Book review, movie criticism

Thursday, May 31, 2012

Isabel Allende, Η ονειρεμένη πατρίδα μου


Isabel Allende, Η ονειρεμένη πατρίδα μου (μετ. Κλαίτη Σωτηριάδου), Ωκεανίδα 2004, σελ. 259.

  Όπως η βιογραφία της Αλιέντε της Σέλια Κορρέας Σαπάτα που παρουσιάσαμε στην προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν «δύο σε ένα», βιογραφία και συνέντευξη ταυτόχρονα, έτσι και η «Ονειρεμένη πατρίδα μου» της Αλιέντε είναι δύο σε ένα: περιγραφή της πατρίδας της της Χιλής και συγχρόνως αυτοβιογραφία.
  Ιδιαίτερα οξυδερκής στις παρατηρήσεις της και ανεπιφύλακτα αποκαλυπτική σε αυτοβιογραφικές λεπτομέρειες, η Αλιέντε και μ’ αυτό της το βιβλίο συναρπάζει τον αναγνώστη. Εκτός από την αφηγηματική της άνεση παρουσιάζει και εδώ το υφολογικό εκείνο στοιχείο το οποίο την καταξίωσε στα πρώτα χρόνια της καριέρας της ως δημοσιογράφο, το χιούμορ. Παραθέτοντας χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το βιβλίο της, θα συμπεριλάβω και χιουμοριστικές ατάκες που μου άρεσαν.
  «Στη Χιλή… μόνο οι επικίνδυνοι τρελοί έβλεπαν ψυχίατρο και μόνο φορώντας ζουρλομανδύα· όμως αυτό άλλαξε τη δεκαετία του ’70… Στην οικογένειά μου κανένας δεν αναζήτησε ποτέ θεραπεία, παρ’ όλο που αρκετοί από εμάς ήμασταν κλασικές περιπτώσεις για μελέτη, γιατί η ιδέα να εξομολογηθούμε προσωπικές υποθέσεις σ’ έναν άγνωστο, που επιπλέον θα πληρώναμε για να μας ακούσει, ήταν παράλογη· γι’ αυτό υπήρχαν οι ιερείς και οι θείες» (σελ. 13-14).
  Έχω διαβάσει για αυτή την κριτική της ψυχανάλυσης, που υποστηρίζει ότι ένας καλός φίλος ή ένας παπάς μπορεί να προσφέρει την ίδια βοήθεια που προσφέρει και ο ψυχαναλυτής. Η πράξη της εξομολόγησης είναι που έχει θεραπευτικές ιδιότητες, και δεν έχει σημασία σε ποιον θα την κάνει κανείς. Είναι χιλιοειπωμένη η φράση «Το είπα κι ξαλάφρωσα». Βέβαια αργότερα η Αλιέντε άλλαξε γνώμη, όταν εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αμερική με τον δεύτερο σύζυγό της. «Τόσο έχω ενσωματωθεί στην κουλτούρα της Καλιφόρνιας, ώστε διαλογίζομαι και κάνω ψυχοθεραπεία, αν και πάντα κλέβω: στη διάρκεια του διαλογισμού επινοώ ιστορίες για να μη βαριέμαι και στην ψυχοθεραπεία επινοώ άλλες για να μη βαριέται ο ψυχολόγος» (σελ. 248).
  «Οι περισσότεροι πρώην επαναστάτες της μαχητικής Αριστεράς είναι τώρα αφοσιωμένοι στις πνευματιστικές ασκήσεις» (σελ. 100-101). Δεν θα το πίστευα αν δεν ήξερα ότι και σε μας, αρκετοί πρώην άθεοι αριστεροί έχουν γίνει θρησκευόμενοι. Αφού κι εγώ περιμένω πότε να έλθει και μένα η σειρά μου.
  «Έτσι κι αλλιώς η ζωή είναι ένα όνειρο» (σελ. 100). Πρόκειται για χαρακτηριστική κινέζικη αντίληψη. Αυτό ισχύει για πολλούς, που κάνουν ονειρεμένη ζωή. Για κάποιους άλλους όμως η ζωή είναι σκέτος εφιάλτης.
  Και ένα δείγμα χιούμορ, χρώματος black:
  «Το αποτέλεσμα είναι πως ο νόμος για το διαζύγιο κοιμάται τη μια χρονιά μετά την άλλη στο αρχείο των υποθέσεων που εκκρεμούν, κι όταν τελικά θα εγκριθεί, θα έχει τόσο απαγορευτικούς όρους, ώστε θα είναι πιο βολικό να δολοφονεί κανείς τον σύζυγό του παρά να τον χωρίζει» (σελ. 111).
  «…το εθνικό μας άθλημα είναι να μιλάμε πίσω από την πλάτη του ανθρώπου που μόλις αναχώρησε… Κι αυτό γίνεται τόσο πολύ, ώστε κανένας δεν θέλει να φύγει πρώτος, κι έτσι οι αποχαιρετισμοί είναι ατέλειωτοι στην πόρτα» (σελ. 126).
  Όχι πως αυτό δεν γίνεται και σε μας, αλλά δεν νομίζω να χολοσκάει κανείς ιδιαίτερα για το αν τον κουτσομπολεύουν πίσω από την πλάτη του. Αφού κι αυτός επίσης κουτσομπολεύει τους άλλους.
  «Το πρώτο που προσφέρουμε στον επισκέπτη είναι ένα τσαγάκι, ένα χαμομηλάκι ή ένα κρασάκι. Στη Χιλή μιλάμε με υποκοριστικά» (σελ. 142). Το ίδιο και στην Ελλάδα, μόνο που εμείς προσφέρουμε ένα καφεδάκι.
  Σε ένα κείμενο σχετικά με την ΕΔΕ που μου έκαναν για τα σόκιν ανέκδοτα, έγραψα για κάτι που είχα διαβάσει, ότι ένας δικτάτορας απολάμβανε να ακούει τα ανέκδοτα που έβγαζαν σε βάρος του. Εδώ διαβάζω κάτι ακόμη πιο προωθημένο.
  «Η δημοτικότητα ενός προσώπου μετριέται με τα ανέκδοτα που κυκλοφορούν· (παρένθεση: βλέπε Ψαραντώνης)· λένε πως ο πρόεδρος Σαλβαδόρ Αλιέντε έβγαζε ο ίδιος ανέκδοτα για τον εαυτό του-μερικά αρκετά τολμηρά-και τα διέδιδε».
  Πολλοί θα έχετε διαβάσει τον «Αλχημιστή» του Κοέλιο. Με έκπληξη άκουσα κάποιον γνωστό να μου αφηγείται το μύθο σε ελληνική παραλλαγή. Πιθανόν να είναι ζήτημα διάχυσης, όπως αποφαίνεται μια σχολή κοινωνικής ανθρωπολογίας. Όμως το παρακάτω σίγουρα δεν είναι ζήτημα διάχυσης, είναι ζήτημα παράλληλης εμφάνισης.
  Την ιστορία μού την αφηγήθηκε ξάδελφος, με τη μητέρα του πρωταγωνίστρια. Ήταν την παλιά εκείνη εποχή που οι γυναίκες στο χωριό μου κάνανε αποσπερίδα. Μαζεύονταν οι γειτόνισσες σε μιαν αυλή, ή στην είσοδο ενός σπιτιού στο σοκάκι, και έλεγαν τις δικές τους ιστορίες, τα δικά τους κουτσομπολιά. Κάποιες κάθονταν σε καρέκλες, κάποιες στο πεζούλι όταν οι καρέκλες δεν έφταναν ή βαριόντουσαν να πάνε να φέρουν. Μικρός είχα συνοδεύσει τη μάνα μου σε πολλές τέτοιες αποσπερίδες, και μου άρεσαν. Μου άρεσαν γιατί άκουγα πράγματα που κανονικά δεν θα έπρεπε να ακούω, λόγω της ηλικίας μου. Όμως εμένα με αγνοούσαν, σαν να μην υπήρχα. Και έτσι άφηναν τη γλώσσα τους να πηγαίνει ροδάνι.
  Σε μια λοιπόν από αυτές τις αποσπερίδες μια γυναίκα έκλασε. Επειδή ντράπηκε, μεταξέσυρε την καρέκλα της, ώστε να φανεί ότι ο κρότος που ακούστηκε ήταν τάχα από το σύρσιμο της καρέκλας. Και η μητέρα του ξαδέλφου μου της λέγει: τον κρότο τον πέτυχες, αλλά το βρώμο;
  Και διαβάζω στην Αλιέντε μια παρόμοια γερμανική ιστορία.
  «Μια πολύ κομψή δεσποινίς αφήνει άθελά της μια κλανιά, και για να καλύψει τον ήχο, κάνει θόρυβο με τα παπούτσια της. Τότε ο δον Όττο της λέει (με γερμανική προφορά): Θα σκίσεις το ένα παπούτσι, θα σκίσεις και το άλλο, αλλά δεν θα κάνεις τον θόρυβο που έκανες με τον κώλο» (σελ. 144). Γράφοντάς το αυτό κλαίω από τα γέλια, συνεχίζει η Αλιέντε. Πιστεύω πως αν μάθαινε τη δική μου θα γέλαγε ακόμη περισσότερο.
  Το παρακάτω το έχω ξαναδιαβάσει, σαν ρήση της Αλιέντε: «…το σημείο G βρίσκεται στα γυναικεία αυτιά» (σελ. 164). Αυτό οι Έλληνες το ξέρανε από παλιά, που παραμυθιάζανε τις γκόμενες λέγοντάς τους ότι θα τις παντρευτούνε. Σήμερα θα έλεγα πως το σημείο G δεν βρίσκεται καν πάνω στο σώμα της γυναίκας, αλλά στο πορτοφόλι του άντρα.
  Αυτή την σκηνή την έχω δει σε ελληνική ταινία του ’60.
  «Μια από τις πιο θεραπευτικές εμπειρίες για οποιαδήποτε στενοχωρημένη γυναίκα είναι να περάσει μπροστά από ένα γιαπί και να παρακολουθήσει τον τρόπο που η δουλειά σταματάει, και από τις σκαλωσιές κρεμιούνται διάφοροι εργάτες για να της πετάξουν ωραία πειράγματα. Αυτή η δραστηριότητα έχει φτάσει σε επίπεδο τέχνης και γίνεται ένας ετήσιος διαγωνισμός, που βραβεύει τα καλύτερα πειράγματα σύμφωνα με την κατηγορία τους: κλασικά, δημιουργικά, ερωτικά, κωμικά και ποιητικά» (σελ. 165).
  Στην Ελλάδα, τώρα πια με την κρίση οι οικοδομικές δραστηριότητες έχουν πέσει στο ναδίρ. Αλλά και πιο πριν, οι αλβανοί, οι πακιστανοί και οι άλλοι λαθρομετανάστες που βρισκόντουσαν στα γιαπιά, και ελληνικά πειράγματα να ήξεραν δεν νομίζω ότι θα τολμούσαν να τα εκστομίσουν. Όλο και κάποιος χρυσαυγήτης μπορεί να ξετρύπωνε ξαφνικά. Κακόμοιρες ελληνίδες!!!
  Θα τελειώσω όπως τέλειωσα και την παρουσίαση της βιογραφίας της Σαπάτα, παραθέτοντας ένα εκτενές απόσπασμα, εδώ πάνω στη γραφειοκρατία. Είναι απολαυστικότατο.

  Η αγάπη μας για τους κανονισμούς, όσο ανεφάρμοστοι κι αν είναι, βρίσκει τους καλύτερους υπέρμαχους της στην απέραντη γραφειοκρατία της βασανισμένης μας πατρίδας. Αυτή η γραφειοκρατία είναι ο παράδεισος του ανώνυμου Χιλιανού με την γκρίζα στολή του δημόσιου υπαλλήλου. Σ' αυτήν μπορεί να φυτοζωεί με την άνεση του, ασφαλής από τις παγίδες της φαντασίας, εντελώς σίγουρος στη θέση του μέχρι τη μέρα της συνταξιοδότησης του, αν δεν κάνει την απερισκεψία να προσπαθήσει ν' αλλά­ξει τα πράγματα, όπως βεβαιώνει ο κοινωνιολόγος και συγγραφέας Pablo Hunees (που είναι, το αναφέρω με την ευκαιρία, ένας από τους λίγους εκκεντρικούς Χιλια­νούς που δεν συγγενεύει με την οικογένεια μου). Ο δη­μόσιος υπάλληλος πρέπει να κατανοήσει από την πρώτη μέρα στο γραφείο πως οποιαδήποτε απόπειρα πρωτοβου­λίας θα είναι το τέλος της καριέρας του, γιατί δεν βρί­σκεται εκεί για ν' αποδείξει την αξία του, αλλά για να φτάσει με αξιοπρέπεια στο επίπεδο της ανικανότητας του. Ο λόγος της μετακίνησης εγγράφων με σφραγίδες και χαρτόσημα από τη μια πλευρά στην άλλη δεν γίνεται για να λύνει προβλήματα, αλλά για να εμποδίζει τις λύ­σεις. Αν τα προβλήματα λύνονταν, η γραφειοκρατία θα έχανε δύναμη και πολλοί έντιμοι άνθρωποι θα έμεναν χω­ρίς δουλειά· αντίθετα, όταν τα πράγματα χειροτερεύουν, το κράτος αυξάνει τον προϋπολογισμό, προσλαμβάνει πε­ρισσότερους υπαλλήλους κι έτσι μειώνει το δείκτη ανερ­γίας κι όλοι είναι ευχαριστημένοι. Ο δημόσιος υπάλλη­λος κάνει κατάχρηση της ελάχιστης εξουσίας του, ξεκινώντας από την άποψη πως το κοινό είναι εχθρός του, πράγμα που βρίσκει πλήρη ανταπόκριση. Ήταν έκπλη­ξη για μένα, όταν είδα πως στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν χρειάζεται παρά μια άδεια οδήγησης για να ταξιδέψει κα­νείς στη χώρα και οι περισσότερες δοσοληψίες γίνονται με το ταχυδρομείο. Στη Χιλή ο υπάλληλος της βάρδιας θ' απαιτήσει από τον αιτούντα να προσκομίσει αποδείξεις: πως έχει γεννηθεί, πως δεν είναι φυλακισμένος, πως έχει πληρώσει τους φόρους του, πως έχει ψηφίσει και πως εξα­κολουθεί να είναι ζωντανός, γιατί ακόμα κι αν χτυπιέται κάτω για ν' αποδείξει πως δεν έχει πεθάνει, πρέπει να παρουσιάσει «πιστοποιητικό επιβίωσης». Τόσο μεγάλο είναι το πρόβλημα, ώστε η κυβέρνηση δημιούργησε ειδι­κό γραφείο για ν' αντιμετωπίζει τη γραφειοκρατία. Τώ­ρα οι πολίτες μπορούν να διαμαρτύρονται για την κακή τους μεταχείριση και να κατηγορούν τους ανίκανους υπαλλήλους... μ' ένα σφραγισμένο έγγραφο σε τρία αντί­γραφα, βέβαια. Τώρα τελευταία, για να διασχίσω τα σύ­νορα προς την Αργεντινή μ' ένα τουριστικό λεωφορείο, αναγκάστηκα να περιμένω μιάμιση ώρα, ενώ ελέγχανε τα χαρτιά μας. Πιο εύκολα περνούσε κανείς άλλοτε το τείχος του Βερολίνου. Ο Κάφκα ήταν Χιλιανός.
 

 

Tuesday, May 29, 2012

Σέλια Κορρέας Σαπάτα, Ιζαμπέλ Αλιέντε


Σέλια Κορρέας Σαπάτα, Ιζαμπέλ Αλιέντε, ζωή και πνεύματα (μετ. Βασίλης Ιατρίδης) Ωκεανίδα 2000, σελ. 319

  Είναι η πιο πρωτότυπη βιογραφία που έχω διαβάσει: μια εναλλαγή συνέντευξης και αφήγησης. Έτσι, κατά κάποιο τρόπο, η βιογραφία αυτή είναι ταυτόχρονα και μια αυτοβιογραφία.
  Δεν χρειάζεται να συστήσω την Αλιέντε. Όσοι θα θελήσουν να διαβάσουν αυτό το κείμενο ασφαλώς θα την ξέρουν αρκετά καλά. Εγώ να πω μόνο πως με τα έργα της βελτίωσα τα ισπανικά μου. Διάβασα στο πρωτότυπο το «Σπίτι των πνευμάτων», το «Περί έρωτος και σκιάς», την «Εύα Λούνα» και τις «Ιστορίες της Εύας Λούνα». Με περιμένει ακόμη ο Ζορρό, που αγόρασα πέρυσι στην έκθεση βιβλίου στο Ζάππειο και δεν αξιώθηκα ακόμη να διαβάσω, και η Αφροδίτη, και τα δυο στα ισπανικά. Και βέβαια το τέταρτο βιβλίο που αγόρασα στο πανηγύρι της αγίας Γλυκερίας, το «Η ονειρεμένη πατρίδα μου», στα ελληνικά αυτό.
  Τα ισπανικά της Αλιέντε μού ήταν πιο εύκολα από του Μάρκες, παρόλο που το πρώτο ισπανικό βιβλίο που διάβασα ήταν το «100 χρόνια μοναξιάς». Στη συνέντευξή της η Αλιέντε λέει ότι αποφεύγει τους ιδιωματισμούς στα έργα της, ώστε οι αφηγήσεις της «να μην τοποθετούνται σε χρόνο πολύ ακριβή και χώρο συγκεκριμένο» (σελ. 306). Φαντάζομαι ότι τόσο η αποφυγή ιδιωματισμών όσο και η αποφυγή μακροσκελών φράσεων με διευκόλυναν πάρα πολύ στην ανάγνωση. Όχι σαν το «Φθινόπωρο ενός πατριάρχη» του Μάρκες, που είχα τη φαεινή ιδέα να το αγοράσω στα ισπανικά, και που η μόνη τελεία που συναντάει κανείς βρίσκεται στο τέλος του έργου (τελικά το διάβασα στα ελληνικά).
  Με έκπληξη μαθαίνω ότι το αριστούργημά της, «Το σπίτι των πνευμάτων», δεινοπάθησε μέχρι να βρει εκδότη. Να είναι μόνο ζήτημα γούστου; Το χειρόγραφο δεν εμπνέει και τόση εμπιστοσύνη. Ένας από την τριμελή επιτροπή του διδακτορικού μου, διαβάζοντάς το και εκδομένο (Gutenberg 2000), νόμιζε ότι είχα κάνει μεγάλες τροποποιήσεις. Όμως το κείμενο ήταν ακριβώς όπως το είχε διαβάσει όταν το πήρε για την υποστήριξη, με ελάχιστες φραστικές τροποποιήσεις. Όμως, άλλο να διαβάζεις χειρόγραφο (τώρα πια δακτυλόγραφο) και άλλο εκδομένο βιβλίο. Την ίδια περιπέτεια πέρασε και ο Οδυσσέας, το βιβλίο του Τζόυς, όπως και ο αρχετυπικός ήρωάς του: περιπλανήθηκε σε επτά εκδότες πριν γίνει δεκτός από τον όγδοο.
  Όμως ας πάμε στο βιβλίο παραθέτοντας αποσπάσματα, όπως έχει γίνει πια ο καθιερωμένος τρόπος που γράφω τις βιβλιοκριτικές μου. Διαβάζω:
  «Κάποτε μ’ έλεγαν ψεύτρα, τώρα που κερδίζω τη ζωή μου μ’ αυτά τα ψέματα, κατέληξα να είμαι συγγραφέας» (σελ. 116). Για την ακρίβεια πεζογράφος. Γιατί και εγώ είμαι συγγραφέας, αλλά καθώς δεν ξέρω να λέω ψέματα έχω γράψει ελάχιστα πεζογραφήματα. Όλα σχεδόν τα βιβλία μου είναι μελέτες ή δοκιμιακά.
  Και μια αποφθεγματική φράση: «Το μόνο που σου μένει είναι αυτό που δίνεις». Είναι όμορφη για το οξύμωρο σχήμα της, και φυσικά περικλείει αρκετή αλήθεια.
  Νόμιζα ότι οι μουσουλμάνοι έχουν τα πρωτεία στην κακομεταχείριση της γυναίκας, και με έκπληξη διαβάζω εδώ ότι οι ινδοί, όχι απλά δεν πάνε πίσω, αλλά κυριολεκτικά τους ξεπερνάνε. Οι «κακοί» αποικιοκράτες άγγλοι απαγόρεψαν την πρακτική να καίγεται η σύζυγος του νεκρού (όχι, θα την άφηνε ζωντανή να την πηδήξει άλλος!), όμως στο παρασκήνιο φαίνεται πως συμβαίνουν ακόμη χειρότερα. «Το πιο συνηθισμένο οικιακό ατύχημα στην Ινδία είναι ν’ αρπάξει φωτιά μια νιόπαντρη γυναίκα και να καεί. ‘Χύνεται’ πάνω της βενζίνη και καίγεται σαν ζωντανός δαυλός, μπροστά στον σύζυγο και στην πεθερά, που μένουν πια ελεύθεροι για να αναζητήσουν άλλη σύζυγο και άλλη προίκα» (σελ. 151).  Βέβαια και στη Δύση υπάρχει αυτή η πρακτική, αν και σπανιότατα, αλλά όχι με τόσο βάρβαρο τρόπο.
  Διαβάζουμε:
  «…εγώ είμαι πολύ ζηλιάρα: αν τον τσακώσω να κοιτάζει καμιά ξανθιά, θα τον σκοτώσω» (ο λόγος για τον δεύτερο άντρα της). Πάντα είχα την υποψία ότι τα ανέκδοτα με τις ξανθιές τα βγάζουν οι μελαχρινές, από ζήλεια. Οι άντρες που τα διαδίδουν το κάνουν είτε από μια υπερβολική αίσθηση του χιούμορ που καμιά φορά φτάνει τη διαστροφή, όπως συμβαίνει με μένα, είτε από εκδικητικότητα, γιατί κάποια ξανθιά δεν τους προτίμησε.
  «Τι είναι αυτό που ανάβει το πάθος; Η ίδια η φαντασία, υποθέτω. Τι το σβήνει; Η ρουτίνα, αν κανείς δεν προσέξει, και η φτώχεια. Νομίζω ότι εμπόδια όπως η απόσταση, η διαφορά τάξεων, ηλικίας ή ράτσας, οι πρόγονοι… όλ’ αυτά μπορούν να ξεπεραστούν» (σελ. 220).
  Μάλλον έτσι είναι όπως τα γράφει η Ιζαμπέλ, δεν ξέρω εσείς τι γνώμη έχετε.
  Η Αλιέντε, πριν χωρίσει με τον πρώτο της σύζυγο, τον εγκατέλειψε κάποτε για κάποιον μουσικό. Και φυσικά εγκατέλειψε και τα παιδιά της. Όμως υπήρξαν προβλήματα σε αυτή τη σχέση, γιατί μετά από λίγους μήνες ξαναγύρισε. Κατά την απουσία της συνέβη το παρακάτω περιστατικό:
  «Όσο για την Πάουλα, έβγαλε δυο φρονιμίτες και της έγραψαν βάλιουμ για να την ανακουφίσουν. Ο Νικολάς είδε ότι η αδερφή του δεν πήγαινε στο σχολείο και σκέφτηκε ότι αν έπαιρνε κι εκείνος τα χάπια, θα μπορούσε να μείνει στο σπίτι. Πήρε ένα χάπι, δεν αισθάνθηκε τίποτα, πήρε δεύτερο, τίποτα, και συνέχισε ώσπου άδειασε το μπουκαλάκι. Παραλίγο να τον χειρουργήσουν στο κεφάλι, με το φόβο ότι είχε αιμάτωμα στον εγκέφαλο, που μπορεί να είχε προκληθεί από κάποιο πέσιμο. Για καλή μας τύχη σε δυο μέρες ο Νικολάς ξύπνησε και συνήλθε αμέσως. Δεν νομίζω ότι αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, αλλά σίγουρα, ασυνείδητα, προσπαθούσε να με τιμωρήσει επειδή τον είχα εγκαταλείψει» (σελ. 237). 
  Η τελευταία περίοδος φαίνεται ελάχιστα πειστική. Πήρε ένα μπουκάλι βάλιουμ όχι για να αυτοκτονήσει αλλά για να την τιμωρήσει; Με ποιο τρόπο, αν όχι αυτοκτονώντας; Πιστεύω ότι πρόκειται για απόπειρα αυτοκτονίας που απέτυχε. Ξέρω μια ανάλογη περίπτωση. Ο δεκαοχτάχρονος νεαρός αυτοκτόνησε. Από τότε, εδώ και χρόνια, η μητέρα του φοράει μαύρα.
  Στο παρακάτω απόσπασμα η Αλιέντε αναφέρεται στον παππού της, που της έλεγε: «Είναι ανώφελο να τρέχεις μέσα στο τρένο. Η πορεία μας είναι χαραγμένη, έχει την κατεύθυνσή της, την ταχύτητά τη, δεν μπορούμε να την αλλάξουμε. Ακόμα κι αν τρέχουμε μέσα στο τρένο, θα φτάσουμε ακριβώς την ίδια ώρα στον ίδιο τόπο» (σελ. 272).
  Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με τις κυλιόμενες σκάλες. Συνεχώς με παραμερίζουν βιαστικοί, ανεβαίνοντας ή κατεβαίνοντας, άλλοτε λέγοντας συγνώμη, άλλοτε όχι. Και σίγουρα θα φτάσουν γρηγορότερα στον προορισμό τους. Εκτός κι αν σκοντάψουν, κατά το γνωστό απόφθεγμα.
  Εδώ μιλάει η Σαπάτα: «Στη λογοτεχνία υπάρχουν ανταγωνισμοί, ζήλιες, χτυπήματα, τρικλοποδιές… είναι μια κλίκα αρκετά περίεργη» (σελ. 278-279). Ο Καζαντζάκης υπήρξε θύμα μιας τέτοιας κλίκας. Είναι γνωστό πόσο τον διέβαλαν για να μην πάρει το Νόμπελ.
  Δεν φανταζόμουν ότι οι μυθιστοριογράφοι μπορούν να ταυτίζονται τόσο πολύ με τους ήρωές τους. Η Σαπάτα λέει πάλι πως «Ο Γκαρσία Μάρκες είπε ότι τη μέρα που έπρεπε να σκοτώσει το συνταγματάρχη Αουρελιάνο Μπουεντία έκλαιγε δυο ώρες» (σελ. 310-311).
  Γενικά δεν σχολιάζω τις μεταφράσεις, μπορεί να είναι λίγο καλύτερες ή λιγότερο καλές, και αυτό δεν εξαρτάται πάντα από την ικανότητα του μεταφραστή αλλά από το πόσο προσπαθεί να κερδίσει στη μονάδα τη χρόνου. Καθώς δεν είναι καθόλου καλοπληρωμένη δουλειά, δεν μπορεί να αμφιταλαντεύεται επ’ αόριστον σε μεταφραστικούς γρίφους. Όμως εδώ με ξένισε η γενική «της συγγραφέα», που τη συνάντησα κάμποσες φορές. Είναι πια τόσο καθαρευουσιάνικο το «της συγγραφέως»;
  Δεν θα τελειώσω με αυτή την παρατήρηση για τη μετάφραση, αλλά παραθέτοντας ένα θαυμάσιο απόσπασμα, αρκετά μακροσκελές (βαριέμαι να το αντιγράψω, θα το σκανάρω), που αναφέρεται στις διαφορές ανάμεσα σε διήγημα και μυθιστόρημα. Δεν γράφω σε έντυπο, και το blogspot προς το παρόν μου αφήνει απεριόριστο χώρο, και σκέφτηκα ότι είναι κρίμα να μην το παραθέσω.

Τι διαφορά υπάρχει ανάμεσα στην τεχνική του μυθιστο­ρήματος και του διηγήματος;
Ορισμένες φορές έχω πει ότι το μυθιστόρημα είναι σαν να κεντάς ένα χαλί με πολλά νήματα και χρώματα· εί­ναι ένα σύνολο από λεπτομέρειες· είναι υπόθεση υπο­μονής. Εγώ κεντάω στα τυφλά, αλλά κάποια μέρα δί­νω μια και γυρίζω το χαλί και βλέπω το σχέδιο από την καλή. Με λίγη τύχη, η ομορφιά του συνόλου εξαφανί­ζει τα ελαττώματα. Ένα διήγημα, αντίθετα, μοιάζει σαν να ρίχνεις ένα βέλος: υπάρχει μία και μόνη ευκαιρία, και γι' αυτό απαιτείται το σταθερό χέρι του επιδέξιου το­ξότη: κατεύθυνση, δύναμη, ταχύτητα, καλό μάτι. Πόσες χιλιάδες διηγήματα έχεις διαβάσει και πόσα μπορείς να θυμηθείς; Δίχως αμφιβολία, όσο άσχημο κι αν είναι το μυθιστόρημα, πάντα μπορείς να πεις τι λέει. Το μυθι­στόρημα ξετυλίγεται σιγά σιγά, σχεδόν από μόνο του, και σου αποκαλύπτει τα μυστήριά του. Στο διήγημα πρέπει να ξέρεις όλα όσα θα συμβούν πριν γράψεις την πρώτη γραμμή, για να μπορέσεις να δώσεις την έντα­ση και το απαιτούμενο ύφος. Πρέπει να διαβάζεται μια κι έξω· αν ο αναγνώστης το διακόψει και το αφήσει, το διήγημα δεν λειτουργεί πια. Είναι πιο κοντά στην ποί­ηση παρά στο μυθιστόρημα, δεν έχει ούτε χρόνο, ούτε τόπο, τίποτα δεν πρέπει να περισσεύει ούτε να λείπει, όλα τα ελαττώματα φαίνονται. Το μυθιστόρημα γίνεται με στερεά επιχειρήματα, πρόσωπα καθαρά και υπομονή. Το διήγημα είναι υπόθεση ύφους. Γράφεται με έμπνευση και καλή τύχη (σελ. 165).

 
   

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Η ΑΛΩΣΗ 1453! Άρθρο Τούρκου δημοσιογράφου για την Αλωση της Πολης! - Λόγιος Ερμής

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Η ΑΛΩΣΗ 1453! Άρθρο Τούρκου δημοσιογράφου για την Αλωση της Πολης! - Λόγιος Ερμής

Monday, May 28, 2012

Amin Maalouf, Η απορρύθμιση του κόσμου


Amin Maalouf, Η απορρύθμιση του κόσμου (μετ. Χριστιάννα Σαμαρά), Ωκεανίδα 2010, σελ.  371.

  Οι «Φονικές ταυτότητες» του Αμίν Μααλούφ ήταν ένα βιβλίο που μας εντυπωσίασε. Τώρα διαβάσαμε ένα ακόμη βιβλίο του, κατά κάποιο τρόπο συνέχεια του προηγούμενου, την «Απορρύθμιση του κόσμου». Και σ’ αυτό επίσης ο Μααλούφ μιλάει για το πόσο φονικές είναι οι ταυτότητες, και πόσο συντελούν στην απορρύθμιση του κόσμου. Πατώντας σε δυο κουλτούρες, την αραβική και την ευρωπαϊκή (είναι Λιβανέζος χριστιανός που κατέφυγε στη Δύση όταν ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος στο Λίβανο), μπορεί να έχει μια ευρύτερη εποπτεία του σημερινού κόσμου.
  Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο και διαβάζοντας τις υπογραμμίσεις μου, θα παραθέσω χαρακτηριστικά αποσπάσματα.   
  «Αυτή η διολίσθηση της ιδεολογικής διαπάλης προς την ένταξη σε διακριτές ταυτότητες είχε καταστροφική επίδραση σ’ ολόκληρο τον πλανήτη, πλήττοντας όμως πολύ περισσότερο την αραβομουσουλμανική πολιτισμική σφαίρα, καθώς ο θρησκευτικός ριζοσπαστισμός, που για μεγάλο διάστημα εκφραζόταν από διωκόμενες μειοψηφίες, απέκτησε μαζική πνευματική υπεροχή στους κόλπους των περισσότερων κοινοτήτων αλλά και στους μουσουλμάνους της διασποράς. Όσο κλιμακωνόταν αυτό το κίνημα, άρχισε να υιοθετεί μια έντονα αντιδυτική γραμμή» (σελ. 29).
  Στο απόσπασμα αυτό βρίσκεται μια από τις βασικές θέσεις του βιβλίου. Θα διαφωνήσουμε με τη φράση «διολίσθηση της ιδεολογικής διαπάλης». Και εδώ υπάρχει ιδεολογική διαπάλη, το φωτισμένο κοράνι από τη μια μεριά και η φιλελεύθερη παράδοση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την άλλη. Ειδικά για τα δικαιώματα της γυναίκας στον μουσουλμανικό κόσμο, οι μουσουλμάνες φεμινίστριες έχουν πολλά να μας πουν.
  «Δεν χωράει αμφιβολία πως η αποικιοκρατία προξένησε βαθιά τραύματα, κυρίως στην Αφρική· όμως πολύ συχνά οι περίοδοι της ανεξαρτησίας αποδείχτηκαν ακόμη πιο τραυματικές, και προσωπικά δεν τρέφω καμιά συμπάθεια προς όλους αυτούς τους ανίκανους, διεφθαρμένους ή τυραννικούς ηγέτες που κραδαίνουν με κάθε ευκαιρία το βολικό πρόσχημα της αποικιοκρατίας.
  Όσον αφορά τη χώρα από την οποία κατάγομαι, το Λίβανο, είμαι πεπεισμένος ότι η περίοδος της Γαλλικής Εντολής, από το 1918 έως το 1943, καθώς και η τελευταία φάση της οθωμανικής παρουσίας, από το 1864 έως το 1914, υπήρξαν πολύ λιγότερο ζημιογόνες από τα διάφορα καθεστώτα που διαδέχτηκαν το ένα το άλλο μετά την ανεξαρτησία. Είναι ίσως πολιτικά ανορθόδοξο να κρίνω με τη λογική του ‘το μη χείρον βέλτιστον’, αλλά μόνο έτσι μπορώ να αναγνώσω τα γεγονότα» (σελ. 64-65).
  Μου άρεσε η φράση «το μη χείρον βέλτιστον». Την έχω χρησιμοποιήσει συχνά, και πολλές επιλογές μου έχουν βασισθεί σ’ αυτό το αρχαίο ρητό.    
  «Σήμερα, η μοίρα όλων των μειονοτήτων είναι προδιαγεγραμμένη· στην καλύτερη περίπτωση θα τερματίσουν την ιστορική διαδρομή τους σε κάποια μακρινή γη που θα τους προσφέρει άσυλο· στη χειρότερη θα αφανιστούν στον ίδιο τους τον τόπο, θα συνθλιβούν πιασμένες στα στραβά σαγόνια της σύγχρονης βαρβαρότητας» (σελ. 88).
  Παλιά έλεγα συχνά σε συζητήσεις με φίλους ότι το χειρότερο για έναν άνθρωπο είναι να ανήκει σε μειονότητα. Τότε δεν είχε υπάρξει ακόμη το μεταναστευτικό κύμα που σάρωσε την Ευρώπη, μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ και την κρίση στον μουσουλμανικό κόσμο. Σε πρόσφατη ανάρτησή μου για το βιβλίο «Οι μικροί άγιοι» του Αντώνη Δεσύλλα (εκδόσεις ΑΛΔΕ) έγραψα ότι της γης οι κολασμένοι σήμερα είναι οι μετανάστες. Είτε ανήκουν είτε όχι σε μειονότητα της χώρας από την οποία προέρχονται.
  Και κάτι που αγνοούσα:
  «…όταν η οθωμανική αυτοκρατορία του 16ου αιώνα έφτανε στο απόγειο της εξάπλωσής της παραμένοντας φανατικά προσηλωμένη στο σουνιτικό δόγμα κι αξιώνοντας τη συνένωση όλου του μουσουλμανικού κόσμου υπό την κυριαρχία της, ο σάχης της Περσίας μετέτρεψε το βασίλειό του σε προπύργιο του σιισμού. Με την απόφαση αυτή ο μονάρχης διασφάλιζε την ανεξαρτησία της αυτοκρατορίας του, ενώ ταυτόχρονα απάλλασσε τους υπηκόους του, που η γλώσσα τους ήταν η περσική, από τον κίνδυνο επικυριαρχίας ενός τουρκόφωνου λαού» (σελ. 130).
  Ο Μααλούφ μιλάει για τις μεταρρυθμίσεις του Κεμάλ που πέτυχαν, ενώ απέτυχαν οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες του Σάχη. Και συνεχίζει λέγοντας:
  «Σε αντιπαραβολή με το παράδειγμα Ατατούρκ, η περίπτωση αυτή αποτελεί αντι-παράδειγμα. Ο κυβερνήτης που θα δείξει ότι ενεργεί ως προστατευόμενος των αντίπαλων δυνάμεων, χάνει αυτόματα τη νομιμότητά του κι οτιδήποτε επιχειρεί απαξιώνεται. Αν θελήσει να εκσυγχρονίσει τη χώρα, ο λαός αντιτίθεται στον εκσυγχρονισμό. Αν επιδιώξει τη χειραφέτηση των γυναικών, οι δρόμοι γεμίζουν με μαντίλες διαμαρτυρίας».
  Για να καταλήξει αμέσως μετά:
  «Πόσες λογικές μεταρρυθμίσεις δεν απέτυχαν γιατί έφεραν την υπογραφή μιας μισητής εξουσίας! Και, αντίστροφα, πόσες παράλογες ενέργειες δεν χειροκροτήθηκαν γιατί έφεραν τη σφραγίδα της μαχητικής νομιμότητας! Είναι μια γενική αλήθεια με οικουμενική ισχύ. Όποτε μια πρόταση υποβάλλεται σε ψηφοφορία, η κρίση των εκλογέων δεν καθορίζεται τόσο από το περιεχόμενο της πρότασης όσο από την εμπιστοσύνη που επιδεικνύουν ή δεν επιδεικνύουν στο άτομο που την εκπροσωπεί. Οι τύψεις, οι αναθεωρήσεις, έρχονται αργότερα» (σελ. 137).
  Παρόμοιο πείραμα με του Κεμάλ, διαβάζουμε λίγο πιο πριν, επιχείρησε ένας νεαρός Αφγανός βασιλιάς όταν ανέβηκε στην εξουσία το 1919. Ανατράπηκε από συντηρητικούς επιτελάρχες που τον κατηγόρησαν για ασέβεια, κάπου δέκα χρόνια μετά. Πέθανε στην εξορία. Χρόνια αργότερα ήλθαν οι Ταλιμπάν.
  Διαβάζουμε:
  «Ενώ ολόκληρος ο κόσμος είχε συνασπιστεί ενάντια στον Σαντάμ Χουσεν, ο Χασεμίτης μονάρχης (ο βασιλιάς της Ιορδανίας) τάχθηκε στο πλευρό του Ιρακινού ηγέτη. Μήπως επειδή ήθελε να τον δει να κερδίζει; Σίγουρα όχι. Μήπως γιατί πίστευε σε μια ενδεχόμενη νίκη των Ιρακινών; Ούτε κατά διάνοια. Απλά, σε μια ακόμη κρίσιμη φάση της μεσανατολικής ιστορίας, ο βασιλιάς εκτίμησε πως ήταν καλύτερα να έχει άδικο συμπλέοντας με το λαό του παρά δίκιο ενάντια σ’ αυτόν» (σελ. 192).
  Δεν θυμάμαι πού το διάβασα, ίσως στο βιβλίο του Κεραμά για τον Παπανδρέου. Σε ένα δείπνο στο σπίτι του εξέφρασε την αναγκαιότητα η Ελλάδα να συνδεθεί στενότερα με την ΕΟΚ. –Μα, πρόεδρε, του λέει κάποιος, εσύ στους λόγους σου δεν λες έξω από την ΕΟΚ των μονοπωλίων, ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο; -Άκουσε να δεις, του λέει, αυτό θέλει ο λαός να ακούσει, αυτό του λέμε, εμείς όμως ξέρουμε ποιο είναι το συμφέρον για την Ελλάδα.
  Ένα απόσπασμα ακόμη:
  «Γιατί αυτό το πάθος για τον μαρξισμό-λενινισμό θ’ αποδεικνυόταν τελικά ένα μεταβατικό στάδιο ανάμεσα στην εποχή των εθνικισμών και την εποχή των ισλαμιστών. Μια ιστορική παρένθεση που με το κλείσιμό της άφησε μια πικρή γεύση σε πολλούς λαούς, διογκώνοντας ακόμα περισσότερο αυτό το αίσθημα αποθάρρυνσης, έχθρας κι ανημπόριας» (σελ. 211).
  Εθνικισμός-μαρξισμός-ισλαμισμός. Αυτή είναι πράγματι η πορεία που διέγραψε ένα μεγάλο μέρος του μουσουλμανικού κόσμου.
  Στο παρακάτω απόσπασμα ο Μααλούφ θίγει την καρδιά του προβλήματος που αντιμετωπίζει ο σημερινός κόσμος, και που εμείς οι Έλληνες το βιώνουμε τραγικά σήμερα:
  «Όμως τι γίνεται όταν το χρήμα αποσυνδέεται εντελώς από κάθε μορφή παραγωγής, από κάθε σωματική ή διανοητική προσπάθεια, από κάθε χρήσιμη κοινωνικά δραστηριότητα; Τι γίνεται όταν τα χρηματιστήριά μας μετατρέπονται σε γιγάντια καζίνο όπου η τύχη εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων, πλούσιων ή φτωχών, κρίνεται με μια ζαριά; Τι γίνεται όταν τα πιο σεβαστά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα καταλήγουν να συμπεριφέρονται σαν αλιτήριοι μεθύστακες; Τι γίνεται όταν οι οικονομίες του μόχθου μιας ολόκληρης ζωής μπορούν να εξανεμιστούν ή αντίθετα να εικοσαπλασιαστούν μέσα σε δευτερόλεπτα, ακολουθώντας μια σειρά απόκρυφων μηχανισμών τους οποίους ακόμα κι οι ίδιοι οι τραπεζίτες αδυνατούν πλέον να κατανοήσουν;» (σελ. 231).
  Και ένα μικρό απόσπασμα ακόμη:
  «…όχι μόνο δεν διαθέτω κανένα λάβαρο, αλλά στέκομαι αρκετά μακριά από παρατάξεις, φατρίες, κλίκες, και τίποτα δεν θεωρώ πολυτιμότερο από την ανεξαρτησία του πνεύματος» (σελ. 238).
  Συμφωνώ απόλυτα μαζί του, τίποτα δεν θεωρώ κι εγώ πολυτιμότερο από την ανεξαρτησία του πνεύματος.  
  Όπως και την Jane Goodall στην προηγούμενη ανάρτησή μας, τον Μααλούφ τον απασχολεί η εξάντληση των πηγών.
  «Τα δεκάδες παραπάνω χρόνια ζωής που μας δώρισε η ιατρική πώς θα τα αξιοποιήσουμε; Είμαστε όλο και περισσότεροι όσοι απολαμβάνουμε μακρύτερο και καλύτερο βίο. Αναπόφευκτα μας απειλεί η πλήξη και το αίσθημα του κενού, αναπόφευκτα αναζητούμε διέξοδο υποκύπτοντας στον πειρασμό της καταναλωτικής μανίας. Αν δεν θέλουμε να εξαντλήσουμε πολύ σύντομα τις πηγές του πλανήτη, θα πρέπει να προαγάγουμε όσο το δυνατό περισσότερο νέες πηγές ικανοποίησης, νέες πηγές ευχαρίστησης, και κυρίως την απόκτηση γνώσεων και την ανάπτυξη μιας ακμαίας εσωτερικής ζωής» (σελ. 241).
  Ας το υπογραμμίσουμε αυτό: την ανάπτυξη μιας ακμαίας εσωτερικής ζωής.
  Πώς μπορούμε να εξασφαλίσουμε την ειρήνη και την αρμονική συνύπαρξη; Με τη γνώση των άλλων. «Πρέπει να τους γνωρίσουμε από κοντά, σε βάθος –ν’ αγγίξουμε, θα ’λεγα, τον εσώτερο κόσμο τους. Πράγμα που μόνο η πνευματική δραστηριότητα μπορεί να εξασφαλίσει. Και πρώτ’ απ’ όλα η λογοτεχνία» (σελ. 243).
  Είναι κανείς που διαφωνεί;
  Και τρεις σελίδες πιο κάτω διαβάζουμε: «Ο 21ος αιώνας… ή θα σωθεί μέσω της πνευματικής καλλιέργειας ή θα καταποντιστεί». Χμ, δεν είμαστε και τόσο σίγουροι, ούτε για το ένα ούτε για το άλλο.
  «…δεν πρέπει κανείς να περιμένει ν’ ακούσει από μένα ότι όλες οι θρησκείες κηρύσσουν την ομόνοια-αφού βαθιά μου πεποίθηση είναι ότι όλα τα δόγματα, θρησκευτικά ή κοσμικά, φέρουν μέσα τους το σπόρο του δογματισμού και της αδιαλλαξίας. Σε κάποια άτομα οι σπόροι αυτοί αναπτύσσονται, σε κάποια άλλα παραμένουν σε λήθαργο» (σελ. 259). 
  Σε κάποιους μουσουλμάνους είναι που οι σπόροι αυτοί αναπτύσσονται σήμερα.
  Το πρόβλημα με το Ισλάμ, υποστηρίζει ο Μααλούφ, είναι η απουσία μιας ανώτατης θρησκευτικής αρχής που αποφασίζει οριστικά και αμετάκλητα για κάτι, όπως συμβαίνει στη Δύση. Για παράδειγμα επί αιώνες οι γυναίκες δεν μπορούσαν να πηγαίνουν ακάλυπτες στην εκκλησία. «Μέχρι την ημέρα που το Βατικανό αποφάσισε, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, πως οι γυναίκες μπορούσαν πλέον να πηγαίνουν ακάλυπτες στην εκκλησία… κι είναι απόλυτα λογικό να υποθέσουμε πως η κατάκτηση αυτή δεν πρόκειται στο εξής ν’ αμφισβητηθεί» (σελ. 272-273).
  Τι συμβαίνει όμως στο Ισλάμ; «… οτιδήποτε εγκρίνει σήμερα ένας επιεικής φετφάς μπορεί αύριο να το απαγορεύσει με την πιο ακραία αυστηρότητα ένας ανελαστικός φετφάς. Οι ίδιες διαμάχες σχετικά με το τι είναι θεμιτό και τι αθέμιτο επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Απουσία κάποιας ανώτατης αρχής, κανένα κεκτημένο δεν ‘επικυρώνεται’ αμετάκλητα, καμιά άποψη που ακούγεται απ’ τα βάθη των αιώνων δεν στιγματίζεται οριστικά ως παρωχημένη. Κάθε βήμα προς τα εμπρός συνοδεύεται από ένα βήμα προς τα πίσω, σε σημείο που δεν ξέρουμε πια πού είναι το εμπρός και πού το πίσω. Η πόρτα είναι μονίμως ανοιχτή σε κάθε είδους υπερθεματισμό, σε κάθε είδους λοιμογόνο δράση, σε κάθε μορφής οπισθοδρόμηση» (σελ. 275).
  Τα αποσπάσματα που παράθεσα νομίζω ότι είναι τα πιο αντιπροσωπευτικά των θέσεων του Μααλούφ. Είναι ένας εξαιρετικός συγγραφέας, και κάποια στιγμή πιστεύω ότι θα διαβάσω και το βιβλίο του «Οι σταυροφορίες από την σκοπιά των αράβων».
  Μόλις είχα γράψει αυτή τη βιβλιοπαρουσίαση και ανακάλυψα τυχαία ότι και αυτό το βιβλίο, όπως και της Γκούντολ (η προ-προηγούμενη ανάρτηση) το είχα ήδη αγοράσει. Ευτυχώς που στη γιορτή της αγίας Γλυκερίας το αγόρασα  μόνο δύο ευρώ.
   

Thursday, May 24, 2012

Kenji Mizoguchi, 47 ronin


Kenji Mizoguchi, 47 ronin (1942)

  Πρόκειται για ένα εξαίρετο έργο ενός εξαίρετου σκηνοθέτη, που αναφέρεται σε ένα πραγματικό ιστορικό γεγονός. 47 σαμουράι εκδικήθηκαν το θάνατο του αφέντη τους, το 1703 (ο πρώτος σύνδεσμος δίνει όλο το ιστορικό). Σε αναγνώριση των ευγενικών κινήτρων τους δεν εκτελέστηκαν, αλλά τους επιτράπηκε να αυτοκτονήσουν με χαρακίρι. Πάνω στο ιστορικό αυτό γεγονός γράφηκαν πολλά έργα, ήδη από εκείνη την εποχή, τόσο για το θέατρο kabuki όσο και για το κουκλοθέατρο, και κυρίως γι’ αυτό.  Για το έργο έγραψα τα παρακάτω στο βιβλίο μου «Εισαγωγή στο θέατρο της Ιαπωνίας και της Κίνας» (Εκδόσεις ΑΛΔΕ 2010).
  «Το αριστούργημα της μετά τον Monzaemon εποχής είναι το Kanadehon Chushingura (μεταφράστηκε στη Δύση με διάφορους τίτλους, όπως Οι 47 σαμουράι, κ.ά.), έργο συλλογικό των Takeda Izumo II, Namiki Sosuke και Miyake Shoraku. Η υπόθεση, παρμένη από πραγματικό γεγονός της εποχής, είναι η εξής: 47 σαμουράι εκδικούνται το θάνατο του αφέντη τους. Σκοτώνουν τον φονιά του, του κόβουν το κεφάλι και το αποθέτουν πάνω στον τάφο του. Μετά παραδίδονται στην αστυνομία. Καταδικάζονται σε θάνατο, αλλά, σε αναγνώριση των ευγενών κινήτρων τους, τους επιτρέπεται να κάνουν seppuku (χαρακίρι).
  Το περιστατικό αυτό οδήγησε στη συγγραφή και άλλων έργων με παρόμοια υπόθεση, το παραπάνω όμως τα έχει επισκιάσει. Κι αυτό γιατί περιέχει όλες τις πιθανές θεατρικές καταστάσεις που θα μπορούσε να προσφέρει το θέμα του: ποικιλία τοπίων, παλάτια και πορνεία, τοπία ανοιξιάτικα και τοπία χειμερινά, καθαρές συγκρούσεις, ηρωική αυτοθυσία, και τελική τιμωρία του κακού, με τρόπο που ικανοποιείται και η επίσημη δικαιοσύνη (κατ’ επέκταση η λογοκρίνουσα εξουσία) και η προσωπική ηθική, με τον τιμητικό θάνατο των ηρώων» (δεν δίνω τη σελίδα γιατί δεν μπορώ να ψάχνω ψύλλους στ’ άχερα, ενώ μπορώ να βρω αμέσως το απόσπασμα στο ηλεκτρονικό κείμενο).
  Έχοντας υπόψη μου τον «Αλέξανδρο Νιέφσκι» του Αϊζενστάιν που γυρίστηκε για να αναπτερώσει το φρόνιμα των ρώσων κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο έκανα τη σκέψη ότι και ο Kenji Mizoguchi οδηγήθηκε πιθανόν από ένα παρόμοιο κίνητρο στο γύρισμα αυτής της ταινίας. Η μεταφορά εξάλλου είναι προφανής: οι 47 σαμουράι θυσιάστηκαν για τον κύριό τους, το ίδιο πρέπει να κάνουν και οι γιαπωνέζοι στρατιώτες, να θυσιαστούν για την πατρίδα. Ο χρόνος γυρίσματός της (1942) ευνοεί αυτή την υπόθεση.
  Το έργο έχει τη μεγαλοπρέπεια του θεάτρου Νο (βλέπουμε και παράσταση Νο μέσα στο έργο) ή της αρχαίας τραγωδίας. Κινείται με πολύ αργούς ρυθμούς, έχοντας μια θεατρική σύλληψη, μεγάλους διαλόγους και φιγούρες που κινούνται με την αργή, ιερατική κίνηση των ηθοποιών του θεάτρου Νο. Ένας Κουροσάβα θα γύριζε εντυπωσιακές σκηνές μάχης, όταν οι 47 σαμουράι ορμούν στην κατοικία του Κίρα για να τον σκοτώσουν. Όμως όλα αυτά συμβαίνουν off stage, τα μαθαίνουμε από μια επιστολή. Ακόμη και ο θάνατος του Asano, όπως και το χαρακίρι των σαμουράι, δεν παρουσιάζεται ζωντανά πάνω στη σκηνή. Κάποιος φωνάζει κάθε φορά το όνομα του σαμουράι που αυτοκτονεί. Τελευταίος μένει ο θαλαμηπόλος Oishi, ο επικεφαλής τους. Τον βλέπουμε να πηγαίνει στον τόπο που θα κάνει χαρακίρι με την έκφραση της ύψιστης ικανοποίησης ενός ανθρώπου που έχει εκτελέσει το καθήκον του. Και το έργο τελειώνει.
  Πολύ ωραίες είναι και οι άλλες τέσσερις ταινίες που είδαμε, του Kunio Watanabe (1958), του Hiroshi Inagaki (1962), του Kinji Fukasaku (1978. Αυτή έχει τον τίτλο «Η πτώση του κάστρου των Άκο») και του Kon Ichikawa (1994). Παρατηρώντας τις στη χρονολογική τους διαδοχή, βλέπω ότι προχωρούν σύμφωνα με την τριμερή δομή του θεάτρου Νο, σε Jo-ha-Kyu, δηλαδή αργά, γρήγορα, πολύ γρήγορα. Και αυτό φαίνεται να ισχύει γενικά σε όλες τις ταινίες περιπέτειας. Για παράδειγμα οι ατμοσφαιρικές αστυνομικές ταινίες των μέσων του αιώνα έχουν παραχωρήσει τη θέση τους σήμερα σε ταινίες που χαρακτηρίζονται από ένα γρήγορο ρυθμό, με σφαίρες να πέφτουν σαν χαλάζι και με άφθονο κυνηγητό. Έτσι ενώ στην ταινία του Mizoguchi η εκτέλεση του Κίρα γίνεται off stage και την μαθαίνουμε από επιστολή, στις άλλες τρεις καταλαμβάνει ένα σημαντικό μέρος της ταινίας, με εντυπωσιακές σκηνές μάχης ανάμεσα στους σαμουράι και στους φρουρούς του Κίρα. Επίσης η αυτοκτονία που υποδηλώνει το υψηλό ήθος των σαμουράι, μόνο στην «Πτώση του κάστρου των Άκο» φαίνεται, αλλά όχι off stage. Ο Oishi αυτοκτονεί κυριολεκτικά μπροστά στα μάτια μας. Εξαιρετικές ταινίες και οι  τέσσερις, αλλά του Mizoguchi μου άρεσε περισσότερο. Περιμένω να δω και την άλλη, με τον Keanu Reeves, που γυρίζεται τώρα. Έχει ενδιαφέρον να δούμε πως αντιμετωπίζεται η ίδια ιστορία στην Αμερική. Πάντως η «Και οι εφτά ήσαν υπέροχοι» δεν ξεπέρασε με τίποτα την ταινία του Κουροσάβα.  
 
Υπάρχει και μια ταινία-συνέχεια των 47 ronin, The last ronin, για την οποία έχω κάνει ξεχωριστή ανάρτηση
  Υπάρχει επίσης και μια ταινία στην οποία οι 47 ronin αποτελούν τη συνέχεια. Είναι αυτή εδώ: Kazuo Mori, Samurai Vendetta (1959)
  Μια ιστορία αγάπης, με φοβερές σκηνές ξιφομαχίας. Η τελική σκηνή είναι εντυπωσιακή. Ο μονόχειρας σαμουράι Tange σκοτώνει τους περισσότερους εχθρούς του. Έρχεται πάνω στην ώρα ο Yasubei και σκοτώνει τους υπόλοιπους. Η Chiharu, την οποία έχουν πυροβολήσει, σέρνεται στο χιόνι και αρπάζει το χέρι του Tange. Έτσι, με σφιγμένα τα χέρια ξεψυχούν και οι δυο. Ο Yasubei με τους υπόλοιπους ronin εισβάλλουν στο σπίτι του Kira, για την εκδίκηση. Εξαιρετική ταινία. 



Σήμερα, δηλαδή χθες (2-1-2014), πριν 3 ώρες, είδα και την ταινία με τον Κιανού Ρηβς που έχει τίτλο «47 ρονίν» στα Village cinema, στο Mall. Πρόκειται για ταινία φαντασίας (δαίμονες, μια μάγισσα που μεταμορφώνεται σε αλεπού και στο τέλος σε δράκο), με το απαραίτητο για δυτική ταινία ερωτικό στοιχείο, και με εντυπωσιακές σκηνές μάχης στο τέλος, που δεν δικαιολογούν καθόλου πως από αυτή τη σύγκρουση βγήκαν ζωντανοί και οι 47 σαμουράι, για να αυτοκτονήσουν τελικά. Οι γιαπωνέζικες μου άρεσαν περισσότερο, αλλά αυτό μπορεί να είναι απλά ζήτημα γούστου.