Tuesday, October 5, 2010

Μανόλης Πεπονάκης, Πανάσος Ηρακλείου Κρήτης

Μανόλης Πεπονάκης, Πανάσος Ηρακλείου Κρήτης, Αθήνα 2005

Κρητικά Επίκαιρα, Ιανουάριος 2007

Ένα ακόμη αξιόλογο βιβλίο με θέμα «Το χωριό μου» (εγώ έβαλα αυτόν ακριβώς τον τίτλο στο βιβλίο για το δικό μου χωριό) κυκλοφόρησε πρόσφατα. Ο συγγραφέας βέβαια αποτελεί εγγύηση για το περιεχόμενό του: Διδάκτωρ φιλολογίας, καθηγητής θεολογίας και τώρα συνάδελφος σχολικός σύμβουλος θεολόγων στην Α΄ Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Αθήνας, έχει εντρυφήσει στο θέμα με το βάθος, την οξυδέρκεια και την επιμονή του επιστήμονα. Καρπός μακρόχρονης έρευνας όπως μου είπε ο ίδιος ο συγγραφέας, τον «κούρασε» περισσότερο από το διδακτορικό του. Το «κούρασε» το βάλαμε σε εισαγωγικά, γιατί η χαρά της πνευματικής δημιουργίας πάντα εξουδετερώνει την ψυχοσωματική κούραση που απαιτεί. Και όταν ανιχνεύει την ιστορία του χωριού του από το 1280, φαντάζεται κανείς πόσο κόπο έχει επενδύσει σε αρχειακή έρευνα ο Πεπονάκης.
Μπορεί η θεματική, την οποία παραθέτουμε παρακάτω, να είναι περίπου κοινή στα βιβλία με θέμα «το χωριό μου», όμως το βιβλίο του Πεπονάκη έχει μια πρωτοτυπία: Δεν παρατίθεται φωτογραφικό υλικό αλλά σκίτσα μιας φοβερής καλλιτεχνικής ποιότητας.
Η διδακτορική διατριβή του Πεπονάκη έχει θέμα τον εξισλαμισμό και τον επανεκχριστιανισμό στην Κρήτη, ένα θέμα τεράστιου ενδιαφέροντος. Οι χριστιανοί, για να αποφύγουν τις διώξεις, όσοι δεν άντεχαν την πίεση και τον κατατρεγμό, εξισλαμίζονταν, όμως οι περισσότεροι παρέμεναν κρυπτοχριστιανοί. Ένας τέτοιος εξισλαμισθείς πρόγονός μου πρέπει να ήταν και ο Σελίμ αγάς Ντερμιτζάκης τον οποίο αναφέρει ο Πεπονάκης στο βιβλίο του (σελ. 42) και ο Τζεμάλης Δερμιτζάκης (σελ. 45). Στην ίδια σελίδα βλέπομε και το εξαφανισμένο σήμερα, αλλά τόσο όμορφο: Ντερμιτζοπούλα.
Την ιστορία του σογιού μου την άκουσα από ένα θείο μου. Εννιά αδέλφια σφακιανοί, το έφεραν βαρέως που η αδελφή τους αγάπησε ένα τούρκο. Τον έσφαξαν λοιπόν και τον έθαψαν κάτω από την κοπριά του στάβλου. Οι τούρκοι το ανακάλυψαν και τους κυνήγησαν, και για να γλιτώσουν σκόρπισαν σε όλη την Κρήτη, γι αυτό και Δερμιτζάκηδες υπάρχουν σε όλους τους νομούς. Κάποιος απόγονος φαίνεται προτίμησε τον εξισλαμισμό από την τουρκική καταπίεση.
Ας μη τους καταδικάσουμε. Δεν ήταν άλλωστε πολλοί, αν τους συγκρίνουμε με ένα ολόκληρο έθνος, τους Αλβανούς, που στη συντριπτική τους πλειοψηφία εξισλαμίσθηκαν. Τα ξαδέλφια τους όμως οι αρβανίτες παρέμειναν σταθερά χριστιανοί, και ανέδειξαν μάλιστα ήρωες στον αγώνα για την εθνική μας ανεξαρτησία, όπως ο Καραϊσκάκης και η Μπουμπουλίνα. Διάβασα μάλιστα κάπου ότι δυο μουσουλμάνοι αλβανοί πολέμησαν κι αυτοί ενάντια στον τούρκο κατακτητή, και παρασημοφορήθηκαν από την ελληνική κυβέρνηση.
Όμως ας επανέλθουμε στο βιβλίο του Πεπονάκη.
Χωρίζεται σε δυο μέρη. Το πρώτο μέρος, η «βάση», για να χρησιμοποιήσω τη μαρξιστική ορολογία, που επιγράφεται «Η αγροτική ζωή» αναφέρεται στη γεωγραφία του χωριού, στην αξιοποίηση της φύσης και στις αγροτικές εργασίες. Το δεύτερο μέρος, το «εποικοδόμημα», τιτλοφορείται «Ο λαϊκός πολιτισμός», και αναφέρεται σε κάθε πτυχή του, από τα σπίτια, τους αργαλειούς και τα υφαντά μέχρι τη διατροφή, τη διασκέδαση, και τις διαβατήριες τελετές όπως τις ονομάζει η κοινωνική ανθρωπολογία: βάφτιση, αρραβώνας, γάμος. Στον επίλογο παραθέτει τραγούδια, παροιμίες και μαντινάδες. Να παραθέσουμε ένα δείγμα από αυτές «Του έρωτα και της αγάπης»:
Να τα χαρώ τα μάτια σου, πως τα ’χεις μαθημένα,
Να κάνεις πως θωρείς αλλού και να θωρείς εμένα.

Όλο τον κόσμο εγύρεψα να βρω μαγιού χορτάρι
Να σε μαγέψω αγάπη μου, άλλος να μη σε πάρει.

Δεν χρειάζεται να κλείσω παινεύοντας άλλη μια φορά το θαυμάσιο αυτό βιβλίο του Μανώλη Πεπονάκη. Επειδή η κεντρική έννοια του μεταμοντερνισμού είναι «anything goes», χοντρικά «όλα πάνε με όλα», θα κολλήσω κι εγώ στις παραπάνω μαντινάδες δυο μαντινάδες που άκουσα χθες βράδυ στο σύλλογο Γεραπετριτών, στην παρουσίαση του λαογραφικού μουσείου Βαϊνιάς από τη φίλη μου Ελένη Ροβυθάκη, που μου άρεσαν ιδιαίτερα: Η μια γιατί αναφέρεται στην επικαιρότητα (σαν εκείνες τις παλιές «δίδυμοι πύργοι μοιάζουνε καλή μου τα βιζά σου/ κι εγώ Μπιλ Λάντεν θα γενώ να ρθω στην αγκαλιά σου» και «μετά τα εβδομήντα σου ας είσαι κι Ευρωπαίος/ σου μένουν μόνο τα ευρώ και χάνεται το πέος») και η άλλη γιατί σατιρίζει ελαφρά τις νέες τεχνολογίες.
Αυτή η γρίπη των πουλιών πολύ μ’ έχει φοβίσει
Μη μου ψοφήσει το πουλί που μου ’χει ο θεος χαρίσει
Και
Σαν θα ποθάνω βάλτε μου το κινητό στο μνήμα
Μα μη με θάψετε βαθιά γιατί δε θα ’χω σήμα.
Α, όχι, μετάνιωσα, θα κλείσω με ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Πεπονάκη σε ένα θέμα που μου έχει γίνει εμμονή και θα με κυνηγάει μέχρι να πεθάνω:
«Η βοήθεια που πρόσφερε το χωριό στους ελασίτες είχε σαν αποτέλεσμα να υποστεί καταπιέσεις και καταστροφές από τους αντάρτες του Εμμ. Μπαντουβά, οι οποίοι αναζητούσαν το καλοκαίρι του 1947 τον Ιω. Ποδιά στις νότιες πλαγιές του Ψηλορείτη. Το χωριό κυκλώθηκε στα τέλη Ιουνίου από τους αντάρτες του Εμμ. Μπαντουβά και οι κάτοικοί του υποχρεώθηκαν να συγκεντρωθούν στην Κατωχωριά, όπου προπηλακίστηκαν και χτυπήθηκαν. Οι πράξεις εκδίκησης σε βάρος του χωριού θα ήταν μεγαλύτερες, αν δεν έφτανε έγκαιρα η είδηση εντοπισμού του Ιω. Ποδιά, που υποχρέωσε τους αντάρτες να επιβιβαστούν σε αυτοκίνητα και να φύγουν» (σελ. 60-61). Θα κλείσουμε παραπέμποντας στις θαυμάσιες σελίδες που αφιερώνει η Ρέα Γαλανάκη στο βιβλίο της «Ο αιώνας τον Λαβυρίνθων» για τον Ποδιά, το οποίο παρουσιάσαμε στα Κ.Ε. Φλεβάρης 2004.

No comments:

Post a Comment