Book review, movie criticism

Wednesday, March 4, 2015

Ali Ghavitan, Puppets



Ali Ghavitan, Puppets (Adamakha, 2002)

Μια ακόμη υπέροχη ιρανική ταινία ενός σκηνοθέτη τον οποίο αγνοούσα. Μια ερωτική ιστορία, όμως με thèse. Και η θέση αυτή είναι η απόρριψη της εκδίκησης.
Υπάρχει η ρήση που λέει ότι η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο. Και ο Κομφούκος είχε πει ότι το ζήτημα δεν είναι αν σου έκανε κάποιος κακό, αλλά το να μην μπορείς να το ξεχάσεις. Διαβάζω επίσης στο διαδίκτυο ότι Η πρακτική της συγχώρεσης έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τον θυμό, την κατάθλιψη και το άγχος, τρεις παράγοντες που θεωρούνται καρκινογόνοι.
Και ο χριστιανισμός συνιστά τη συγχώρεση. Η αμοιβή είναι ο παράδεισος.
Και εγώ συνιστώ τη συγχώρεση, αλλά κυρίως όταν η εκδίκηση έχει αρκετά ρίσκα.
Βέβαια στο ήθος της βεντέτας αυτά τα ρίσκα δεν λαμβάνονται υπόψη.
Ο Morad βρίσκεται στη φυλακή. Εκεί έχει βρει έναν προστάτη. Ο προστάτης όμως αυτός, καταδικασμένος σε θάνατο, του ζητάει μια χάρη όταν αποφυλακισθεί, και τον βάζει να του υποσχεθεί ότι θα την εκπληρώσει. Η χάρη αυτή είναι να σκοτώσει τη γυναίκα που στάθηκε η αιτία της καταδίκης του.
Ο Morad είναι άστεγος. Ζει σε ένα πάρκο, και ψάχνει να βρει τη γυναίκα αυτή. Συναντάται με έναν μεσήλικα τοξικομανή και το γιο του που δίνουν παραστάσεις στους περαστικούς ζητιανεύοντας. Χρωστάει σε κάποιους και δεν έχει να τους πληρώσει. Αυτοί του ζητούν να τους παραδώσει το γιο του για υπηρέτη. Αυτός αρνείται και τους αποφεύγει. Ο γιος του στην πραγματικότητα είναι η κόρη του που την έχει ντύσει σαν αγόρι για να την προστατεύσει. Ξέρει ότι αν την πάρουν αυτοί οι δυο άντρες θα την αναγκάσουν να τους προσφέρει και άλλες υπηρεσίες. Την κοπέλα αυτή, και σαν αγόρι και σαν κορίτσι στη συνέχεια, τη βλέπουμε συχνά να τριγυρνάει στο πάρκο απαγγέλλοντας στίχους. Σε πολλές από αυτές τις σκηνές ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί το φόντο σαν tableau vivant, με τους ανθρώπους να είναι εντελώς ακίνητοι.
Και θυμήθηκα τώρα (το έχω ξαναγράψει ότι συχνά μέσα από τις κριτικές μου αυτοβιογραφούμαι, καταγράφοντας ξεχασμένες ιστορίες) ένα από τα καψόνια που μας έκαναν στη σχολή αξιωματικών του ΚΕΕΜ, στη Σπάρτη. Ήταν το φωτιστικό, ένα ανώδυνο καψόνι. Το όνομά του το πήρε από το ότι όταν ανάβει ξαφνικά μια φωτοβολίδα, ο στρατιώτης μένει ακίνητος για να μην αποκαλυφθεί η παρουσία του. Όταν ο βητάς φώναζε «φωτιστικό», έπρεπε εμείς οι αλφάδες να μαρμαρώσουμε ό,τι κι αν κάναμε. Αυτός συχνά έσκαγε στα γέλια από τις αστείες στάσεις που είχαν κάποιοι.
To make a long story short, κάποια στιγμή αποκαλύπτεται η ταυτότητά της. Είναι προφανές ότι τον είχε ερωτευτεί, και φυσικά μετά την ερωτεύεται και αυτός. Όντας ερωτευμένος δεν θα σκοτώσει τελικά την γυναίκα, η οποία του αποκαλύπτει ότι ο άνθρωπος αυτός, ο προστάτης του στου φυλακή, ήταν ο υπαίτιος της εκτέλεσης του δίχρονου γιου της. Οι ικεσίες της δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Έτσι, μετά από χρόνια, όταν της δόθηκε η ευκαιρία, εκδικήθηκε.
«Έκανες αυτό που ήθελες, αλλά πήρες αυτό που ήθελες»; τη ρωτάει ο Morad στον οποίο εξομολογείται την ιστορία της. Με την εκδίκηση δεν επανέφερε το γιο της στη ζωή.
Πολύ μου άρεσε αυτή η ταινία.

Tuesday, March 3, 2015

Kiumars Derambakhsh, The blind owl



Kiumars Derambakhsh, The blind owl (1976) Boof-e koor).

Μάθαμε μια ακόμη ιρανική λέξη. Η κουκουβάγια λέγεται μπουφ. Στην Κρήτη τη λέμε σκουλούπα, αλλά υπάρχει και η λέξη μπούφος.
Και πάλι θα μιλήσω για τα αφηγηματικά κενά στον κινηματογράφο, που καμιά φορά δημιουργούν νοηματική ασάφεια. Δυσκολεύτηκα να εντάξω την ταινία ειδολογικά. Τελικά την είδα σαν ένα σουρεαλιστικό θρίλερ, στο οποίο κάθε σκηνή ήταν μάλλον εικόνα παραίσθησης, με εξαίρεση ένα όνειρο στο οποίο ο μοναξιασμένος μεσήλικας είδε ότι πήγαιναν να τον απαγχονίσουν.
Όμως να πω δυο λόγια για κάποια επεισόδια.
Μια κοπέλα μπαίνει στο δωμάτιό του και πέφτει αναίσθητη στο κρεβάτι του. Της δίνει να πιει νερό, δεν πίνει. Μήπως είναι νεκρή; Βάζει ένα καθρεφτάκι μπροστά στο στόμα της. Δεν κάθεται αχνός, η κοπέλα δεν φαίνεται να αναπνέει. Είναι πράγματι νεκρή.
Πανέμορφη η κοπέλα, δεν θέλει να ταφεί ένα τόσο όμορφο κεφάλι. Πιάνει ένα μαχαίρι και το κόβει, ενώ το σώμα το τεμαχίζει και το βάζει σε μια βαλίτσα (μου θύμισε τις «Φωνές» της Marjane Satrapi που είδα πρόσφατα). Ο νεκροθάφτης που το θάβει δεν θέλει χρήματα. Σκάβοντας βρήκε ένα αρχαίο αγγείο. Τελικά του χαρίζει και το αγγείο. Πάνω είναι ζωγραφισμένη η όψη της κοπέλας. Μια εκδοχή της αιώνιας επιστροφής;
Παρόλο που το έργο το βρήκα αφηγηματικά ασαφές, κάθε σκηνή είχε μια περίεργη γοητεία, και γι’ αυτό μου άρεσε.
Βρήκα ότι είναι μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος ενός ιρανού. Ίσως το διαβάσω. Επίσης γυρίστηκε ταινία από τον Raul Ruiz και από τον Mazdak Taebi, ιρανοκαναδός αυτός. 

Monday, March 2, 2015

Ali Hatami, Hajji Washington



Ali Hatami, Hajji Washington (1982)

  Πρόκειται για μια απολαυστική σατιρική κωμωδία, το πρώτο έργο του Ali Hatami που βλέπουμε.
  Πριν μιλήσω για το έργο θα ήθελα να παραθέσω άλλη μια φορά μια επισήμανση και ένα προβληματισμό μου. Όταν σε ένα έργο παρουσιάζονται πρόσωπα πραγματικά, πάντα αναρωτιέμαι αν το πρόσωπο αυτό, όπως παρουσιάζεται, αντιστοιχεί στο πραγματικό πρόσωπο. Ο μόνος τρόπος για να το μάθεις είναι να αναζητήσεις πληροφορίες για το πραγματικό πρόσωπο. Αυτό έκανα κι εγώ, και είδα ότι, αν και ο Hajji Washington σαν χαρακτήρας απεικονίζεται περίπου όπως ήταν στην πραγματικότητα, δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με αρκετά επεισόδια τα οποία παρουσιάζονται στο έργο. Στην περίπτωση βέβαια αυτή το ζήτημα είναι κατανοητό, μια και πρόκειται για κωμωδία.
  Αυτό που σατιρίζει ο Ali Hatami είναι η έπαρση των ιρανών (η υπόθεση διαδραματίζεται στα τέλη του 19ου αιώνα), το πομπώδες της πάλαι ποτέ αυτοκρατορίας που τώρα βρίσκεται σε ολοφάνερη παρακμή, που το αντιπαραθέτει στη δυτική κουλτούρα, με τη δημοκρατική απλότητα που χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά ακόμη και των πιο υψηλά ιστάμενων προσώπων. Δίπλα βέβαια στα σατιρικά επεισόδια υπάρχουν και τα καθ’ αυτά κωμικά, που σκορπίζοντας το γέλιο αμβλύνουν τις σατιρικές αιχμές. Ίσως αυτό να επέτρεψε την άρση της απαγόρευσης της προβολής της ταινίας στο Ιράν μετά το 1988, όταν την εξουσία την πήραν οι μεταρρυθμιστές.
  Από τα πιο κωμικά επεισόδια της ταινίας είναι αυτό στο οποίο ο Hajji Washington δένει τον ερυθρόδερμο που μπαίνει στην πρεσβεία για να ζητήσει πολιτικό άσυλο ενώ κοιμάται, και γεμίζει το σώμα του σφραγίδες, με σκοπό να τον μεταφέρει στο Ιράν σαν αξιοθέατο. Αυτός βέβαια όταν ξυπνάει σηκώνεται από το κρεβάτι τινάζοντας τα σχοινιά, χωρίς να καταλάβει καν ότι τον είχαν δέσει. Η αγαπησιάρικη σχέση που αναπτύσσεται μετά ανάμεσα στον ινδιάνο και στον Hajji Washington αποτελεί τη βάση για αρκετά ακόμη κωμικά επεισόδια. 
  Όμως ας δώσουμε μια σύντομη περίληψη του έργου στα αγγλικά.

Hajji Hossein-Gholi Noori (Haji Baba) goes to Washington D.C. as the first Iranian (Persian) ambassador to the United States of America. After he opens the embassy, he is unable to invite statesmen to visit him. Haji fires the embassy staff due to the inability of the Persian government to meet the embassy's needs. One night he is visited by President Grover Cleveland.
  Despite Washington’s enthusiasm for the task of ambassador, he is constantly thwarted by lack of funding from the regime, the problems of establishing connections, and some general confusion between the Iranian and the Ottoman embassy. Problems really arise, however, when he gives political asylum to a Native American.
  This film delightfully captures the spirit of the times with wonderful performances by Ezzatolah Entezami, as Haji, and Richard Harrison, as president. Largely shot in Italy, the film, although made in 1982, was not screened in Iran until 1998 after the Reformists came to power.



Samouel Khachikian, Mushegh Sarvari, A party in hell



Samouel Khachikian, Mushegh Sarvari, A party in hell (1958) Shab-neshini dar jahannam 

  Τα θρίλερ δεν είναι το αγαπημένο μου είδος, και έτσι όταν είδα στο imbd το «Ένα πάρτι στην κόλαση» να χαρακτηρίζεται θρίλερ δεν είχα και μεγάλη διάθεση να το δω. Όμως επειδή μου μαζεύτηκαν κάμποσες ιρανικές ταινίες είπα να ξεμπερδεύω μαζί τους πριν μου ξεφύγει καμιά, και να ξεκινήσω από αυτή μια και ήταν η πιο παλιά. Και με έκπληξη είδα ότι το έργο δεν είναι θρίλερ αλλά κωμωδία· μια από τις πιο απολαυστικές κωμωδίες που έχω δει ποτέ. 

  Στο έργο πρωταγωνιστεί ο «φιλάργυρος» του Μολιέρου, όμως η πλοκή εξελίσσεται σαν τις «Χριστουγεννιάτικες ιστορίες» του Ντίκενς, για να καταλήξει στην «Κόλαση» του Δάντη. Ο φιλάργυρος, βαριά άρρωστος αλλά που δεν θέλει να δει γιατρό για να μην ξοδευτεί, ονειρεύεται ότι βρίσκεται στην κόλαση μαζί με τον βοηθό του. Εκεί συναντούν πρώτα πρώτα τον Αδάμ που τους παραπονιέται ότι η Εύα, ενώ παλιά ήταν ικανοποιημένη με το φύλο συκής, τώρα του ζητάει νάιλον βρακί. Στη συνέχεια συναντούν τον Νέρωνα, τον Χίτλερ κ.λπ., και τέλος πέφτουν πάνω σε ένα πάρτι. Ο θεός είναι μεγαλόψυχος, μετά τα καθημερινά μαρτύρια τους επιτρέπει να διασκεδάζουν. Κάποιος ήλθε στον επάνω κόσμο κρυφά και έκλεψε ένα δίσκο ροκ εν ρολ. Χορεύουν όλοι ξέφρενα, και μαζί τους ο φιλάργυρος. Ξυπνώντας από το όνειρο έχει μεταμορφωθεί, όπως ο Εμπενέζερ Σκρουτζ. Λέγει προφορικά τη διαθήκη του, και αφήνει σε όλους σημαντικά ποσά. Ακόμη δίνει τη συγκατάθεσή του να παντρευτεί η κόρη του τον νέο που αγαπά και όχι τον πλούσιο γέρο για τον οποίο την προόριζε. Ξεψυχά ευτυχισμένος.

  Οι κωμικές ατάκες και τα χιουμοριστικά επεισόδια είναι άφθονα σ’ αυτή την ταινία, και ο ηθοποιός που υποδύεται τον φιλάργυρο εξαιρετικός. Από τις καλύτερες κωμωδίες που είδα ποτέ. Επί πλέον διαπίστωσα ότι η κωμωδία είναι δυνατότερη από το comtrex. Καθώς με έπιασε και μένα η ίωση που κυκλοφορεί, αντιμετώπιζα με δέος το δίωρο που κρατάει η ταινία. Νόμιζα ότι, ακόμη και αν κατάφερνα να τη δω όλη, στο τέλος θα ήμουν ράκος. Στην πραγματικότητα ένοιωθα όλο και καλύτερα, και τελειώνοντας η ταινία ήταν σαν να μου είχε περάσει εντελώς η ίωση. Τελικά το γέλιο είναι θεραπευτικό.  Όμως ας δώσουμε και μια εκτενέστερη περίληψη που βρήκαμε στα αγγλικά.

Haji Jabbar is a wealthy man, who is chided constantly by his family for avarice. Haji intends to marry off his daughter, Parvin, to a wealthy old man. He has no regard for the love existing between Parvin and her cousin. He does not care for his son, Hamid, who, due to negligence, is on the verge of a breakdown. In an elaborate fantasy sequence which makes up the last third of the film, Haji finds himself in hell, witness to all sorts of macabre and elaborate tortures and horrors. The film is noted for its elaborate set pieces which recall Méliès. There is even a sequence involving Hitler in hell!


Δημήτρης Βαρβαρήγος, Λιπεσάνορες



Δημήτρης Βαρβαρήγος, Λιπεσάνορες, Μπατσιούλας 2014, σελ. 540

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Μια πρωτότυπη πεζή μεταγραφή του τρωικού μύθου

  Έχουμε ήδη παρουσιάσει τα βιβλία του Δημήτρη Βαρβαρήγου «Το υστερόγραφο της συγνώμης» και «Ό,τι αγαπήσαμε έμεινε πίσω», ενώ για την «Υπατία» τού πήραμε συνέντευξη η οποία δημοσιεύτηκε στο Λέξημα. Σειρά έχουν σήμερα οι «Λιπεσάνορες».
Ας ξεκινήσουμε από τον τίτλο: Τι ακριβώς είναι οι «λιπεσάνορες»;
«Γυναίκες παρούσες, που όμως πάντοτε λείπαμε στους άνδρες», διαβάζουμε στην τελευταία σελίδα του βιβλίου.
Ποιες είναι αυτές οι γυναίκες;
Ας ξεκινήσουμε με το πόσες: είναι 15.
Και ποιες είναι αυτές;
Τις ξέρουμε. Τις ξέρουμε από το μύθο του τρωικού πολέμου τον οποίο διδαχθήκαμε στα σχολεία. Κάποιοι διάβασαν στο πρωτότυπο ή σε μετάφραση τα ομηρικά έπη (εγώ ελπίζω κάποια στιγμή θα τελειώσω την ανάγνωση του πρωτότυπου που άφησα στη μέση), ή έστω την ιστορία στα «Κλασικά εικονογραφημένα». Οι πιο γνωστές είναι η Ελένη, η Ανδρομάχη, η Κλυταιμνήστρα, η Κασσάνδρα και η Εκάβη».
Η ποίηση κυριαρχούσε στη λογοτεχνία για χιλιετίες, όμως τους λίγους τελευταίους αιώνες, μετά την εμφάνιση της αστικής τάξης στο προσκήνιο της ιστορίας η πεζογραφία κυριαρχεί. Μπορεί να υπάρχουν πολλοί ποιητές, μπορεί να εξακολουθεί να γράφεται ακόμη πάρα πολύ καλή ποίηση, όμως το μεγαλύτερο κομμάτι της λογοτεχνικής πίττας ως προϊόν της αγοράς το μοιράζονται οι πεζογράφοι. Όσοι ποιητές προσπαθούν να εκδώσουν τα πονήματά τους και όσοι εκδότες προσπαθούν να προωθήσουν στην αγορά ποιητικές συλλογές το ξέρουν αυτό πολύ καλά. Ο κόσμος προτιμάει να διαβάζει πεζογραφία, και η σκέψη του Βαρβαρήγου να αποδώσει σε πεζό λόγο το μύθο του τρωικού πολέμου ήταν πολύ έξυπνη.
Τα ομηρικά έπη είναι το αντίστοιχο του σημερινού ιστορικού μυθιστορήματος. Είναι γνωστό σήμερα ότι η εκστρατεία κατά της Τροίας, κατά την οποία η πόλη αλώθηκε, είναι ιστορικό γεγονός. Όμως την εκστρατεία αυτή, αν την είχε αφηγηθεί ο Θουκυδίδης, θα διαχώριζε τα αίτια από την αφορμή, πράγμα που δεν κάνει ο Όμηρος, κάνει όμως ο Βαρβαρήγος. Διαβάζουμε:
«Μόνο ο Μενέλαος νομίζει πως ο πόλεμος αυτός γίνεται για τη γυναίκα του. Είναι τόσο οργισμένος που δεν ακούει και δεν βλέπει πιο μακριά από το δικό του πρόβλημα. Όχι, σοφέ Νέστορα, δεν είναι για την Ελένη τούτη η εκστρατεία, αυτή η γυναίκα είναι η δικαιολογία μας, ο πόλεμος αυτός θα γίνει για το χαλκό, για να ελευθερώσουμε τις ελληνικές αποικίες της Μικράς Ασίας και το πέρασμα στον Ελλήσποντο που οι Τρώες μάς έχουν αποκλείσει τα στενά του» (σελ. 166).
Υπάρχουν και πιο σύγχρονες Ελένες, με θεϊκή ομορφιά, που επίσης προκάλεσαν ανακατωσούρες, μικρότερης κλίμακας βέβαια. Για τη Μαρία τη Πενταγιώτισσα δεν βρέθηκε κανείς Όμηρος να ψάλει την ομορφιά της, την έψαλε όμως η λαϊκή μούσα:
"Στα Σάλωνα σφάζουν αρνιά και στο Χρισσό κριάρια
και στης Μαρίτσας την ποδιά σφάζονται παληκάρια
Μαρίτσα Πενταγιώτισσα, μωρή δασκαλοπούλα, εσύ τα ΄καμες ούλα!"
Πρέπει όμως να πούμε ότι το έργο δεν είναι μια απλή πεζογραφική απόδοση. Σαν τέτοια θα είχε μικρότερο ενδιαφέρον. Αυτό που κάνει ο Βαρβαρήγος είναι να δώσει την ιστορία όχι μόνο μέσω της αφήγησης, αλλά και της οπτικής των γυναικών που πρωταγωνίστησαν σ’ αυτήν.
Παρόλο που η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη, οι 15 ηρωίδες αφηγούνται ως παντογνώστες τριτοπρόσωποι αφηγητές. Μόνο έτσι άλλωστε θα μπορούσαν να εξιστορηθούν όλες οι λεπτομέρειες του μύθου. Όμως μέσα σε αυτή την αφήγηση εμφιλοχωρεί η δική τους οπτική, όχι μόνο η προσωπική ως γυναίκες που εμπλέκονται στα γεγονότα αλλά και γενικότερα η γυναικεία οπτική με την οποία οι γυναίκες βλέπουν γεγονότα και καταστάσεις της συζυγικής ζωής αλλά προ παντός τα δραματικά γεγονότα του πολέμου, γεγονότα από τα οποία αυτές δεν αντλούν καμιά δόξα αλλά συνήθως είναι τα θλιβερά θύματα, συνήθως θύματα βιασμού.
Για τη «γυναικεία κατάσταση» γράφει η Ανδρομάχη.
«Δεν υπάρχει συμφορά πιότερο μεγάλη από τον πόλεμο. Σαρώνει απ’ τα κορμιά μας όσα αγνά κρύβονται μέσα τους. Κι αν εμείς οι γυναίκες τολμούσαμε –αλίμονο– κάτι καινούριο, μας τρώγανε οι Ερινύες, γιατί γεννηθήκαμε σε έναν κόσμο που δεν μας αγάπησε πραγματικά και μας έμαθε ότι όλα είναι καλά καμωμένα… Ακολουθήσαμε τη συμπεριφορά καλού παιδιού που θα μας οδηγούσε στη σωτηρία, όταν θα γινόμασταν σύζυγοι και μανάδες, αλλά καμιά μας δεν υπήρξε απόλυτα αυθεντική. Υπάκουες μέσα σε ένα παράλογο παιχνίδι, εξαρτημένες από την αποδοχή των αντρών μάς απέσπασαν κάθε προσπάθεια και αίσθημα από το εσωτερικό μας κέντρο και γίναμε όλες αυτοκαταστροφικές» (σελ. 382).
Πιο πριν μας είχε πει επίσης:
«Ακολουθούσα κάθε του προσταγή γιατί μου άρεσε αυτός ο ρόλος, να τον υπηρετώ ως πιστή και υπάκουη γυναίκα του. Αυτός είναι και ο αληθινός ρόλος της γυναίκας και θα παραμείνει στους αιώνες αναλλοίωτος, να υπηρετεί απρόσκοπτα τον άντρα της προσηλωμένη στα συζυγικά της καθήκοντα» (σελ. 307).
Σήμερα βέβαια τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι, τουλάχιστον στο δυτικό κόσμο. Όμως αυτό είναι μεγάλη ιστορία για να τη συζητήσουμε εδώ.
Εξαιρετικό και αυτό το βιβλίο του Βαρβαρήγου, συναρπάζει τόσο με την όμορφη αφήγηση όσο και με την έξυπνη επινόηση. Θα θυμηθείτε όλοι λεπτομέρειες από το μύθο που έχετε ξεχάσει.
Και οι δεκαπεντασύλλαβοι, με τους οποίους τελειώνω κάθε βιβλιοκριτική μου;
Μου φαίνεται ότι είναι καιρός να τους εγκαταλείψω. Σ’ αυτό το βιβλίο είναι άφθονοι, και κάπου στη μέση είδα ότι επρόκειτο για μια πραγματική πλημμυρίδα. Αν τους παρέθετα όλους θα χρειαζόμουν τουλάχιστον τρεις σελίδες. Έτσι θα παραθέσω μόνο ένα, δειγματικά:
Τ’ άρματα ακονίζανε με περισσή φροντίδα (σελ. 295).

Μπάμπης Δερμιτζάκης