Χριστόφορος Χαραλαμπάκης: συνέντευξη στο onetv για το λεξικό. Ήμουν ένας από τους τρεις επιστημονικούς συνεργάτες με τις ειδικές ευχαριστίες.
Book review, movie criticism
Friday, October 4, 2019
Thursday, October 3, 2019
Cristian Mungiu, Η αποφοίτηση (Bacalaureat, 2016)
Για την ταινία του αυτή,
την τελευταία του, ο Mungiu μοιράστηκε το βραβείο καλύτερου σκηνοθέτη με τον Ολιβιέ
Ασάγιας για την ταινία του «Η
βοηθός» στις Κάννες.
Η ταινία έχει τα
χαρακτηριστικά του crime:
την κοπέλα προσπάθησε να τη βιάσει κάποιος. Αυτό της προκάλεσε ένα μικρό
τραυματισμό και φυσικά μεγάλο σοκ. Πώς να γράψει καλά στις απολυτήριες
εξετάσεις που ξεκινάνε σε λίγες μέρες; Χρειάζεται ένα μέσο όρο 9 για να
κερδίσει την υποτροφία για το Καίμπριτζ. Η ίδια δεν έχει μεγάλη όρεξη να πάει,
όμως ο πατέρας της την πιέζει, είναι η ευκαιρία της ζωής της.
Θα βάλει τα μέσα.
Παράνομο αυτό που κάνει, αν και όχι και τόσο φοβερό, μια και η κοπέλα δεν
πρόκειται να πάρει τη θέση κάποιου άλλου. Στην εξέλιξη της ιστορίας θα δούμε
πολλά τέτοια «μέσα». Ο ένας προσπαθεί να ικανοποιήσει την παράκληση του άλλου,
καθώς του είναι υποχρεωμένος. Όμως τα πράγματα για τον πατέρα (είναι γιατρός)
κάποια στιγμή θα σκαλώσουν.
Ποιος ήταν ο παρ’
ολίγον βιαστής; Ποιος είναι αυτός που έσπασε το τζάμι στο παράθυρο του σπιτιού
του, και λίγο αργότερα το παρμπρίζ του αυτοκινήτου του;
Για το δεύτερο μπορώ
να κάνω υπόθεση, ο πρώην άντρας ή ένας πρώην φίλος της φιλενάδας του. Για το
πρώτο όμως;
Δεν ενδιαφέρει καθώς
αποτελούν το πρόσχημα για τα θέματα του έργου, τα «μέσα», η εξωσυζυγική σχέση,
η αφοσίωση των γονιών στα παιδιά αλλά και το χάσμα που τους χωρίζει.
Υπάρχει άφθονος
διάλογος στο έργο, όμως ο Mungiu στήνει τους ήρωές του θεατρικά, σε κοντινά πλάνα. Είναι σχεδόν πάντα ακίνητοι, και η κάμερα
τους παίρνει όπως το βλέμμα ενός θεατή που είναι καρφωμένο πάνω στη σκηνή.
Αντίθετα οι περισσότεροι σκηνοθέτες συχνά τους βάζουν και περπατούν (το πρόσεξα
ιδιαίτερα στην τελευταία ταινία του Nuri Bilge Ceylan «Η άγρια
αχλαδιά» όπου η σκηνή αυτή τραβούσε σε μάκρος) ενώ συνήθως τους παίρνουν
εναλλάξ σαμ κοντρ σαμ (Σαμ
κοντρ σαμ: Κινηματογράφηση δύο ανθρώπων που συζητούν ο
ένας απέναντι στον άλλον. Στη μία λήψη φαίνεται ο ώμος ή η άκρη του κεφαλιού
του ενός, και στην επόμενη ο άλλος έχει πάρει την θέση του πρώτου).
Cristian Mungiu, Πίσω από τους λόφους (După dealuri, 2012)
Η ταινία είναι
μεταφορά δυο μυθιστορημάτων που αναφέρονται σε πραγματικό γεγονός. Το γεγονός
αυτό που συνέβη σε ένα μοναστήρι ήταν ένας εξορκισμός που οδήγησε στο θάνατο
μια κοπέλα και στη καταδίκη του ηγούμενου και τεσσάρων καλογριών. Αυτά, το
2005.
Ο αντικληρικαλισμός
είναι έντονος σ’ αυτό το έργο. Κι εγώ ένιωσα έκπληξη μαθαίνοντας ότι στον 21ο
αιώνα γίνονται ακόμη τέτοιου είδους εξορκισμοί. Η κοπέλα έπασχε από
σχιζοφρένεια (ο πατέρας της, χωρισμένος, είχε αυτοκτονήσει και η ίδια με τον
αδελφό της μεγάλωσαν σε ορφανοτροφείο), έτσι απεφάνθη το τοπικό νοσοκομείο στο
οποίο στάλθηκε από το μοναστήρι μετά από μια υστερική κρίση που την έπιασε.
Είχε έλθει από τη Γερμανία να επισκεφθεί μια φίλη της καλόγρια που μεγάλωσαν μαζί στο ορφανοτροφείο. Σκοπός
της όμως ήταν να την πείσει να έλθει μαζί της στη Γερμανία, όπου είχε βρει
δουλειά και για τις δυο τους σε ένα κρουαζιερόπλοιο. Θα συναντήσει την άρνησή της.
Το νοσοκομείο, χωρίς
να την έχει αποθεραπεύσει, την ξανάστειλε πίσω στο μοναστήρι για να την
φροντίσουν οι καλόγριες. Όχι, δεν είναι σχιζοφρενής, είναι δαιμονισμένη, ο
σατανάς είναι μέσα της και πρέπει να τον βγάλουμε οπωσδήποτε· αυτό
«διέγνωσε» ο ηγούμενος. Οι καλόγριες φυσικά συμμερίσθηκαν την άποψή του.
Δεν ήξερα ότι η
ταινία βασιζόταν σε πραγματικό γεγονός παρά μόνο αφού την είδα, διαβάζοντας το σχετικό
λήμμα στη βικιπαίδεια. Αναρωτιόμουνα τι νόημα μπορεί να έχει μια τέτοια ταινία
στην εποχή μας. Μετά κατάλαβα.
Το άλλο θέμα βέβαια,
που χωρίς να είναι κεντρικό θίγεται όμως, είναι η ανεπάρκεια των ιατρικών υπηρεσιών.
Η κοπέλα έπρεπε να σταλεί σε ένα ίδρυμα, όμως το νοσοκομείο αποφάσισε να τη
στείλει πίσω στο μοναστήρι. Και βέβαια το συναισθηματικό κλίμα της ταινίας,
πέρα από τον αποτροπιασμό για τέτοιου είδους εξορκισμούς, είναι ο «έλεος», με
την αριστοτελική σημασία του όρου, για αυτή την κοπέλα, που η δυστυχισμένη
παιδική της ηλικία αποτέλεσε σίγουρα τον βασικό αιτιακό παράγοντα της
ψυχασθένειάς της.
Εγώ μπορεί να νιώθω
αποτροπιασμό για τέτοιου είδους πρακτικές, αυτό δεν σημαίνει όμως ότι συμβαίνει
το ίδιο με κάθε θεατή. Η βικιπαίδεια στο τμήμα «κριτική ανταπόκριση» παραθέτει
μόνο το παρακάτω απόσπασμα:
Spare, unadorned and strikingly shot, Cristian
Mungiu's film is an unusual rendering of a Romanian exorcism case and is bound
to split both audience and critical opinions, some considering it a major
achievement and others blaming it for overlong pretentious sensationalism. But it will certainly not pass unnoticed.
Το ότι θα διχάσει και θεατές και κριτικούς αυτό είναι σίγουρο, όμως όχι σε αυτούς που θα την θεωρήσουν πολύ καλή ταινία και σε εκείνους που θα της καταλογίσουν ένα επιτηδευμένο συναισθηματισμό (τον έλεο για τον οποίο μίλησα πιο πάνω) αλλά σε εκείνους που θα καταδικάσουν τέτοιου είδους πρακτικές και σε εκείνους που θα τις υπερασπιστούν, όπως διχάσθηκε και η κοινή γνώμη με το πραγματικό γεγονός.
Το ότι θα διχάσει και θεατές και κριτικούς αυτό είναι σίγουρο, όμως όχι σε αυτούς που θα την θεωρήσουν πολύ καλή ταινία και σε εκείνους που θα της καταλογίσουν ένα επιτηδευμένο συναισθηματισμό (τον έλεο για τον οποίο μίλησα πιο πάνω) αλλά σε εκείνους που θα καταδικάσουν τέτοιου είδους πρακτικές και σε εκείνους που θα τις υπερασπιστούν, όπως διχάσθηκε και η κοινή γνώμη με το πραγματικό γεγονός.
Δεν είμαι κατά των
εξορκισμών εφόσον αυτοί είναι ακίνδυνοι, δεν κοστίζουν και μπορεί να
λειτουργήσουν θεραπευτικά σαν υποβολή, όχι όμως όταν δένουν τον φουκαρά τον
άρρωστο πάνω σε μια σανίδα με αλυσίδες και του βουλώνουν το στόμα για να μη
φωνάζει.
Δεν μου αρέσουν έργα
με σκηνικό μοναστήρια. Η κακή μετάφραση δεν ήταν ο μόνος λόγος που δεν μου
άρεσε το «Κοιμητήριο της Πράγας» του Έκο, ήταν και το μεσαιωνικό σκηνικό του.
Και ίσως η απροθυμία μου να διαβάσω το «Όνομα του ρόδου» να μην οφείλεται μόνο
στη «φιλοδοξία» μου να το διαβάσω στο πρωτότυπο. Όμως, ενώ άρχισα να βλέπω την
ταινία με σκεπτικισμό, τελικά με απορρόφησε. Έκανα πολύ καλά που αποφάσισα να
δω και όσα έργα του Mungiu δεν είχα δει.
Η προηγούμενη ταινία
του Mungiu, η δεύτερη
ταινία του, ήταν η «Τέσσερις
μήνες, τρεις βδομάδες και δυο μέρες», για την οποία κάναμε ανάρτηση πριν
τέσσερις μήνες, δυο βδομάδες και τρεις μέρες. Η προηγούμενη ανάρτησή μας που
έγινε σήμερα ήταν για την πρώτη ταινία του «Δύση».
Παναγιώτα Μπλέτα, Αν ήσουν πρόσφυγας…
Παναγιώτα
Μπλέτα, Αν ήσουν πρόσφυγας… Αττικός 2019, σελ. 57
Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα
Ποιήματα, γεμάτα ευαισθησία, για τους μετανάστες
Το «Αν ήσουν
πρόσφυγας» είναι το έβδομο βιβλίο της Παναγιώτας Μπλέτας που παρουσιάζουμε. Το
προηγούμενo ήταν η «Βιομηχανία
κατασκευής καταναλωτών». Στις αναρτήσεις μας δίνουμε το σύνδεσμο για την
προηγούμενη ανάρτησή μας ώστε, αν κανείς θελήσει να παρακολουθήσει τι έχουμε
γράψει για την Μπλέτα δεν έχει παρά να ανοίξει τον σύνδεσμο αυτό.
Η Μπλέτα
μετεωρίζεται ανάμεσα στο δοκίμιο και στην ποίηση. Το προηγούμενο βιβλίο της
ήταν δοκίμιο ενώ το τελευταίο βιβλίο της είναι ποιητικό.
Ευαισθητοποιημένη
κοινωνικά, με δράση στην τοπική αυτοδιοίκηση (αντιδήμαρχος Χαλανδρίου), μιλάει
για διάφορα κοινωνικά προβλήματα. Στο προηγούμενο βιβλίο της θέμα ήταν ο
καταναλωτισμός. Στο τελευταίο, το θέμα της είναι οι πρόσφυγες.
Το προσφυγικό θέμα
έχει απασχολήσει ιδιαίτερα τον κινηματογράφο. Έχουμε δει κάμποσες ταινίες
τελευταία, ντοκιμαντέρ κυρίως αλλά και μυθοπλασίας που όμως σχεδόν πάντα
στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα, οι οποίες αναφέρονται στους πρόσφυγες, ή
αλλιώς στους μετανάστες όπως τους ονομάζουμε συνήθως. Πολλοί από αυτούς
ξεβράζονται στην πατρίδα μας προσπαθώντας να ξεφύγουν από τη φτώχεια και/ή τον
πόλεμο που μαστίζει την πατρίδα τους. Αρκετοί από αυτούς δικαιούνται πολιτικό
άσυλο, όμως δεν είναι και τόσο εύκολο να το αποκτήσουν.
Μικρά κείμενα
απαρτίζουν τη συλλογή. Συνεχής ροή του λόγου αποτελεί το χαρακτηριστικό
υφολογικό στοιχείο τους δίνοντάς τους τη μορφή του πεζοτράγουδου, που όμως με
κατάλληλη διάταξη οι προτάσεις τους θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και
ελεύθεροι στίχοι. Θα δώσω ένα σύντομο κείμενο, επαναδιατάσσοντάς το σε καθαρό
ποίημα. Τίτλος του «Για την ελευθερία μου».
Πίσω φωτιές, μπροστά φυλακές.
Για την ελευθερία μου αρκεί η καρδιά σου.
Σιρόπι θα ποτίσει το κλειστό στόμα μου.
Να φιλήσω γλυκά, πριν πεθάνω.
Πρωτοπρόσωπα τα
ποιήματα, η Μπλέτα δίνει φωνή στον ίδιο τον μετανάστη να μιλήσει για τον εαυτό
του. Να παραθέσουμε ένα ακόμη ποίημα, που έχει τίτλο «Η σάρκα μου».
Μετανάστης η σάρκα μου. Τη σπρώχνει ο άνεμος.
Ναυάγιο τραγούδησε στην πλώρη ενός πλοίου. (Κανονικός
ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος).
Από πτώση σε πτώση ανθίζουν οι άνθρωποι (αναπαιστικός
δεκατετρασύλλαβος.
Μες στα πηγάδια κρύφτηκε η θάλασσα.
Νερό όταν θες, να προβάλλω μπροστά σου.
Το έχουμε ξαναγράψει,
η παραδοσιακή ποίηση διαπηδά συχνά την σύγχρονη, πιστεύω όχι προγραμματικά αλλά
εντελώς ασυνείδητα.
Από τον «Πρόλογο»
αντιγράφουμε:
Αν ένας άνθρωπος πρόσφυγας, τότε όλοι οι άνθρωποι πρόσφυγες.
Αν ένας άνθρωπος φτωχός, τότε όλοι οι άνθρωποι φτωχοί.
Αν ένας άνθρωπος εργασιακός σκλάβος, τότε όλοι οι άνθρωποι
εργασιακοί σκλάβου.
Η «εμπάθεια», το να
εισχωρείς μέσα στον πόνο του άλλου και να τον κάνεις δικό σου, είναι το
συναισθηματικό στίγμα της συλλογής. Δεν είναι μόνο οι πρόσφυγες που υποφέρουν,
είναι και οι κάθε λογής μη προνομιούχοι όπως οι φτωχοί και οι εργασιακοί
σκλάβοι, προς την κατάσταση των οποίων κατρακυλάει σιγά σιγά και το δικό μας
εργατικό δυναμικό.
Τα σύντομα κείμενα
που ξεκινάνε όλα με τη φράση «Αν ήσουν πρόσφυγας» είναι από αυτά που μου άρεσαν
περισσότερο.
Αν ήσουν πρόσφυγας, η θέληση να ζήσεις θα γινόταν η πατρίδα
σου
Αν ήσουν πρόσφυγας, όλοι οι δρόμοι θα φαινόντουσαν περάσματα
προς την ελευθερία
Αν ήσουν πρόσφυγας, θα άλλαζε ο τρόπος που βλέπεις τον
κόσμο.
Αν ήσουν πρόσφυγας, η αλήθεια του πολέμου θα σε σκότωνε κάθε
μέρα
Αν ήσουν πρόσφυγας,
συμπληρώνω κι εγώ σε χαμηλό υφολογικό επίπεδο, θα την είχες βάψει κανονικά.
«Ανοιχτά της Λέσβου»
είναι επίσης ένα από τα ποιήματα που μου άρεσαν πάρα πολύ.
Απελπισία, αίμα και όνειρα ανάμεικτα.
Συνωστισμός, έντονο κρύο.
Ανοιχτά της Λέσβου τρικυμία
κι η βάρκα κλυδωνίζεται.
Και τα παιδιά κρατούνται
δεμένα από το κλάμα τους.
Πιασμένα χέρι χέρι με τον πόνο.
Θα παραθέσω κι ένα
στίχο αμφίβραχυ: «Πατρίδα να χαίρεσαι, εσύ που μπορείς να την έχεις». Εμείς που
μπορούμε να την έχουμε.
Και έναν ακόμη:
«Χαλίκια τα κλάματα θέλουν να πάρουν τη γη και να φύγουν».
Και συνεχίζουμε με ένα σύντομο.
Πού είναι η «πολιτισμένη» Δύση; Γιατί δεν στέλνει πλοία να
παραλάβουνε τους πρόσφυγες; Όχι φιλανθρωπία, όχι. Επίσημη αλληλεγγύη λέγεται…
Μα τι λέει η Μπλέτα;
Να στείλει πλοία να παραλάβουνε; Εδώ οι ιταλοί βυθίσανε ένα πλοίο με
μετανάστες.
Και θυμάμαι τα
γαλλικά πλοία, αγκυροβολημένα στη Σμύρνη, που δεν άφηναν τους δικούς μας
πρόσφυγες να επιβιβαστούν.
Και ένα τελευταίο
που έχει τίτλο «Άναρχη ελπίδα».
Εθελοντές τριγύρω δεν φοβόντουσαν μην κολλήσουν την αρρώστια
του πρόσφυγα.
Άναρχη η ελπίδα συγκρατεί τους δεσμούς του ανθρώπου.
Μπράβο στους
εθελοντές, μπράβο στην Παναγιώτα Μπλέτα που βάζει και αυτή το δικό της λιθαράκι
για τη μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση τη κοινής γνώμης πάνω στο θέμα των προσφύγων,
μπράβο μου και μένα που έγραψα βιβλιοκριτική για ένα βιβλίο με τέτοιο θέμα.
Cristian Mungiu, Occident (2002)
Η «Δύση» είναι η
πρώτη ταινία του Cristian Mungiu,
εξαιρετικού σκηνοθέτη, που τιμήθηκε μάλιστα και με τις τρεις επόμενες ταινίες
του στις Κάννες.
Θέμα της ταινίας
είναι η λαχτάρα των ρουμάνων για τη Δύση ακόμη και όταν τα πράγματα δεν είναι
και τόσο άσχημα γι’ αυτούς. Το είδαμε και σε άλλες ταινίες, όπως στο «Αμερικάνικο
όνειρο» που από σήμερα προβάλλεται στις αίθουσες.
Γλυκόπικρη soft comedy είναι
η ταινία, όπως και οι ταινίες του Woody Allen χωρίς να φτάνει βέβαια στο ύψος
τους. Δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε ιδιαίτερα μέχρι που ξαφνικά πρόβαλε η
αφηγηματική του τεχνική, η οποία με ενδιαφέρει ως αφηγηματολόγο.
Η ταινία εστιάζει σε
δυο γυναίκες και έναν άντρα. Οι ιστορίες τους κατά κάποιο τρόπο συμπλέκονται. Ο
Mungiu τις δίνει
αποσπασματικά. Αλλά, και αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον, και κάποια από τα
επεισόδια τα δίνει αποσπασματικά, συμπληρώνοντας κάθε ένα, σαν παζλ, με σκηνές
που θα δούμε αργότερα. Αυτό του δίνει και την ευχέρεια να δημιουργεί εφέ
απροσδόκητου, πράγμα που δεν θα μπορούσε να το κάνει αν έδινε τα επεισόδια σε
όλες τις σκηνές τους. Όταν η κοπέλα γυρνάει στο σπίτι και πέφτει στην αγκαλιά
του άντρα της τον οποίο έχει παρατήσει για κάποιον γάλλο, δεν φανταζόμαστε ότι
αυτό δεν θα ήταν μια επιστροφή αλλά ένας τελευταίος αποχαιρετισμός. Ένα άλλο
απροσδόκητο είναι με την άλλη κοπέλα που πέφτει στην αγκαλιά του άντρα της
προηγούμενης, τον οποίο είχε ερωτευθεί, όμως αυτός δεν φάνηκε να
ανταποκρίνεται. Αμέσως μετά θα την δούμε να επιστρέφει στο αμάξι όπου την
περιμένει ο σύζυγός της, ιταλός αλλά μαύρος. Αυτός ήθελε να μείνουν στη Ρουμανία
όμως αυτή όχι, ήθελε να φύγουν, προς μεγάλη απογοήτευση των γονιών της. Πιο
πριν είχε στηθεί μάταια στην εκκλησία περιμένοντας έναν άλλο γαμπρό. Αυτός είχε
μεθύσει και είχε αποκοιμηθεί σε ένα παγκάκι στο νεκροταφείο. Ο μέλλων πεθερός που
θα τον βρει ψάχνοντάς τον θα τον σουτάρει. Από πριν είχαν την πεποίθηση ότι δεν
ήταν ο κατάλληλος γαμπρός για την κόρη τους.
Το επεισόδιο με το
νεκροταφείο μας δίνει ένα ακόμη παράδειγμα πώς το τυχαίο μπορεί να επηρεάσει
αποφασιστικά τη ζωή μας. Ένα μπουκάλι στο κεφάλι του άντρα που τον τραυμάτισε
θα αποτελέσει το πυρηνικό γεγονός για να τα φτιάξει η γυναίκα του με τον γάλλο.
Το μπουκάλι αυτό το είχε πετάξει πίσω του αυτός ο παρά λίγο γαμπρός, αφού το
άδειασε.
Εξαιρετικά έξυπνο
σενάριο και έξυπνη σκηνοθεσία. Τα τέτοιου είδους έργα με αφηγηματικά ζιγκ ζαγκ
και με το χώσιμο της μιας ιστορίας μέσα στην άλλη συνήθως δεν μου αρέσουν γιατί
μου δημιουργούν ένα αίσθημα ασάφειας. Όμως δεν ένιωσα τίποτα τέτοιο με τη
«Δύση».
Στο ρόλο του άντρα
είναι ένας Alexandru Papadopol.
Σίγουρα κάποιος προπάππους του, αν όχι ο παππούς του, ήταν Παπαδόπουλος.
Ioana Irucaru, Αμερικάνικο όνειρο (Luna de miere, 2018)
Από σήμερα στους
κινηματογράφους.
Το πρόβλημα
των λαθρομεταναστών το αντιμετωπίζουν πολλές χώρες, αυτό είναι γνωστό. Η
Αμερική έχει έντονο πρόβλημα με τους μεξικάνους, όμως αυτοί δεν
θαλασσοπνίγονται όπως οι δικοί μας λαθρομετανάστες για να φτάσουν στη γη της
επαγγελίας.
Το αμερικάνικο
όνειρο έχει περάσει από τους αμερικάνους στους λαθρομετανάστες. Ναι, ο
ελληνικός τίτλος της ταινίας μου φαίνεται πιο εύστοχος από τον ρουμάνικο,
«Μήνας του μέλιτος», ενώ τον αγγλικό, «Lemonade», λεμονάδα, δεν τον
κατάλαβα.
Η
λαθρομετανάστευση δεν γίνεται μόνο με τη λαθραία διείσδυση στην ξένη χώρα, γίνεται
και με άλλους τρόπους. Κάποιοι «λαϊκοί καλλιτέχνες» από την πρώην ΕΣΣΔ που
πήγαν για παραστάσεις στη Δύση δεν επέστρεψαν στην πατρίδα τους. Βέβαια η Δύση,
τρίβοντας τα χέρια της, τους έδωσε πολιτικό άσυλο, και αργότερα υπηκοότητα.
Όμως σήμερα, όταν λήξει η βίζα σου την οποία, με κάποιο τρόπο, κατάφερες να
αποκτήσεις, έχεις πρόβλημα. Η Μάρα, μια νεαρή ρουμάνα νοσοκόμα με ένα
εννιάχρονο γιο, ήλθε στις ΗΠΑ για ένα εξάμηνο, για κάποιο εκπαιδευτικό
πρόγραμμα. Όμως ήθελε να παραμείνει. Τι τρόπο θα έβρισκε;
Της ήλθε
ουρανοκατέβατος. Περιποιόταν ένα τραυματία από εργατικό ατύχημα, κόλλησαν,
παντρεύτηκαν. Ο «μήνας του μέλιτός» τους, κατ’ ευφημισμό βέβαια, άρχισε λίγο
πριν την εκπνοή της βίζας. Κάνουν σχέδια για το μέλλον. Όμως πρέπει να πείσουν
και την υπηρεσία μετανάστευσης ότι ο γάμος δεν ήταν λευκός, με στόχο την
παραμονή της στην Αμερική. Η πράσινη κάρτα για την οποία είχε κάνει αίτηση
σίγουρα δεν θα ερχόταν έγκαιρα, ο γάμος την έσωζε από την απέλαση.
Αντιμετωπίζει
διάφορα προβλήματα, όπως όταν αναγκάστηκε να παρατήσει για λίγο το γιο της μόνο
στο σπίτι και το πήρε χαμπάρι κάποια αμερικάνικη υπηρεσία. Το πρόβλημα αυτό το
πραγματεύθηκε ο Ken Loach στην εξαιρετική ταινία
του «Lady bird, lady bird».
Όμως το μεγάλο
της πρόβλημα υπήρξε άλλο: ο αρμόδιος της υπηρεσίας μεταναστεύσεων προσπάθησε να
την εκμεταλλευθεί σεξουαλικά. Αυτό πυροδότησε μια σειρά γεγονότα.
Η σεξουαλική
εκμετάλλευση σαν μέσο εκβιασμού ή σαν επιβολή μιας εξουσίας δεν είναι κάτι
ασυνήθιστο, πρόσφατα άκουσα μια ανάλογη περίπτωση από μια δικαστίνα.
Πολύ καλή
ταινία, σας τη συνιστώ. Μου άρεσε ιδιαίτερα η ερμηνεία της Mãlina
Manovici.
Wednesday, October 2, 2019
Gurinder Chadha, Blinded by the light (2018)
Από την Πέμπτη που μας πέρασε στους
κινηματογράφους.
Το στόρι, παρόλο που βασίζεται σε πραγματική
ιστορία (στο τέλος βλέπουμε φωτογραφίες των αληθινών προσώπων) μου φαίνεται
περισσότερο σαν πρόσχημα για να αναδειχθεί ο Bruce Springsteen, του οποίου ακούμε ένα σωρό τραγούδια στην ταινία, η
οποία συχνά παίρνει τη μορφή του musical.
O Bruce με
τα τραγούδια του έχει επηρεάσει φοβερά τον νεαρό Πακιστανό, δεύτερης γενιάς
μετανάστη στην Αγγλία. Γράφει και ο ίδιος τραγούδια, ενώ το όνειρό του είναι να
γίνει συγγραφέας. Είναι ταλαντούχος, φαίνεται ότι θα το πραγματοποιήσει τελικά.
Μεγάλος συμπαραστάτης του η φιλενάδα του και προπαντός η καθηγήτριά του, που
τον εμψυχώνει αδιάκοπα.
Το θέμα του
ρατσισμού και το θέμα του χάσματος των γενεών, προπαντός σε μια οικογένεια
μουσουλμάνων, βρίσκονται σε πρώτο πλάνο. Αντιμετωπίζει τις επιθέσεις των
νεοναζί ενώ ο πατέρας του, πατριάρχης όπως κάθε μουσουλμάνος στην οικογένειά
του, δεν τον καταλαβαίνει καθόλου. Έρχεται σε φοβερή σύγκρουση μαζί του. Την
κόρη του την παντρεύει με κάποιον με τον οποίο ειδώθηκαν για πρώτη φορά στο γάμο,
κατά τη μουσουλμανική πρακτική. Τέτοιο γάμο ετοιμάζει και για το γιο του. Ακόμη,
δουλεύουν σαν τα σκυλιά για να αντεπεξέλθουν στα έξοδα του γάμου της, καθώς
πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο φανταχτερός (τι θα πει ο κόσμος). Έχω
διαβάσει ότι πολλές μουσουλμανικές οικογένειες έχουν χρεοκοπήσει εξαιτίας
τέτοιων γάμων.
Η Gurinder Chadha, γεννημένη στη Κένυα
με ινδική καταγωγή που μετανάστευσε νωρίς στην Αγγλία, εκδραματίζει προφανώς
δικά της προβλήματα μέσα από την ταινία της. Τα βλέπει όμως αισιόδοξα, με το
χάπι εντ να υποβάλλει την αίσθηση στους θεατές ότι τα προβλήματα των μεταναστών
μπορούν να λυθούν και οι ίδιοι, οι περισσότεροι τουλάχιστον, να πραγματοποιήσουν
τα όνειρά τους.
Πολύ καλή ταινία,
και εξαιρετικός ο Billy Barrat στο ρόλο του νεαρού Πακιστανού.
Subscribe to:
Posts (Atom)






