Wednesday, August 1, 2012

Του τάφου, 10η ιστορία, Το ξενύχτισμα του νεκρού







Του τάφου, 10η ιστορία, Το ξενύχτισμα του νεκρού

      Οι τρεις φίλοι ξενυχτούσαν τον νεκρό. Έκλαιγαν, έκλαιγαν απαρηγόρητα. Όμως κάποια στιγμή χόρτασαν το κλάμα. Στέκουνταν τώρα κι οι τρεις όρθιοι μπροστά από το νεκρό και τον κοίταζαν. Το κλάψιμο τους είχε αλαφρώσει· ένιωθαν κι οι τρεις, δροσερή μέσα τους, ανανιωμένη με τη ρακή, με το μεζέ, με το κλάμα, τη δύναμή τους. Ο Φανούριος έφτυσε στις απαλάμες του:
  -Βρε παιδιά, είπε δείχνοντας με το μάτι του το νεκρό· πηδούμεν τον;
  -Αμ δεν τον πηδούμε; Ανάκραξαν με μια φωνή ο Στρατής κι ο Πατασμός.
  Ανασήκωσαν τις φουφούλες να μην μπερδεύουνται στα πόδια τους, έμπηξαν την άκρα στα ζωνάρια τους, έπιασαν τα στρίποδα και μετατόπισαν το λείψανο στην πόρτα της αυλής, για να ’χουν τόπο να πάρουν φόρα.
  -Εγώ πρώτος! Είπε ο Φανούριος· γιατί ’μαι αδελφός του.
  Στάθηκε στην οξώπορτα, χτύπησε τα παλαμάκια, πήρε απήδρομο και χύθηκε· έσυρε ένα σάλτο φοβερό ως έφτασε στο νεκρό, η κεφάλα του σκούντρηξε με δύναμη στο πανωπόρτι· μα ο Φανούριος δεν το κατάλαβε, κι αντιστοίβαξε όρθιος στη μέση της κάμαρας.
  -Τον πήδηξα! είπε καμαρώνοντας· η σειρά σου, Στρατή!
Πήρε απήδρομο κι ο Στρατής, στριφογυριζάμενο και λιγνό το κορμί του, πήδηξε χυτά, χωρίς ν’ αγγίξει το λείψανο και στάθηκε αλαφροζυγιασμένος στ’ ακράνυχά του.
  -Η σειρά σου, Πατασμέ, είπε.
  Μα ο Πατασμός λιγοκάρδισε· κοίταξε τα στρίποδα· πού διάολο τα βρήκαν τόσο αψηλά;
  -Δεν πηδώ, είπε κιοτεμένος.
  -Δεν ντρέπεσαι, μωρέ καπετάν Ζωνόσβουρε; τον αποπήρε ο Φανούριος· Κρητικός είσαι εσύ για Σκαρπαθιώτης; Πήδα!
  -Δεν πηδώ σου λέω· εγώ ’μαι λυράρης.
  -Δε σέβεσαι, αθεόφοβε, το νεκρό; προσβολή ’ναι μαθές. Αυτή ’ναι η φιλιά πού ’χες του Μανούσακα; Πήδηξε, κι ας σκοτωθείς!
  Ο Πατασμός έξυσε το κουτρούλικο κεφάλι του· θυμήθηκε πόσο τον αγαπούσε αλήθεια το Μανούσακα· ήρθε στο φιλότιμο.
  -Θα πηδήξω το λοιπόν! είπε-κι άρχισε να φωνάζει χοπ! χοπ! για  να κάμει κουράγιο.
    Πήρε φόρα, χίμηξε· μα ως έφτανε το νεκρό, τα στρίποδα του φάνηκε πως είχαν φτάσει ως το ταβάνι, και κόπηκαν τα γόνατά του· μπερδεύτηκαν και τα δυο του πόδια στα στρίποδα, αναποδογυρίστηκε το λειψανο, κύλησε χάμω, κύλησε κι αυτός μαζί του, μαλλιά κουβάρια.
  -Μας ντρόπιασες, έκαμε ο Φανούριος, άε να κουρεύεσαι!
  Του ’δωκε μια και τον πέταξε στην άκρα της αυλής.
  -Έλα εσύ, Στρατή, βόηθα!
  Αναμάζωξαν από χάμω το νεκρό, τον τύλιξαν πάλι στο λαζάρι του, τον στρίμωξαν στην κάσα και του σφήνωσαν ξανά το κόνισμα στα χέρια του.
  -Άιντε, αδέρφι, και πεθαμένος είσαι, δεν πειράζει, δεν πόνεσες, είπε ο Φανούριος και χάδεψε τα μαλλιά και τα γένια του νεκρού.
  Έσκυψε, πήρε την νταμιτζάνα, την έστυψε, είχε ακόμα ο πάτος λίγη ρακή, ήπιαν. Κάθισαν πάλι γύρω από το νεκρό και τον κοίταζαν· τον κοίταζαν, και σιγά σιγά έκλεισαν τα μάτια, έγειραν το κεφάλι απάνω στα στήθια και τους πήρε ο ύπνος.
  Εδώ να κάνουμε μια παύση.
  Πάω στοίχημα πως πολλοί από εσάς, αγαπητοί μου αναγνώστες, θα με έχετε ήδη κατηγορήσει για λογοκλοπή.
  Όχι, δεν είχα καμιά πρόθεση να λογοκλέψω. Απλά ήθελα να παίξω με τη διακειμενικότητα, δίνοντας στον επαρκή αναγνώστη την ευκαιρία να αναγνωρίσει στο παραπάνω κείμενο – όλο μετά το «χόρτασαν το κλάμα», από τη δεύτερη γραμμή και μετά – ένα από τα πιο χαρακτηριστικά επεισόδια από τον «Καπετάν Μιχάλη» του Καζαντζάκη.
  Και όχι μόνο. Ήθελα να δείξω με αυτό το κείμενο πως εμείς οι κρητικοί έχουμε μπόλικη κουζουλάδα μέσα μας, που αυξάνεται εκθετικά με τη ρακή. Αυτό που έκαναν οι τρεις φίλοι, ο Φανούρης, ο Στρατής και ο Πατασμός μπορεί να φαίνεται ιερόσυλο, αλλά εκφράζει τέλεια αυτή την κουζουλάδα, και που δεν σημαίνει καθόλου ότι δεν αγαπούσαν το φίλο τους, κάθε άλλο. Συνεπικουρούσης της ρακής έδειξαν και με αυτό τον ανορθόδοξο τρόπο, και όχι μόνο με το κλάμα, πόσο αγαπούσαν τον Μανούσακα.
  Η ιστορία που θα διηγηθώ εγώ πρέπει να έγινε την περίοδο που τοποθετεί και ο Καζαντζάκης τη δική του ιστορία, τέλη του 19ου αιώνα. Μου την αφηγήθηκε ο ανιψιός μου ο Γιώργης. Πρωταγωνιστής σ’ αυτήν ήταν ο παπούς του άντρα μιας θείας του. Δεν ξέρω το όνομά του, ξέρω το παρατσούκλι του, αλλά προτιμώ να μην το γράψω. Μάλιστα λέω να κρατήσω τα ονόματα των τριών φίλων της ιστορίας που αφηγείται ο Καζαντζάκης, που έχω κάθε λόγο να πιστεύω ότι είναι αληθινή, και να παρουσιάσω τη δική μου σαν συνέχειά της. Όμως πρέπει να ξεκινήσω από λίγο πιο πριν.
  Όχι, οι τρεις φίλοι δεν κοιμήθηκαν. Μάλιστα όταν είδαν πως η νταμιτζάνα είχε αδειάσει, ένας από αυτούς πήγε και έφερε μιαν άλλη, γεμάτη. Συνέχισαν να πίνουν, «εβίβα μωρέ παιδιά, που να πεθάνει ο χάρος», «εβίβα των καλών αντρών», και, πιο συχνά, «εβίβα το πρώτο», εννοώντας διαδοχικά το εικοστό πρώτο, το τριακοστό πρώτο, το τριακοσιοστό πρώτο, και πάει λέγοντας.
  Στους κρητικούς σπάνια η πολλή ρακή θα προκαλέσει μεθύσι. Όλοι είναι συνηθισμένοι. Πιο σίγουρο είναι ότι θα προκαλέσει κίρρωση του ήπατος, μετά από μακροχρόνιο εθισμό εννοείται. Όμως πολλές φορές προκαλεί περίεργες αλλαγές στη διάθεση.
  Ο Πατασμός άρχισε ξαφνικά να κλαίει. Εν τάξει μωρέ, τον κλάψαμε πιο πριν, ας μην κάνουμε σαν τις γυναικούλες.
  Όμως ο Πατασμός δεν έκλαιγε τώρα για τον νεκρό. Έκλαιγε γιατί θυμήθηκε την αγαπημένη του, την Ανθούλα, που ο πατέρας της δεν ήθελε με καμιά δύναμη να του τη δώσει. Έλα μωρέ, μην κάνεις έτσι, αγάλια αγάλια γίνεται η αγουρίδα μέλι, θα τον καταφέρετε το γέρο, πού θα πάει.
  -Παιδιά, θα σκάσω, θα πνιγώ, δεν αντέχω άλλο, πάμενε.
  -Πού θα πάμε μωρέ, και θα αφήσουμε το λείψανο ολομόναχο;
  -Ο Μανούσακας θα καταλάβει και θα μας συγχωρέσει. Πάμε σας λέω.
  Αφήσανε σύξυλο το νεκρό, που όμως έτσι κι αλλιώς ήταν ξυλιασμένος από τη νεκρική ακαμψία, και έφυγαν κρυφά από την πίσω πόρτα. Πέρασαν από το σπίτι του Πατασμού για να πάρει τη λύρα. Και συνέχισαν.
  Πού πήγαν;
  Σ’ ένα διπλανό χωριό, τις Λίμνες, κοντά στον Άγιο Νικόλαο. Εκεί έμενε η καλή του. Θα πήγαιναν να της κάνουν καντάδα.
  Μισοπαραπατώντας από την πολλή ρακή έφτασαν στις Λίμνες και στρώθηκαν κάτω από το παράθυρο της Ανθούλας. Ο Πατασμός κούρδισε το λύρα, και άρχισαν το τραγούδι.
  Τώρα βέβαια ο Γιώργης δεν μου είπε όλες τις λεπτομέρειες, τις έχω επινοήσει εγώ για να γίνει η αφήγηση πιο ελκυστική. Ο κεντρικός πυρήνας όμως είναι πραγματικός, παράτησαν το νεκρό για να πάνε στις Λίμνες να κάνουν καντάδα στην κοπέλα που αγαπούσε ο παππούς εκείνος. Τι τραγούδησαν δεν μου είπε. Σε μια προφορική αφήγηση αυτό είναι μια λεπτομέρεια, όχι όμως και σε μια γραπτή. Πρέπει λοιπόν εγώ να επιλέξω ένα τραγούδι που τραγούδησαν, για να έχει η αφήγησή μου περισσότερη αληθοφάνεια και ζωντάνια. Ποιο τραγούδι όμως να επιλέξω;
  Τώρα να κάνω λογοπαίγνιο και να τους βάζω να τραγουδάνε το «Λίμνες τα μάτια σου βαθιές, που οι πόθοι μου αρμενίσαν», είναι αναχρονισμός, αφού το τραγούδι είναι σύγχρονο, σε μουσική Μιχάλη Αλεφαντινού και στίχους Νίκου Αλεφαντινού.  Να τους βάλω πάλι να τραγουδάνε το «Φιλεντέμ», που λέει «Μια παντρεμένη αγαπώ…», παλιό παραδοσιακό τραγούδι εκείνης της εποχής που κάποιος ανεγκέφαλος δημοσιογράφος το χαρακτήρισε πρόστυχο, δεν μου έρχεται, γιατί ίσως και άλλοι να συμμερίζονται αυτή την ηλίθια άποψη. Εξάλλου η Ανθούλα ήταν ανύπαντρη, και ο Πατασμός δεν θα έριχνε ποτέ μάτι σε παντρεμένη γυναίκα, τουλάχιστον για όσο θα ήταν ακόμη νιόπαντρος, όταν με το καλό θα έσπαζε τις αντιστάσεις του κυρού της-ακούς εκεί να πάρει η κόρη του λυράρη! Τα ύστερα του κόσμου- και παντρευόταν την αγαπημένη του.
  Εύρηκα!!!!!!!!!!!!!!!!!!
  Να κάνω όμως πρώτα μια μικρή παρέκβαση. Εμείς οι κρητικοί όταν αγαπάμε, αγαπάμε με πάθος, μέχρι την υπερβολή. Όχι όπως οι άλλοι έλληνες, για τους οποίους τραγούδησε ο Καζαντζίδης: «Όσο αγαπώ τη μάνα μου αγάπησα κι εσένα» (που οι επόμενοι στίχοι «όσα είχα και δεν είχα μου τα μάσησες, και μπατίρη στο φινάλε μ’ απαράτησες» δείχνουν ότι αγαπάνε και αφελώς). Όχι, εμείς αυτή που αγαπάμε δεν την αγαπάμε όσο τη μάνα μας, την αγαπάμε περισσότερο από τη μάνα μας. «Τη μάνα μου την αγαπώ, γιατί πονεί για μένα, μα όχι αγάπη μου γλυκιά, όσο αγαπώ εσένα». Αυτό ισχύει και για τις γυναίκες φυσικά. Η Χρυσούλα Σηφογιωργάκη τραγουδάει «Τη μάνα μου την αγαπώ γιατί πονεί για μένα, μα όχι αγαπημένε μου όσο αγαπώ εσένα». Ε, λοιπόν αυτό το τραγούδι θα τους βάλω να τραγουδήσουνε.
  Και το τραγουδήσανε. Μαζί με κάποιες μαντινιάδες στη συνέχεια, όπως «Εμάθαν το πως σ’ αγαπώ του μπαλκονιού σου οι βιόλες, κι όταν περνώ απ’ το στενό, μοσχομυρίζουν όλες», «Όταν περνάς στη γειτονιά μην πας με τόση φόρα, σιγά σιγά να πορπατείς να σε θωρώ πολυώρα», και αρκετές άλλες.
  Τι έγινε όμως κατόπιν δεν ξέρω. Βγήκε κάποια στιγμή ο πατέρας της Ανθούλας και τους κατάβρεξε με κανένα κουβά νερό, ή δεν είχε γυρίσει ακόμη από το καφενείο; Βγήκε η Ανθούλα στο παραθύρι και καμάρωσε τον αγαπημένο της, ή ήταν στη γειτονιά σε καμιά φίλη της κι έχασε το τραγούδι και τις μαντινιάδες; Άγνωστο. Μπορώ όμως να διαβεβαιώσω ότι μετά από αυτή την καντάδα ο Πατασμός ένοιωθε αρκετά ανακουφισμένος, και ότι μέχρι να ξαναγυρίσουν στο χωριό τους και να πάνε να συντροφέψουν πάλι το νεκρό είχαν ολότελα ξεμεθύσει.

No comments:

Post a Comment