Book review, movie criticism
Saturday, May 23, 2009
Μάρκος Μέσκος: Τα πεζογραφήματα της νοσταλγίας
Tuesday, May 19, 2009
Venus Khoury Ghata, 7 Πέτρες για τη μοιχαλίδα
Maryam Namazie 8 March women's right Islam veil Hejab hijab
Venus Khoury Ghata, 7 Πέτρες για τη μοιχαλίδα, Λιβάνης 2008, σελ. 230
(Δημοσιεύτηκε στο Λέξημα)
Η συναρπαστική ιστορία μιας γυναίκας που καθώς βιάζεται από κάποιον ξένο, καταδικάζεται σε θάνατο με λιθοβολισμό. Παρότι είναι χωρισμένη, αντιμετωπίζεται ως μοιχαλίδα.
Δεν πέρασε καλά καλά ενάμισης μήνας που αναρτήσαμε στο Λέξημα την παρουσίασή μας για το «7 Ψυχές 7 ζωές» και παρουσιάζουμε τώρα ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα που βρήκαμε τυχαία σε ένα βιβλιοπωλείο, το «7 Πέτρες για τη μοιχαλίδα» της Λιβανέζας μυθιστοριογράφου και ποιήτριας Venus Khoury Ghata. Το αναφέρουμε για την σύμπτωση του 7 που, ως γνωστό, θεωρείται ιερός αριθμός.
Η Venus Khoury Ghata (1937-), μις Βηρυτός στα 18 της, άρχισε να γράφει ποίηση στα 29 της. Το 1973, μετά το γάμο της με το δεύτερο σύζυγό της γιατρό Jean Ghata εγκαταστάθηκε στη Γαλλία, και από τότε άρχισε να γράφει όλο και περισσότερο στα γαλλικά.
Θα την πετροβολήσουν τελικά τη μοιχαλίδα; Πάνω σε αυτό το σασπένς οικοδομείται το μυθιστόρημά της, ένα μυθιστόρημα ολοφάνερα φεμινιστικό, που καταδικάζει την θέση της γυναίκας στο μουσουλμανικό κόσμο.
Από ενδοκειμενικές ενδείξεις συμπεραίνουμε ότι η υπόθεση του έργου διαδραματίζεται σε ένα χωριό στην Αιθιοπία, στα όρια του Σαχέλ, λίγο πριν και λίγο μετά την ανατροπή του καθεστώτος του κομμουνιστή ηγέτη Μεγκίστου Χαϊλέ Μαριάμ, το 1991. Το χωριό έχει πληγεί από την ξηρασία, και οι κάτοικοί του στηρίζονται στην ανθρωπιστική βοήθεια μιας γαλλικής αποστολής για την επιβίωσή τους. Η Venus Khoury Ghata, αναφέροντας το μαροκινό νόμισμα, το ντίρχαμ (να προέρχεται άραγε η λέξη από τη δραχμή;), είναι σαν να μας λέει ότι η υπόθεση θα μπορούσε να διαδραματίζεται και νότια του Μαρόκου, μια και το Σαχέλ εκτείνεται, σαν μια στενή λουρίδα, από ανατολικά μέχρι δυτικά της Αφρικής. Ίσως θέλει έτσι να τονίζει έτσι τον μετωνυμικό χαρακτήρα του έργου (o Roman Jakobson θεωρεί την πεζογραφία σαν μια τεράστια μετωνυμία της πραγματικότητας, και την ποίηση σαν μια τεράστια μεταφορά), ότι δηλαδή η υπόθεση θα μπορούσε να διαδραματίζεται οπουδήποτε στην Αφρική, σε εξαθλιωμένους μουσουλμάνικους πληθυσμούς.
Η αφηγήτρια είναι μια γαλλίδα, που εγκαταλειμμένη από τον εραστή της καταφεύγει σε μια ανθρωπιστική οργάνωση για να ξεφύγει από τη μοναξιά της. Η Νουρ, εγκαταλειμμένη και αυτή από τον άνδρα της και τους τρεις γιους της, θα βιαστεί από έναν λευκό και θα μείνει έγκυος. Σύμφωνα με τη σαρία, το μουσουλμανικό δίκαιο, πρέπει να εκτελεστεί με λιθοβολισμό. Η Αμίνα, μια ταλαιπωρημένη γεροντοκόρη με λίγο σαλεμένα τα μυαλά της που βοηθάει την αποστολή, θα βρεθεί στο πλάι της αφηγήτριας και της Νουρ. Η Νουρ το σκάει, η Αμίνα την ακολουθεί λίγο μετά. Το πλήθος καταφέρνει να φτάσει την Αμίνα και την κλωτσάει αλύπητα. Την σέρνουν μισοπεθαμένη μέχρι το χωριό, και φτάνοντας βλέπουν ότι έχει ξεψυχίσει. Η αφηγήτρια ξεφεύγει από μια πιθανή παρόμοια μοίρα, και συναντάει, την επομένη της ανατροπής του καθεστώτος, την Αμίνα με το παιδί της (είχε γεννήσει μόνη στο βουνό) στα γραφεία μιας γυναικείας οργάνωσης στην πόλη. Η Αμίνα θα φύγει και θα της αφήσει το παιδί.
Στην αφήγηση της γαλλίδας, με συχνά εφέ αποστροφής στον εαυτό της που είναι ο αποδέκτης, παρεμβάλλεται η αφήγηση της Αμίνας, που μέσω και της δικής της εστίασης αποκτάει ο αναγνώστης μια πληρέστερη εικόνα της κατάστασης.
Το κυριότερο υφολογικό στοιχείο του βιβλίου, που μάλλον είναι ανθρωπολογικό, είναι η συχνή χρήση παροιμιών και παρομοιώσεων. Η συχνή χρήση παροιμιών στο λόγο είναι κάτι που απαντάται συχνά σε αγροτικούς πληθυσμούς. «Ο Αμπντούλ, συνειδητοποιείς ύστερα από μισή μέρα συναναστροφής και τρεις ώρες γάμου, εκφράζεται μόνο με παροιμίες που δεν κάνει τον κόπο να εξηγήσει» (σελ. 73, ένα παράδειγμα αποστροφής εις εαυτόν). Οι πολλές παρομοιώσεις που υπάρχουν στο κείμενο υποπτευόμαστε ότι μάλλον είναι χαρακτηριστικό της μουσουλμανικής αγροτικής κουλτούρας. Διαβάσουμε για παράδειγμα: «Τα παιδιά παραμένουν κίτρινα σαν την άμμο, σαν το χαμσίνι, σαν το τρίχωμα των σκύλων του Χούφ» (σελ. 108) Και πιο κάτω: «Είσαι το ίδιο μόνη μ’ εκείνη, μόνη σαν το φεγγάρι ανάμεσα στ’ αστέρια, μόνη σαν την κατσίκα της Νουρ που της απαγορεύεται να βόσκει με τις όμοιές της» (σελ 126).
Η κεντρική γραμμή αφήγησης αποτελεί την κύρια καταγγελία, την καταγγελία για τον λιθοβολισμό των γυναικών, αλλά με δευτερεύοντα επεισόδια η Venus Khoury Ghata διευρύνει τις κατηγορίες της. Έτσι έχουμε τον πατέρα που βιάζει την κόρη του η οποία μένει έγκυος, και για να μην κατηγορηθεί την ρίχνει σε ένα πηγάδι και την πνίγει. «Αλλά ούτε ο καδής ούτε ο σεΐχης θα τον οδηγήσουν ενώπιον της δικαιοσύνης: η ζωή της κόρης του του ανήκει. Έχει το ελεύθερο να την αφαιρέσει» (σελ. 156).
Συνεχίζουμε με άλλα αποσπάσματα: «… να διώξει την πρώτη του γυναίκα και να την αντικαταστήσει με μια τέταρτη» (σελ. 58). Ο μουσουλμάνος δεν μπορεί να έχει πάνω από τέσσερις γυναίκες. Τη γυναίκα την αγοράζει, αλλά οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να της πει τρεις φορές «σε χωρίζω, σε χωρίζω, σε χωρίζω» παρουσία μαρτύρων, και πήρε αυτόματα διαζύγιο. Οι μουσουλμάνοι που έχουν 50 παιδιά και 20 γυναίκες τα έχουν αποκτήσει με αυτό τον τρόπο: χωρίζουν την πρώτη, μένουν τρεις, και παίρνουν «…μια τέταρτη, που το σώμα της δε θα ’χει χαλάσει από τις γέννες» (σελ. 58). «Άοπλες απέναντι στους νόμους των ανδρών, οι γυναίκες καταφεύγουν σε οποιαδήποτε μπλόφα, πλαστογραφία, πονηρία τους κατέβει στο κεφάλι» (σελ. 63). «Ένας γάμος μούταα, πληρωμένος τοις μετρητοίς για όσο διαρκέσει η επίσκεψη, και μόλις βγείτε έξω ο καθένας θα ξαναπάρει το δρόμο του» (σελ. 66). Στο Ισλάμ ο γάμος δεν είναι μυστήριο, όπως στο χριστιανισμό, αλλά συμβόλαιο. Και επειδή μια γυναίκα δεν μπορεί να πηγαίνει πουθενά ασυνόδευτη, όπως και «οι ασυνόδευτες γυναίκες δεν γίνονται δεκτές στα ξενοδοχεία» (σελ. 66), η αφηγήτρια παντρεύτηκε για λίγες ώρες τον οδηγό του πούλμαν, έναν καλοκάγαθο άνθρωπο, προκειμένου να τη συνοδεύσει για να δει τον μουλά, να τον παρακαλέσει να αναβληθεί ο λιθοβολισμός της Αμίνας μέχρι να γεννήσει. Ο τέτοιου τύπου γάμος, έχω διαβάσει αλλού, είναι η νόμιμη μορφή πορνείας στο Ισλάμ. Ο Αμπντούλ ο οδηγός έχει ήδη τέσσερις γυναίκες, όμως «η πέμπτη, που απαγορεύεται από το Κοράνι, δεν θα μετρήσει. Το μούταα είναι μια παρωδία γάμου» (σελ. 67). Ο μουλάς λέει: «Οι γυναίκες μας δεν σκέπτονται, έστω και αν μιλούν. Απλώς υπάρχουν, και αυτό αρκεί για την ευτυχία τους. Είναι χρήσιμες για την τεκνοποίηση» (σελ. 72). «Ο άνθρωπος αυτός αξίζει να πάει στον παράδεισο με τα εβδομήντα ουρί, που έχει υποσχεθεί ο προφήτης» (σελ. 225). Το άκουσα σε ντοκιμαντέρ, από μέλος της ιρακινής αντίστασης: θα πάω στον παράδεισο όπου με περιμένουν 70 ουρί. Για τις γυναίκες δεν προβλέπεται τίποτα.
Υπάρχουν βέβαια και αρκετά ανθρωπολογικά στοιχεία που δεν συνδέονται υποχρεωτικά με το Ισλάμ. Η Νουρ, για κάθε σπόρο που φυτεύει στην αυλή της, «…φτύνει το διάβολο, που είναι ικανός να κάνει τα λαχανικά της να φυτρώσουν ανάποδα» (σελ. 93). «Εκατό μπαστουνιές τρώει όποια αρνιέται να δοθεί στον άντρα της» (σελ. 97). Αυτό δεν ξέρω αν βρίσκεται στη σαρία ή είναι τοπικό έθιμο.
Θα ήθελα εδώ να επισημάνω ότι ο λιθοβολισμός δεν οφείλεται στο ότι οι καθυστερημένες περιοχές βρίσκονται μακριά από την πρωτεύουσα: «Το Χουφ απορρίπτει τους νόμους της Δημοκρατίας». Της Δημοκρατίας του Μεγκίστου, γιατί μετά την ανατροπή του, όπως μας υποδηλώνεται σε κάποια σημεία του βιβλίου, οι ισλαμιστές πήραν το πάνω χέρι. Ο λιθοβολισμός μπορεί μια χαρά να γίνεται και με τις ευλογίες της κεντρικής εξουσίας. Ένα από τα banner που έχω στο blog μου, banner της Διεθνούς Αμνηστίας, είναι, «Ας βάλουμε τέλος στους λιθοβολισμούς». Η Διεθνής Αμνηστία με παρότρυνε στην ανάρτησή του μετά από έναν προγραμματισμένο λιθοβολισμό στο Ιράν.
Δεν θυμάμαι πού το διάβασα, και πού συμβαίνει: η μοιχαλίδα χώνεται σε μια τρύπα στο έδαφος και σκεπάζεται με χώμα μέχρι το λαιμό, ενώ ο μοιχός μέχρι τη μέση. Έτσι υπάρχει γι αυτόν η δυνατότητα να βγει από την τρύπα πριν σκοτωθεί από τις πέτρες.
Κλείνοντας να υπογραμμίσουμε όμως ότι το ενδιαφέρον του βιβλίου δεν βρίσκεται μόνο στη στράτευσή του στην υπόθεση της υπεράσπισης της γυναίκας στο Ισλάμ. Είναι εξαίρετο και σαν λογοτεχνία.
Monday, May 18, 2009
Άκι Καουρισμάκι, Η γυναίκα με τα σπίρτα (1990)
Ένας σκηνοθέτης ξεχωρίζει πάντα όταν διαθέτει μια ιδιαίτερη αφηγηματική τεχνική. «Η γυναίκα με τα σπίρτα» είναι η δεύτερη ταινία που βλέπω του Καουρισμάκι, ενώ η πρώτη ήταν Leningrand cowboys go to America. Είναι και αυτός σαν τον Αγγελόπουλο, μουγγός. Τα περισσότερα λόγια της ταινίας δεν τα προφέρουν οι πρωταγωνιστές, αλλά ακούγονται από την τηλεόραση ή είναι λόγια τραγουδιών. Η έλλειψη του λόγου αναπληρώνεται με την εκφραστικότητα του προσώπου, ενώ παράλληλα οδηγεί σε κάποιο στυλιζάρισμα. Στα πλάνα επικρατεί περισσότερο η ακινησία παρά η κίνηση.
Τόσο οι καουμπόηδες όσο και η γυναίκα με τα σπίρτα είναι «ταπεινωμένοι και καταφρονεμένοι». Την ασχημούλα εργάτρια στην βιοτεχνία σπίρτων δεν την σηκώνει κανείς να χορέψει. Ο φίλος της την έχει μόνο για το σεξ, και κάποια στιγμή την παρατάει, με ένα ολότελα άκομψο και περιφρονητικό τρόπο. Στη συνέχεια μαθαίνει ότι είναι έγκυος, και είναι αποφασισμένη να κρατήσει το παιδί. Αυτός τη συμβουλεύει να το ρίξει. Η μητέρα της με τον εραστή της τη διώχνουν από το σπίτι. Αποδιωγμένη, αποφασίζει να εκδικηθεί. Αγοράζει ποντικοφάρμακο και αρχίζει να εξοντώνει έναν ένα αυτούς που της έκαναν κακό. Ακόμη και ένας που της κολλάει σε ένα μπαρ δεν γλιτώνει. Η ταινία τελειώνει με δυο αστυνομικούς να τη συλλαμβάνουν.
Μου αρέσει ο Καουρισμάκι, θα δω και όποιες άλλες ταινίες καταφέρω να γράψω από την τηλεόραση.
Άκι Καουρισμάκι, Η γυναίκα με τα σπίρτα (The match factory girl, 1990)
Δεν μπόρεσα να δω στη δημοσιογραφική προβολή τα "Πεσμένα φύλλα" που παίζονται από σήμερα στους κινηματογράφους, και είπα να δω μια ταινία του, απλά για να ανακοινώσω την προβολή της.
Τον Καουρισμάκι πολύ θα ήθελα να τον δω πακέτο, όμως δεν με παίρνει ο χρόνος. Αν είναι να ξαναδώ πακέτο κάποιον σκηνοθέτη, αυτός θα είναι ή ιρανός ή κινέζος, ή κάποιος που έχει γυρίσει ελάχιστες ταινίες. Εξάλλου του Καουρισμάκι έχω δει αρκετές ταινίες του παλιά, αν και έχω γράψει μόνο για τρεις. Και φυσικά τη «Γυναίκα με τα σπίρτα» την είχα ξαναδεί.
Η «Γυναίκα με τα σπίρτα» είναι ένα ασχημούτσικο κορίτσι που δουλεύει σε ένα εργοστάσιο κατασκευής σπίρτων. Δεν την προσέχουν οι άντρες, σε ένα χορό δεν βρίσκεται κανείς να τη χορέψει.
Και ξαφνικά βρίσκεται ένας.
Και θα αρχίσει μια σχέση μαζί του.
Που ο ίδιος δεν την βλέπει καθόλου σοβαρά. Μάλιστα κάποια στιγμή τη διώχνει.
Όμως αυτή έχει μείνει έγκυος.
Του το λέει.
Να το ξεφορτωθείς.
Της δίνει και λεφτά.
Οι γονείς της, όταν το μαθαίνουν, την πηγαίνουν για έκτρωση, όμως της λένε να φύγει από το σπίτι.
Την περιμαζεύει ένας μπάρμαν, φίλος της.
Κάποια άλλη στη θέση θα βυθιζόταν στην κατάθλιψη, κλαίγοντας τη μοίρα της.
Κάποια άλλη θα έριχνε βιτριόλι στο πρόσωπο του αγαπημένου που την παράτησε.
Κάποια άλλη θα αυτοκτονούσε.
Διάβασα ότι η αυτοκτονία είναι μια επιθετικότητα που αντί να στραφεί προς τα έξω στρέφεται προς τα μέσα.
Σ’ αυτήν στρέφεται προς τα έξω.
Αγοράζει ποντικοφάρμακο, το διαλύει σε νερό, και το ρίχνει στο ουίσκι που πίνει ο αγαπημένος που δεν είναι πια αγαπημένος, στο μπουκάλι το νερό από όπου θα πιουν οι γονείς της (τη δέχτηκαν σαν επισκέπτρια, τους μαγείρεψε), και στο ποτό ενός άντρα που πήγε να της κολλήσει σε ένα μπαρ.
Στην τελευταία σκηνή της ταινίας, βουβή, βλέπουμε δυο αστυνομικούς να τη συλλαμβάνουν χωρίς η ίδια να διαμαρτύρεται.
Το κύριο υφολογικό στοιχείο του Καουρισμάκι είναι η αγγελοπουλική μούγκα. Ιδιαίτερα στην αρχή της ταινίας, ο μόνος λόγος που ακούμε είναι του εκφωνητή ειδήσεων στην τηλεόραση, που αναφέρεται στα γεγονότα της εξέγερσης των φοιτητών στην Πλατεία Tien Anmen.
Αξίζει να αναφέρουμε ότι η ταινία ξεκινάει με πλάνα από τις μηχανές του εργοστασίου, καθώς δουλεύουν. Βλέπουμε και την κοπέλα στη γραμμή παραγωγής, να ελέγχει τα κουτιά τα σπίρτα. Μου θύμισε τους «Μοντέρνους καιρούς» του Τσάπλιν.
Sunday, May 17, 2009
Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Ο σωσίας
Ο Μανώλης ο Πρατικάκης μου μίλησε με ενθουσιασμό γι αυτό το βιβλίο. Το να μιλάνε οι μελετητές του Ντοστογιέφσκι για την διεισδυτικότητά του στον ανθρώπινο ψυχισμό («βαθύς ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής» γράφεται στο οπισθόφυλλο), το να θεωρείται από πολλούς ως πρόδρομος της ψυχανάλυσης είναι άλλο πράγμα, και άλλο πράγμα ένας ψυχίατρος, παρεμπιπτόντως και ποιητής βραβευμένος με κρατικό βραβείο ποίησης, να σου λέει ότι ο Ντοστογιέφσκι σ’ αυτό το έργο περιγράφει με καταπληκτική ακρίβεια ένα ψυχοπαθολογικό σύνδρομο, το σύνδρομο του σωσία. Έτσι, όταν βρήκα το βιβλίο στην Πρωτοπορία, και μάλιστα σε προσφορά (3.90 ευρώ), το αγόρασα. Έμεινε και αυτό για κάμποσο καιρό στο «ράφι των τύψεων», ή μάλλον σε ένα από τα ράφια των τύψεων, αυτό που ήταν συνεχώς μπροστά στα μάτια μου, και προχθές το ανέσυρα. Σήμερα το τέλειωσα.
Το έργο, διαβάζω στο οπισθόφυλλο, το έγραψε ο Ντοστογιέφσκι το 1846, σε ηλικία 25 χρόνων. Στο οπισθόφυλλο επίσης διαβάζω ότι «περιέχει εν σπέρματι τις αρετές που φανερώνονται στα πασίγνωστα, μεταγενέστερα μυθιστορήματά του: Έγκλημα και τιμωρία, Δαιμονισμένοι, Αδελφοί Καραμάζωφ». Εμένα περισσότερο μου θυμίζει το «Υπόγειο», που διάβασα πρόσφατα, και τους «Ταπεινωμένους και καταφρονεμένους», που διάβασα έφηβος. Είναι χαρακτηριστική η παριολατρεία του, την οποία συμμερίζονται και κάποιοι έλληνες συγγραφείς στους οποίους αναφέρομαι στο διδακτορικό μου (κυρίως Παύλος Μάτεσις και Γιώργος Σκούρτης). Αν και ο ήρωας, ο Γιάκοβ Πέτροβιτς Γκολιάτκιν, δεν είναι ακριβώς παρίας, είναι δημόσιος υπάλληλος, όμως ο ταραγμένος ψυχισμός του που τον οδηγεί σε ενέργειες με τις οποίες γελοιοποιείται συνεχώς τον κατατάσσει στην κατηγορία του παρία.
Ένας εικοσιπεντάχρονος συγγραφέας δεν ήταν δυνατόν παρά να μιμηθεί τον κορυφαίο εκείνη την εποχή των ρωσικών γραμμάτων, τον Νικολάι Γκόγκολ. Ο εσωτερικός μονόλογος (οι σελίδες 158-160 είναι οι πιο χαρακτηριστικές) και η τελική κατάληξη του ήρωα στο φρενοκομείο παραπέμπουν στο «Ημερολόγιο ενός τρελού». Παραθέτουμε ένα χαριτωμένο απόσπασμα.
«Σήμερα, την εποχή του ατομικισμού, κυρία μου, τα γλυκόλογα είναι ξεπερασμένα. Έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί οι μέρες του Ζαν Ζακ Ρουσσώ. Σήμερα, για παράδειγμα, ο άνδρας γυρίζει στο σπίτι από τη σκληρή δουλειά και λέει: ‘Να φάμε λιγάκι, κούκλα μου, και λίγη ρέγγα, και να πιούμε και μια βότκα’, κι εσύ πρέπει να έχεις έτοιμη τη ρέγγα και τη βότκα. Ο άνδρας σου θα χαρεί πολύ, κι ούτε που θα γυρίσει να σε κοιτάξει, μόνο θα πει: ‘Άντε στην κουζίνα, γλυκιά μου, κι ετοίμασε να φάμε’. Κι ίσως μια φορά τη βδομάδα σου δώσει και κανένα φιλάκι, μάλλον αδιάφορο φιλάκι… Έτσι είναι σήμερα τα πράγματα, αγαπητή μου κυρία» (σελ. 159).
Η ψυχολογική κατάσταση του ήρωα φαίνεται από την αρχή της ιστορίας. Τον βλέπουμε να επισκέπτεται έναν γιατρό, ο οποίος τον συμβουλεύει: «Μην περιφρονείτε τις απολαύσεις της ζωής. Πηγαίνετε στο θέατρο και στη λέσχη, και, γενικά, μη φοβάστε να πιείτε κι ένα ποτηράκι. Δεν είναι καλό να κάθεστε συνέχεια στο σπίτι…» (σελ. 15). Επίσης του λέει να συνεχίσει να παίρνει τα φάρμακά του. Κατόπιν τον βλέπουμε να πηγαίνει σε μια δεξίωση όπου δεν γίνεται δεκτός. Αυτός όμως τρυπώνει από την πίσω πόρτα, για να τον διώξουν στη συνέχεια με τις κλωτσιές.
Ένα από τα συμπτώματα που παρατηρούμε στον ήρωά μας είναι η αυτολύπηση (self-pity). Διάβασα αρκετά γι αυτήν στο τελευταίο βιβλίο που μετάφρασα, το «Ψυχολογία και ψυχική υγεία» του Τζέημς Χάντφιλντ. Ένα άλλο η μανία καταδίωξης. Συνεχώς ο Γκολιάτκιν μιλάει για τους εχθρούς του που τον καταδιώκουν. Όμως το κύριο σύμπτωμά του είναι ότι βλέπει μια σωματική ομοιότητα με έναν συνονόματό του που προσλήφθηκε πριν λίγο στην ίδια υπηρεσία. Αυτός, μόλις αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για νούμερο, τον δουλεύει αλύπητα. Και βέβαια το σύμπτωμά του αυτό επιδεινώνεται στο τέλος, όπου διαβάζουμε: «Φαντάστηκε ότι μια σειρά από πανομοιότυπους Γκολιάτκιν έμπαιναν θορυβωδώς απ’ όλες τις πόρτες του δωματίου» (σελ. 166).
Το τέλος του έργου είναι ιδιαίτερα δραματικό. Ο γιατρός τον καλεί να μπει στην άμαξά του. –Αν είναι έτσι, είμαι έτοιμος… έχω απόλυτη εμπιστοσύνη… εναποθέτω τη μοίρα μου στα χέρια του Κρίστιαν Ιβάνοβιτς…» (σελ. 168). Όμως δεν τον αφήνουν να μπει με την ησυχία του στην άμαξα. Φοβούνται μήπως μετανιώσει την τελευταία στιγμή. «Ο Κρίστιαν Ιβάνοβιτς και ο Αντρέι Φιλίπποβιτς έπιασαν απ’ τα χέρια τον κύριο Γκολιάτκιν κι άρχισαν να τον ανεβάζουν στην άμαξα, ενώ ο σωσίας του, με τον συνηθισμένο ύπουλο τρόπο του, τον έσπρωχνε από πίσω» (σελ. 168). Και θυμήθηκα γράφοντας αυτές τις γραμμές πόσο πιο αξιοπρεπώς μπήκε στο αμάξι του ψυχίατρου η Μπλανς Ντυμπουά, στο «Λεωφορείον ο πόθος» του Τένεσι Ουίλιαμς, επίσης στο τέλος του έργου, όπως το θυμάμαι στην κινηματογραφική του εκδοχή, με τους θαυμάσιους Βίβιαν Λη και Μάρλον Μπράντο.
Μεγάλος ο Ντοστογιέφσκι, ακόμη και όταν γράφει σε μικρή ηλικία. Μάλλον θα επανέλθουμε με άλλο έργο του. Κρίμα που δεν έγραψα και για την «Αινιγματική αυτοκτονία», τις «Λευκές νύχτες» και τον «Αιώνιο σύζυγο», που διάβασα πρόσφατα και με ενθουσίασαν. Τελικά αν θέλεις να μην ξεχάσεις το περιεχόμενο ενός βιβλίου που σε εντυπωσίασε πρέπει να γράψεις γι αυτό.
Friday, May 15, 2009
Χίλαρι Χεμινγουέη και Καρλίν Μπρένεν, Ο Χεμινγουέη στην Κούβα

Χίλαρι Χεμινγουέη και Καρλίν Μπρένεν, Ο Χεμινγουέη στην Κούβα, μετ. Κατερίνα Παπδημάτου, Μεταίχμιο 2004, σελ. 196
Όταν τον είδα στη φωτογραφία, στο οπισθόφυλλο σε αγγλική έκδοση του «Ο γέρος και η θάλασσα» (από τα πρώτα βιβλία που διάβασα στα αγγλικά, νομίζω ακόμη μαθητής) είπα, «φτυστός ο Νικόλας». Τώρα το Πάσχα που κατέβηκα στην Κρήτη και με τον Μανώλη το γιο του πίναμε τις ρακές μας στα καφενεία του Κάτω Χωριού, είπα, «φτυστός ο Χεμινγουέη». Το επιβεβαίωσα όταν ανέβηκα στην Αθήνα, και από την Πρωτοπορία αγόρασα, σε προσφορά πάντα, όχι με έκπτωση (4.90 ευρώ από 28 αρχική τιμή) το βιβλίο «Ο Χεμινγουέη στην Κούβα» των Χίλαρι Χεμινγουέη (ανιψιά του Χεμινγουέη) και Καρλίν Μπρένεν (φωτορεπόρτερ και συγγραφέας). Είναι πλουσιότατο σε φωτογραφικό υλικό (εξ ου και η ακριβή αρχική τιμή). Βλέπουμε τον Χεμινγουέη με κουβανούς φίλους του ψαράδες, τον βλέπουμε να καμαρώνει δίπλα σε ξιφίες που ψάρεψε, τον βλέπουμε στο σκάφος του το Πιλάρ, τον βλέπουμε με τις γυναίκες του, τον βλέπουμε με τον Κάστρο, αλλά δυστυχώς δεν τον βλέπουμε με τον Τσε. Σε κάθε κεφάλαιο παρατίθεται και κάποιο απόσπασμα από βιβλίο του, που μας αποκαλύπτεται έτσι ότι είναι αυτοβιογραφικό. Η απουσία κεφαλαίου που να αναφέρεται στο θάνατό του είναι κατά τη γνώμη μου μια έλλειψη. Μετά το κεφάλαιο που αναφέρεται στην απονομή του βραβείου Νόμπελ οι συγγραφείς «πηδάνε» την αυτοκτονία του και μιλάνε για το σπίτι του που μετατράπηκε σε μουσείο, για τις έρευνες πάνω στο έργο του, κ.λπ.
Γιατί ένας επιτυχημένος συγγραφέας, και μάλιστα νομπελίστας, αυτοκτονεί; Μα γιατί η κατάθλιψη είναι αρρώστια. Διάβασα κάπου ότι ο Χεμινγουέη είχε πει: Εμένα ο ψυχίατρός μου είναι η γραφομηχανή μου. Τι έγινε εκείνο το καλοκαίρι του 1961 και αποφάσισε να θέσει τέρμα στη ζωή του, χάλασε η γραφομηχανή του; Γι αυτό κι εγώ είχα δυο γραφομηχανές, αν μου χαλούσε η μια να έχω την άλλη. Και τώρα με τα κομπιούτερ έχω τουλάχιστον δυο εδώ και δυο στην Κρήτη. Όποιος φυλάει τα ρούχα του έχει τα μισά.
Thursday, May 14, 2009
David Fincher (και Scott Fitzgerald), The curious case of Benjamin Button
Επιτέλους! Μετά το Irreversible του Gaspar Noe, ταινία για την οποία γράψαμε, και που το reversible δεν συνέβαινε στην πραγματικότητα αλλά μόνο στο σενάριο, βλέπουμε ένα πραγματικό reversible, αντιστρεπτό, την ταινία The curious case of Benjamin Button (2008), ή, με τον ελληνικό τίτλο, «Η απίστευτη ιστορία του Benjamin Button». Ο Brad Pitt γεννιέται γέρος, και η ζωή του ακολουθεί αντίστροφη πορεία: σιγά σιγά γίνεται νεότερος, έφηβος, και τέλος μωρό.
Μια σκέψη που κάναμε βλέποντας την ταινία: Τελικά ο μαγικός ρεαλισμός χαρακτηρίζεται από «μαγικά» επεισόδια σε μια κατά τα άλλα ρεαλιστική πλοκή. Παραδείγματα που μου έρχονται στο νου είναι τα ομηρικά έπη και κυρίως η Οδύσσεια (Κύκλωπας, σειρήνες, κ.λπ). Στο φανταστικό όμως, όπως στην επιστημονική φαντασία, η πλοκή στηρίζεται από την αρχή σε ένα μη ρεαλιστικό στοιχείο, όπως στο έργο αυτό.
Το σενάριο βασίζεται στο ομώνυμο διήγημα του Scott Fitzgerald, και είπαμε να το διαβάσουμε, για να κάνουμε κάποια σύγκριση. Ευτυχώς το βρήκαμε στο διαδίκτυο (άντε τώρα να το ψάχνεις στα βιβλιοπωλεία), και για όσους ενδιαφέρονται, βρίσκεται εδώ.
Το διάβασα. Καμιά σχέση με το έργο, παρά μόνο η κεντρική ιδέα. Αρχικά περίμενα μια grotesque ιστορία στην παράδοση του Edgar Allan Poe, στη συνέχεια όμως διαπίστωσα ότι επρόκειτο για ένα χιουμοριστικό διήγημα, με κυρίαρχο το εφέ της ειρωνείας.
Να αναφέρουμε, όπως το συνηθίζουμε, και ένα ανθρωπολογικό στοιχείο: Fourteen
is the age for putting on long trousers.
Άρα δεν ήταν μόνο κρητική συνήθεια τα παιδιά να φοράνε κοντά παντελόνια, την εποχή που ήμουν κι εγώ παιδί. Και στην Αμερική φαίνεται συνέβαινε το ίδιο. Μόνο που στην Κρήτη δεν θυμάμαι να υπήρχε συγκεκριμένη ηλικία που τα παιδιά έπρεπε να φορέσουν μακριά παντελόνια. Μάλλον ήταν στη διακριτική ευχέρεια των γονέων να επιλέξουν πότε το βλαστάρι τους θα φορέσει τα «μακρά».
Εγώ θυμάμαι πότε τα φόρεσα. Δεν τα φόρεσα ούτε δεκατεσσάρων, όπως ήταν το έθιμο στην Βαλτιμόρη, ούτε δώδεκα, στην ηλικία που τα φόρεσε ο ήρωάς μας. Τα φόρεσα δεκατριών χρονών. Γράφω γι αυτό στο βιβλίο μου «Το χωριό μου: από την αυτοκατανάλωση στην αγορά»:
«Το πέρασμα στο μακρύ παντελόνι ήταν ένα σημάδι μετάβασης στην εφηβεία, που μπορεί να μη συνοδευόταν με ανάλογη διαβατήρια τελετή, όμως, όπως και το πρώτο μας ξύρισμα, μας γέμιζε υπερηφάνεια και μας έκανε να νιώθουμε άντρες.
Θυμάμαι ακριβώς τη μέρα που φόρεσα μακριά παντελόνια. Ήταν τότε που ένας λούμπεν προλετάριος της Ιεράπετρας γύριζε τους δρόμους φωνάζοντας. ‘Την Κυριακή στις 3 Νοεμβρίου, ψηφίσετε Καραμανλή, για να σώσετε τα σπίτια σας’. Εννοούσε το κόμμα του, μια και ο Καραμανλής τότε ήταν αυτοεξόριστος». (σελ. 99-100). Ήταν 3 Νοεμβρίου του 1963, και τις εκλογές τις κέρδισε η Ένωση Κέντρου.
Ο γραφικός αυτός τύπος είχε το παρατσούκλι «Δυόμιση». Παραπονέθηκε κάποτε στον καθηγητή μας τον κο Λουλάκη ότι οι μαθητές τον κορόϊδευαν. Και ο κος Λουλάκης: -Τι ακριβώς σας λένε κύριε Δυόμιση; Και ο Δυόμιση άρχισε καινούρια γύρα στους δρόμους της Ιεράπετρας: «Ότι σκατά είναι οι μαθητάδες, είναι και οι καθηγητάδες». Έτσι, με ρίμα.
Το παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο του Fitzgerald μου θύμισε ανάλογες σκηνές από τον «Σωσία» του Ντοστογιέφσκι, που μόλις το τέλειωσα, έγραψα μάλιστα και την βιβλιοπαρουσίαση, όμως προτίμησα να ολοκληρώσω αυτήν εδώ που είχα αφήσει στη μέση και να την αναρτήσω πιο πρώτα.
But he was not fated to escape so easily. On his melancholy walk to
the railroad station he found that he was being followed by a group,
then by a swarm, and finally by a dense mass of undergraduates. The
word had gone around that a lunatic had passed the entrance
examinations for Yale and attempted to palm himself off as a youth of
eighteen. A fever of excitement permeated the college. Men ran hatless
out of classes, the football team abandoned its practice and joined
the mob, professors' wives with bonnets awry and bustles out of
position, ran shouting after the procession, from which proceeded a
continual succession of remarks aimed at the tender sensibilities of
Benjamin Button.
Monday, May 11, 2009
Jennifer Chambers Lynch, Surveillance
Θρίλερ, που διαθέτει το κλασικό χαρακτηριστικό κάθε θρίλερ: Την ανατροπή, ή αλλιώς το εφέ του απροσδόκητου. Οι κακοί είναι δυο αστυνομικοί, που διασκεδάζουν πυροβολώντας τα λάστιχα διερχόμενων αυτοκινήτων, και στη συνέχεια τρομοκρατούν τους επιβάτες τους με μια ολότελα βίαιη συμπεριφορά, με το πρόσχημα ότι έτρεχαν με υπερβολική ταχύτητα. Σε ένα επεισόδιο ο ένας απ’ αυτούς σκοτώνεται. Δυο πράκτορες του FBI, ένας άνδρας και μια γυναίκα, ανακρίνουν τον άλλο αστυνομικό, ένα κοριτσάκι-μάρτυρα και μια άλλη κοπέλα-μάρτυρα, που ήταν και αυτή θύμα της βιαιότητας των αστυνομικών.
Και η ανατροπή: Οι δυο πράκτορες του FBI τελικά δεν είναι πράκτορες αλλά ένα διεστραμμένο ζευγάρι που ικανοποιείται σεξουαλικά σκοτώνοντας. Σκοτώνουν και τον άλλο αστυνομικό, και κάποιους ακόμη αστυνομικούς που το σενάριο μας τους παρουσιάζει ότι δεν είναι για λύπηση. Σκοτώνουν όμως και την κοπέλα-μάρτυρα, για να κάνουν σεξ.
Αυτό που με ώθησε να κάνω post για την ταινία είναι το ότι δεν τιμωρούνται. Η ποιητική δικαιοσύνη πάει περίπατο. Μετά τον τελευταίο φόνο φεύγουν ανενόχλητοι. Η μόνη «καλή» πράξη που κάνουν είναι ότι αφήνουν το κοριτσάκι-μάρτυρα που τους είχε υποπτευθεί ανενόχλητο. «Είναι το πιο ρομαντικό πράγμα που έχω ακούσει, μωρό μου» λέει ο Julia Ormond στον φίλο της στην τελευταία ατάκα της ταινίας, όταν αυτός της λέει ότι «μας κατάλαβε, οπότε θα είχα πλάκα, ας την αφήσουμε».
Και σε μια ταινία με τον James Bod συμβαίνει το ίδιο, δεν θυμάμαι ποια, αναφέρομαι σ’ αυτή στο διδακτορικό μου. Είναι ενδιαφέρον θέμα για μελέτη, και προς το παρόν περιορίζομαι να καταγράψω τις ταινίες που έχω δει. Έχω γράψει και αλλού γι αυτό το θέμα. Θυμάμαι το «Άρωμα» του Πάτρικ Ζίσκιντ (το βιβλίο, την ταινία δεν την είδα) και μια από τις τελευταίες ταινίες του Woody Allen, το Match point, για την οποία γράφουμε σε άλλη ανάρτηση.
%20DVDRip.avi_snapshot_00.52.15.633.jpg)
