Friday, June 11, 2010

Ελένη Σμπώκου, Ημερονύχτια

Ελένη Σμπώκου, Ημερονύχτια, Καστανιώτης 1996

Κρητικά Επίκαιρα, Ιούλης 1996

Τα "Ημερονύχτια" (Καστανιώτης 1996) είναι το δεύτερο βιβλίο της πατριώτισσάς μας Ελένης Σμπώκου, μετά το "Πνευστά και κρουστά" (Δόμος).
Διαβάζοντας το έργο αυτό αυθόρμητα μου ήλθαν στο νου κάποιες συγκρίσεις, ομοιότητες και διαφορές, με το έργο της άλλης μεγάλης μας συμπατριώτισσας μυθιστοριογράφου, της Μάρως Βαμβουνάκη.
Ένα κύριο χαρακτηριστικό του έργου τους είναι ο υποτυπώδης, προσχηματικός μύθος. Η ροπή αυτή στο σύγχρονο μυθιστόρημα που εδώ φτάνει στην ακραία της μορφή (παρά μια τάση επανάκαμψης που παρατηρείται στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία), αποτελεί μάλλον μια υποχώρηση μπροστά στην βίαιη εισβολή του κινηματογράφου, ο οποίος, καθώς απεικονίζει, ως εικονιστικός, το "εκτός" των προσώπων, αναδεικνύει πιο ικανοποιητικά τη μυθοπλασία. Έτσι οι μυθιστοριογράφοι κατέφυγαν στο "εντός" των προσώπων, στην αναπαράσταση των σκέψεων και των συναισθημάτων τους, που ως μη εικονιστικά μπορούν να αναπαρασταθούν πιο πλέρια με λεκτικό τρόπο.
Και ερχόμαστε στη διαφορά. Η Βαμβουνάκη αρθρώνει τις σκέψεις και τα συναισθήματα των ηρωίδων της συνήθως με ένα ασθματικό εσωτερικό μονόλογο, γεμάτο σπαράγματα ενός δοκιμιακού λόγου. Όπως και στους ήρωες της Ευριπιδικής κυρίως τραγωδίας, το νοησιαρχικό στοιχείο είναι ολότελα έντονο στο λόγο των ηρωίδων της Μάρως Βαμβουνάκη.
Η ηρωίδα της Ελένης Σμπώκου αντίθετα βιώνει έντονα τα συναισθήματά της χωρίς να τα θέτει κάτω από το μικροσκόπιο της λογικής. Τα συναισθήματα αυτά είναι κυρίως συναισθήματα αγάπης, θλίψης για το χωρισμό, οδύνης για το θάνατο του παιδιού τη, και τα εκφράζει με ένα τρυφερό, συχνά ελεγειακό, λυρισμό, γεμάτο εικονιστικές, "συμβολιστικές" αναπαραστάσεις, συχνά ανακλημένες από παιδικές αναμνήσεις και από τον κόσμο των παραμυθιών. Η ηρωίδα εξάλλου συχνά αφηγείται εστιάζοντας με τα μάτια της παιδούλας που κάποτε υπήρξε.
Το εφέ της επανάληψης, συχνά ολόκληρων φράσεων, εν είδει λάιτ μοτίβ (για τους μη γνώστες, λάιτ μοτίβ ονομάζονται μουσικές φράσεις στις όπερες του Βάγκνερ που συνοδεύουν τους ήρωες σε κάθε εμφάνισή τους στη σκηνή) χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει η αφηγήτρια την ένταση με την οποία βιώνει τα συναισθήματά της. Για παράδειγμα η φράση "Νε εκπνεύσω με κοφτές εκπνοές τον πόνο" επαναλαμβάνεται εφτά φορές σε μια μόνο σελίδα (38-9).
Η διαπίστωση που κάναμε διαβάζοντας αυτό το έργο είναι ότι η σασπένς της μυθοπλασίας μπορεί να υποστηρίξει αυτό τον έντονο λυρισμό. Το τμήμα που εντυπώθηκε περισσότερο στη συνείδησή μας είναι εκείνο στο οποίο η ηρωίδα εκφράζει την αγωνία της μπροστά στο κρεβάτι του εγχειρισμένου παιδιού της, αγωνία που αυξάνει την τιμή της σασπένς: Θα ζήσει ή όχι το παιδί;
Το παιδί θα πεθάνει τελικά, και ο πόνος μπροστά στην απώλειά του θα ενώσει τους δυο γονείς. Ο αναγνώστης θα μείνει όμως με αρκετά ερωτηματικά ως προς τα αίτια του χωρισμού (αυτά που προβάλλονται από τον άνδρα αφηγητή δεν φαίνονται πειστικά), για το ό,τι αλληλογραφούν χωρίς να συναντιούνται επί τέσσερα χρόνια, για το ό,τι μόνο μια φορά, στο τέλος, βλέπουμε την ηρωίδα να επικοινωνεί μαζί του τηλεφωνικά, μετά το θάνατο του παιδιού κ.α. Ομως, πρέπει να προειδοποιήσουμε, το έργο πρέπει να διαβαστεί ως ποίηση, περίπου ως λυρικό πεζοτράγουδο, και όχι ως μυθιστόρημα. Υπάρχουν έργα στα οποία προεξάρχει ο μύθος, και έργα στα οποία προεξάρχει το ύφος. Το έργο αυτό της Ελένης Σμπώκου είναι ένα απ' αυτά.

No comments:

Post a Comment