Book review, movie criticism

Friday, July 31, 2015

13. Το πανηγύρι του χωριού μου



13. Το πανηγύρι του χωριού μου

  Στο χωριό μου, το Κάτω Χωριό Ιεράπετρας, δυο είναι οι εορταστικοί δείκτες που το σημαδεύουν: το Πάσχα και η γιορτή του προφήτη Ηλία. Για να μη χάσω την Ανάσταση και τη φουνάρα πέρασα στρατοδικείο όταν ήμουν φαντάρος-έχω γράψει την ιστορία αλλού. Επίσης κάνω τα αδύνατα δυνατά να βρίσκομαι στις 20 του Ιούλη στο χωριό μου, για να προλάβω το πανηγύρι. Πρόπερσι ήλθα ανήμερα, φέτος παραμονή.
  Έχω ξαναγράψει για το πανηγύρι του χωριού μου, μια ιστοριούλα ανάμεσα στις άλλες στο «Ο χορός της βροχής: οικολογικά παραμύθια και διηγήματα» που έχει τίτλο «Μες στου Μαγιού τις μυρωδιές». Αυτή τη φορά θα γράψω πάλι, όμως κατόπιν παραγγελιάς του φίλου μου του Γιώργη του Μανιαδάκη.
  Του Γιώργη, που προσπαθώ να ακολουθώ όσο μπορώ το μότο του: «χαλαρά».  
  Ο φίλος μου ο Σταύρος με τη γυναίκα του την Κατερίνα κλείνουν το τραπέζι. Φροντίζουν πάντα να καθόμαστε μπροστά στην πίστα ώστε να βλέπουμε τους χορευτές.
  Έτσι έγινε και φέτος.
  Κάθισα στην κορυφή του τραπεζιού, δίπλα ακριβώς από την πίστα. Είχα μαζί μου την κάμερα. Ευκαιρία να γράψω κάποιους χορούς από το πανηγύρι.
  Ξεκινάει ο Μαλεβιζιώτης, ο αγαπημένος μου χορός. Θα χορέψω στον επόμενο, σκέφτηκα, και άρχισα να γράφω.
  Ο χορός κράτησε πάνω από δεκαπέντε λεφτά. Εγώ ήμουν αφοσιωμένος, έτσι δεν έδωσα σημασία στον εκκωφαντικό ήχο των ηχείων. Όταν σταμάτησε είδα τον μέλλοντα πεθερό του φίλου μου να παραπονιέται για την έντασή τους ενώ είχε βουλώσει ήδη τα αυτιά του με χαρτοπετσέτα. Το ίδιο είχε κάνει και ο Σταύρος, το ίδιο έκανα κι εγώ στη συνέχεια.
  Για μένα όμως ήταν ήδη αργά. Το αριστερό μου αυτί το ένοιωθα περίεργα.
  Την επομένη, πρωί πρωί, περίμενα τον Κλεάνθη να μου βάλει στόκο στην ταράτσα, για τη ζέστη. Ο στόκος είναι μια άσπρη σκόνη που απλώνεται σαν ασβέστης και αντανακλά τον ήλιο το καλοκαίρι ώστε να δροσίζει το σπίτι, και παρασύρεται με την πρώτη φθινοπωρινή βροχή.
  Ο Κλεάνθης δεν ήλθε.
  Ευτυχώς.
  Και τώρα τι κάνουμε; Σκέφτομαι.
  Βρε δεν πάω στο νοσοκομείο να μου ρίξουν μια ματιά στο αυτί; Μπορεί να μου δώσουν κάποια θεραπεία για να επανέλθει.
  Έτσι και έκανα.
  Μόνο που τελικά δεν μου έδωσαν θεραπεία αλλά με έβαλαν μέσα για νοσηλεία.
  Κορτιζόνη και άγιος ο θεός. Βέβαια στο καινούριο ακουόγραμμα, μετά από τέσσερις μέρες, τα πράγματα ήταν κάπως καλύτερα. Όμως, όπως μου είπε ο γιατρός, θα συνέχιζα για ένα μήνα να παίρνω κάποια φάρμακα, και τα τελικά αποτελέσματα θα τα βλέπαμε στους έξι μήνες.
  Όμως ουδέν κακόν αμιγές καλού.
  Η κορτιζόνη ανεβάζει το ζάχαρο, κι εγώ είμαι σε προδιαβητικό στάδιο. Με έχουν προειδοποιήσει: αν δεν χάσεις βάρος θα γίνεις αργά ή γρήγορα διαβητικός.
  Ένας συμμαθητής μου έχασε 13 κιλά, όμως κατόπιν εορτής.
  Καθώς το ζάχαρο ανέβαινε μου έκαναν και ινσουλίνη. Εγώ τρόμαξα, η ινσουλίνη μπορεί να κάνει τα επινεφρίδια να υπολειτουργούν στο εξής και να γίνω κανονικά διαβητικός. Ο μόνος τρόπος για να το αντιμετωπίσω ήταν να τρώγω λιγότερο.
  Και πράγματι.
  Ήλθε μέρα που ήμουν μόνο με το πρωινό γάλα και ένα τυράκι.
  Έχασα πέντε κιλά σε μια βδομάδα.
  Πρόπερσι είχα χάσει επίσης πέντε κιλά, μετά από την προειδοποίηση του ενδοκρινολόγου μου. Αυτό μου στοίχισε αρκετές επισκέψεις στα new day και χίλια ευρώ.
  Στο θάλαμο ήμουν μόνος, όμως σε τέσσερις μέρες έφεραν δίπλα μου τον χωριανό μου τον Μιχάλη. Διαβητικός, του είχαν κάνει εγχείριση και του είχαν αφαιρέσει τα δυο μικρά δάκτυλα από το ένα του πόδι.
  Αυτό με τρομοκράτησε ακόμη περισσότερο.
  Ήξερα ότι κάποιοι διαβητικοί δεν την γλιτώνουν. Του Λουκά του έκοψαν το πόδι πάνω από τον αστράγαλο. Άλλο όμως είναι να ξέρεις και άλλο να βιώνεις, να το βλέπεις δίπλα σου.
  Δεν ήταν ο μόνος που ήλθε στο νοσοκομείο από προβλήματα που του προκάλεσε το ζάχαρό του. Ένας άλλος ήλθε γιατί ένα καρφί που του κάρφωσε στο πόδι «εκακοσύνεψε» και έπρεπε να του το καθαρίσουν. Μούγκριζε από τον πόνο όταν το καθάριζαν, μας είπε. Η αναισθησία δεν πιάνει όπου υπάρχει πύον.
  Περνούσα την ώρα μου διαβάζοντας.
  «Εσύ κάνεις διακοπές», μου λέει μια αδελφή.
  Διάβαζα σχεδόν ένα βιβλίο την ημέρα. Πιστεύοντας ότι θα έφευγα την Παρασκευή (είχα μπει μέσα την Τρίτη) είχα πάρει μαζί μου, από το «ράφι των τύψεων», το «Ζ» που ήδη είχα ξεκινήσει να διαβάζω, και τον «Φάουστ» που επίσης είχα αποφασίσει να διαβάσω. Ακόμη πήρα και τον «Τρίσταμ Σάντι» του Λώρενς Στερν, πάνω από επτακόσιες σελίδες, για να είμαι σίγουρος ότι δεν θα ξεμείνω.
  Ο γιατρός με ρώτησε αν θα ήθελα να φύγω ή να μείνω. Αν έμενα θα μου έδινε εξιτήριο την Τρίτη.
  Προτίμησα να μείνω.
  Ο φίλος μου ο Σταύρος (να τον ευχαριστήσω κι απ’ αυτές τις γραμμές) μου έφερε από το σπίτι μου κάποια ακόμη βιβλία. Του παράγγειλα να μου φέρει το επίσης ογκώδες «Τρυφερή είναι η νύχτα» του Φίτζεραλντ και τρία τέσσερα που θα ήταν δίπλα του. Βρισκόταν κυριολεκτικά σε ένα «ράφι των τύψεων», ράφι δηλαδή με βιβλία που είχα αγοράσει παλιά χωρίς να τα έχω διαβάσει. Έτσι διάβασα επίσης τα «Απαγορευμένα παιχνίδια» του Φρανσουά Μπουαγιέ και ξεκίνησα να διαβάζω για άλλη μια φορά τα «Σταφύλια της οργής» του Στάινμπεκ, σε εκείνη την εξαιρετική μετάφραση του Κοσμά Πολίτη που είχα διαβάσει και μαθητής, σε έκδοση της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας. Τους δυο τόμους στους οποίους ήταν αυτή η έκδοση τους είχα πάρει με ανταλλαγή από τη Μορφωτική Στέγη Ιεράπετρας, πέρυσι το καλοκαίρι. Αυτό το βιβλίο ήθελα οπωσδήποτε να το ξαναδιαβάσω.
  Για όλα αυτά τα βιβλία θα γράψω βιβλιοκριτική, όπως το συνηθίζω.
  Όμως δεν τέλειωσα με το πάθημά μου.
  Ο Μιχάλης όταν του εξήγησα για ποιο λόγο ήμουν μέσα, μου είπε ότι είχε πει σε μια παρέα στο καφενείο, το πρωί της γιορτής, βλέποντας να τακτοποιούνε τα τραπέζια:
  «Όσοι κάτσουνε στα μπροστινά τραπέζια στο γλέντι με τον Νίκο Ζωιδάκη θα δεινοπαθήσουν. Με την ένταση των ηχείων θα σηκωθούνε οι πλάκες της πλατείας». Για να μην το ξεχάσω τον έβαλα και μου το υπαγόρευσε μετά από δυο μέρες και το έγραψα σε μια κενή σελίδα του «Τρίσταμ Σάντι», απ’ όπου το αντιγράφω.
  Νίκο Ζωιδάκη, σε εκτιμώ σαν καλλιτέχνη, όμως γ.............................μώ τα ηχεία σου.
Καλά, θα μου πείτε, γιατί τόσες τελίτσες; Μια δεν έφτανε; Ήθελα να γράψω «γνώριζε καλά ότι αν ξαναπατήσεις στο χωριό μου, να σπάσω τολμώ τα ηχεία σου».
  Και κοίτα να δεις, έτοιμος να κάνω αυτή την ανάρτηση είπα να μεταφέρω στον υπολογιστή και τις εγγραφές που έκανα, να ανεβάσω ένα δείγμα στο youtube και να το παραθέσω με link. Οποία έκπληξη!!! Κανένας ήχος. Ως και το ηχείο της κάμεράς μου είχε κουφαθεί. Έσπασε η μεμβράνη του; Όμως μπροστά στο κάζο που έπαθα, ποιος νοιάζεται για την κάμερα.

…………………………………………………………………………………………………………………………………..
  Τελικά η κάμερα, πιο πονηρή από μένα, είχε βάλει αμέσως ωτοασπίδες. Τη δοκίμασα, δουλεύει. 
........................................................
Τελικά το πρόβλημα ήταν μάλλον με τον υπολογιστή μου. Ξανακοιτάζοντας τα βίντεο βλέπω ότι παίζουν. 
   
    
 
 

Thursday, July 16, 2015

Αθηνά Ραχήλ Τσαγκάρη, Attenberg



Αθηνά Ραχήλ Τσαγκάρη, Attenberg (2010).

  Έχω ένα αρχείο στο οποίο καταγράφω ταινίες για τις οποίες δεν κάνω ξεχωριστή ανάρτηση. Είδα την ταινία της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγκάρη μια εποχή που δεν έβλεπα παρά ελάχιστες ελληνικές ταινίες και δεν ήθελα να γράφω γι’ αυτές. Επειδή ο φίλος μου ο Hoji Fred μου ζήτησε τη γνώμη μου για την ταινία, είπα να αναρτήσω αυτό το ελάχιστο που έγραψα γι’ αυτήν και να τον ενημερώσω.

  Εκπληκτική ταινία, η κοπέλα που ζει με τον πατέρα της ο οποίος πρόκειται να πεθάνει από καρκίνο, το δέσιμο μαζί του και η υπέρβαση του συμπλέγματος της Ηλέκτρας με την πρώτη της σχέση.

Wednesday, July 15, 2015

Νασρεντίν Χότζας



Νασρεντίν Χότζας

Κάθετε ο Χότζας στο καφενείο και καπνίζει τον ναργιλέ του. Μαζί του είναι και ο φίλος του ο Φιντέλ. Κουβανός αυτός, καπνίζει πούρο. Ξαφνικά τον πλησιάζουν δυο φίλοι του και του ζητάνε να κρίνει ποιος έχει δίκιο. Και οι δυο έχουν σπουδάσει οικονομικά. Ο ένας του εκθέτει τα πλεονεκτήματα του Ναι στο επερχόμενο δημοψήφισμα, την ανάγκη να μείνουμε στην Ευρώπη κ.λπ. κ.λπ. Κάποια στιγμή τέλειωσε τον μακροσκελή λόγο του και ο Χότζας, αφού σκέφτηκε λιγάκι, του λέει: «Δίκιο έχεις». Μετά παίρνει το λόγο ο άλλος. Αρχίζει και αυτός να επιχειρηματολογεί με ένα μακρύ λόγο για την ανάγκη να αποδεσμευτούμε από τους ευρωπαίους, να γυρίσουμε στη δραχμή, κ.λπ. κ.λπ. Αφού μένει και πάλι για λίγο σκεφτικός ο Χότζας του λέει «Δίκιο έχεις». «Μα για στάσου», παρεμβαίνει έκπληκτος ο Φιντέλ, πώς γίνεται να έχουν και οι δυο δίκιο;». Σκέφτεται πάλι για λίγο ο Χότζας και λέει: «Κι εσύ δίκιο έχεις».
Τελικά ποιος έχει δίκιο;
Συνήθως σε τέτοιου είδους ζητήματα αποφαίνεται η ιστορία. Δηλαδή πάντα κατόπιν εορτής.

Monday, July 13, 2015

Γιασμίνα Χαντρά, Εξίσωση θανάτου



Γιασμίνα Χαντρά, Εξίσωση θανάτου (μετ. Γιάννης Στρίγγος), Καστανιώτης 2012, σελ. 323

Ο Γιασμίνα Χαντρά είναι ένας συγγραφέας που παρακολουθούμε. Έχουμε διαβάσει όλα τα έργα του που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά εκτός από το «Ο ψυχοπαθής με το νυστέρι» το οποίο οι εκδώσεις Καστανιώτη δεν επανέκδωσαν. Πρώτα πρώτα γράψαμε για το «Τρομοκρατικό κτύπημα», και στην ίδια ανάρτηση για τα προηγούμενά του τα οποία διαβάσαμε όμως μετά. Στη συνέχεια διαβάσαμε και γράψαμε ξεχωριστά για τις «Σειρήνες της Βαγδάτης», τον «Όλυμπο των αποκλήρων» και «Αυτό που η μέρα οφείλει στη νύχτα».
Ας μιλήσουμε πρώτα πρώτα για τον τίτλο, «Εξίσωση θανάτου». Το έργο δεν έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, πράγμα που μου επιτρέπει χρεώσω (ή να πιστώσω, ανάλογα πως το βλέπει κανείς) τη μετατροπή του γαλλικού τίτλου L'Équation africaine σε «Εξίσωση θανάτου» στον εκδοτικό οίκο.
Ο ιδεοψυχαναγκασμός μου να ανιχνεύω ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους σε πεζά κείμενα με έχει εγκαταλείψει, ή ίσως εγώ τον έχω εγκαταλείψει, έχοντας, πιστεύω, πείσει τους αναγνώστες μου ότι περνάει στα κείμενα ερήμην των συγγραφέων, δηλαδή εντελώς ασυνείδητα. Είναι σαν να ρέει στις φλέβες μας, ή σαν να βρίσκεται μέσα στα γονίδιά μας.
Ο άλλος ιδεοψυχαναγκασμός μου όμως δεν με έχει εγκαταλείψει, να υπογραμμίζω τις συμπτώσεις.
Την «Αφρικανική εξίσωση» όπως είπαμε ότι είναι ο γαλλικός τίτλος του μυθιστορήματος την ανακάλυψα τυχαία. Θα μπορούσα να την είχα επισημάνει πριν τρία χρόνια, όταν εκδόθηκε. Την ανακάλυψα μόλις τώρα, μια περίοδο που βλέπω Αφρικανούς σκηνοθέτες, σκηνοθέτες της μαύρης Αφρικής. Έχω ήδη παρουσιάσει τους Souleymane Cissé, Abderrahmane Sissako, Ousmane Sembène, Idrissa Ouedraogo, Djibril Diop Mambéty, Med Hondo και Cheick Oumar Sissoko, καθώς και τις ταινίες για την Αφρική του Jean Rouch και του Alain Renais. Επίσης πριν λίγες μέρες διάβασα το «Τόντα Ράμπα» του Καζαντζάκη στο οποίο ο ομώνυμος ήρωάς του, Αφρικανός, μπροστά στο φέρετρο του Λένιν φαντασιώνεται τον τόπο του, την Αφρική, αποικιοκρατούμενη τότε κατά το μεγαλύτερο μέρος της.
Ο Χαντρά τοποθετεί τις υποθέσεις των μυθιστορημάτων του σε περιοχές οι οποίες μαστίζονται από διάφορα προβλήματα, πράγμα που συχνά φαίνεται και από τους τίτλους. Εκτός από την πατρίδα του την Αλγερία έχει γράψει μυθιστορήματα για το Ισραήλ («Τρομοκρατικό κτύπημα»), το Ιράκ («Οι σειρήνες της Βαγδάτης») και το Αφγανιστάν («Τα χελιδόνια της Καμπούλ»). Στη συνέχεια ήταν η Αφρική.
Οι κεντρικοί ήρωες δεν είναι Αφρικανοί. Ο δόκτορ Κουρτ Κράουσμαν είναι Γερμανός. Με τον πάμπλουτο φίλο του Χανς Μάκενροτ κάνουν ένα ταξίδι αναψυχής. Με το ιστιοφόρο του Χανς, έχοντας ως πλήρωμα έναν Φιλιππινέζο, περνάνε το Σουέζ και κατευθύνονται προς τις ακτές της ανατολικής Αφρικής. Έξω από τις σουδανικές ακτές καταλαμβάνουν το σκάφος τους πειρατές και τους αιχμαλωτίζουν. Τους οδηγούν σε ένα καταφύγιο όπου συναντούν έναν γάλλο ανθρωπολόγο, τον Μπρούνο, επίσης αιχμάλωτό τους. Μέσα από τις περιπέτειες που περνάνε μαθαίνουμε για την κατάσταση της Αφρικής σε ένα ιδιαίτερα «πολυφωνικό» μυθιστόρημα, για να θυμηθούμε τον Μιχαήλ Μπαχτίν. Ξεχωριστή είναι η «φωνή» του Ζομά, που πριν μεταμορφωθεί σε αιμοσταγή πειρατή ήταν ένας ευαίσθητος ποιητής του οποίου η ποιητική συλλογή «Το μαύρο φεγγάρι» (θα διαβάσουμε δυο ποιήματά της) είχε τύχει ιδιαίτερα ευνοϊκής αποδοχής από κριτικούς και κοινό, και είχε μάλιστα βραβευθεί. Το μίσος του για τους νεοαποικιοκράτες λευκούς και τα τσιράκια τους (τι λέω τώρα) τον οδήγησε να παρατήσει το ραφτάδικό του, και με τον παραγιό του να προσχωρήσουν στο αντάρτικο.
Την περιοχή λυμαίνονται διάφορες ομάδες, που δεν είναι πάντα εύκολο να ξεχωρίσεις ποιες είναι αντάρτικες και ποιες κοινές ληστοσυμμορίες. Εξάλλου και μέσα στις αντάρτικες ομάδες δεν είναι ξεκάθαρα τα κίνητρα του καθενός.
Οι αντάρτες πόλεων ληστεύουν τράπεζες για να χρηματοδοτήσουν τον αγώνα τους. Οι αφρικανοί αντάρτες πιάνουν ευρωπαίους ως όμηρους για να χρηματοδοτήσουν με τα λύτρα τον δικό τους αγώνα. Στη συγκεκριμένη ομάδα όμως οι αρχηγοί την κοπάνησαν με το παραδάκι αφήνοντας μόνο και έρημο τον Ζομά. Δεν θέλει να το πιστέψει, όμως το πιστεύουν οι τέσσερις άντρες που του έμειναν εκτός από τον παραγιό του, ο οποίος είναι ο μοναδικός που φαίνεται να μην έχει χάσει την ανθρωπιά του. Όταν οι τέσσερις αυτοί το σκάνε με ένα τζιπ, τα πράγματα παίρνουν μια δραματική τροπή που οδηγεί στο θάνατο του Ζομά και του παραγιού του.
Ο Κουρτ και ο Μπρούνο – μια άλλη «φωνή» που εκφράζεται γεμάτη θαυμασμό για την Αφρική – είναι επιτέλους ελεύθεροι. Όμως θα περάσουν μια καινούρια περιπέτεια πριν καταφέρουν να φτάσουν σε ένα στρατόπεδο προσφύγων.
Εκεί τον Μπρούνο θα τον εντοπίσει η σύντροφός του και πρόκειται να συναντηθούν σύντομα. Κυκλοφορούσε χρόνια χωρίς χαρτιά, όμως θα καταφέρει να πάρει καινούρια από τη γαλλική πρεσβεία και έτσι θα μπορεί να μείνει στην αγαπημένη του Αφρική.
 Ο Κουρτ θα συναντήσει την Έλενα που εργάζεται για τους πρόσφυγες. Το ειδύλλιο αναπτύσσεται, αλλά δεν φαίνεται να έχει μέλλον μια και ο Κουρτ θα επαναπατριστεί. Γυρνάει στην πατρίδα του, και βυθίζεται όλο και περισσότερο στην κατάθλιψη.
Γιατί;
Διότι και το ταξίδι που του πρότεινε ο φίλος του – ο οποίος τελικά θα σκοτωθεί σε μια συμπλοκή των ανταρτών με κυβερνητικές δυνάμεις οι οποίες δεν είχαν αντιληφθεί ότι ανάμεσά τους υπήρχε και ένας όμηρος – ήταν για να τον βγάλει από την κατάθλιψη στην οποία είχε βυθιστεί μετά την αυτοκτονία της γυναίκας του.
Η αυτοκτονία της μου φαίνεται σαν αδυναμία στο μυθιστόρημα.
Η γυναίκα αυτή, όπως και η γυναίκα του γιατρού (παρεμπιπτόντως και ο Κουρτ είναι γιατρός) στο «Τρομοκρατικό κτύπημα», κάτι του κρύβει. Εκείνη, την συμμετοχή της στο παλαιστινιακό αντιστασιακό κίνημα που την οδήγησε να ζωστεί εκρηκτικά και να σκορπίσει το θάνατο. Αυτή, την τρικλοποδιά που της έβαλαν στη δουλειά με αποτέλεσμα να χάσει μια προνομιακή διευθυντική θέση για την οποία όλοι την θεωρούσαν φαβορί.
Μα είναι δυνατόν να είναι τόσο ερωτευμένοι και να του κρύβει ένα τέτοιο πρόβλημα; Και προπαντός είναι δυνατόν να του κρύβει το ψυχολογικό λούκι που περνάει, ακόμη και αν δεν τον αγαπάει; Αυτός, βλέποντάς την απόμακρη και μη ξέροντας το λόγο, βρίσκεται όλο αυτό το διάστημα σε φοβερή ανησυχία.
Εν τάξει, σ’ αυτές τις περιπτώσεις λέω πάντα «Ήταν στραβό το κλήμα, το ’φαγε κι ο γάιδαρος», εννοώντας με το κλήμα μια προδιάθεση στην κατάθλιψη. Όμως μυθιστορηματικά δεν πείθει. Νομίζω ο Χαντρά παρασύρθηκε από το «Τρομοκρατικό κτύπημα», που είχε τέτοια επιτυχία ώστε γυρίστηκε και ταινία. Ο θάνατος της γυναίκας του σε ένα ατύχημα, ένα τροχαίο για παράδειγμα, και μάλιστα για το οποίο ο ίδιος θα ήταν υπεύθυνος, θα με έπειθε περισσότερο για την κατάθλιψή του.
Αναφέρθηκα στον Καζαντζάκη πιο πάνω. Έχω γράψει πάρα πολλές κριτικές για βιβλία του, και βάζοντάς τις πρόσφατα στη φόρμα με την οποία εξέδωσα το «Μυστικό των εξωγήινων» είδα ότι πιάνουν 130 τόσες σελίδες, δηλαδή κάλλιστα θα μπορούσαν να εκδοθούν σε ένα μικρό τόμο. Ελπίζω αυτό να γίνει κάποια στιγμή.
Σε μια τουλάχιστον απ’ αυτές τις κριτικές έχω αναφερθεί στον «ηρωικό πεσιμισμό» του Καζαντζάκη. Έναν ανάλογο ηρωικό πεσιμισμό βλέπω και στον Χαντρά. Η διαφορά είναι ότι ο ηρωικός πεσιμισμός του Καζαντζάκη είναι μεταφυσικός. Πρέπει να αγωνιζόμαστε για μια ζωή που κανένα υπερπέραν δεν της δίνει νόημα ώστε να τη νοηματοδοτήσουμε εμείς. Υπαρξιστική αντίληψη, αν δεν ήταν τόσο απαισιόδοξη («δεν ελπίζω τίποτα…»). Εξάλλου ο υπαρξισμός (του Σαρτρ τουλάχιστον) μιλάει για νοηματοδότηση της ζωής μέσω των επιλογών που κάνουμε και όχι μέσω του αγώνα, χωρίς να τον αποκλείει φυσικά.
Ο ηρωικός πεσιμισμός του Χαντρά δεν είναι καθόλου μεταφυσικός. Ο πεσιμισμός του δεν οφείλεται στη μεταφυσική έλλειψη νοήματος της ζωής αλλά στα βάσανα που περνάει ο σύγχρονος άνθρωπος, σε κάθε μήκος και πλάτος της γης και σε όλα τα κοινωνικά στρώματα.
Και το ηρωικός;
Παραθέτω ένα απόσπασμα από το «Αυτό που η μέρα οφείλει στη νύχτα», και με το οποίο κλείνω τη βιβλιοπαρουσίασή μου:
«Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, πήρα το λεωφορείο και επέστρεψα στο Ρίο, αποφασισμένος να ξεριζώσω την καρδιά μου με τα ίδια μου τα χέρια αν έπιανα ξανά τον εαυτό μου να κλαίει τη μοίρα του» (σελ. 253).
Και από το παρόν βιβλίο:
«Ο Αφρικανός ξέρει πως η ζωή είναι το πολυτιμότερο αγαθό του. Η θλίψη, οι χαρές και η αρρώστια είναι απλώς μαθήματα. Ο Αφρικανός παίρνει τα πράγματα όπως έρχονται, χωρίς να τους δώσει μεγαλύτερη σημασία απ’ όση αξίζουν. Μπορεί να πιστεύει πως υπάρχουν θαύματα, αλλά δεν απαιτεί να τα δει να γίνονται κιόλας. Αρκείται στον εαυτό του, καταλαβαίνετε; Η σοφία του αντισταθμίζει τις αντιξοότητές του» (σελ. 214). Είναι η «φωνή» του Μπρούνο.
Και ένα ακόμη, του Ζομά του ποιητή, με το οποίο και τελειώνει το βιβλίο.
«Ζήσε το κάθε σου πρωινό σα να ’τανε το πρώτο
Τύψεις, κακά, στο παρελθόν ας φύγουν με τ’ αγέρι
Ζήσε την κάθε μέρα σου σαν να ’ταν τελευταία
Γιατί τι φέρνει το αύριο κανείς μας δεν το ξέρει».
Θα μπορούσα να αναφέρω και κάποιο ανάλογο απόσπασμα από ένα μεγάλο φιλόσοφο ή συγγραφέα, θα ήταν πιο σικ, αλλά δεν μου έρχεται στο νου. Μπορεί και να μην ξέρω. Στο νου μου όμως έρχεται η λαϊκή σοφία (να τονε πάλι ο δεκαπεντασύλλαβος), ελληνική σοφία αυτή τη φορά, που λέει: Και με τα χίλια βάσανα πάλι η ζωή γλυκιά ’ναι.
Πρέπει να την έχουμε πάντα σαν οδηγό, ιδιαίτερα αυτή την εποχή της κρίσης.
Θέλοντας να μας εμπνεύσει την αγάπη για τη ζωή παρά τα τόσα βάσανά της ο Χαντρά δίνει αισιόδοξο τέλος στην ιστορία του. Ο Κουρτ παίρνει ένα e-mail από την Έλενα, «κρυπτογραφικό» αλλά ξεκάθαρο στο νόημα: «Σ’ αγαπώ». Απαντάει αμέσως: «Έρχομαι».
Και πήγε.
Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς δεν ξέρουμε ακόμη, είναι Δευτέρα πρωί 13-7-2015, και το eurogroup δεν έχει αποφασίσει ακόμη για τη μοίρα μας.