Book review, movie criticism

Tuesday, December 5, 2017

Feng Xiaogang, Be there or be square (不见不散, 1998).

Feng Xiaogang, Be there or be square (见不, 1998).


Εν όψει της προβολής της ταινίας «Δεν είμαι η μαντάμ Μποβαρί» από την Πέμπτη 14-12-2017 γράφουμε για όλες του τις ταινίες. Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την δεύτερη ταινία του «The dream factory».
  Ιδιωματική φράση ο κινέζικος τίτλος, θα τη μεταφράζαμε στα ελληνικά «μη φύγεις επειδή δεν με είδες ακόμη να έρχομαι, να με περιμένεις, ή καλύτερα, αν αργήσω μη φύγεις, να με περιμένεις». Τη φράση την ακούσαμε δυο φορές στην ταινία.
  Αισθηματική κομεντί η τρίτη ταινία του Φενγ Σιάογκανγκ, με θέμα τους hua qiao, τους κινέζους της διασποράς.
  Ο Λιου Γιουάν κάνει όποια δουλειά βρει στο Λος Άντζελες όπου έχει μεταναστεύσει. Θα συναντήσει την Λι Τσινγκ, της οποίας η δουλειά είναι να φυλάει το σπίτι μιας πλούσιας οικογένειας ταϊβανέζων που λείπουν. Σπίτι ελληνικού ρυθμού, ακούμε. Και όταν θα της προτείνει να της κάνει το τραπέζι σε ένα εστιατόριο, το εστιατόριο αυτό λέγεται Λίντο, και είναι ελληνικό.
  Βλέπουμε διάφορα επεισόδια, κωμικά και μη (το να πέσουν θύματα ληστείας δεν είναι καθόλου κωμικό), που δείχνουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι κινέζοι μετανάστες στην Αμερική, τη διαφορά της κουλτούρας, τα γλωσσικά προβλήματα, κ.ά.
  Συμπαθούνται, αλλά κανείς δεν κάνει το πρώτο βήμα. Να είναι ζήτημα κουλτούρας; Στο μεταξύ τους βλέπουμε σε διάφορες δουλειές. Αυτός βοηθάει ένα κινηματογραφικό συνεργείο πράγμα που στάθηκε η αιτία της γνωριμίας τους, πουλάει τάφους, αυτή δουλεύει σαν καθαρίστρια, έπειτα ανοίγει ένα ανθοπωλείο, κάποια στιγμή θα κάνουν μαθήματα κινέζικης γλώσσας σε παιδιά κινέζων μεταναστών και σε αστυνομικούς που εποπτεύουν μια περιοχή όπου οι περισσότεροι είναι κινέζοι και οι ίδιοι δεν ξέρουν κινέζικα, ίσα ίσα να μάθουν κάποιες φράσεις της δουλειάς.
  Ακούμε τον Λιου να εξηγεί στους μικρούς του μαθητές γιατί οι κινέζοι βάζουν πρώτα το επίθετο (μονοσύλλαβο πάντα) και μετά το όνομα (δισύλλαβο τις περισσότερες φορές. Τώρα ξέρετε ότι το Φενγκ είναι το επώνυμο του σκηνοθέτη και το Σιάογκανγκ το όνομα). «Από σεβασμό στους προγόνους. Οι αμερικάνοι κάνουν το αντίθετο γιατί σέβονται μόνο τον εαυτό τους. Το βρήκατε ενδιαφέρον αυτό που σας είπα;».  «Όχι», απαντάνε εν χορώ. Ακούσαμε δυο άλλες τέτοιες κωμικές απαντήσεις, αντίθετες από αυτές που θα περίμενε.
  Από τα πιο κωμικά επεισόδια είναι εκεί που ο Λιου παριστάνει τον τυφλό, για να την συγκινήσει. Θα συναντηθούν μετά από ένα χρόνο. Της στέλνει μήνυμα, και ανάμεσα στα άλλα της γράφει: «Μη φύγεις επειδή δεν με είδες ακόμη να έρχομαι, να με περιμένεις».
  Και τον περιμένει. Όταν όμως τον βλέπει να λοξοκοιτάζει μια γκόμενα που περνάει πιο δίπλα καταλαβαίνει ότι την δούλεψε. Άλλη μια φορά θα την δουλέψει με τον ίδιο τρόπο, λέγοντάς της ότι ετοιμάζεται να παντρευτεί.
  Τελικά θα πέσουν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου όταν το αεροπλάνο με το οποίο επιστρέφουν στο Πεκίνο θα αντιμετωπίσει πρόβλημα. Σίγουρα θα πέσει και θα συντριβεί, σκέφτονται. Φυσικά δεν θα συμβεί τίποτα τέτοιο.
  Απολαυστικότατη κωμωδία, αμφιβάλω αν παίχτηκε ποτέ στην Ελλάδα.   


Monday, December 4, 2017

Feng Xiaogang, The dream factory (甲方乙方, 1997)



Feng Xiaogang, The dream factory (甲方乙, 1997)


  Εν όψει της προβολής της ταινίας «Δεν είμαι η μαντάμ Μποβαρί» από την Πέμπτη 14-12-2017. Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την πρώτη ταινία του «Gone fοr ever with my love».
  Μήπως κυκλοφόρησε το βιβλίο της Ευγενίας Φακίνου «Ζάχαρη στην άκρη» στα κινέζικα, και από εκεί πήρε την ιδέα o Feng Xiaogang; (προφέρεται Shiaogang). Γιατί στο βιβλίο της αυτό η Φακίνου μιλάει για μια βίλα παραθεριστών, η ιδιοκτήτρια της οποίας αναλάμβανε να ικανοποιεί τα όνειρα των πελατών της, εν είδει θεατρικής παράστασης.
  Το ίδιο κάνουν και οι τέσσερις συνεταίροι, μια γυναίκα και τρεις άνδρες: αναλαμβάνουν να υλοποιήσουν τα όνειρα των πελατών τους. Στην πρώτη υλοποίηση βλέπουμε έναν να φοράει στολή στρατηγού των αμερικανικών δυνάμεων και να διευθύνει τις επιχειρήσεις εναντίων των γερμανών. Ένα καλοστημένο σενάριο που έχει βέβαια και τα απρόοπτά του. Ένας κινέζος με βαμμένο το πρόσωπό του μαύρο υποτίθεται ότι είναι αμερικανός στρατιώτης.
  Ένας άλλος θέλει να τον βασανίσουν για να αποδείξει στον εαυτό του ότι είναι δυνατός και αντέχει τα βασανιστήρια. Τελικά δεν θα αντέξει, θα μαρτυρήσει τη συμφωνημένη φράση που δεν έπρεπε να πει.   Όμως του έκανε λέει καλό, γιατί συνειδητοποίησε πόσο μεγάλοι είναι τελικά οι ήρωες που αντέχουν τα βασανιστήρια.
  Υπάρχει βέβαια και η σάτιρα. Μια διάσημη ηθοποιός που έχει βαρεθεί να την πολιορκούν και να την καταδιώκουν θέλει να ζήσει κάποιο διάστημα τη ζωή μιας απλής άσημης γυναίκας. Όταν όμως αρχίζει να βαριέται και θέλει να γυρίσει πίσω στα φώτα της ράμπας, διαπιστώνει ότι την έχουν ξεχάσει. Κανείς δεν είναι διατεθειμένος να της προσφέρει πια ρόλο.
  Βλέπουμε και έναν ερωτευμένο που θέλει να παντρευτεί μια πριγκίπισσα από τις αραβικές χώρες, και τα σκηνικά μας μεταφέρουν στον κόσμο της Σεχεραζάντ.
  Υπάρχει όμως στο τέλος μια συγκινητική ιστορία. Στην αίθουσα αναμονής ενός νοσοκομείου, ο άντρας και η γυναίκα που πρόκειται σύντομα να παντρευτούν βλέπουν κάποιον να κλαίει με σκυμμένο το κεφάλι. Τον πλησιάζουν και τον ρωτούν τι έχει και είναι τόσο στενοχωρημένος.
  Η γυναίκα του ζει στην επαρχία και αυτός στο Πεκίνο, φτωχικά. Βλέπονται μόνο κατά διαστήματα. Τώρα αυτή έχει καρκίνο στο συκώτι και της μένουν λίγοι μήνες ζωής. Δεν μπορεί να την πάρει μαζί του γιατί ζει στο ίδιο δωμάτιο με άλλους. Αυτοί, συγκινημένοι, θα τους προσφέρουν το σπίτι τους. Στο τέλος του έργου τον βλέπουμε να έρχεται και να τους δίνει πίσω τα κλειδιά, ευχαριστώντας τους θερμά. Η γυναίκα του έζησε ευτυχισμένη τις τελευταίες μέρες της ζωής της, σε ένα πολυτελές διαμέρισμα που του το πρόσφερε τάχα η εταιρεία στην οποία δουλεύει.
  «Party A, Party B» δίνει την κυριολεκτική μετάφραση του τίτλου του έργου η βικιπαίδεια, και αναφέρεται στα συμβόλαια που συνάπτουν με τους πελάτες τους. Είναι το πρώτο μιας σειράς έργων που ονομάστηκαν 贺岁, Εορταστικά Πρωτοχρονιάτικα Έργα. Ευχάριστη κωμωδία, θα μείνει στο είδος για κάμποσο ακόμη ο Feng Xiaogang.

Feng Xiaogang, Gone forever with my love, ( 永失我爱, 1994)

Feng Xiaogang, Gone forever with my love, ( 永失我, 1994)


  Την παραπάνω Πέμπτη (14-12-2017) θα προβληθεί στις ελληνικές αίθουσες η προτελευταία ταινία του Feng Xiaogang (προφέρεται Shiaogang, ή Χιάογκανγκ με κριτική προφορά) «Δεν είμαι η μαντάμ Μποβαρί». Είπα, επί τη ευκαιρία, να δω όσες ταινίες του δεν έχω δει. Έχω ήδη αναρτήσει για το «Aftershock» (2010) και το «Νυχτερινό συμπόσιο» (2006), μια περίπου μεταφορά του «Άμλετ» στα της Κίνας. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι είχα ξεκινήσει να τον βλέπω πακέτο, πριν κάπου οκτώ μήνες, και το είχα ξεχάσει. Έγραψα μόνο για τη δεύτερη ταινία του. Όμως θα αναρτήσω πρώτα για την πρώτη του ταινία, την οποία ανακάλυψα τώρα στο youtube, όμως χωρίς υπότιτλους, ψάχνοντάς την με τον κινέζικο τίτλο.
  Να τη δω χωρίς υπότιτλους;
  Είπα να κάνω το πείραμα. Ακουστικά δεν τα πάω καλά. Έχω βέβαια κάποια μείωση της ακοής, όμως δεν είναι εκεί το πρόβλημα. Αγγλικές ταινίες χωρίς υπότιτλους μόνο ντοκιμαντέρ βλέπω, όπου μιλάνε με καθαρή άρθρωση, ποτέ μυθοπλασίας. Για να φανταστείτε, πριν λίγες μέρες είδα μια ταινία του Darrell Roodt για να συμπληρώσω μια συνολική ανάρτηση, με πορτογαλικούς υπότιτλους.
  Έψαξα, πάλι με τον κινέζικο τίτλο, για την υπόθεση της ταινίας. Και τη βρήκα. Γνωρίζοντας την υπόθεση και με τα λίγα κινέζικα που ξέρω (που όταν τα διαβάζω σε υπότιτλους είναι πολύ περισσότερα. Ένα σήριαλ που βλέπω, παγώνω την εικόνα, διαβάζω, και συνεχίζω) την παρακολούθησα μια χαρά. Τελικά ο κινηματογράφος είναι κατά βάση εικόνα.   
  «Έχασα την αγάπη μου για πάντα» είναι ο πλήρης τίτλος της ταινίας.
   Ο Su Kai, βλέποντας την αεροσυνοδό Ge Ge, την ερωτεύεται αμέσως. Θα δυσκολευτεί, όχι πολύ όμως, μέχρι να την καταφέρει.
  Πλένε σε πελάγη ευτυχίας οι δυο ερωτευμένοι. Ο Su Kai πουλάει το παλιό του σπίτι και χτίζει ένα καινούριο δίπλα σε έναν αυτοκινητόδρομο. Θα είναι η φωλιά τους μόλις παντρευτούν.
  Όμως τα πράγματα, δυστυχώς, εξελίσσονται απρόβλεπτα. Ο Sun Kai έχει μια ανίατη αρρώστια. Είναι καταδικασμένος. Σκέφτεται να διακόψει τη σχέση. Όμως αυτό θα πλήγωνε αφάνταστα την Ge Ge, έτσι αποφασίζει να γίνει ο γάμος. Όμως τελικά παίρνει την οριστική απόφαση. Τη διώχνει από το σπίτι, χωρίς να της πει την αιτία. Δεν θέλει και να της γίνει βάρος όταν η κατάστασή του θα επιδεινωθεί.
  Η Yan Yan είναι και αυτή αεροσυνοδός, φίλη της Ge Ge, τις βλέπουμε μαζί ήδη στην αρχή της ταινίας. Αυτή καταλαβαίνει κάποια στιγμή το πρόβλημα του Sun Kai. Και του συμπαραστέκεται στην αρρώστια του. Σιγά σιγά τον ερωτεύεται. Ο Sun Kai συγκινείται με την αφοσίωσή της.
  Τα πράγματα χειροτερεύουν. Στο προτελευταίο επεισόδιο βλέπουμε την Yan Yan να προσπαθεί με δυσκολία να του δώσει τα φάρμακά του. Είναι ξαπλωμένη δίπλα του στο κρεβάτι. Ξαφνικά βλέπουμε να έρχεται ένα αυτοκίνητο. Από αυτό κατεβαίνει η Ge Ge. Μπαίνει στο σπίτι. Προσπερνάει την αναπηρική πολυθρόνα και κατευθύνεται στο κρεβάτι. Κάθεται στο πλάι του. Από το μάτι του Sun Kai κυλάει ένα δάκρυ. Του το σκουπίζει με τον αντίχειρά της.
  Η επόμενη σκηνή διαδραματίζεται μετά από χρόνια. Βλέπουμε δυο παιδιά να βγαίνουν από το σπίτι.  Η Ge Ge φέρνει μια κανάτα με χυμό στη βεράντα όπου κάθετε η Yan Yan. Παίρνουν το πρωινό τους. Δυο άντρες παίζουν ρακέτες στον κήπο.
  Εξαιρετικός σκηνοθέτης ο Φενγκ Σιάογκανγκ, με συγκίνησε αφάνταστα η ταινία του· τόσο πολύ, που είπα να την ξαναδώ, ψάχνοντας για υπότιτλους, κινέζικους εννοείται.
  Και βρήκα. Μόνο που δεν ήταν αυτής της ταινίας, ήταν του «The invisible circus», η οποία προβλήθηκε στην Κίνα με τον τίτλο της ταινίας του Σιάογκανγκ. Μάλιστα στη μια από τις δυο ιστοσελίδες από όπου κατέβασα τους δυο υπότιτλους υπήρχε το πόστερ της ταινίας του. Ολοκληρωτική παρανόηση. Προσπαθούσα να συγχρονίσω, μέχρι που κατάλαβα ότι επρόκειτο για άλλη ταινία.

  Θα διαφημίσω τον Feng Xiaogang γράφοντας για όλες του τις ταινίες. Σε κάθε ανάρτηση θα παραθέτω τον σύνδεσμο της προηγούμενης. Όμως για την ταινία «Δεν είμαι η μαντάμ Μποβαρί», που θα την δω στη δημοσιογραφική προβολή στο Άστορ την Πέμπτη, θα αναρτήσω, όπως κάνω πάντα, την επόμενη Πέμπτη, 14 του μηνός, τότε που θα αρχίσει να προβάλλεται στους κινηματογράφους. 

Henry Cornelius, Passport to Pimlico (1949)

Henry Cornelius, Passport to Pimlico (1949)


  «Σε μια γειτονιά του Λονδίνου μετά το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, από μια ελεγχόμενη έκρηξη βόμβας αποκαλύπτεται ένας κρυμμένος θησαυρός, ικανός να αλλάξει την μορφή ολόκληρης της Αγγλίας! Μέσα στα έγγραφα που βρίσκονται, είναι και το βασιλικό διάταγμα με το οποίο παραχωρείται η περιοχή στον δούκα της Βουργουνδίας! Οι κάτοικοι αντιλαμβάνονται ότι έχουν την δύναμη να αλλάξουν το πεπρωμένο τους και ζητούν ανεξαρτησία, σαν νόμιμοι δικαιούχοι και απόγονοι του δούκα!».
  Αυτή είναι χοντρικά η υπόθεση του «Διαβατηρίου για το Πίμλικο» που είδαμε χθες στο «Σχολείο του σινεμά». Πρόκειται για μια από τις ταινίες των Ealing studios, μιας μικρής εταιρείας παραγωγής που όχι μόνο έδωσε εξαιρετικές ταινίες, αλλά ήταν και υπόδειγμα ως προς τις εργασιακές συνθήκες του προσωπικού της.
  Η ταινία είναι βασικά κωμωδία, με πολλές σατιρικές αιχμές, εξακοντιζόμενες τόσο στους προς τα πάνω (οι δυο υπουργοί που πάνε να φορτώσουν το πρόβλημα ο ένας στον άλλο, κ.ά) όσο και στους προς τα κάτω (Οι άνθρωποι που πάνε να επωφεληθούνε όσο γίνεται από την καινούρια κατάσταση που δημιουργήθηκε στη «χώρα» τους, μαύρη αγορά κ.λπ.).

  Η κυβέρνηση αποφασίζει κάποια στιγμή να θέσει το Pimlico σε αποκλεισμό. Οι κάτοικοί του λιμοκτονούν. Και οι λονδρέζοι, αψηφώντας την κυβέρνησή τους, βρίσκουν τρόπους να περάσουν τρόφιμα στους ταλαιπωρημένους Βουργούνδιους. Είναι από τα επεισόδια που μου άρεσαν περισσότερο στην ταινία. 

Sunday, December 3, 2017

Philip Martin, Hawking (2004)

Philip Martin, Hawking (2004)


  Αφού είδαμε τη βιογραφική ταινία του James Martin «The theory of everything» είπαμε να δούμε και την βιογραφική τηλεταινία ενός άλλου Martin, του Philip, που ο τίτλος της «Hawking» παραπέμπει άμεσα στον βιογραφούμενο.
  Ενώ η ταινία του James καλύπτει τη ζωή του βιογραφούμενου μέχρι το σήμερα της ταινίας (Ο Θεός στον οποίο δεν πιστεύει να του δίνει χρόνια, όπως του έδινε μέχρι τώρα παρά τις προβλέψεις), η ταινία του Philip καλύπτει ένα μέρος μόνο της ζωής του, τα φοιτητικά του χρόνια μέχρι και λίγο μετά την απόκτηση του διδακτορικού του, όπου υποστήριξε την θεωρία του big bang, ότι το σύμπαν είχε πράγματι αρχή. Σαν ιντερμέτζο παρεμβάλλονται αποσπάσματα από συνέντευξη που έδωσαν οι Arno Penzias και Robert Wilson, που πρόσφεραν τη δική τους μαρτυρία, καθώς ανακάλυψαν με τον τεράστιο ραδιοδέκτη που έφτιαξαν το 1965 υψηλότερες από το αναμενόμενο θερμοκρασίες, που ερμηνεύονται ως υπολείμματα της πρωταρχικής αυτής έκρηξης.

  Πολλή φυσική στους διαλόγους, οι φυσικοί είναι φυσικό να έχουν απολαύσει περισσότερο την ταινία από εμάς τους απλούς θεατές. 

Andrzej Wajda, Αχόρταγη για Ηδονή (Sibirska ledy Magbet, 1962)

Andrzej Wajda, Αχόρταγη για Ηδονή (Sibirska ledy Magbet, 1962)


  Διαβάσαμε το μυθιστόρημα, είδαμε την ταινία «Λαίδη Μάκβεθ» που από την Πέμπτη προβάλλεται στους κινηματογράφους, είδαμε και την όπερα του Σοστάκοβιτς καθώς και την αναθεωρημένη εκδοχή της. Ε, να μη μείνουμε στην ουρά, είπαμε να δούμε και την μεταφορά του μυθιστορήματος του Νικολάι Λέσκοφ από τον Βάιντα. Ας μη σχολιάσουμε τον τίτλο με τον οποίο προβλήθηκε στις ελληνικές αίθουσες.
  Ή μάλλον να σχολιάσω κάτι γενικότερο. Είναι συνηθισμένη πρακτική μια ταινία να κυκλοφορεί με διαφορετικό τίτλο από χώρα σε χώρα. Στη λογοτεχνία, αυτό είναι αδιανόητο. Αυτό μόνο.  
  Τελικά βλέπουμε πόσο εύκολο είναι από το ίδιο στόρι να δώσεις μια διαφορετική εκδοχή, δηλαδή να προτείνεις μια διαφορετική πρόσληψη.
  Η Κατερίνα του Βάιντα δεν είναι η δυστυχισμένη χωριατοπούλα που την πούλησαν στον πλούσιο έμπορο μαζί με ένα κομμάτι γης, πουθενά στην ταινία δεν λέγεται κάτι τέτοιο. Είναι μια «Μαντάμ Μποβαρί», που νοιώθει αφόρητη πλήξη στη συζυγική ζωή. Ο Σεργκέι έρχεται για να της διώξει την πλήξη. Θα διαπράξουν τους φόνους σκοτώνοντας πρώτα τον πεθερό, μετά τον σύζυγο, τέλος τον ανιψιό. Και, στο δρόμο της εξορίας, ή μάλλον πάνω σε μια σχεδία που τους μεταφέρει, θα παρασύρει για να πνιγούν μαζί την καινούρια φιλενάδα του Σεργκέι.
  Ο Βάιντα, μεγάλος σκηνοθέτης, θα ακολουθήσει σχεδόν πιστά το μυθιστόρημα, όσο του επιτρέπει η περιορισμένη διάρκεια του μέσου (η ταινία διαρκεί μιάμιση ώρα). Έξυπνα, με βάση τη σκηνική οικονομία, παρουσιάζει τον σύζυγο απόντα από την αρχή. Η σκηνή που ζυγίζουν την Αξίνια δίνεται διαφορετικά, δεν υπάρχει ζυγαριά, είναι κωμική σκηνή, την σηκώνουν στα χέρια για να υπολογίσουν το βάρος της. Και όταν πλησιάζει η Κατερίνα, το φλερτ με τον Σεργκέι είναι ολοφάνερο. Και το τέλος του έργου φαίνεται όχι σαν την τραγική κατάληξη μιας ταλαιπωρημένης γυναίκας, πρώτα στα χέρια του άντρα της και του πεθερού της και μετά του εραστή της, αλλά σαν μια δίκαιη τιμωρία για τα εγκλήματά της. Ναι, κάποιο οίκτο αναπόφευκτα τον νοιώθουμε, που τον μειώνει όμως η αίσθηση της ποιητικής δικαιοσύνης· που όμως αφήνει ανέπαφο τον Σεργκέι.
  Εξαιρετικός ο Βάιντα, δίνει μια διαφορετική εκδοχή στο μυθιστόρημα από αυτήν που έδωσαν ο William Oldroyd και ο Σοστάκοβιτς.


Saturday, December 2, 2017

Θ. Πολλάτος-Θ. Κουραβέλος, Οι ρίζες της ανομίας, Αρμός 2017 σελ. 92

Θ. Πολλάτος-Θ. Κουραβέλος, Οι ρίζες της ανομίας, Αρμός 2017 σελ. 92


Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

  Από την προχθεσινή παρουσίαση του βιβλίου στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων «Αρμός».
  Κατ’ αρχάς θα ήθελα να ευχαριστήσω τους δυο Θανάσηδες για την τιμή που μου έκαναν να είμαι ένας από τους παρουσιαστές του βιβλίου τους στην αποψινή συνάντηση. Στη συνέχεια να πω ότι με ενδιαφέρει κάθε τι που γράφεται για την Κρήτη, την ιδιαίτερη πατρίδα μου. Και τέλος με ενδιαφέρει το τι γράφει γι’ αυτήν ο φίλος μου ο Θανάσης ο Κουραβέλος, που είμαστε χρόνια τώρα μαζί στην ομάδα κοινωνικής ανθρωπολογίας που σύστησε ο αείμνηστος Σωτήρης Δημητρίου, που μας άφησε πέρυσι, στα ενενήντα του, μεγάλος μεν στην ηλικία αλλά με νεανικότατο πνεύμα μέχρι την τελευταία του πνοή. Ήταν μια ευτυχής έμπνευση στιγμής το να τον πάρω στο βίντεο του κινητού μου στην αποχαιρετιστήρια βραδιά πριν τις καλοκαιρινές διακοπές, και δυο μήνες μόλις πριν μας αφήσει, στο σπίτι της Λίλας, αφού τον είχαμε παρακαλέσει να μας μιλήσει για τη σχέση του με τον κινηματογράφο. Γιατί ο Σωτήρης Δημητρίου, εκτός από κοινωνικός ανθρωπολόγος ήταν και θεωρητικός του κινηματογράφου. Να το πω και αυτό, χάρη στο Σωτήρη βρέθηκα να ενδιαφέρομαι για την κοινωνική ανθρωπολογία, αφού προέρχομαι από το χώρο της Λογοτεχνίας, σε τελευταία ανάλυση δηλαδή χάρη στο Σωτήρη βρίσκομαι απόψε σ’ αυτήν εδώ τη θέση. Θα ήθελα να αφιερώσω την αποψινή μου παρουσίαση, σαν ελάχιστο φόρο τιμής, στη μνήμη του.
  «Μικρή συμβολή στην κατανόηση του ελληνικού προβλήματος» είναι ο υπότιτλος του βιβλίου. Φαντάζομαι ότι οι συγγραφείς αναφέρονται στο μικρό μέγεθος του βιβλίου, στις 92 μόλις σελίδες του. Γιατί θα παραλλάξω  κι εγώ τη γνωστή ρήση του Πίνδαρου, μικρό μεν τον δέμας αλλά μεγάλο το πνευματικό βάθος του.
  Σαν σύλληψη είναι ιδιαίτερα επιτυχημένο. Από τη γενική τοποθέτηση του Πολλάτου, τη θέση, πηγαίνουμε στο παράδειγμα του Κουραβέλου που εικονογραφεί τη θέση.
  Το «πολιτισμικό υπόβαθρο», ο τίτλος του κειμένου του Πολλάτου, είναι βασικά εκείνο που θα ευνοήσει ή θα αποθαρρύνει την ανομία. Αρχικά ο Πολλάτος αναφέρει τις συνθήκες που την αποθάρρυναν, και αυτές είναι κυρίως η ανάδυση της αστικής τάξης στον κόσμο της νεωτερικότητας με τους νομικούς και θεσμικούς κανόνες που επικράτησαν με την κυριαρχία της, αλλά κυρίως την εσωτερίκευση αυτών των κανόνων από το άτομο σε μια διαδικασία ενίσχυσης του υπερεγώ, ως αναχώματος στην ενστικτική τάση των ανθρώπων να «ανομήσουν» ιδιοποιούμενοι τα αγαθά του πλησίον τους. Τι γίνεται όμως στα καθ’ ημάς; Θα παραθέσω ένα πολύ χαρακτηριστικό απόσπασμα.  
  «Εκεί που οι αντίστοιχες πνευματικές διεργασίες απουσιάζουν από το ιστορικό πεδίο παρουσιάζονται καθηλώσεις ως προς την ομαλή ανάπτυξη της υποκειμενικότητας, τη ρύθμιση της θυμικής της οικονομίας, την εσωτερίκευση των υπερεγωικών δεσμεύσεων και την απρόσκοπτη λειτουργία της κοινωνικής ζωής υπό το καθεστώς της επιβεβλημένης νεωτερικής θέσμισης. Οι απαιτήσεις δηλαδή που αφορούν στο υποκειμενικό και διυποκειμενικό πεδίο δεν μπορούν να εκπληρωθούν λόγω της ανωριμότητας των συνθηκών, λόγω της δυναμικής των αρχαϊκών ψυχικών και κοινωνικών επιβιώσεων και της αδυναμίας επιβολής του νεωτερικού προτύπου το οποίο στερείται επαρκούς φαντασιακής εκπροσώπησης. Κι εκεί εμφανίζονται σε ολόκληρο το συγκροτούμενο πολιτισμικό τόξο φαινόμενα πεισματικής επιβίωσης της παλαιάς “βυζαντινής ανομίας” που γνωρίζουμε λιγότερο ή περισσότερο, εμμέσως ή αμέσως σε όλες τις ορθόδοξες χώρες» (σελ. 40).
  Ο Κουραβέλος δίνει στο δικό του κείμενο τον τίτλο «Μια ανθρωπολογική ματιά στην περίπτωση της Κρήτης: η ανομία στη Μεγαλόνησο».
  Το πρώτο υποκεφάλαιο το τιτλοφορεί «Γιατί η Κρήτη;».
  Μα γιατί, μας λέει, «Η Κρήτη αποτελεί συνήθη ύποπτο όταν γίνεται λόγος για παραβατικότητα» (σελ. 48). Και συνεχίζει πιο κάτω.
  «Για παράδειγμα, περισσότερα από τα μισά κατασχεθέντα δενδρύλλια κάνναβης στην Ελλάδα το 2006 εντοπίστηκαν στην Κρήτη. Παρόμοια ισχύουν για την παράνομη οπλοκατοχή και οπλοχρησία. Η αναλογία του αριθμού παραβάσεων ως προς τον πληθυσμό είναι πολύ μεγαλύτερη [στην Κρήτη] από ό,τι στην υπόλοιπη Ελλάδα».
  Το πιστεύω. Δεν κάνω κακές παρέες, αλλά ένας φίλος μου πρότεινε κάποτε, αν ήθελα, να μου πουλήσει ένα πιστόλι. Δεν σας κρύβω ότι ένοιωσα τον πειρασμό να το αγοράσω. Αρνήθηκα όμως, σκεφτόμενος ότι μπορούσα να το χρησιμοποιήσω σε μια έκρηξη θυμού ή σε μια κρίση κατάθλιψης.
  Ο Θανάσης αναφέρεται εκτενώς και στο φαινόμενο της ζωοκλοπής, αν όχι το πιο χαρακτηριστικό, όμως το πιο παλιό παράδειγμα ανομίας στην Κρήτη. Παραπέμπει συχνά στον Μάικλ Χέρτσφελντ που το μελέτησε στο έργο του «Η ποιητική του ανδρισμού», το οποίο παρουσίασα στην ομάδα κοινωνικής ανθρωπολογίας πριν 30 τόσα χρόνια. Ο Χέρτσφελντ αμφισβητεί ότι η ζωοκλοπή είναι κατάλοιπο της τουρκοκρατίας. Παραθέτω το απόσπασμα από το βιβλίο του που παραθέτει ο Θανάσης.
  «Τέτοια επιμονή για τον ρόλο της Τουρκοκρατίας στη γένεση της ζωοκλοπής παραβλέπει σημαντικά τοπικά τεκμήρια – κυρίως τοιχογραφίες εκκλησιών του 14ου και του 15ου αιώνα, οι οποίες απεικονίζουν τον ζωοκλέφτη να κατεβαίνει στην Κόλαση-που δείχνουν ότι η ζωοκλοπή ήταν φαινόμενο ενδημικό στην Κρήτη τουλάχιστον από την περίοδο της Ενετοκρατίας, ενδεχομένως δε και πολύ πριν από αυτήν… Αλλά τουλάχιστον ένας χωροφύλακας, με τον οποίο συζήτησα το θέμα, επέμενε ότι το φαινόμενο συνιστούσε επιβίωση μιας αρχαίας ελληνικής παράδοσης την οποία μαρτυρούν ομηρικές περιγραφές της ζωοκλοπής» (σελ. 52).
  Δεν ξέρω αν ο χωροφύλακας διάβασε τα ομηρικά έπη, εγώ τα διάβασα πρόσφατα, στο πρωτότυπο, ένα όνειρο ζωής, και μπορώ να το επιβεβαιώσω. Όμως, υπάρχει εδώ μια διαφορά. Η ζωοκλοπή δεν γινόταν στο κοπάδι του γείτονα, ενός ατόμου της κοινότητας, αλλά σε άλλα νησιά (αν δεν με απατά η μνήμη μου η αναφορά στη ζωοκλοπή γίνεται στην «Οδύσσεια»). 
  Και ένα σχετικό ανέκδοτο· δηλαδή τι ανέκδοτο, πραγματική ιστορία.
  Ο γιος έχει πει στον πατέρα του ότι το βράδυ σκοπεύει να πάει να κλέψει ένα κοπάδι. Ο πατέρας του δίνει τις ευλογίες του. Όμως πλακώνουν φίλοι, έρχονται οι μεζέδες και οι ρακές, οι φίλοι δεν λένε να ξεκουμπιστούν, και κατά τα μεσάνυχτα, ο ανυπόμονος πατέρας λέει στο γιο του: -Γιωργιό, εγώ δε σου λέω να πα να κλέψεις, αλλά αν θες να κλέψεις, εδά ’ναι η ώρα.
  Ένα άλλο κεφάλαιο έχει τίτλο «Τιμή-ντροπή: σημασία έχει τι λέει ο κόσμος, όχι τι λέει ο νόμος».
  Σίγουρα έχουμε περάσει από τις κοινωνίες ντροπής στις κοινωνίες της ενοχής, από τις κοινότητες στο κράτος, όμως επιβιώσεις τους παραμένουν, με πιο χαρακτηριστική τη βεντέτα, που κι αυτή καλά κρατεί στην Κρήτη. Τόσο καλά, που η Ιωάννα Καρυστιάνη ασχολήθηκε μ’ αυτή στο μυθιστόρημά της «Κουστούμι από χώμα».
  Δεν ξέρω τι γίνεται στη Μάνη ούτε στη Σικελία, αλλά με έκπληξη διαπιστώνω ότι ήταν και αμερικανικό φαινόμενο. Η πλοκή της βωβής ταινίας του Μπάστερ Κήτον «Η φιλοξενία μας»  που είδα πριν δέκα μέρες έχει σαν θέμα τη βεντέτα. Βέβαια κωμωδία έχουμε, και η βεντέτα λήγει με ένα ειδύλλιο α λα Ρωμαίος και Ιουλιέτα, χωρίς βέβαια την τραγική κατάληξη εκείνου.
  Ο άνθρωπος είναι αρπακτικό ον, και η ντροπή και η ενοχή είναι που βάζουν όρια στην αρπακτικότητά του. Υπάρχει όμως και το αντίθετο, να μην αρπάζεις από τον συνάνθρωπό σου αλλά να δίνεις. Αυτό γίνεται στην Κρήτη με το κέρασμα. Ο Θανάσης σχολιάζει.
  «Για τους νεότερους, που δεν έχουν μεγαλώσει ή ζήσει σε χωριά, δημιουργείται η εντύπωση ότι το κέρασμα είναι η επιτομή της μη υπολογιστικής συμπεριφοράς, της ανιδιοτελούς χαριστικότητας. Όμως αρκετές φορές δεν είναι έτσι. Το κέρασμα μπορεί κάλλιστα να συνιστά επίδειξη ανωτερότητας και εγωισμού. Με την ίδια έννοια, οι ακριβοί γάμοι, τα γενναιόδωρα τσιμπούσια, οι μπαλωθιές, τα κουβαρνταλίκια ή οι επιθετικές προπόσεις, σηματοδοτούν τον αγώνα των οικογενειών να αυξήσουν το γόητρό της, μειώνοντας παράλληλα το γόητρο των άλλων (σελ. 74).
  Θα έλεγα ότι τα κεράσματα έχουν μια αρχή αμοιβαιότητας, δηλαδή κερνάει πότε ο ένας πότε ο άλλος, χωρίς βέβαια να υπάρχει η ακριβής αντιστοιχία στο μέγεθος του κεράσματος. Όμως όταν αυτό παραβιάζεται, αυτός που το παραβιάζει σχολιάζεται αρνητικά πίσω από την πλάτη του. Άκουσα ένα τέτοιο σχόλιο για κάποιον που σε παρέες ποτέ του δεν κέρναγε, αλλά δεχόταν ευχαρίστως τα κεράσματα των άλλων.
  Να σχολιάσω και δυο αποσπάσματα, όπως το συνηθίζω.
  «Τον βυζαντινό Μεσαίωνα δεν διαδέχεται μια βυζαντινή Αναγέννηση. Στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία η εξουσία του αυτοκράτορα παραμένει αναμφισβήτητη, ενώ οι πολιτισμικές αλλαγές του 11ου και του 12ου αιώνα αποδεικνύονται ατελέσφορες» (σελ. 12-13).
  Εμείς οι έλληνες υιοθετήσαμε την ονομασία που επέβαλαν οι Δυτικοί για την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, Βυζάντιο. Οι κινέζοι όμως εξακολουθούν να την ονομάζουν 东罗马, dong luo ma, Ανατολική Ρώμη. Παρεμπιπτόντως είναι οι μόνοι που λένε την Ελλάδα με το όνομά της, 希腊, xila, (προφέρεται shila), Ελλάς, ενώ οι δυτικοί Greece, Grece, Grecia κ.λπ.,  οι τούρκοι Γιουνανιστάν, και με ανάλογη λέξη, με ρίζα το γιουνάν, την αποκαλούν άραβες και άλλοι. Βέβαια και οι γερμανοί έχουν το ίδιο πρόβλημα. Εμείς λέμε Γερμανία και οι άγγλοι Germany, οι γάλλοι  όμως λένε Allemagne, λέξη που χρησιμοποιούν και οι άραβες και φαντάζομαι και άλλοι, ενώ οι γερμανοί λένε Deutschland über Alles.
  Διαβάζουμε:
  «…όπως το έχει διατυπώσει ο Λουκάς Νοταράς, ο τελευταίος Μεγάλος Δούκας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, “το τουρκικό φακιόλι είναι προτιμότερο της παπικής τιάρας”» (σελ. 25).
  Υπάρχει όμως και ο λαϊκός ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος που διέσωσε η μνήμη του πατέρα μου: Καλλιά του τούρκου το σπαθί παρά του φράγκου η κρίση.
  Να παραθέσουμε και έναν ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο που εντοπίσαμε, όπως το συνηθίζουμε:
  Μειώνοντας παράλληλα το γόητρο των άλλων (σελ. 74).
  Θανάση και Θανάση, θα κλείσω ευχόμενος να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο σας, και να ευχαριστήσω όλους εσάς που με ακούσατε.


Μπάμπης Δερμιτζάκης