Book review, movie criticism

Monday, September 9, 2024

Krzysztof Kieslowski, Μικρή ερωτική ιστορία (Krótki Film o Milosci, 1988)

 

Krzysztof Kieslowski, Μικρή ερωτική ιστορία (Krótki Film o Milosci, 1988)

 


  Από την Πέμπτη που μας πέρασε στους κινηματογράφους.

  Οι πιο συγκινητικές ερωτικές ιστορίες είναι αυτές που αποκλίνουν από την κανονικότητα. Πρόχειρα μου έρχεται στο μυαλό το «Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων» του Μάρκες και ο «Σκύλος της Μαρί» του Ανδρέα Μήτσου.

  Αυτή είναι γυναίκα ελαφρών ηθών. Αυτός την παρακολουθεί με τηλεσκόπιο. Είναι δεκαεννιά χρονών, δουλεύει στο ταχυδρομείο. Παίρνει και δεύτερη δουλειά, γαλατάς, πρέπει να σηκώνεται από τις πέντε, για να τη βλέπει. Μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο, έχει έφεση στις ξένες γλώσσες όπως κι εγώ. Μένει στο σπίτι της μητέρας ενός φίλους του, ο οποίος έφυγε σε μια στρατιωτική αποστολή.

  Στην αρχή ήταν σεξ. Αυνανιζόταν. Όταν άρχισε να την ερωτεύεται έπαψε να αυνανίζεται.

  Και φυσικά κάποια στιγμή θα συναντηθούν.

  Απελπισμένος έρωτας από τη μεριά του, αλλά και από τη μεριά της, που αρχίζει να τρέφει αισθήματα για αυτόν τον νεαρό που την ερωτεύθηκε.

  Μεγάλος ο Κισλόφσκι, από τους κορυφαίους για μένα.

  8,1 η βαθμολογία της στο IMDb, δεν με εξέπληξε καθόλου.

  Εξαιρετικός ο νεαρός στην ερμηνεία του, αλλά και η κοπέλα.

  Η πιο ξεχωριστή ταινία του «Δεκάλογού» του, σε ανεπτυγμένη έκδοση για τον κινηματογράφο.   

 

 

Sunday, September 8, 2024

Νίκος Κούνδουρος, Μαγική Πόλη (1954)

 

Νίκος Κούνδουρος, Μαγική Πόλη (1954)

 


  Από την Πέμπτη που μας πέρασε στους κινηματογράφους.

  H «Μαγική πόλη» είναι η πρώτη ταινία του Νίκου Κούνδουρου και αμέσως κατέκτησε το κοινό. Ένας νεοελληνικός νεορεαλισμός, κατά τα πρότυπα του ιταλικού. Μου θύμισε όμως πολύ ιρανικές ταινίες της ίδιας εποχής, με τον luti ήρωα, και με εικόνες φτωχογειτονιάς αλλά και με εικόνες κέντρων διασκέδασης με τις γυναίκες να χορεύουν ανατολίτικους χορούς. Τα δώδεκα λαϊκά τραγούδια δεν είχαν έλθει ακόμη.

  Ο Γιώργος Φούντας (εξαιρετική ερμηνεία) έχει χρεωθεί για να αγοράσει ένα φορτηγό, να κάνει μεταφορές. Όμως δεν μπορεί να πληρώσει τις δώσεις. Θα του το κατάσχουν. Η μητέρα του ανένδοτη, δεν θα βάλει το σπίτι υποθήκη για δάνειο. Έτσι αναγκάζεται να υποκύψει στην πίεση κάποιου λαθρέμπορου.

  Του άρεσε, μπόρεσε να πληρώσει τη δόση. Και συνεχίζει. Όνειρό του να φύγει από αυτή τη φτωχογειτονιά.

  Κάποια στιγμή θα πέσει η καρφωτή, αλλά θα καταφέρουν όλοι να ξεφύγουν.

  Στη ζωή του είναι μια γυναίκα, η γυναίκα ενός ναυτικού. Όμως αυτός αρχίζει να τρέφει αισθήματα για τη «γατούλα», που πόσο μεγάλωσε ξαφνικά.

  Ένας άντρας δυο γυναίκες.

  Να μην πούμε περισσότερα και κάνουμε σπόιλερ.

  Φτωχογειτονιά, όμως με ανθρώπους μάλαμα. Θα του συμπαρασταθούν. Την ομορφιά μιας γειτονιάς δεν την κάνουν τα σπίτια και οι δρόμοι αλλά οι άνθρωποι.

  Στην ταινία παρελαύνουν ένα σωρό ηθοποιοί που αργότερα έγιναν αστέρες. Ο Βέγγος με μαλλιά σε πρώτη εμφάνιση, Κατράκης, Φωτόπουλος, Ανδρέας Ντούζος, Στέφανος Στρατηγός.

  7,1 η βαθμολογία της στο IMDb.

 

Wednesday, September 4, 2024

Sergei Parajanov, O θρύλος του κάστρου Σουράμι (The legend of Suram fortress, 1985)

 

Sergei Parajanov, O θρύλος του κάστρου Σουράμι (The legend of Suram fortress, 1985)

 


  Από την Πέμπτη που μας πέρασε στο Ατενέ.

  Εδώ και δώδεκα χρόνια είδαμε τα δυο αριστουργήματα του Σεργκέι Παρατζάνοφ, «Η σκιά των ξεχασμένων προγόνων» και το «Χρώμα του ροδιού». Από τότε και οι δυο ταινίες έχουν προβληθεί σε επανέκδοση. Σειρά έχει σήμερα «Ο θρύλος του κάστρου Σουράμι».

  Ο Παρατζάνοφ δεν είναι πλοκή, ούτε καν ύφος, είναι εικόνα. Τα πλάνα του είναι κατά το πλείστον αμφιπλεύρου συμμετρίας (σε κάποια είδαμε τη χρυσή τομή), με οργιώδη πολυχρωμία, και η δράση σ’ αυτά είναι αργή και στυλιζαρισμένη. Η σύνδεσή τους είναι χαλαρή. Και η ταινία χωρίζεται σε κεφάλαια, συχνά συντομότατα, που κι αυτά έχουν χαλαρότατη ή καθόλου σύνδεση.  

  Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ γκρεμιζόταν.

  Ακριβώς όπως το γιοφύρι της Άρτας.

  Μόνο αν «χτιζόταν» ζωντανός στα τείχη του κάστρου ένας νεαρός θα μπορούσε να στερεωθεί.

  Το θέμα των ανθρωποθυσιών για την επίτευξη από το θείο ενός στόχου πρέπει να είναι παμπάλαιο. Ξέρουμε για ανθρωποθυσίες, και νομίζω πριν λίγα χρόνια αποκαλύφθηκε ότι γίνονταν και στην πατρίδα μου την Κρήτη, βέβαια πριν χιλιάδες χρόνια.

  Η πρώτη καταγεγραμμένη ανθρωποθυσία, που τελικά δεν έγινε, είναι η «Θυσία του Ισαάκ».

  Ο καημένος ο Ισαάκ, τι να κάνει, υποτάχτηκε στη θέληση του πατέρα.

  Η δεύτερη είναι η θυσία της Ιφιγένειας. Και αυτή αντέδρασε, αλλά τι να κάνει, την ανάγκη φιλοτιμίαν (για την ακρίβεια: φιλοπατρίαν») ποιούμενη, αφέθηκε να τη θυσιάσουν.

  Και ενώ ο Ισαάκ γλίτωσε τη σφαγή και έμεινε με τον πατέρα του, η Ιφιγένεια μεταφέρθηκε στην Ταυρίδα, και αποτελεί το sequel της «Ιφιγένειας εν Αυλίδι» του Ευριπίδη.

  Όμως η γυναίκα του «Πρωτομάστορα» ξεγελάστηκε, και όταν κατάλαβε τι της επιφύλαγαν, καταράστηκε το γιοφύρι.

  «Αν τρέμουν τ’ άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι»

  κι αν πέφτουν τ’ άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες».

  «Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι

  κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες»

  Έχω γράψει ένα μελέτημα με τίτλο «Τα τρία γιοφύρια της Άρτας και το Γιοφύρι με τις τρεις καμάρες». Τα τρία γιοφύρια της Άρτας είναι του Ηλία Βουτιερίδη, του Παντελή Χορν και του Νίκου Καζαντζάκη. Και τα τρία είναι θεατρικά έργα. Οι «Τρεις καμάρες» (έχει και τέτοιες το Ηράκλειο) είναι μυθιστόρημα του πρόσφατα αποβιώσαντος Αλβανού νομπελίστα Ισμαήλ Κανταρέ. Τοποθετεί τη δράση το 1377, τις παραμονές της κατάληψης της Αλβανίας από τους Τούρκους. Και ενώ οι δικοί μας δραματουργοί δίνουν την τραγικότητα της πλοκής, ο Κανταρέ χρησιμοποιεί το μύθο για να κάνει κοινωνικοϊστορικούς σχολιασμούς.

  Παραθέτω το τέλος του μελετήματός μου.

  «Ποιος είναι άραγε ο βασικός στόχος του Κανταρέ σ’ αυτό το έργο; Να θέλει άραγε κι αυτός να μας μιλήσει για τη «διχόνοια που βαστάει...», εξεικονίζοντας τις διαφορές των φεουδαρχών της Αλβανίας, που δεν κατάφεραν να ομονοήσουν ούτε μπροστά στον κίνδυνο της τουρκικής απειλής; Μήπως θέλει να μας δείξει ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται;
Όταν διαβάζουμε το συνοριακό επεισόδιο με τους επτά τούρκους ιππείς που πήγαν να περάσουν τη γέφυρα, αψηφώντας τα «αλτ» των φρουρών της, έχω την αίσθηση ότι κάτι μας θυμίζει».

  Να προσθέσουμε ότι υποστηρίζει πως ο μύθος έχει αλβανική προέλευση.

  Τον διάβασα στο αλβανικό αναγνωστικό μου, από το οποίο έμαθα αλβανικά σε επίπεδο βέβαια άνευ διδασκάλου, χωρίς παραπέρα φιλοδοξίες, παρά μόνο να μεταφράζω σύντομα κειμενάκια από το youtube και να τα κοινοποιώ σε μια ομάδα που είμαι μέλος. Θα τον ξαναδιαβάσω, γιατί υπάρχει κάτι βασικό που με ενδιαφέρει (αν και ξέρω ήδη την απάντηση), αν η τρίτη νύφη υποτάχτηκε στη μοίρα της χωρίς μεμψιμοιρία.

  Έψαξα, δεν το βρήκα. Βρήκα τη Μπέσα του Κωνσταντίνου, το γνωστό μας Τραγούδι του νεκρού αδελφού. Θα είναι μάλλον σε κάποια σλάβικη γλώσσα. Θυμήθηκα όμως το τέλος.

  Η γυναίκα, η πιο μικρή νύφη, παρακαλεί όταν την χτίσουνε να της αφήσουνε το ένα μάτι έξω, για να μπορεί να βλέπει το γιο της όταν περνάει απέξω, το ένα αυτί, για να μπορεί να τον ακούει, και νομίζω και το στόμα, για να μπορεί να του μιλάει. Νομίζω και το ένα πόδι, αλλά δεν θυμάμαι γιατί. Ή ίσως το χέρι, για να μπορεί να γνέψει. Αν το βρω, πράγμα απίθανο, θα το παραθέσω.

  7,3 η βαθμολογία της στο IMDb.