Book review, movie criticism

Saturday, December 8, 2012

Zhang Yimou, Curse of the golden flower



Zhang Yimou, Curse of the golden flower (2005)

  Προχθές το βράδυ έκανα ζάπιν και έπεσα πάνω σε ένα κινέζικο έργο. Παρόλο που θέλω να βλέπω τα έργα από την αρχή, και ήμουν σίγουρος ότι αυτό το έργο το είχα στο αρχείο μου και οπωσδήποτε θα το έβλεπα κάποια στιγμή, είπα να το δω. Και συνειδητοποίησα στο τέλος πόσο δίκιο έχω που θέλω να βλέπω τα έργα από την αρχή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρόλο που έχασα, όπως διαπίστωσα τελικά, μόλις 15 λεπτά από την αρχή του έργου, αυτό είχε καταλυτική επίδραση πάνω στην πρόσληψή του.
  Βλέπω έναν αυτοκράτορα να δίνει κρυφή εντολή σε κάποιον έμπιστό του να βάζει μέσα στο φάρμακο της αυτοκράτειρας σκόνη από μαύρο μανιτάρι, το οποίο θα είχε σαν αποτέλεσμα, μετά από λίγους μήνες, να οδηγηθεί στην τρέλα.
  Τι κακός αυτοκράτορας!!! Αρκετά προς το τέλος του έργου διαπιστώνω ότι η αυτοκράτειρα τα έχει με τον μεγαλύτερο από τους δυο γιους του από την πρώτη του γυναίκα, και ότι σχεδιάζει την ανατροπή του. Και λίγο αργότερα μαθαίνω ότι ο αυτοκράτορας ήξερε για αυτή τη σχέση, πράγμα που τον είχε οδηγήσει σε βαθιά θλίψη. Η αυτοκράτειρα δεν τον απατούσε με όποιον κι όποιον, αλλά με τον ίδιο του το γιο. Είχε μεγαλύτερη τύχη από τη Φαίδρα, στον έρωτα της οποίας δεν ανταποκρίθηκε ο Ιππόλυτος. Δεν ήταν λοιπόν μια πράξη για να την ξεφορτωθεί απλά, ήταν μια πράξη εκδίκησης.
  Όταν πέφτουν οι τίτλοι βλέπω ότι το έργο είναι του αγαπημένου μου κινέζου σκηνοθέτη, του Τζανγκ Γιμόου. Ψάχνω στο αρχείο μου. Έχω δει σχεδόν όλα του τα έργα. Με βάση τη φιλμογραφία του εντοπίζω για ποιο έργο πρόκειται: για την «Κατάρα του χρυσάνθεμου». Το βλέπω λοιπόν. Και διαπιστώνω ότι σε αυτά τα πρώτα 15 λεπτά του έργου παρουσιάζεται αυτή η παράνομη σχέση. Αν είχα δει το έργο από την αρχή δεν θα θεωρούσα τον αυτοκράτορα, για το μεγαλύτερο μέρος του έργου, έναν κακό άνθρωπο που ήθελε απλά να ξεφορτωθεί τη γυναίκα του.
  Στη βικιπαίδεια διαβάζω ότι πρόκειται για την πιο ακριβή κινέζικη υπερπαραγωγή. Και όμως, το έργο είναι μεταφορά ενός θεατρικού έργου στη μεγάλη οθόνη, με ένα μεγάλο μέρος της υπόθεσης να διαδραματίζεται σε εσωτερικούς χώρους, έχοντας όλα τα χαρακτηριστικά μιας αρχαίας τραγωδίας. Η αυτοκράτειρα σχεδιάζει την ανατροπή του αυτοκράτορα, όχι όμως και το θάνατό του. Θέλει να τον κάνει να παραιτηθεί υπέρ του γιου του. Στη συνομωσία αναγκάζει και τον δικό της γιο να συμμετάσχει. Στο τέλος του έργου βλέπουμε τον μικρό γιο να μαχαιρώνει τον αδελφό του, νοιώθοντας παραμελημένος και διεκδικώντας το θρόνο για τον εαυτό του. Ο αυτοκράτορας τον σκοτώνει με το ίδιο του το χέρι, ενώ ο γιος της αυτοκράτειρας, καταδικασμένος ήδη σε θάνατο από τον πατέρα του, αυτοκτονεί.  
  Η αυτοκράτειρα είχε κάνει ένα λάθος: μαρτύρησε το σχέδιό της στο γιο του αυτοκράτορα. Όμως η υιική αγάπη υπερίσχυσε, και αυτός μαρτύρησε τα σχέδιά της. Έτσι στο τέλος οι τριάντα χιλιάδες πιστοί της αυτοκράτειρας που ετοιμάζονται να αλώσουν το παλάτι πέφτουν πάνω στους φρουρούς του αυτοκράτορα που καραδοκούν. Έτσι βλέπουμε φοβερά εντυπωσιακές σκηνές μάχης, οι οποίες και ανέβασαν το κόστος της παραγωγής.
  Δεν μου αρέσει αυτή η χολιγουντιανή στροφή του Τζανγκ Γιμόου στα τελευταία του έργα. Σ’ αυτό οφείλεται και η απροθυμία μου να δω αυτή την ταινία, αφήνοντάς τη για κάποια στιγμή που θα έβλεπα πακέτο όσα έργα του δεν είχα δει. Η τραγικότητα του έργου αυτού χάνεται μέσα σε μια εκβιασμένη επικότητα, που έχει σαν στόχο να τέρψει δυτικά γούστα. Όμως πάντα θα είναι ένας από τους σκηνοθέτες που αγαπώ πολύ.

 

Friday, December 7, 2012

Μιχάλη Χουρδάκη-Νίσπιτα, Τα διάφορα του Νίσπιτα, Τόμος Γ΄



Μιχάλη Χουρδάκη-Νίσπιτα, Τα διάφορα του Νίσπιτα, Τόμος Γ΄, σελ. 350

  Πριν λίγες μέρες γράψαμε για τις «Βιογραφίες» του Νίσπιτα, βιογραφίες του Μιχάλη Διαλλινά και του Γεωργίου Μακράκη. Σειρά έχει να παρουσιάσουμε τον τρίτο τόμο από τα «Διάφορα», τα περισσότερα από τα οποία, αν όχι όλα, έχουν δημοσιευθεί στις εφημερίδες.
  Ο Μιχάλης Χουρδάκης είναι ο πιο δραστήριος από τους λαογράφους του νομού μας, και θα έλεγα με βεβαιότητα και όλης της Κρήτης. Κρατώντας από τη γενιά του Διαλλινομιχάλη, είναι επίσης εξαιρετικός μαντινιαδολόγος και στιχοπλόκος. Καθώς έγραψα και εγώ κάποιες μαντινιάδες για τη ρακή σε μια συζήτηση στο facebook, θα παραθέσω σαν δείγμα τις δικές  του.
Τα σωθικά μου καίγουνται δίχως φωθιά κι απύρι
μα σβήνω τα με μια ρακή που βάνω στο ποτήρι.
Α που δεν πίνει τη ρακή δεν έχει δράμι γνώση
’που δε γνωρίζει το σεβντά δα χιλιομετανιώσει.
Άμα δεν πίνεις τη ρακή κι άμα δεν μπερμπαντεύεις
στον ψεύτη κόσμο τουτονά, πε μου ίντα γυρεύεις
Άμα δα πιω δυο τρεις ρακές ο νους μου λαμπικάρει
μα κι ως δα δω την κοπελιά γίνομαι παλικάρι
Χαράς τονε τον άνθρωπο που τη ρακή την πίνει
κι άδεια τη νταμερτζάνα ντου ποτέ του δεν αφήνει.
  Το βιβλίο χωρίζεται σε οκτώ κεφάλαια. Το πρώτο κεφάλαιο επιγράφεται «Λαογραφία. Ελληνισμός-Χριστιανισμός. Αλληλοεπιδράσεις στο πέρασμα των αιώνων (Από την αρχαιότητα μέχρι το 1877 μ.Χ.)». Ανάμεσα στα άλλα ο Νίσπιτας γράφει για το καντήλι, για τις λατρευτικές θυσίες, για τα αναθήματα και τα τάματα, για το θυμίαμα και το λιβάνι, για τις ιερές ευχές, κ.λπ.
  Το τρίτο κεφάλαιο (για το δεύτερο θα μιλήσω στο τέλος) περιλαμβάνει μαντινιάδες, ρίμες και τραγούδια. Έχουμε ήδη δώσει δείγμα της μαντινιάδας. Το τέταρτο κεφάλαιο ονομάζεται Νισπιτοφιλοσοφίες. Εδώ ο Νίσπιτας με σύντομα κείμενα αναπτύσσει τις ιδέες του πάνω σε διάφορα θέματα όπως «Η σιωπή είναι χρυσός» (Silence is golden, θυμήθηκα τώρα ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια των Tremelous, τη χρυσή εποχή των sixties), «Η σιωπή και οι πολυλογάδες πολιτικοί», για τους οποίους ο Πλάτων στον «Πρωταγόρα» λέει ότι είναι όπως τα δοχεία, που όταν τα κτυπήσεις λίγο βγάζουν ένα αντίλαλο για πάρα πολύ ώρα, για την «Ομορφιά», για τη «Μοναξιά», για την «Ελπίδα» κ.ά.
  Στο πέμπτο κεφάλαιο περιλαμβάνονται τα χρονογραφήματά του. Πολύ μου άρεσε το χρονογράφημα «Άμα δα πάρεις σύνταξη…», και όχι μόνο γιατί βγήκα κι εγώ πρόσφατα στη σύνταξη. Ιδιαίτερα μου άρεσε η καταληκτήρια μαντινιάδα: άμα δα πάρεις σύνταξη να βρεις δουλειά να κάνεις/ μη μαραζώνεις άπραγος και την υγειά σου χάνεις. Μια δουλειά που βρήκα να κάνω εγώ είναι να διαβάζω βιβλία και να γράφω γι’ αυτά. Έτσι, όπως είναι φυσικό, το χρονογράφημα «Με αφορμή την ανάγνωση έντεκα βιβλίων» αποτελεί και δική μου εμπειρία.
  Το έκτο κεφάλαιο αποτελείται από δυο διηγήματα. Το πρώτο έχει τίτλο: «Πρόοδος και κοινωνική ελευθερία», και είναι σατιρικό. Σατιρίζεται μια διαστρεβλωμένη αντίληψη περί προόδου, που κάποιοι τη θεωρούν συνώνυμη της σεξουαλικής ασυδοσίας. Το σκηνικό του διηγήματος είναι ένα «ξενύχτισμα του νεκρού». Το δεύτερο διήγημα έχει περισσότερο ηθογραφικό ενδιαφέρον. Μέσα στην ιστορία της Ζαχαρένιας που αναθρέφει ένα έκθετο, ο Χουρδάκης προσπαθεί να χωρέσει όσο το δυνατόν περισσότερες λέξεις της μεραμπελιώτικης ντοπιολαλιάς.
  Εδώ θα κάνω μια διόρθωση. Διαβάζουμε: «… να φαίνει πατανίες, κιλίμια, περαμάτισες…» (σελ. 218). Η περαμάτιση δεν υφαίνεται. Περαμάτιση είναι το στήσιμο του αργαλιού, ώστε να υφάνει στη συνέχεια η ανυφαντού. Πώς το ξέρω; Το ξέρω γιατί η μάνα μου ήταν περαματίστρα. Με την επιφύλαξη βέβαια ότι στα μεραμπελιώτικα μπορεί να σημαίνει και κάποιο είδος υφαντού.
  Το έβδομο κεφάλαιο τιτλοφορείται «Για τα νιάτα». Αποτελείται από κείμενα που γράφηκαν κατά καιρούς στην τοπική εφημερίδα «Ανατολή», με τα οποία ο Χουρδάκης υπερασπίζεται τους νέους από τα όσα τους καταμαρτυρούν οι μεγάλοι. Το εκτενέστερο κεφάλαιο είναι το όγδοο κεφάλαιο, που αποτελεί ένα γλωσσάρι κρητικής διαλέκτου στο μεραμπελιώτικο ιδίωμα, εκατό ολόκληρες σελίδες.
  Αφήσαμε τελευταίο, όπως είπαμε, το δεύτερο κεφάλαιο, που περιέχει νάκλια από τη συλλογή του. Το νάκλι είναι μια αστεία ιστορία, σύντομη σαν ανέκδοτο, αλλά σχεδόν πάντα πραγματική. Τέτοια νάκλια έγραφα κι εγώ όλο το καλοκαίρι και τα ανάρτησα στο blog μου, χαρακτηρίζοντάς τα όμως ως «ιστορίες», και συγκεκριμένα «Κατωχωρίτικες ιστορίες», μια και η λέξη «νάκλι» στο πανελλήνιο δεν είναι γνωστή. Στο γλωσσάρι ο Νίσπιτας τη μεταφράζει ως «ανέκδοτο, ιστορία, κατόρθωμα». Επίσης νάκλια είναι και οι άλλες ιστορίες που ανάρτησα στο blog μου, «Ιστορίες του τάφου». Ένα από τα νάκλια του Νίσπιτα έχει ανάλογο περιεχόμενο, και έτσι το πήρα και το ανάρτησα κι αυτό. Είναι η 31η ιστορία, η τελευταία μέχρι στιγμής, με τίτλο «Το παζάρι».
  Να παραθέσω ένα νάκλι με το οποίο γέλασα πολύ.
  Χούι το ’χενε ο Αντρόνικος να κοπανίζει τη γυναίκα ντου πρωί μεσημέρι βράδυ, ίσαμε που οι γειτόνοι τονε καταγγείλανε στον αστυνόμο που τον εκάλεσε στο Σταθμό.
-Τι σου ’καμε βρε Αντρόνικε η γυναίκα;
-Αλοίμονο καπετάνιο ανέ μου ’κανε κιόλας! Απηλοήθηκε αυτός.
  Και ένα άλλο, που θα το αποδώσω στην κοινή νεοελληνική, καθώς η παρουσίαση αυτή θα αναρτηθεί και στο blog μου και θα διαβαστεί και από μη κρητικούς αναγνώστες.
  Μια εποχή ήταν πρόεδρος στα δικαστήρια της Νεάπολης ο Τριμαντήλης, που άφησε όνομα για τις «απτές αποδείξεις» που ζητούσε σε κάθε δίκη. Μια μέρα φέρανε κατηγορούμενο για αποπλάνηση ένα γέρο Στειακό, που εκατάστρεψε, λέει, την εικοσάχρονη ανιψιά του. Ο γέρος είχε μια δικηγορίνα για υπεράσπιση, κι αυτή του αρμήνεψε να αρνηθεί την κατηγορία.
  -Απτές αποδείξεις για την αθωότητα του κατηγορουμένου υπάρχουν; ρώτησε ο Τριμαντήλης.
  -Βεβαίως κύριε πρόεδρε, απαντά η δικηγορίνα, και είπε του γέρου να σηκωθεί από το σκαμνί. Αφού σηκώθηκε αυτός, τον ξεζώνει, του κατεβάζει το παντελόνι και το σώβρακο, πιάνει τα αχαμνά του και αρχίζει να τα κουνάει πέρα δώθε για να φαίνονται καλύτερα.
  -Είναι δυνατό, κύριε πρόεδρε, με τέτοια εργαλεία να γίνει καταστροφή του υμένα; Και δώστου και εντοντόλιζε τ’ αχαμνά του γέρου, μέχρι που αυτός δεν άντεξε και λέει στη δικηγορίνα.
  -Μπρε συ, παράτα το πασπάτεμα γιατί θα χάσουμε τη δίκη.
  Θα κλείσω την παρουσίαση του εξαιρετικού αυτού βιβλίου με ένα νάκλι που έχει παγκόσμιο ενδιαφέρον, και γι’ αυτό θα το αποδώσω επίσης στην κοινή νεοελληνική.
  Στα δικαστήρια της Νεάπολης είχε διοριστεί ένας καινούριος δικαστής (πάρεδρος). Ο εισαγγελέας, Αθανασίου με τ’ όνομα, εχρέωσε στο νιοφερμένο συνάδελφο μια δικογραφία και του είπε ότι πρέπει να την τελειώσει σε μια βδομάδα. Σαν επέρασε η βδομάδα μπήκε στο γραφείο του εισαγγελέα ο νέος δικαστής με το φάκελο της δικογραφίας στη μασχάλη.
  -Κύριε εισαγγελεύ, πάνω στο θέμα έχω ορισμένες απορίες.
  -Αν πιάσεις να διαβάσεις τον Καυκά θα λυθούν οι απορίες σου, του απαντάει αυτός, και του έδωσε άλλη μια βδομάδα περιθώριο. (Ο Καυκάς είχε εκδώσει συγγράμματα που έλυναν πολλά νομικά θέματα).
  Απάνω στη βδομάδα, ο νέος δικαστής πήγε πάλι στο γραφείο του εισαγγελέα μ’ ένα παχύ βιβλίο στη μασχάλη του.
  -Κύριε εισαγγελεύ, τον διάβασα μετά πάσης προσοχής, αλλά σε καμιά του σελίδα δεν είδα κάτι που να αφορά την υπόθεση.
  Ο Αθανασίου παίρνει το βιβλίο, το κοιτάζει, και του λέει αγανακτισμένος.
  -Πες μου παιδί μου, ποιος σου έδωσε πτυχίο και ποιος σε διόρισε εδώ για να με παιδεύεις;
  Το βιβλίο που κρατούσε ο νέος δικαστής ήταν η «Δίκη» του Κάφκα.

Thursday, December 6, 2012

Κωνστάνς Δημά, οι μικροί πρίγκιπες του σύμπαντος



Κωνστάνς Δημά, οι μικροί πρίγκιπες του σύμπαντος, βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1998, σελ. 205

  Στην προηγούμενη ανάρτησή μου για τον Steve Jobs είχα γράψει ότι μου αρέσουν οι βιογραφίες. Εδώ να προσθέσω ότι μου αρέσουν γενικά οι βιογραφίες, είτε είναι διασημοτήτων είτε όχι, είτε είναι βιογραφίες που τις έγραψαν άλλοι, όπως αυτή του Steve Jobs, είτε είναι αυτοβιογραφίες, όπως η «Αναφορά στον Γκρέκο» του Νίκου Καζαντζάκη. Όχι μόνο γιατί τις θεωρώ συναρπαστικές αφηγήσεις, αλλά και γιατί δίνουν μαθήματα ζωής. Ακόμη δίνουν την εικόνα μιας εποχής, με ένα τρόπο διαφορετικό από ό,τι το κάνει η επίσημη ιστοριογραφία. Μάλιστα η επίσημη ιστοριογραφία εντάσσει αυτές τις αφηγήσεις στις πηγές της.
  Το βιβλίο «Οι μικροί πρίγκιπες του σύμπαντος» της Κωνστάνς Δημά διαθέτει σε πολύ μεγάλο βαθμό και τα τρία χαρακτηριστικά: Είναι συναρπαστικό σαν αυτοβιογραφική αφήγηση, αντλούμε μαθήματα ζωής απ’ αυτό, με πρώτο και καλύτερο ότι δεν πρέπει να λυγίζουμε στις δυσκολίες, και τέλος μας δίνει μια εικόνα εποχής, και συγκεκριμένα της Τσεχοσλοβακίας την εποχή μετά τον δικό μας εμφύλιο, εστιασμένη όμως στα παιδιά των πολιτικών προσφύγων.
  Στο δρόμο της προσφυγιάς πολλές οικογένειες χώρισαν. Πολλά παιδιά βρήκαν καταφύγιο στα ανάκτορα των βασιλιάδων, διάσπαρτα στη χώρα, που χρησιμοποιήθηκαν σαν χώροι στέγασης των παιδιών των αγωνιστών του δημοκρατικού στρατού. Τυχερά ήσαν τα παιδιά που οι γονείς τους επέζησαν, και κάποια στιγμή ήλθαν και τα πήραν. Η Δημά βρέθηκε σε μια ενδιάμεση κατάσταση. Ο πατέρας της (η μητέρα της είχε πεθάνει) ήλθε και πήρε μόνο την μεγαλύτερη αδελφή της. Έχοντας ίσως οικονομικές δυσκολίες θα σκέφτηκε πως η μικρή κόρη του θα είχε ένα καλύτερο μέλλον αν έμενε εκεί.
  Δεν είχε κι άδικο. Παρά το συναισθηματικό πρόβλημα της στέρησης της πατρικής παρουσίας, η Δημά έκανε πολύ καλές σπουδές, έμαθε πολλές ξένες γλώσσες, και έκανε μεταπτυχιακά στη διδασκαλία ξένων γλωσσών στη Γαλλία.  Εργάσθηκε ως ξεναγός και διερμηνέας, δίδαξε στη μέση εκπαίδευση και σε Πανεπιστήμια, και έχει μεταφράσει ξένους συγγραφείς στα ελληνικά και έλληνες ποιητές στα γαλλικά. Ένας γάμος που όμως είχε ημερομηνία λήξης της έδωσε δυο κόρες. Τώρα ζει στην Κρήτη με τις κόρες της.
  Η πατρική στέρηση ήταν κάτι που την πίεζε συναισθηματικά. Δεν μπορούσε να συγχωρέσει τον πατέρα της. Όμως «Με το πέρασμα του χρόνου έγινα πιο επιεικής. Επικαλούμαι συχνά τα τελευταία του λόγια: μην κάνεις ποτέ το λάθος να μπεις στο Κόμμα, για να μπορέσω να τον συγχωρέσω εντελώς» (σελ. 81).
  Από τις πιο συναρπαστικές αφηγήσεις είναι η συνάντησή της με μιαν αρκούδα. Αρνούμενη να ακολουθήσει την συμβουλή της φίλης της να γυρίσουν πίσω, εξακολουθεί να ανεβαίνει μόνη στο βουνό. Κάποια στιγμή βλέπει την αρκούδα, εκατό μέτρα περίπου μακριά της, να την κοιτάζει επίμονα. Το βάζει πανικόβλητη στα πόδια.
  Ήταν τυχερή. Αυτές τις μέρες είδα ένα ντοκιμαντέρ με αρκούδες και έμαθα ότι το να το βάλεις στα πόδια για την αρκούδα σημαίνει ότι είσαι θήραμα, και σε παίρνει στο κυνήγι. Με τρόμαξε η πληροφορία ότι κάθε χρόνο σκοτώνονται περίπου 30 άνθρωποι από αρκούδες, και εκατοντάδες άλλοι τραυματίζονται. Φαίνεται ότι είναι το ίδιο ριψοκίνδυνοι με την Κονστάνς, χωρίς να έχουν την τύχη της.
  Διαβάζω:
  «Η γενναιοδωρία της φίλης μου από την Κρήτη, που είναι γνώρισμα των ανθρώπων του νησιού…» (σελ. 133). Ε, δεν μπορώ να μη νοιώσω υπερήφανος σαν κρητικός διαβάζοντας αυτές τις γραμμές.
  Υπάρχει και δεύτερο επίπεδο αφήγησης, αφήγηση μέσα στην αφήγηση, εξίσου συναρπαστική. Η θεία της Δημά αφηγείται: «Καλά κάνανε που σου βγάλανε το όνομα της θείας Κωνσταντίνας… Ξέρεις, η καημένη, πήρε το τουφέκι στον ώμο σε ηλικία δεκαπέντε ετών. Δεν ήθελε να κάνει κακό σε κανέναν, κατέβαινε στα χωριά για να φέρει τροφή στα αδέλφια της, τους αντάρτες. Ήθελε να ζήσει ελεύθερη, να δει τους ανθρώπους να αγαπιούνται· το μίσος γύρω της την πλήγωνε. Της βγάλανε τα νύχια, της κάψανε το πρόσωπο και το σώμα με αποτσίγαρα, και την τουφέκισαν μπρος στα μάτια των γυναικόπαιδων και γέρων. Ήταν τόσο νέα, μόνο δεκαεφτά ετών» (σελ. 157).
  Μια από τις ελάχιστες φορές που μιλάει πολιτικά στο βιβλίο της είναι στη σελίδα 187. Ανάμεσα στα άλλα μιλάει και για τη νέα αστική τάξη «με το κόκκινο χρώμα, η οποία, εκμεταλλευόμενη τη θέση της, θησαύριζε εις βάρος του λαού της πλασάροντάς του συνθήματα που η ίδια δεν πίστευε».  
  Η Κωνστάνς έχει δημοσιεύσει επίσης τρεις ποιητικές συλλογές, διάφορες μελέτες, και έχει βραβευθεί για το έργο της. Στην Βικιπαίδεια διαβάζουμε επίσης ότι πέρυσι εξέδωσε στα γαλλικά ένα μυθιστόρημα με τίτλο La solitude a la couleur de l’azur (Η μοναξιά στο χρώμα του γαλάζιου). Περιμένουμε να μας το μεταφράσει στα ελληνικά, όπως έκανε και με το παρόν βιβλίο, που η πρώτη του γραφή έγινε στα γαλλικά. Πιστεύουμε ότι θα είναι το ίδιο συναρπαστικό, όπως και εκείνα που θα ακολουθήσουν.   

Monday, December 3, 2012

Walter Isaacson, Steve Jobs, η επίσημη βιογραφία



Walter Isaacson, Steve Jobs, η επίσημη βιογραφία (μετ. Γιώργος Μπαρουξής, Σοφία Παχή, Χρήστος Καψάλης), Ψυχογιός 2011, σελ. 568

  Μια συναρπαστική βιογραφία του μεγάλου πρωτοπόρου της πληροφορικής

  Οι βιογραφίες που διαβάζω είναι σχεδόν πάντα βιογραφίες λογοτεχνών. Η βιογραφία αυτή είναι μια από τις εξαιρέσεις. Τη διάβασα όμως με μεγάλη περιέργεια, καθώς, όπως τιτλοφόρησα και ένα αυτοβιογραφικό μου κείμενο, είμαι tech freak. Και ο Steve Jobs, μαζί με τον Μπιλ Γκέητς, αποτελούν τα ιερά τέρατα της πληροφορικής. Χάρη στην επιχειρηματική οξύνοιά τους άλλαξαν τον σημερινό κόσμο. Χάρη στη Microsoft του Bill Gates γράφω αυτές τις γραμμές. Χάρη στον macintosh οι χρήστες του προσωπικού υπολογιστή περιηγήθηκαν για πρώτη φορά σε γραφικό περιβάλλον, ενώ το ipad έχει ξεσηκώσει πραγματική φρενίτιδα. Μου μίλησαν με φοβερό ενθουσιασμό δυο φίλοι μου γι’ αυτό.
  Ο πατέρας του, σύριος στην καταγωγή, παράτησε τη μητέρα του η οποία αναγκάστηκε να τον δώσει για υιοθεσία. Τον ανέλαβε η οικογένεια Jobs. Με τον Stephen Wozniak έστησαν την Apple. O Wozniak ήταν ο τεχνικός. Ο Jobs ο επιχειρηματίας. Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο συνειδητοποίησα ότι οι εφευρέσεις έχουν περάσει σε ένα άλλο επίπεδο. Παλιά ήταν ο Gutenberg, o Edison, o Bell, δηλαδή ο ατομικός επιστήμονας που έκανε την εντυπωσιακή εφεύρεση. Σήμερα είναι ο οραματιστής επιχειρηματίας που συλλαμβάνει την ιδέα της εφεύρεσης και διατάζει τους τεχνικούς: κάντε την. Τέτοιος ήταν ο Jobs.
  Σαν προσωπικότητα δεν ήταν αξιαγάπητος. Αντιμετώπιζε με ιδιαίτερη σκληρότητα τους ανεπαρκείς. Το να πιέζει και να ταπεινώνει τον άλλο ήταν μέσα στην καθημερινότητά του. Ίσως όμως χωρίς μια τέτοια τακτική, ή καλύτερα αν η προσωπικότητά του δεν ήταν τέτοια, η Apple δεν θα γινόταν αυτό που έγινε.
  Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο βλέπουμε χαρακτηριστικά τον ανταγωνισμό των επιχειρήσεων, αλλά και τον ανταγωνισμό των στελεχών μέσα στην ίδια την επιχείρηση. Ο Jobs κάποια στιγμή εκδιώχθηκε από την ίδια την εταιρεία που δημιούργησε. Τον επανέφεραν την ύστατη στιγμή, όταν η εταιρεία ήταν υπό κατάρρευση, και με την καθοδήγησή του πήρε την ανάπτυξη που έχει σήμερα.
  Η βασική διαφορά ανάμεσα στον Steve Jobs και τον Bill Gates είναι πως ο πρώτος υποστήριζε το κλειστό σύστημα, όλα σε ένα. Αυτός ήταν ο macintosh. Ο Bill Gates αντίθετα πίστευε στο ανοιχτό σύστημα, ένας υπολογιστής δηλαδή να δέχεται εφαρμογές από διάφορους κατασκευαστές. Έτσι έφτιαξε τα windows, που μπορούν να τρέχουν σε οποιονδήποτε υπολογιστή.
  Διαβάζοντας το βιβλίο σταθεροποιήθηκαν τα συμπεράσματά μου, στα οποία είχα καταλήξει πριν χρόνια. Πιστεύω, ακολουθώντας την μανιχαϊστική διάκριση του Steve Jobs που χώριζε τους ανθρώπους σε έξυπνους και βλάκες, ότι οι άνθρωποι χωρίζονται σε δυο κατηγορίες σε σχέση με την αντιμετώπιση των προϊόντων της τεχνολογίας: σ’ αυτούς που ενδιαφέρονται για τη βασική χρήση και δεν είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν πολλά, και σ’ αυτούς που είναι διατεθειμένοι να αποκτήσουν, όσο κι αν στοιχίζει αυτό, το πιο εξελιγμένο προϊόν. Εγώ ανήκω στην πρώτη κατηγορία. Ένα παράδειγμα ανθρώπου της δεύτερης κατηγορίας έχω δώσει σε μια ανάρτησή μου στο blog μου με τίτλο «Τα κινητά». Βέβαια εδώ υπεισέρχεται και μια παραμορφωτική παράμετρος, το χρήμα. Αν έχεις χρήματα είσαι διατεθειμένος να αγοράσεις το πιο εξελιγμένο τεχνολογικά προϊόν, ακόμη και αν θα σε εξυπηρετούσε ένα φτηνότερο. Δυστυχώς δεν ανήκω σ’ αυτή την τάξη ανθρώπων. Είμαι ένας συνταξιούχος εκπαιδευτικός, που ακούω σήμερα με αγαλλίαση στις ειδήσεις ότι η κυβέρνηση, με το νέο πακέτο βοήθειας που πήρε, θα δώσει προτεραιότητα στην πληρωμή των εφάπαξ.
  Ο Cory Doctorow έγραψε ένα μανιφέστο με τίτλο «Γιατί δεν πρόκειται να αγοράσω το ipad». Παραθέτει διάφορα επιχειρήματα. Όταν φίλοι μου μού μιλούσαν με ενθουσιασμό για το ipad, εγώ τους έλεγα γιατί δεν πρόκειται να αγοράσω ipad: Γιατί είναι ακριβό. Ακριβό σε σχέση με τα tablets, και γιατί εμένα μόνο ένα χαρακτηριστικό με ενδιέφερε: η δυνατότητα να διαβάζεις βιβλία. Τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά τα έχει και το pc μου. Όταν είμαι σπίτι ο υπολογιστής μου είναι μονίμως ανοικτός, είτε για να βλέπω τα email μου και να ρίχνω μια ματιά, για διάλειμμα, στο facebook, είτε για να ακούω μουσική. Και φυσικά να γράφω, όπως καληώρα. Όταν είμαι εκτός σπιτιού δεν με ενδιαφέρει να μπαίνω στο internet από το κινητό μου ή να παίζω παιχνίδια. Μιλάω, στέλνω και παίρνω μηνύματα, και ακούω μουσική όταν βρίσκομαι σε αίθουσες αναμονής. Και χρησιμοποιώ το φακό για να πηγαίνω σπίτι μου στο χωριό. Αυτές οι λειτουργίες μου φτάνουν. Δεν θα έκανα ποτέ αυτό που έχω δει να κάνουν μερικοί σε καφετέριες, να πίνουν τον καφέ τους παίζοντας με το κινητό τους ή με ανοιχτό το ipad μπροστά τους. Αν και κάπως τους καταλαβαίνω, είναι μια μορφή αναψυχής.
  Android ή το λειτουργικό της Apple στα iphone και ipad; Το ερώτημα τίθεται στο βιβλίο στη βάση του ανοιχτού συστήματος που επινόησε η Google και του κλειστού συστήματος της Apple. Για μένα είναι απλά ζήτημα κόστους. Γιατί να αγοράσω ένα ipad που κάνει πάνω από πεντακόσια ευρώ, και όχι ένα tablet με android, που κοστίζει πολύ φτηνότερα, αφού θέλω να το χρησιμοποιήσω μόνο σαν e-book reader; Κάπου 80 ευρώ πλήρωσα για ένα tablet πριν δυο χρόνια με εφτάρα οθόνη, και πρόσφατα 150 ευρώ για ένα άλλο tablet με δεκάρα οθόνη.
  Πριν πολλά χρόνια μια φίλη μου μού μιλούσε με ενθουσιασμό για το macintosh της, μια εποχή που τα pc, συμβατά IBM όπως τα έλεγαν τότε, είχαν κατακλύσει την αγορά. Και δεν ήταν μόνο η διπλάσια τιμή, ήταν και η συμβατότητα. Εκείνη την εποχή ήμουν αποσπασμένος στο Πανεπιστήμιο, και μπορούσα κάλλιστα να κάνω δουλειά στο σπίτι και να τη μεταφέρω στο pc στο γραφείο. Αν είχα macintosh αυτό θα ήταν αδύνατο. Έμαθα βέβαια ότι κάποια στιγμή βγήκαν προγράμματα που έλυναν το πρόβλημα της συμβατότητας, αλλά αυτό ήταν μια μεσοβέζικη λύση.    
  Αυτό τον καιρό παρακολουθώ κινέζικα σήριαλ για εξάσκηση των κινέζικών μου. Οι λίγες λέξεις που ξέρω και που προλαβαίνω να διαβάσω στους κινέζικους υπότιτλους, μαζί με την εικόνα φυσικά, μου επιτρέπουν να παρακολουθώ την υπόθεση. Σε ένα από αυτά με τίτλο «Μια ζωή μόνο εσένα αγαπώ», η μητέρα ψάχνει απεγνωσμένα το κοριτσάκι της που το έχει αναλάβει μια άλλη οικογένεια. Είναι πια δεκαοχτάχρονη κοπέλα, συναντιούνται τυχαία, συμπαθιούνται, αγαπιούνται, χωρίς να ξέρουν την πραγματική τους σχέση. Μόλις στην τελευταία σκηνή του έργου θα γίνει η αναγνώριση.
  Ο Steve Jobs συχνάζει σε ένα εστιατόριο. Ο ιδιοκτήτης του είναι ένας Σύριος. Συχνά κουβεντιάζει μαζί του. Πολύ αργότερα θα μάθει ότι είναι ο πατέρας του. Το ίδιο και ο πατέρας του, πολύ αργότερα θα μάθει ότι είναι ο γιος του. Η πραγματικότητα συχνά συναγωνίζεται την φαντασία.
  Ο Jobs δεν θα επιδιώξει να τον συναντήσει. Δεν θα του συγχωρήσει που παράτησε τη μητέρα του, και ο πατέρας του αυτό το καταλαβαίνει. Όμως όταν θα βρει τη μητέρα του θα αναπτύξει μαζί της μια στενή σχέση, όπως και με την ετεροθαλή αδελφή του.
  Ο Jobs έφτιαξε ιδανικά προϊόντα, ο Bill Gates προϊόντα σε προσιτές τιμές, καταφέρνοντας έτσι να κερδίσει την αγορά. Αυτό βέβαια μέχρι το ipad, που κάνει κυριολεκτικά θραύση. Και οι δυο τους, καθένας με τον τρόπο του, έκαναν μια επανάσταση στη σύγχρονη ζωή.
  Ο Isaacson, παρότι φίλος με τον Jobs, δεν τον αγιογραφεί. Με ρεαλισμό απεικονίζει την προσωπικότητά του, που όσο αντιπαθητική και αν είναι σε κάποιες πλευρές της δεν μπορείς να μην τη θαυμάσεις. Και βέβαια δεν μπορείς παρά να συγκινηθείς με τον ηρωισμό με τον οποίο αντιμετώπισε την αρρώστια του, που τελικά τον οδήγησε πριν ένα χρόνο (5-10-2011) στο θάνατο.
  Ένα θάνατο που θα μπορούσε να τον αποφύγει. Ο φονταμενταλισμός, ακόμη και στην εναλλακτική ιατρική και στη φυτοφαγία μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνος. Αρνιόταν πεισματικά να κάνει εγχείρηση για την αφαίρεση του καρκίνου, προσπαθώντας να τον αντιμετωπίσει με τις εναλλακτικές θεραπείες. Επί εννέα μήνες. Όταν υποχώρησε και δέχθηκε να εγχειριστεί ήταν πλέον αργά, ο καρκίνος είχε κάνει μετάσταση.
  Το βιβλίο αυτό σίγουρα θα το διαβάσουν όσοι ενδιαφέρονται για την τεχνολογία, αλλά πιστεύω ότι πρέπει να διαβαστεί και από κάθε φοιτητή σε τμήματα διοίκησης επιχειρήσεων. Θα του είναι εξίσου χρήσιμο με κάθε πανεπιστημιακό εγχειρίδιο.
 

Ένα αφιέρωμα που μου έκανε ο Γιώργος Πολ. Παπαδάκης στο περιοδικό "Πνευματική Ζωή"






Ένα αφιέρωμα που μου έκανε ο Γιώργος Πολ. Παπαδάκης στο περιοδικό "Πνευματική Ζωή", τ. 207, Νοέμβρης-Δεκέμβρης 2012. Τον ευχαριστώ θερμά.