Book review, movie criticism

Wednesday, September 7, 2016

Ειρήνη Πούλου, Ιστορίες με παράξενους νόμους



Ειρήνη Πούλου, Ιστορίες με παράξενους νόμους, Χανιά, εκδόσεις Πυξίδα της πόλης, σελ. 91

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Πρωτότυπες και συναρπαστικές ιστορίες

  Έχουμε ξαναμιλήσει για την Ειρήνη Πούλου, για τους «Θεατρικούς μονόλογους». Σειρά έχουν σήμερα οι «Ιστορίες με παράξενους νόμους».
  Κατ’ αρχήν να μιλήσουμε για την επινοητικότητα στη σύλληψη των ιστοριών της. Υποθέτω ότι οι παράξενοι νόμοι αποτέλεσαν την αφετηρία έμπνευσης, και πάνω σ’ αυτούς έστησε τις ιστορίες της. Οι νόμοι αυτοί είναι σαν τις δέκα εντολές, απαγορευτικοί. Μόνο στον πρώτο από τους τρεις υπάρχει η συνώνυμη φράση «είναι παράνομο», στις άλλες τρεις υπάρχει η λέξη «απαγορεύεται». Οι νόμοι αυτοί είναι από περίεργοι έως γελοίοι. Θα εξαιρούσαμε ίσως τον «απαγορεύεται να ονομάσει κάποιος το γουρούνι του Ναπολέων», γαλλικός νόμος.
  Ενώ οι «Θεατρικοί μονόλογοι» της Ειρήνης ήσαν μονόλογοι γυναικών που εικονογραφούσαν τη γυναικεία κατάσταση, οι ήρωές της στις ιστορίες της είναι άνδρες. Ο ένας μαύρος, ο άλλος μελαμψός και οι άλλοι δυο λευκοί. Όλοι τους όμως έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: είναι διαταραγμένοι ψυχολογικά. Ακόμη, όλοι καταλήγουν στη φυλακή. Από τα επεισόδια που παρακολουθούμε κάποια αποτελούν τον αιτιακό ή εκλυτικό παράγοντα της διαταραχής, ενώ άλλα είναι αποτέλεσμά της. Διαβάζουμε στην πρώτη ιστορία που έχει τίτλο «Στη Μασαχουσέτη είναι παράνομο να πάει κανείς για ύπνο χωρίς πρώτα να έχει κάνει μπάνιο»:
  «Σήμερα με το ζόρι μπορώ και γράφω. Έχω τρομερό πονοκέφαλο. Όλα γύρω μου κινούνται. Δεν έχω σώμα. Είμαι μια μπάλα λεία, μαλακή, με απεριόριστη ελαστικότητα. Τη μια στιγμή πηδάω ψηλά στο ταβάνι και την άλλη κυλιέμαι στο πάτωμα» (σελ. 15).
  Όχι, πρόκειται για προσωρινή διαταραχή, για παραίσθηση, όμως διακειμενικά παραπέμπει στη «Μεταμόρφωση». Καφκικό εξάλλου είναι και το παρακάτω απόσπασμα, που ακολουθεί στην επόμενη σελίδα:
  «Δεν είμαστε τίποτα άλλο από μικρά κουμπάκια, φυλαχτά, πάνω στη φούστα της εξουσίας.
Το μάτι του Θεού μας επιβλέπει. Αναζητά την πιο ασήμαντη λεπτομέρεια της ύπαρξής μας.
Βρίσκεται πάντα στην κορυφή, στο μέσον του όλου για να επιτηρεί, να διορθώνει» (σελ. 16).
  Παρά τον συνειρμό που προκαλεί με τη «Μεταμόρφωση» η ιστορία θυμίζει περισσότερο τη «Δίκη», με τον εγκλεισμό του ήρωα στη φυλακή, όπου καταγράφει τις αναμνήσεις του αλλά και καθημερινά επεισόδια σε κάποιες κόλλες αναφοράς που μπόρεσε να κλέψει. Μιλάει για συγκρατούμενούς του, για τους δεσμοφύλακες, για τις συνθήκες ζωής στη φυλακή, για τις απόπειρες δραπέτευσης, και μας δίνει φέτες φέτες επεισόδια από το παρελθόν του που τον οδήγησαν σ’ αυτή την κατάσταση. Ναι, στη φυλακή βρέθηκε γιατί δεν είχε κάνει μπάνιο πριν κοιμηθεί.
  Να θυμίσουμε ότι πιο κοντά στη «Μεταμόρφωση» είναι οι «Αναμνήσεις ενός αρουραίου», από τους «Θεατρικούς μονόλογους».
  Το διήγημα τελειώνει ως εξής:
   «Κάτω από το νιπτήρα διαβάζω ξανά και ξανά τα κεφαλαία γράμματα που ο προηγούμενος είχε γράψει και ένα διαβολικό γέλιο με κατακλύζει.
ΖΟΖΕΦΙΝ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΜΟΥ ΘΑ ΕΙΜΑΙ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΑΥΡΙΟ ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΜΗΝ ΠΛΥΘΕΙΣ
ΝΑΠΟΛΕΩΝ».
  Με αυτό τον τρόπο η Ειρήνη μας περνάει στην επόμενη ιστορία της που έχει τίτλο «Στη Γαλλία απαγορεύεται να ονομάσει κάποιος το γουρούνι του Ναπολέων.
  Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, τόσο σε αυτήν όσο και στην προηγούμενη ιστορία, έχει αρκετά κοινά με τον αφηγητή στο «Υπόγειο» του Ντοστογιέφσκι. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση δεν εκφράζεται άμεσα, αλλά είναι διάχυτη σε όλη την αφήγησή τους. Και βέβαια η ψυχική διαταραχή. Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς το ότι ο ήρωας, αντί για σκύλο, έχει ένα γουρούνι; Βέβαια το συμπόνεσε όταν το είδε πληγωμένο στην πόρτα του. Επίσης δεν μπορούσε να το σφάξει γιατί είναι μουσουλμάνος, από το Πακιστάν.
  Αν στην πρώτη ιστορία, παρά το γκροτέσκο της, διακρίνουμε μια καταγγελία τόσο των συνθηκών εγκλεισμού των φυλακισμένων όσο και των φυλάκων, που για κάποιους θα άξιζε να βρίσκονται οι ίδιοι μέσα στα κελιά, στη δεύτερη αυτή ιστορία βλέπουμε μια εξεικόνιση της μοίρας των λαθρομεταναστών, που ακόμη και αν έχουν νομιμοποιήσει την παραμονή τους δεν είναι ολότελα ασφαλείς. Και βέβαια η Ειρήνη δεν ξεχνάει και τους δουλέμπορους.
  «Έπειτα θυμήθηκα εκείνο το κάθαρμα, τον Πακιστανό που έκανε μια περιουσία από λαθρεμπόριο ψυχών και αγόρασε εξοχικό στην Κορσική. Ήμουν σίγουρος πως τέτοιες μέρες θα έκανε Πρωτοχρονιά δίπλα σε βράχους με θαλασσοπούλια. Πώς τα καταφέρνουν πάντα τέτοια ρεμάλια να επιβιώνουν όπου και αν βρίσκονται; Σαν να έχουν κάνει ειδική συμφωνία με το Θεό και έχουν εξαγοράσει τη συγχώρεση και τον Παράδεισο.
  Μακάρι να μπορούσα να ξεχάσω, έλεγα συνεχώς μέσα μου.
  Να ξεχάσω αυτόν που σαν φάντασμα οδηγούσε το σαπιοκάραβο στη μέση του πουθενά, τότε όταν μας πέταγε στη θάλασσα. Να ξεχάσω τις μέρες που πέρασα μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης πριν φτάσω εδώ» (σελ. 48).
  Τελικά δεν θα καταφέρει να αποφύγει κι αυτός τη φυλακή.
  Η τρίτη ιστορία έχει τίτλο «Στην Πορτογαλία απαγορεύεται να ουρήσει κάποιος στον Ωκεανό».
  Κι αυτός δεν γλίτωσε τη φυλακή.
  Η ιστορία ξεκινάει ως εξής;
  «Πνεύμα Θεού μεταφέρεται επί ύδατος.
  Ομολογώ ομολογώ πως εγώ το έκανα» (σελ. 57).
  Όχι, δεν είναι εκβιασμένη ομολογία, όπως στις περίφημες δίκες της Μόσχας, ο ήρωάς μας όντως ούρησε στον ωκεανό. Όμως αρχικά δεν θα το ομολογήσει, και θα υποστεί την ανάκριση.
  Μετά τις γραμμές αυτές ακολουθεί ένας εσωτερικός μονόλογος, που υφολογικά παραπέμπει στην ψυχική κατάσταση στην οποία τον έφερε η ανάκριση, σε μια κατάσταση παραληρηματική, σαν τρέλα. Η επόμενη τελεία που θα συναντήσουμε βρίσκεται στο τέλος της ιστορίας.
  Δυο μόνο ανάλογες περιπτώσεις ξέρω: το 18ο κεφάλαιο του «Οδυσσέα» του Τζέημς Τζόυς και «Το φθινόπωρο ενός πατριάρχη» του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Το τελευταίο αυτό το είχα αγοράσει στα ισπανικά για να κάνω λέει εξάσκηση στα ισπανικά μου. Όταν το άνοιξα και έψαχνα να δω τελεία και δεν εύρισκα το παράτησα. Χειρότερη επιλογή για το λόγο που το ήθελα δεν θα μπορούσα να κάνω. Το διάβασα βέβαια μετά στην ελληνική μετάφραση.
  «…ομολογώ ο ανακριτής επιμένει το στόμα μου κλειστό σαν εφτασφράγιστο μυστικό μόκο θέλω το δικηγόρο μου είμαι σε κατάσταση μέθης καλά ευτυχώς την τελευταία στιγμή το μυαλό μου επανήρθε στη θέση του ο ανακριτής έξαλλος δεν το δείχνει κάνει δήθεν τον ευγενικό ξέρω σε λίγο θα αρχίσει τα πολιτισμένα βασανιστήρια σιγά-σιγά το πάει το γράμμα τη βλέπω τη δουλειά αλλά εγώ μόκο τα κρατάω όλα για μένα το πρωινό ξύπνημα στον ήλιο καθώς βγαίνει πίσω από τις στέγες των σπιτιών μετά από τόσα χρόνια και αυτή η πόλη ακόμα με εκπλήσσει οπότε περνάω από το λιμάνι κ.λπ. κ.λπ.» (σελ. 58).
  «Στη Βαλτιμόρη απαγορεύεται να πας ένα λιοντάρι στον κινηματογράφο» είναι ο τίτλος της τελευταίας ιστορίας.
  Η ιστορία αυτή βρίσκεται πιο κοντά στα κλασικά πρότυπα. Όμως ο αφηγητής είναι εξίσου διαταραγμένος. Και φυσικά θα καταλήξει και αυτός στη φυλακή, όπως και οι ήρωες των προηγούμενων ιστοριών.
  Εδώ η καταγγελία είναι για τους πρώτους αποικιοκράτες που κατάκτησαν την Αμερική. Διαβάζουμε:
  «Ο Θεός είναι Άγγλος, διέδιδε ο Τζων Άυλμερ, πνευματικός πατέρας.
  Ο Τζων Ουίνθροπ, ιδρυτής της αποικίας του κόλπου της Μασαχουσέτης, βεβαίωνε πως οι Εγγλέζοι μπορούν να ιδιοποιηθούν τη γη των Ινδιάνων με την ίδια νομιμότητα που ο Αβραάμ πήρε τη γη των Σοδομιτών.
  Όσο για τους σκλάβους που έφταναν από την Αφρική τους είχαν ήδη δώσει χριστιανικά ονόματα. Τους υπενθύμιζαν την Επιστολή του Αγίου Παύλου προς τους Εφέσιους “Υπηρέτες υπηρετείτε τους αφέντες σας” και την κατάρα του Νώε στα παιδιά του Χαμ που παρέμειναν μαύροι…» (σελ. 63).
  Το γκροτέσκο εδώ εμφανίζεται με τα ανθρωπολογικά στοιχεία που η Ειρήνη τα παραθέτει άφθονα. Αμέσως μετά διαβάζουμε:
  «Παρόλα αυτά, μετά από τόσα χρόνια ακόμα υπάρχουν κάποιοι εδώ, στην πολιτεία του Μέριλαντ, που πιστεύουν ότι ο Χριστός ήταν νέγρος και Παναγία η Αφρικάνα Ριεμαγιά, η ασημένια θεά της θάλασσας…» (σελ. 63. Επίσης σελ. 67-68 και 69, 77). 
  Και θυμήθηκα την άλλη θαλασσινή θεά, την «αργυρόπεζα Θέτιδα», την Θέτιδα με τα με τα ασημένα πόδια, τη μητέρα του Αχιλλέα, καθώς πέρασα αυτό το καλοκαίρι πραγματοποιώντας ένα όνειρό μου, να διαβάσω τον Όμηρο στο πρωτότυπο.
  Και σ’ αυτή την ιστορία έχουμε μια καταγγελία, οικολογικής φύσης αυτή τη φορά.
  «Μέσα σε λίγες ώρες 1700 ζώα, από καρχαρίες, χταπόδια, χελώνες, αλιγάτορες, μεταφέρθηκαν από την Ουάσινγκτον 64 χιλιόμετρα μακριά σε αυτό το ενυδρείο. Τόσο κόστος, μόνο και μόνο για να διασκεδάσουν μερικοί χασομέρηδες. Μόνο και μόνο για να νιώσουν μέσα από αυτά την αγριάδα, την ένταση που βιώνουν κάθε λεπτό αυτοί οι ζωντανοί οργανισμοί. Τη ζωή και το θάνατο! Κατά βάθος τα ζηλεύουμε! Μέσα από το πέρασμα των αιώνων αυτά τουλάχιστον δεν έχουν χάσει τίποτα σχεδόν από την πρωτόγονη αγριάδα τους. Διατηρούν ακόμα μέσα τους στο ακέραιο το ένστικτο της επιβίωσης. Τους είναι αρκετό να ζουν μόνο με αυτό. Να γίνονται το ένα τροφή για το άλλο, χωρίς να νοιάζονται για αυτή τη γαμημένη σκέψη, χωρίς τύψεις ή ενοχές.
  Στα αλήθεια υπάρχουν τόσοι μαλάκες που πληρώνουν κόλας για ένα τέτοιο θέαμα, αλλά και τόσο υποκριτές που στη θέα μιας φάλαινας που σκοτώνει ένα δελφίνι ή ενός καρχαρία τη στιγμή που κατασπαράζει ένα όμορφο ψαράκι κλείνουν τα μάτια τους με φρίκη ενώ μονολογούν, δήθεν με ευαισθησία, “τι αποτρόπαιο θέαμα!”. Μα γι’ αυτό δεν είχαν έλθει τάχα;» (σελ. 86-87).
  Και μια μεταφορά που μου άρεσε: «Παρ’ όλα αυτά νιώθω σαν παιδί που ανακάλυψε τα κρυμμένα γλυκά της μαμάς του» (σελ. 13).
  Θυμάμαι πώς ένιωθα κι εγώ σαν παιδί, όταν ανακάλυπτα πού είχε η μητέρα μου κρυμμένες τις καλλιτσούνες το Πάσχα. Κατάφερνα και τις ανακάλυπτα πάντα πριν την Ανάσταση.
  Η Ειρήνη δεν βάζει αυτή τη φορά ποιήματα δικά της, αλλά μέσα στις ιστορίες της ενσωματώνει εξαιρετικά αποσπάσματα από ποιήματα των Μαχμούντ Νταρβίς, Τζελαλεντίν Ρουμί και Φερνάντο Πεσόα. Επίσης το βιβλίο εικονογραφείται με ασπρόμαυρα σχέδια δικά της, εντελώς πρωτότυπα, που όταν τα είδα μου ήλθαν στο μυαλό τα σχέδια Rorschach.  
  Και όπως πάντα τελειώνουμε τις βιβλιοκριτικές μας με τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους που εντοπίσαμε. Αυτή τη φορά στην αντίληψή μας έπεσε μόνο ένας.
  «Καθόταν στο τραπέζι μου και με παρατηρούσε» (σελ. 16).
  Πρωτότυπες, συναρπαστικές, μοντέρνες, αυτές οι ιστορίες θα μαγέψουν τον αναγνώστη.
  Ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο.
 
Μπάμπης Δερμιτζάκης

Tuesday, September 6, 2016

Pawel Pawlikowski, My summer of love



Pawel Pawlikowski, My summer of love (2004)

Για να δω μια ταινία πρέπει να έχω κάποιο κίνητρο. Κάποιες φορές βλέπω πακέτο όλες τις ταινίες ενός σκηνοθέτη, δηλαδή όσες έχω, για να σχηματίσω μια πλήρη εικόνα γι’ αυτόν. Κίνητρο για να δω «Το καλοκαίρι του έρωτά μου» είναι ότι είχα δει μια άλλη ταινία του Pawlikowski, την «Ίντα», που μου άρεσε.
Βλέποντάς τη σκέφτηκα ότι βρισκόμουν μπροστά στο μοτίβο της «Σταχτοπούτας», αλλά στο λεσβιακό.
Η Μόνα κατάγεται από ταπεινή, φτωχή οικογένεια. Ζει με τον αδελφό της ο οποίος, μετά από μια παραβατική ζωή, το έριξε στη θρησκεία. Ο πατέρας τους τούς εγκατέλειψε, η μητέρα τους πέθανε από καρκίνο. Ο φίλος της, παντρεμένος με παιδιά, την εγκαταλείπει στην αρχή της ταινίας. Είναι πολύ δυστυχισμένη. Και τότε συναντάει την Ταμσίν, η οποία κατάγεται από μεγαλοαστική οικογένεια. Κάνει διακοπές με τον πατέρα της σε μια σπιταρόνα. Η Μόνα, εγκαταλειμμένη, πέφτει στην αγκαλιά της.
Βλέπουμε διάφορες σκηνές-επεισόδια από τη σχέση των δυο κοριτσιών. Είδα και το παραψυχολογικό πείραμα με το ποτηράκι. Αυτό ήταν που με οδήγησε στη συγγραφή του πρώτου μου βιβλίου «Παραψυχολογία, μύθος ή πραγματικότητα». Καλούν το πνεύμα της νεκρής αδελφής της Ταμσίν.
Η Ταμσίν λέει ότι αν την εγκαταλείψει η Μόνα θα την σκοτώσει. Η Μόνα λέει ότι αν την εγκαταλείψει η Ταμσίν θα την σκοτώσει και μετά θα αυτοκτονήσει και η ίδια. Ορκίζονται και οι δυο ότι δεν θα εγκαταλείψουν ποτέ η μια την άλλη.
Και η μεγάλη ανατροπή, με ένα εντυπωσιακό εφέ απροσδόκητου.
Η Μόνα παρατάει τον αδελφό της για να φύγει μαζί με την Ταμσίν. Μαζί της κουβαλάει τη βαλίτσα με τα πράγματά της. Τι διαπιστώνει όμως όταν φτάνει σπίτι της; Όλα όσα της είχε πει ήταν ψέματα. Η δήθεν πεθαμένη αδελφή της για την οποία είχε χύσει μαύρο δάκρυ είναι ζωντανή. Της ζητάει μάλιστα το μπλουζάκι της, που της είχε χαρίσει η αδελφή της. Όλα ήταν στημένα για να την ρίξει στην αγκαλιά της, ώστε να έχει ερωτικό σύντροφο στις καλοκαιρινές της διακοπές. Τώρα πρέπει να επιστρέψει στο σχολείο.
-Μα δεν περάσαμε ωραία; Της λέει προσπαθώντας να απαλύνει τον πόνο της από την ξαφνική τροπή που πήραν τα πράγματα.
Πηγαίνουν σε ένα ποταμάκι, εκεί όπου κάνοντας μπάνιο πρωτοφιλήθηκαν, για μια τελευταία συνάντηση. Θα χαριεντιστούν. Όμως ξαφνικά η Μόνα την αρπάζει και της χώνει το κεφάλι μέσα στο νερό. Αυτή αγωνίζεται να απελευθερωθεί.
Θα την πνίξει;
Ποια είναι η αφηγηματική προσδοκία;
Μάλλον αυτό.
Όμως η αναμονή δεν κρατάει πολύ. Την παρατάει και η άλλη βγάζοντας το κεφάλι της από το νερό παίρνει βαθιές ανάσες.
Ναι, δεν ζούμε την ηρωική εποχή της τραγωδίας, ζούμε την αστική εποχή του δράματος.
Στην τελευταία σκηνή βλέπουμε την Μόνα απελπισμένη να παίρνει το δρόμο της επιστροφής κουβαλώντας πίσω της τη βαλίτσα της.
Μπορούμε να βγάλουμε κάποιο επιμύθιο από αυτό το έργο;
Ναι, να είστε επιφυλακτικοί με τους ανθρώπους. Πολλοί δεν είναι αυτό που φαίνονται. Και υπάρχουν άτομα απίστευτης κακίας.
Πολύ μου άρεσε η ταινία.


Stanley Kubrick, 2001: A space odyssey



Stanley Kubrick, 2001: A space odyssey (1968)

  Όταν διαβάζω ένα βιβλίο ψάχνω και για σχετικές ταινίες. Το καλοκαίρι που διάβασα τον Όμηρο έψαξα για «Ιλιάδα» και «Οδύσσεια». Η λέξη «Οδύσσεια» έχει γίνει συνώνυμο της περιπέτειας και τη χρησιμοποιούν συχνά μ’ αυτή τη σημασία. Έτσι έπεσα πάνω στην «Chinese Odyssey» και στην «2001: Οδύσσεια διαστήματος» του Στάνλεϋ Κιούμπρικ. Ο γιος μου εξέφρασε, στο άσχετο, την επιθυμία να τη δει, και σκέφτηκα ότι είναι μια καλή ευκαιρία να τη δω κι εγώ, να τη δούμε μαζί.
Και την είδαμε.
Να πούμε κατ’ αρχήν ότι είναι κινηματογραφική μεταφορά του διηγήματος «The sentinel» του Άρθουρ Κλαρκ.
Η ταινία ξεκινάει δείχνοντας πιθήκους. Βρισκόμαστε στην προϊστορία της ανθρωπότητας. Ξάφνου ανάμεσά τους βλέπουμε μια στήλη. Την παρατηρούν με περιέργεια. Τι πράγμα είναι αυτό; Δεν έχουν ξανασυναντήσει κάτι παρόμοιο.
Κάποιος την έβαλε εκεί σαν μάτι ελέγχου. Κάποιος εξωγήινος. Μια ύπαρξη που μας ξεπερνά. Σκέφτηκα ότι θα έπεσα πάνω στο ίδιο θέμα με αυτό που έχω κι εγώ στο μυθιστόρημά μου «Το μυστικό των εξωγήινων».
Μετά το πρώτο δεκάλεπτο με τους πιθήκους μπαίνουμε στη διαστημική εποχή, μια εποχή που βέβαια ούτε η πιο αισιόδοξη διάνοια δεν θα την τοποθετούσε το 2001, 33 χρόνια δηλαδή μετά το γύρισμα της ταινίας. Οι ήρωές μας βρίσκονται σε διαστημικά οχήματα. Οι ρυθμοί είναι αργοί, αγγελοπουλικοί, μου αρέσουν, όχι σαν το γρήγορο ρυθμό των χολιγουντιανών ταινιών που στο τέλος είσαι με ένα κεφάλι καζάνι. Υπάρχει σασπένς, κάτι συμβαίνει σε έναν πλανήτη, πρέπει να πάνε να δούνε. Οι της ΝΑΣΑ εμπιστεύονται το μυστικό της αποστολής στον Χαλ, έναν υπερυπολογιστή, και όχι στα μέλη του πληρώματος. Το πλήρωμα είναι πενταμελές, αλλά οι τρεις βρίσκονται σε νάρκη. Θα αφυπνίζονταν όταν θα έφταναν εκεί.
Ο υπολογιστής κάποια στιγμή κάνει ένα λάθος. Γιατί; Μήπως έχει τεθεί υπό τον έλεγχο εκείνων οι οποίοι τοποθέτησαν και τη στήλη;
Τίποτα τέτοιο. Απλά έκανε λάθος. Αποφασίζουν να τον αχρηστεύσουν. Αυτός διαβάζει στα χείλη τους την απόφασή τους. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησής του λειτουργεί και θα προσπαθήσει να τους εξοντώσει. Τους τρεις που βρίσκονται σε νάρκη θα τους αποσυνδέσει και θα πεθάνουν. Τον τέταρτο θα τον εξαπολύσει στο διάστημα. Ο πέμπτος πηγαίνει να τον σώσει με ένα μικρό σκάφος που διαθέτει το διαστημόπλοιο. Τον αρπάζει με τις δυο τεράστιες δαγκάνες του. Επιστρέφει. Ο υπολογιστής όμως δεν υπακούει στον εντολή του να του ανοίξει την πόρτα. Αναγκάζεται να παρατήσει τον σύντροφό του και μηχανικά θα ανοίξει την πόρτα με τις δαγκάνες. Τώρα πια ο υπολογιστής είναι στο έλεός του. Θα εκλιπαρήσει, όμως αυτός θα τον εξουδετερώσει.
Και μετά;
Θα ακούσει ένα μήνυμα της ΝΑΣΑ. Το είχαν εμπιστευτεί στον υπολογιστή και όχι σ’ αυτούς, για λόγους ασφαλείας. Αυτοί θα το άκουγαν όταν θα έφταναν στον Δία. Αντιγράφω:
«Εδώ και 18 μήνες βρέθηκαν οι πρώτες ενδείξεις εξωγήινης ζωής. Ήταν θαμμένες 15 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της σελήνης. Εκτός από ένα πολύ δυνατό σήμα προς το Δία, ο ηλικίας 4 εκατομμυρίων ετών μονόλιθος είναι τελείως σιωπηλός. Η προέλευση και ο σκοπός του αποτελούν μυστήριο».
Και μυστήριο θα παραμείνουν.
Αμέσως μετά βλέπουμε τα παρακάτω κεφαλαία γράμματα:
ΔΙΑΣ
ΚΑΙ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ
Είναι σαν να ανοίγει ένα καινούριο κεφάλαιο, το τελευταίο. Ξεκινάει στο 1.46΄, σε μια ταινία συνολικής διάρκειας 2.13΄. Θα το χωρίσουμε σε τρία υποκεφάλαια. Τα δύο πρώτα θα τα χαρακτηρίζαμε ως ποιητικό κινηματογράφο, ένα κινηματογράφο σαν το «νουβέλ ρομάν», όπου ο άνθρωπος είναι ανύπαρκτος (εμφανίζεται για κάποια δευτερόλεπτα), που μόνο αισθητικά μπορεί να προσληφθούν, καθώς η διάρκειά τους δεν δικαιολογείται από την πλοκή. Στο πρώτο βλέπουμε εικόνες από το διάστημα, σαν σε ντοκιμαντέρ, με πολύ αργό ρυθμό. Αν γύριζα εγώ την ταινία θα έβαζα σαν μουσική υπόκρουση το «λάργκο» από τη «Συμφωνία του Νέου Κόσμου» του Ντόβρζακ. Κάποια βραδιά, πρωτοετής φοιτητής, σε απόλυτο σκοτάδι, σαν μαστουρωμένος, ακούγοντάς το μου έρχονταν τέτοιες εικόνες στο μυαλό.
Αυτά μέχρι το 1.52΄. Μετά περνάμε στο δεύτερο μέρος, όπου βλέπουμε μια χρωματική πανδαισία αφηρημένης ζωγραφικής που ξεκινάει με ένα ξέφρενο ρυθμό για να καταλαγιάσει σιγά σιγά, και με τη μουσική του Λιγκέτι να ταιριάζει εδώ απόλυτα. Και μόνο γι’ αυτό αξίζει ίσως να δείτε την ταινία, δεν πρόκειται ποτέ να ξαναδείτε κάτι ανάλογο. Δικαίως η ταινία πήρε το όσκαρ για «Καλύτερα εφέ, ειδικά οπτικά εφέ» (Best Effects, Special Visual Effects).
Αυτά μέχρι το πρώτο δίωρο. Τα τελευταία 10 λεπτά με ξενέρωσαν εντελώς. Το τέλος της ταινίας ήταν εντελώς ακαταλαβίστικο.
Ο ήρωας βρίσκεται σε ένα δωμάτιο με νεοκλασική επίπλωση. Γερασμένος. Μετά ξαπλωμένος, μάλλον ετοιμοθάνατος, σηκώνει το δεξί του χέρι δείχνοντας τη στήλη που βρίσκεται μπροστά του. Τι να σημαίνει άραγε; Μετά τον βλέπουμε σαν έμβρυο μέσα σε μια τεράστια διαστημική σφαίρα. Και το έργο τελειώνει.
Δεν κατάλαβα τίποτα. Και δεν είμαι ο μόνος. Υπάρχει ένας σύνδεσμος με τίτλο The space odyssey explained. Τον άνοιξα. Μα τελικά είμαι τόσο χοντροκέφαλος και δεν τα κατάλαβα αυτά που λέει όταν έβλεπα την ταινία;
Ο γιος μου μού έστειλε ένα ειδικό λήμμα στη βικιπαίδεια που έχει τίτλο Interpretations of 2001: a space odyssey. Αυτό δεν το διάβασα. Δεν ήθελα να νοιώσω περισσότερο ηλίθιος.
Κάνω αντιγραφή και επικόλληση από τη βιβλιοκριτική που έκανα στο βιβλίο του Alain de Botton, «Παρηγορία της φιλοσοφίας», όπου παραθέτω λόγια του Μονταίνι.
«Δεν υπάρχει τίποτα για το οποίο θα ήθελα να σπαζοκεφαλιάσω, ούτε καν για τη γνώση, όσο πολύτιμη και αν είναι. Δεν ζητάω από τα βιβλία παρά να μου προσφέρουν ευχαρίστηση μέσω μιας τίμιας ψυχαγωγίας… Αν συναντώ δυσκολίες διαβάζοντας, δεν τρώω τα νύχια μου να τις ξεπεράσω· τις παρατάω, αφού τους κάνω μια δυο εφόδους».
Και
«Συνήθως υποθέτουμε ότι έχουμε μπροστά μας ένα βιβλίο εξαιρετικά ευφυές όταν παύουμε να το κατανοούμε».
Δεν είμαι απ’ αυτούς. Δεν θεωρώ ότι έχω μπροστά μου μια ταινία εξαιρετικά ευφυή επειδή δεν την κατάλαβα. Απλά πιστεύω ότι ο Kubrick στο τέλος τα σκάτωσε. Ή μήπως τα σκάτωσε ο Άρθουρ Κλαρκ;
Έχω δηλώσει ότι δεν μου αρέσει η ποίηση. Όμως να ξεκαθαρίζουμε: μόνο η σύγχρονη ποίηση, που συχνά είναι ακαταλαβίστικη. Ο Όμηρος και ο Κορνάρος, ο Σολωμός και ο Καβάφης, είναι άλλο πράγμα. Πολλές φορές, διαβάζοντας σύγχρονη ποίηση, συναντώ στίχους που με κάνουν νιώθω σαν τον Οιδίποδα μπροστά στη Σφίγγα. Και δεν έχω καθόλου σαν χόμπι να λύνω αινίγματα. Δεν θα έφερνα αντίρρηση για τους συμβολισμούς, τις αλληγορίες, τα νοήματα κ.λπ. αν η ταινία ήταν σε πρώτο επίπεδο, αφηγηματικά, ευκρινής. Όμως δεν ήταν.
Και θυμήθηκα.
Είμαι μαθητής στην πρώτη γυμνασίου. Καθηγητής μας ο κος Ασπραδάκης. Έχουμε διόρθωση εκθέσεων. Είναι θεολόγος, αλλά λόγω έλλειψης φιλολόγων μας κάνει αρχαία και νέα. Σχολιάζει την έκθεσή μου, απευθυνόμενος σε μένα.
-Εσύ Δερμιτζάκη προσπαθείς να φιλοσοφήσεις, και είσαι σαν τον ποντικό που προσπαθεί να ανεβεί ένα χαράρι άχερα. Ανεβαίνει, ανεβαίνει, και όταν φτάνει στην κορφή τσουρλούν και τον πλακώνουν.
Μου φαίνεται κάτι τέτοιο συνέβη και στον Kubrick.
Η μουσική και τα εικαστικά δυο πρώτα υποκεφάλαια του τελευταίου μέρους με αποζημίωσαν αρκετά ώστε να μη θεωρήσω χαμένο το χρόνο που είδα την ταινία. Και βέβαια παρακολούθησα ευχάριστα και την υπόλοιπη ταινία μέχρι εκεί.
Αναρωτιόμουνα αν η ταινία γυρίστηκε πριν ή μετά την προσελήνωση. Ο γιος μου είπε ότι γυρίστηκε πριν. Και έκανε το καλαμπούρι του σχετικά με τη γνωστή θεωρία συνομωσίας, λέγοντας ότι οι αμερικανοί χρησιμοποίησαν τα σκηνικά του Kubrick για να παρουσιάσουν την δήθεν προσελήνωση, που έγινε ένα χρόνο μετά.
Και μια και μιλάμε για ταινία, μια χιουμοριστική ατάκα του γιου μου, τότε που ήταν μαθητής. (Η μητέρα του, στο τηλέφωνο): Διαβάζεις; (Μανώλης): Ναι, τους υπότιτλους.

Friday, September 2, 2016

Barbet Schroeder, Barfly




Έχουμε ξαναγράψει για τον Μπάρμπετ Σρέντερ, και συγκεκριμένα για την ταινία του «Murder by numbers», που στην Ελλάδα προβλήθηκε με τον τίτλο «Θεωρίες εγλήματος».
Η ταινία είναι ημιαυτοβιογραφική, του Τσαρλς Μπουκόφσκι, που υπογράφει και το σενάριο. Είδαμε πριν χρόνια και την κινηματογραφική μεταφορά του «Ιστορίες καθημερινής τρέλας», ενώ πιο πριν είχαμε διαβάσει και το βιβλίο.
Τον Μπουκόφσκι τον έμαθα πρωτοδιορισμένος στην Κάσο. Μου τον σύστησε ο καλός συνάδελφος, φιλόλογος κι αυτός, Μανώλης Γεωργιλαδάκης, κρητικός κι αυτός, καλή του ώρα όπου κι αν είναι. Μου έδωσε μάλιστα ένα βιβλίο του που είχε μαζί του. Με ενθουσίασε. Μάλιστα, θυμάμαι, έγραψα δυο τρεις σελίδες σε μπουκοφσκικό ύφος, κάπου θα βρίσκονται καταχωνιασμένος, μπορεί να τις ξετρυπώσω κάποια στιγμή.
Τι είναι πραγματικό και τι επινοημένο σ’ αυτή την ταινία;
Ίσως δεν έχει σημασία. Σίγουρα πάντως αυτό που ακούσαμε, ότι στον Μπουκόφσκι άρεσε ο Μάλερ και ο Μότσαρτ, καθώς και ο Σοπενχάουερ (κάποια στιγμή πρέπει να διαβάσω το «Ο κόσμος σαν βούληση και σαν παράσταση») ήταν από τα πραγματικά στοιχεία.
Η ταινία είναι πάρα πολύ καλή, με αρκετό χιούμορ, και με ηθοποιούς που παίζουν υπέροχα, τον Μίκυ Ρουρκ και την Φαίη Νταναγουέη. Στις τέσσερις υποψηφιότητες που είχε η ταινία – η μια ήταν για τον χρυσό φοίνικα – οι δυο ήταν δικές τους.
Και μια ατάκα από την ταινία, απόφθεγμα του Τολστόι:
«Να θεωρείτε τη συναναστροφή με τις γυναίκες σαν μια απαραίτητη δυσαρέσκεια της ζωής και να τις αποφεύγετε όσο μπορείτε».
Το να αναγάγεις τη δική σου εμπειρία σε γενικό κανόνα και να τον διατυπώνεις σαν απόφθεγμα είναι θεμιτό, το να το πιστεύουμε όμως εμείς οι υπόλοιποι είναι ανόητο.
Ωραίο δεν ακούγεται αυτό σαν απόφθεγμα;