να τις ακούσω. Σταχυολογώ: αποταυρίστηκε (η ετυμολογία της λέξης θα είχε ενδιαφέρον. Ίσως να έχει σχέση με τα ταυροκαθάψια. Είναι το άπλωμα των χεριών πάνω και πίσω από τους ώμους για ξεμούδιασμα), φλαχτάρι (φυλαχτό), καβρός (κάβουρας), τράφος (τοιχίο από πέτρες για να συγκρατεί το χώμα στους αναβαθμούς, ή απλά για σύνορο των περιβολιών και των χωραφιών), καταπότης (μικρό χαντάκι από όπου περνά το νερό της βρύσης για την άρδευση των περιβολιών).
Εδώ όμως θα κάνω μια κριτική παρατήρηση, καθώς μου ήλθε στο νου μια ανάμνηση από τα μαθητικά μου χρόνια.
Ήμασταν η γενιά που μεγάλωσε με την καθαρεύουσα, και ήταν φυσικό να μην μπορούμε να τη χρησιμοποιούμε καλά. Θαυμάζαμε το συμμαθητή μας το Γιώργη το Λιόκαλο που τη χειριζόταν αριστοτεχνικά. Και θυμάμαι τα γέλια που έβαλε κάποτε όλη η τάξη όταν ο φιλόλογός μας διάβασε μια φράση από την έκθεση ενός συμμαθητή μας. «Εις παπάς». Ο συμμαθητής αυτός ήξερε ότι το «ένας» στην καθαρεύουσα λεγόταν «εις», αλλά δεν ήξερε – ή δεν του ήλθε στο νου εκείνη τη στιγμή – ότι ο «παππάς» στην καθαρεύουσα λέγεται «ιερεύς». Γράφει λοιπόν και ο Στρατάκης: «Ένας καβρός με τις χαρχάλες του απλωμένες τραβιέται μέσα στην τρύπα του, ένας βάτραχος πηδάει άλμα εις ύψος και χάνεται μέσα στο νερό» (σελ. 98). Μια και έβαλε τη λέξη «καβρός» αντί για κάβουρας έπρεπε να βάλει και τη λέξη «αφορδακός» αντί για βάτραχος, για να υπάρχει ομοιομορφία.
Θυμάμαι με τύψεις που βάζαμε στο στόμα ενός «αφορδακού» ένα αποτσίγαρο. Φούσκωνε, φούσκωνε, μέχρι που έσκαγε ο φουκαράς. Σαν παιδιά είχαμε πραγματικά βάρβαρα ένστικτα. Θυμάμαι και τον θεολόγο μας, που μας έκανε φιλολογικά στην πρώτη γυμνασίου, να μου λέει: Πάλι αδιάβαστος ήλθες Δερμιτζάκη; Είντα κανες, εμάζωνες καβρούς στην Πατσουνάκα;
Η Πατσουνάκα είναι μια μικρή περιοχή ακριβώς δίπλα στο χωριό, κάτω από τη στέρνα και το πλυσταριό, όπου παλιά έπλυναν οι γυναίκες του χωριού τα ρούχα. Σε ένα χαντάκι εκεί κοντά υπήρχε πολύ υγρασία, και ήταν γεμάτο βούρλα και τρύπες όπου είχαν τη φωλιά τους καβροί. Κόβαμε ένα βούρλο, το βάζαμε στην τρύπα, και το άρπαζε ο καβρός με τις δαγκάνες του. Τραβάγαμε το βούρλο, και να ’σου τον να κρέμεται στην άκρη. Έτσι τους «ξετρυπώναμε».
Αναμνήσεις ο Στρατάκης, αναμνήσεις κι εγώ. Δεν θα ήταν άσχημο η Μορφωτική Στέγη του δήμου Ιεράπετρας να επανεκδώσει κάποια από τα βιβλία του. Το «Ειδύλλιο της Ιβάνκας» θα ήταν μια καλή αρχή.

Friday, August 5, 2011

Ουμπέρτο Έκο, Τι πιστεύει αυτός που δεν πιστεύει

Ουμπέρτο Έκο, Τι πιστεύει αυτός που δεν πιστεύει; Συνομιλία με τον Κάρλο Μαρία Μαρτίνι (μετ. Τότα Τσάκου-Κονβερτίνο), Ελληνικά Γράμματα 1998, σελ. 162

Στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, ο φύλακας που αναφέρει την είδηση στον Κρέοντα ότι κάποιος έθαψε τον Πολυνείκη, αφού άκουσε τα εξ αμάξης από τον Κρέοντα, ευχαριστημένος που δεν τον σκότωσε (είναι γνωστό ότι στην αρχαιότητα σκότωναν τους αγγελιοφόρους κακών ειδήσεων), φεύγει λέγοντάς του «Άμα με ξαναδείς γράψε με». Και όταν επί τέλους βρίσκουν την Αντιγόνη και την φέρνει στον Κρέοντα λέει «Ποτέ μη λες ποτέ».
(Δεν του τα λέει έτσι ακριβώς. Για την ακρίβεια, την πρώτη φορά του λέει: ἐὰν δέ τοι ληφθῇ τε καὶ μή, τοῦτο γὰρ τύχη κρινεῖ, οὐκ ἔσθ' ὅπως ὄψει σὺ δεῦρ' ἐλθόντα με.
Και τη δεύτερη: Ἄναξ, βροτοῖσιν οὐδέν ἐστ' ἀπώμοτον· ψεύδει γὰρ ἡ 'πίνοια τὴν γνώμην· ἐπεὶ σχολῇ ποθ' ἥξειν δεῦρ' ἂν ἐξηύχουν ἐγὼ ταῖς σαῖς ἀπειλαῖς αἷς ἐχειμάσθην τότε).
Έτσι κι εγώ. Σε ένα σχόλιο πάνω στην παρουσίαση του «Κοιμητηρίου της Πράγας» από τον Νίκο Σαραντάκο, του έλεγα ότι είχα γράψει επίσης για αυτό το βιβλίο του Έκο, αλλά πριν κάνω την ανάρτηση θα διάβαζα και κάποια άλλα δοκίμιά του –είχα ήδη διαβάσει για τον Καλλιόστρο, ένα πρόσωπο που απαντάται και στο «Κοιμητήριο». Ήταν τα βιβλία: «Μεταξύ ψεύδους και ειρωνείας» και «Τι πιστεύει αυτός που δεν πιστεύει». Εκδόθηκαν στη δεκαετία του ’90, και τα αγόρασα τρία ευρώ το ένα, σε προσφορά, από το βιβλιοπωλείο των «Ελληνικών Γραμμάτων» (Να το εξομολογηθώ: λατρεύω τις προσφορές, από τα καλάθια των εμπορικών με ρούχα και παπούτσια μέχρι το e-shop, που τώρα τις έχει σε καθημερινή βάση και τις ανακοινώνει στο facebook). Διάβασα το «Μεταξύ ψεύδους και ειρωνείας» (είναι η προηγούμενη ανάρτηση) και συνέχισα με το «Τι πιστεύει αυτός που δεν πιστεύει». Όταν το αγόρασα δεν πρόσεξα τον τίτλο, πρόσεξα μόνο το όνομα του συγγραφέα, Ουμπέρτο Έκο, και την τιμή της προσφοράς. Τώρα που άνοιξα να το διαβάσω είδα ότι επρόκειτο για μια ανταλλαγή επιστολών με ένα καρδινάλιο, που θα δημοσιεύονταν σε τριμηνιαία βάση σε κάποιο περιοδικό. Ξεκίνησα να το διαβάζω, και δεν είδα να με τραβάει καθόλου. Μέχρι την εβδομήντα σελίδα που διάβασα, συζητούσαν για την καταστροφολογία, για την οικολογία (με τρία βιβλία σχετικά με την οικολογία που έχω γράψει σεμνύνομαι ότι ξέρω περισσότερα από αυτούς), και για θέματα όπως οι εκτρώσεις και το διαζύγιο που απαγορεύονται από την καθολική εκκλησία και η αγαμία των ιερέων που είναι υποχρεωτική. Από τη στιγμή που η δική μας ορθόδοξη εκκλησία έχει λύσει τα θέματα αυτά με τον καλύτερο τρόπο, που με βρίσκει σύμφωνο, δεν έβρισκα το λόγο να παρακολουθήσω αυτή τη συζήτηση. Και μια και δεν είμαι ιδιαίτερα θρήσκος, αυτές οι παραπομπές στη Βίβλο και σε συγγραφείς όπως ο άγιος Αυγουστίνος και ο Θωμάς ο Ακινάτης που ο Ουμπέρτο Έκο τους γνωρίζει πολύ καλά μια και σπούδασε μεσαιωνική φιλοσοφία και λογοτεχνία, με ξένιζαν. Κάποια στιγμή παράτησα την ανάγνωση για να κάνω δεν θυμάμαι τι, ξαναγύρισα, συνέχισα, και είδα να ενοχλούμαι. Τι με ενδιαφέρει εμένα τι λέει ο καρδινάλιος. Με έκπληξη όμως διαπίστωσα ότι το κείμενο που διάβαζα δεν ήταν του καρδινάλιου αλλά του Έκο. Έτσι αποφάσισα να κάνω αυτό που συστήνει ο Μπόρχες σε κάποιο από τα δοκίμιά του που τα διάβασα πρόσφατα: αν ένα βιβλίο δεν σας αρέσει, να το παρατάτε. Και το παράτησα.
Δεν το συνηθίζω. Έχω την τάση να διαβάζω ένα βιβλίο μέχρι τέλους, ακόμη και αν δεν μου πολυαρέσει, όπως και να βλέπω μια ταινία μέχρι το τέλος, ακόμη και αν δεν με τραβάει και τόσο. Ελάχιστες είναι οι ταινίες που δεν τις είδα μέχρι τέλους, όπως και τα βιβλία που τα παράτησα στη μέση (μπορεί και στην αρχή, πάντως όχι πριν το τέλος – μια και φάγαμε το βόδι, έλεγα, να μη μείνουμε στην ουρά).
Είναι το δεύτερο βιβλίο για το οποίο γράφω έχοντας διαβάσει το μισό. Το άλλο είναι ο «Οδυσσέας» του Τζόυς. Ήταν από τις πρώτες μου βιβλιοκριτικές, το 1990. Υπάρχει όμως μια διαφορά: Το βιβλίο του Τζόυς σκόπευα να το τελειώσω κάποτε στο μέλλον, όταν οι ορίζοντές μου στη λογοτεχνία θα είχαν διευρυνθεί, και επειδή έβλεπα ότι ήταν ένα βιβλίο που δεν θα άντεχα να διαβάσω δεύτερη φορά. Αυτό το βιβλίο όμως του Έκο δεν έχω σκοπό να το τελειώσω. Αν και, πού ξέρεις, η επίνοια…

Thursday, August 4, 2011

Umberto Eco, Μεταξύ ψεύδους και ειρωνείας

Umberto Eco, Μεταξύ ψεύδους και ειρωνείας (μετ. Έφη Καλλιφατίδη) Ελληνικά Γράμματα 2000, σελ. 141

Για να ξεμπερδεύουμε με τον Έκο (για φέτος το καλοκαίρι, εννοείται), αφού διαβάσαμε το «Κοιμητήριο της Πράγας» (η προηγούμενη ανάρτησή μας), είπαμε να διαβάσουμε και δυο άλλα του βιβλία, δοκιμιακά αυτά. Και ξεκινάμε με το πρώτο.
Το «Μεταξύ ψεύδους και ειρωνείας» περιλαμβάνει τέσσερα κείμενα, τρεις ανακοινώσεις και μια εισαγωγή σε βιβλίο. Ο Έκο βρήκε ως κοινό συνδετικό στοιχείο τους το ψεύδος (η ειρωνεία στηρίζεται στο ψεύδος, ή στην ψευδή αντίληψη) για να τα εκδώσει μαζί σε ένα τόμο.
Το πρώτο κείμενο αναφέρεται στον Καλλιόστρο. Δεν έχω ξεφύγει ακόμη από την ατμόσφαιρα του «Κοιμητηρίου» και ξαναμπαίνω σ’ αυτήν. Διαβάζω σημεία και τέρατα για τον Καλλιόστρο εδώ. Τελικά τι σόι άνθρωποι ήταν αυτοί του 17ου αιώνα, να πιστεύουν τέτοιες απιθανότητες; Ο άνθρωπος λέει ήταν αθάνατος, είχε γνωρίσει τον Πόντιο Πιλάτο, είχε παρευρεθεί στον γάμο στην Κανά…
Το δεύτερο κείμενο αναφέρεται στους «Μελλόνυμφους» του Αλεσσάντρο Μαντσόνι, ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Ο Έκο το «διαβάζει» με τα εργαλεία της σημειωτικής. Μαθαίνουμε για τη ρηματική γλώσσα και τη λαϊκή σημείωση, και το πόσο η ρηματική γλώσσα μπορεί να παραπλανήσει, ακόμη και για τα (μη γλωσσικά) σημεία της λαϊκής σημείωσης. Τα «σημεία» της πανώλης πάνω στα σώματα των νεκρών είναι εμφανή, όμως η ρηματική σημείωση (των αρχών που θέλουν να κρατήσουν μυστική την επιδημία όσο είναι δυνατό) τα διαστρέφει συστηματικά. Για να καταλήξει ειρωνικά ο Έκο ότι και το βιβλίο ως λόγος, μεταφράζοντας δηλαδή το μη ρηματικό σε ρηματικό, μπορεί να παραπλανήσει.
Το κείμενο για τον Ακίλε Καμπανίλε, έναν κορυφαίο ιταλό χιουμορίστα συγγραφέα, είναι απολαυστικότατο, και όχι μόνο γιατί ο Έκο παραθέτει σπαρταριστά αποσπάσματα από έργα του. Ο Έκο, το έχω ξαναγράψει, μου αρέσει, γιατί και αυτός μέσα στα δοκίμιά του συχνά εμφανίζεται ως εξαιρετικός χιουμορίστας.
Το τελευταίο κείμενο αναφέρεται στον Ούγκο Πρατ, έναν ιταλό σκιτσογράφο και συγγραφέα. Μικρό κείμενο, που με ζάλισε με συνεχείς αναφορές σε γεωγραφικούς τόπους.
Και κάτι που παρατηρήσαμε: ενώ στη βιογραφία των άλλων τριών αναφέρεται η χρονολογία γέννησης και η χρονολογία θανάτου, στη βιογραφία του Πρατ απουσιάζουν. Είναι φυσιολογικό να μην υπάρχει η ημερομηνία θανάτου αφού ο συγγραφέας ζούσε ακόμη, όμως γιατί να μην υπάρχει η ημερομηνία γέννησης;
Μα τι λέτε τώρα, να αποκαλύψει την ηλικία του; Πιθανότατα ήταν απαίτηση του Πρατ. Μόνο οι νεκροί δεν έχουν τέτοιους ενδοιασμούς, και στις ταφόπλακες πάνω γράφεται φαρδιά-πλατιά η χρονολογία, αν όχι η ημερομηνία, γέννησης και η ημερομηνία θανάτου του εκλιπόντος. Έτσι αυτούς που πεθαίνουν σε προχωρημένη ηλικία τους μακαρίζουμε για την τύχη τους να εξαντλήσουν τα περιθώρια ζωής τους και αυτούς που πεθαίνουν νέοι τους λυπόμαστε που πέθαναν νέοι και δεν χάρηκαν τις χαρές της ζωής (το ότι γλίτωσαν από τις λύπες της δεν μας περνάει από το νου).
Το έχουμε παρατηρήσει στους συγγραφείς: Όταν είναι νέοι, στα βιογραφικά τους που συνοδεύουν τα βιβλία τους υπάρχει η ημερομηνία γέννησης, όμως μετά από μια ηλικία αρκετοί από αυτούς σταματούν να τη γράφουν.
Γιατί άραγε, για να ξορκίσουν το θάνατο; Μάλλον για να ξορκίσουν τα γηρατειά. Πάντως στα βιογραφικά του Ουμπέρτο Έκο υπάρχει η ηλικία του. Γεννήθηκε το 1932. Πολύχρονος να είναι, να μας μορφώνει και να μας τέρπει με τα δοκίμιά του και να μας τέρπει και να μας μορφώνει με τα μυθιστορήματά του.

Wednesday, August 3, 2011

Ουμπέρτο Έκο, Το κοιμητήριο της Πράγας

Ουμπέρτο Έκο, Το κοιμητήριο της Πράγας (μετ. Έφη Καλλιφατίδη), Ψυχογιός 2011, σελ. 567

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα που αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα, με άφθονο σασπένς

Τον Ουμπέρτο Έκο τον έχω γνωρίσει ως θεωρητικό της σημειολογίας και ως δοκιμιογράφο. Ως μυθιστοριογράφο τον γνώρισα για πρώτη φορά. Είχα κάποτε την ευγενή φιλοδοξία να διαβάσω το «Όνομα του ρόδου», που εν τω μεταξύ το είχα δει και στο σινεμά, στο πρωτότυπο. Διάβασα κάπου εβδομήντα σελίδες, και μετά, κάτι έγινε, το παράτησα, και δεν το ξανάπιασα πια. Ούτε τα επόμενα βιβλία του διάβασα, γιατί σκεφτόμουνα την εκκρεμότητα με το «Όνομα του ρόδου». Τώρα άφησα κατά μέρος αυτή την εκκρεμότητα (στο μεταξύ δεν ξέρω πού βρίσκεται καταχωνιασμένο) και διάβασα το τελευταίο του μυθιστόρημα, το «Κοιμητήριο της Πράγας».
Πρόσφατα παρουσιάσαμε στο Λέξημα την «Ομορφιά της λίστας», μια μελέτη του Έκο πάνω σε ένα φαινόμενο το οποίο στη λογοτεχνία ονομάζεται «εφέ της απαρίθμησης», που απαντάται όμως και σε άλλες μορφές τέχνης, όπως η ζωγραφική και η μουσική. Εκτός από λογοτεχνικά αποσπάσματα υπάρχουν και άφθονοι πίνακες ζωγραφικής. Στο μυθιστόρημα αυτό το συνάντησα αρκετές φορές, πράγμα που φυσικά δεν με εξέπληξε. Επίσης και με μια ειδική μορφή: απαρίθμηση των συστατικών για το μαγείρεμα κάποιων φαγητών, καθώς και απαρίθμηση φαγητών σε διάφορα δείπνα. Νομιμοποιούμαι νομίζω να βγάλω το συμπέρασμα ότι ο Ουμπέρτο Έκο είναι ένας καλοφαγάς.
Αλλά ας πάμε στο μυθιστόρημα. Αυτό που παρατηρούμε σαν μυθιστορηματική τάση, ιδιαίτερα σε συγκεκριμένους συγγραφείς, είναι η διολίσθηση της μυθοπλασίας στην αφήγηση πραγματικών γεγονότων. Στο «Κοιμητήριο της Πράγας» το ιστορικό πλαίσιο δεν λειτουργεί σαν φόντο αλλά είναι το ίδιο το προσκήνιο, στο οποίο τα πρόσωπα που παρελαύνουν είναι σχεδόν όλα πραγματικά, και κάποια αρκετά γνωστά. Και για να μην έχουμε καμιά αμφιβολία γι’ αυτό, μιας και δεν μπορούμε να τα αναγνωρίσουμε όλα, μας το λέει ο ίδιος ο Έκο σε ένα επιλογικό δισέλιδο που το τιτλοφορεί «Άχρηστες λόγιες διευκρινίσεις». Η μία σελίδα αναφέρεται στην ιστορικότητα των προσώπων και η άλλη στη διάκριση μεταξύ ιστορίας και πλοκής, δηλαδή της ευθύγραμμης ακολουθίας των γεγονότων και της μη ευθύγραμμης εξιστόρησής τους.
Η ιστορία τοποθετείται στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα. Ο ήρωας είναι ένας πλαστογράφος, που επινοεί ιστορίες που τίθενται στην υπηρεσία των αντισημιτών. Στο «Κοιμητήριο της Πράγας» έγινε μια δήθεν συνάντηση ραβίνων που εξέθεσαν τα σχέδιά τους για την κυριαρχία του περιούσιου λαού πάνω στη γη. Το παραμύθι πουλούσε, μια και υπήρχε έντονος αντισημιτισμός τότε στην Ευρώπη. Θύμα του υπήρξε και ο Ντρέυφους. Μαθητής, είχα διαβάσει το περίφημο «Κατηγορώ» του Ζολά. Νόμιζα ότι υπήρξε θύμα συκοφαντίας, αλλά εδώ μαθαίνω ότι υπήρξε θύμα συνομωσίας, με πλαστογραφημένα έγγραφα.
Δίπλα στον αντισημιτισμό παρελαύνουν ο μασονισμός και ο σατανισμός. Είναι αρκετά ενδιαφέροντα τα στοιχεία που παραθέτει ο Έκο.
Το μυθιστόρημα δεν είναι roman à these, όμως μπορούμε να εξαγάγουμε ως θέση ότι ο άνθρωπος μπορεί να εξαπατηθεί από κάθε λογής απατεώνες, ή μάλλον καλύτερα από οργανωμένα κέντρα τα οποία διασπείρουν ψευδείς ειδήσεις για να χειραγωγούν τις μάζες (δηλαδή εμάς). Αυτό πια το έχουμε εμπεδώσει όλοι, καθημερινά κυκλοφορούν ειδήσεις στο διαδίκτυο που διαψεύδονται την επόμενη στιγμή, πράγμα που σου δημιουργεί μια σύγχυση. Δεν θυμάμαι ποιος το είπε, αλλά σήμερα φαίνεται να ισχύει περισσότερο από κάθε άλλη φορά: de omnibus dubitandum est, για όλα πρέπει να αμφιβάλλουμε.
Για όλα; Θυμάμαι τις πρώτες σειρές από την «Αθλιότητα της φιλοσοφίας» του Μαρξ, μια πολεμική ενάντια στην «Φιλοσοφία της αθλιότητας» του Προυντόν (ο οποίος, διαβάζουμε στο «Κοιμητήριο της Πράγας», είχε γράψει μια προσευχή στον Εωσφόρο-αν μας λέει αλήθεια ο Έκο!!!). Ο Προυντόν υποστηρίζει κάτι λέγοντας ότι αυτό είναι τόσο αναμφισβήτητο όσο δυο και δυο κάνουν τέσσερα. Ο Μαρξ επαναλαμβάνει τα λόγια του Προυντόν λέγοντας ότι αμφισβητεί όλα τα παραπάνω εκτός από το ότι δυο και δυο κάνουν τέσσερα. Και έρχεται μετά από χρόνια ένας συνάδελφός μου στο Βαρβάκειο για να μου πει ότι ένας Ιάπωνας επινόησε μια θεωρία όπου δυο και δυο δεν κάνουν πάντα τέσσερα, αλλά μπορεί να κάνουν κάτι λιγότερο από τέσσερα ή κάτι παραπάνω από τέσσερα, και αυτή η θεωρία έχει βρει εφαρμογές στη βιομηχανία, όπως στην κατασκευή πλυντηρίων και ψυγείων. Δεν είμαι μαθηματικός και δεν κατάλαβα την επιχειρηματολογία, απλά έμεινα στο ότι δυο και δυο δεν κάνουν πάντα τέσσερα, όπως για παράδειγμα είχα μάθει χρόνια πριν (από ένα βιβλίο του Ευτύχη Μπιτσάκη) ότι σύμφωνα με τη γεωμετρία του Ρήμαν από ένα σημείο εκτός ευθείας μπορείς να φέρεις άπειρες παραλλήλους.
Ένα βιβλίο για να είναι τραβηχτικό πρέπει να περιέχει έρωτα και σεξ. Όμως στο βιβλίο του Έκο ο έρωτας είναι ανύπαρκτος και το σεξ ελάχιστο (στη σατανιστική τελετή). Τι μένει; Ο αντισημιτισμός, ο σατανισμός και ο μασονισμός. Όμως πόσο μπορεί να ενδιαφέρουν αυτά τα θέματα το ευρύ αναγνωστικό κοινό;
Λίγο ασφαλώς. Όμως λογοτεχνία δεν είναι μόνο το περιεχόμενο, είναι και η μορφή. Και ο Έκο είναι αρκετά επινοητικός στις αφηγηματικές του τεχνικές ώστε να κρατάει αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη ακόμη και αν το θέμα δεν τον ενδιαφέρει και τόσο. Ο κεντρικός ήρωας είναι μια διχασμένη προσωπικότητα. Όταν δολοφόνησε έναν αβά διχάστηκε η προσωπικότητά του. Σαν δόκτωρ Τζέκυλ και κύριος Χάιντ, εμφανίζεται με δυο πρόσωπα. Το πλαστό πρόσωπο είναι το πρόσωπο του αβά που δολοφόνησε. Την ιστορία την παρακολουθούμε από ένα ημερολόγιο στο οποίο γράφουν εναλλάξ ο Σιμονίνι και ο αβάς Ντάλα Πίκολα. Ό,τι δεν θυμάται, γιατί το έχει απωθήσει, ο Σιμονίνι, το καταγράφει ο Ντάλα Πίκολα. Και πλάι σε αυτούς τους δυο πρωτοπρόσωπους αφηγητές υπάρχει και ο αφηγητής-μάρτυρας (καλύτερα ένας αφηγητής που βρίσκεται ανάμεσα στον αφηγητή-μάρτυρα και στον τριτοπρόσωπο παντογνώστη αφηγητή), ο οποίος συνδέει τις δικές τους αφηγήσεις. Έχουμε λοιπόν τρεις αφηγηματικές φωνές και ζιγκ ζαγκ στην αφήγηση, με άφθονα φλας μπακ, που δημιουργούν μια ατμόσφαιρα μυστηρίου, γεμάτη σασπένς. Και βέβαια ενδιαφέρον από μόνο του είναι το ότι ο Έκο αφηγείται πραγματικά γεγονότα.
Και θα ήθελα να κλείσω με ένα πρόβλημα που, ως λάτρη του πραγματικού στην αφήγηση, με έχει απασχολήσει: Πόσα από τα περιστατικά που αναφέρονται σε ένα μυθιστόρημα είναι πραγματικά και πόσα φανταστικά; Πριν λίγους μήνες είχα δει ένα ντοκιμαντέρ για τους Ναΐτες ιππότες, και είδα ότι αυτά που λέει ο Έκο γι’ αυτούς είναι αληθινά. Πρόσφατα επίσης διάβασα ότι ο Μάκβεθ, το ιστορικό πρόσωπο, δεν ήταν καθόλου έτσι όπως τον παρουσιάζει ο Σαίξπηρ: υπήρξε ένας αγαθός βασιλιάς, και τον Ντάνκαν δεν τον δολοφόνησε, αλλά τον σκότωσε σε μια μάχη. Όμως όλος ο κόσμος ταυτίζει τον σαιξπηρικό ήρωα με το πραγματικό πρόσωπο. Ο Έκο, στο επιλογικό του σημείωμα, μας ξεκαθαρίζει τη σχέση πραγματικού-φανταστικού σ’ αυτό του το μυθιστόρημα. Ο μόνος φανταστικός ήρωας, μας λέει, είναι ο Σιμονίνι. Στο τέλος όμως μας δηλώνει ότι στην πραγματικότητα είναι «αποτέλεσμα ενός κολλάζ» άλλων προσώπων. «Όλες οι υπόλοιποι ήρωες (εκτός από μερικές δευτερεύουσες μορφές…) υπήρξαν πραγματικά και έκαναν και είπαν τα πράγματα που κάνουν και λένε σ’ αυτό το μυθιστόρημα» (σελ. 567). Το οποίο το συνιστώ ανεπιφύλακτα.

Μπάμπης Δερμιτζάκης