Monday, August 27, 2012

Κατωχωρίτικες ιστορίες, 18η Ιστορία, Οι χοχλοί



Κατωχωρίτικες ιστορίες, 18η Ιστορία, Οι χοχλοί

  Πρωταγωνιστής και αυτής της ιστορίας είναι ο Κωστής ο Παραουλάκης. Μου την είπε χθες ο Ηρακλής ο Θαλασσινός.
  Ο Κωστής βρέθηκε στο Τζερμιάδο. Για όσους δεν ξέρουν, το Τζερμιάδο είναι ένα κεφαλοχώρι στο οροπέδιο του Λασιθίου. Είναι η πρωτεύουσα της επαρχίας.
  Ο Κωστής κάθεται στην αυλή του καφενείου. Ατενίζει τα λασιθιώτικα βουνά και αναθυμάται την μαντινιάδα: «Μαδάρες μου χανιώτικες κορφή του Ψηλορίτη/ και λασιθιώτικα βουνά γεια σου παντέρμη Κρήτη». Τα λασιθιώτικα βουνά που τα βλέπει από το χωριό μας όλο το χειμώνα ολοχιόνιστα. Τώρα όμως είναι καλοκαίρι και δεν υπάρχει χιόνι.
  Περιμένει να του σερβίρει η καφετζίνα.
  Όλα τα καφενεία στην Κρήτη μπορούν να προσφέρουν φαγητό στον ξενομπάτη. Βέβαια το μενού είναι περιορισμένο. Το μεσημέρι που δεν έχει πολύ κόσμο θα είναι φαγητό για μεζέ: μπάμιες, φασόλια, φάβα, χοχλιοί. Το βράδυ που έχει περισσότερο κόσμο θα ψήσουν και μυζιθρόπιτες, τυροπιτάκια, χορτοπιτάκια, σουβλάκια, μπορεί και ομαθιές. Τώρα όμως είναι μεσημέρι. Το καφενείο δυστυχώς έχει πολύ λίγες μπάμιες και φάβα, έχει όμως πολλούς χοχλιούς. Χοχλιούς μπουμπουριστούς.
  Οι μπουμπουριστοί χοχλιοί είναι σαλιγκάρια τηγανισμένα. Στο λάδι βάζουνε ξύδι και αρισμαρί, ή δενδρολίβανο, όπως το λένε στην άλλη Ελλάδα. Είναι οι χοχλιοί που μου αρέσουν περισσότερο. Η Κατερίνα, η γυναίκα του φίλου μου του Σταύρου, έχει ειδικότητα σ’ αυτούς.
  Φέρνει η καφετζίνα τους χοχλιούς στον Κωστή.
  -Φέρε μου και ένα καραφάκι, παραγγέλνει ο Κωστής, που θεώρησε ότι είναι κρίμα να πάνε οι χοχλιοί μόνο για γεύμα, αφού θα μπορούσαν να αποτελέσουν ταυτόχρονα και ένα θαυμάσιο μεζέ.
  Πηγαίνει η καφετζίνα να φέρει το καραφάκι. Γυρνάει, και τι βλέπει! Ο Κωστής μασουλούσε ένα χοχλιό με το τσόφλι.
  -Βρε δεν έχεις ξαναφάει χοχλιούς; Με τα τσόφλια τους τρώνε;
  -Κι αμέ πώς τους τρώνε;
  -Τους βγάζουνε.
  -Και πώς τους βγάζουνε;
  -Να σου δείξω.
  Του κάνει μια επίδειξη.
  Δοκιμάζει και ο Κωστής, δεν τα κατάφερε. Όσο και να στριφογύριζε το πιρούνι, δεν έλεγε με τίποτα να ξεκολλήσει το σαλιγκάρι από το τσόφλι.
  Αφού τον είδε και πάλευε κάμποση ώρα χωρίς αποτέλεσμα, του λέει.
  -Άσε, θα σου τους βγάλω εγώ. Και άρχισε να του βγάζει ένα ένα τους χοχλιούς.
  Είναι δυνατόν κρητικός να μην ξέρει πώς να βγάζει τους χοχλιούς;
  Φυσικά και ήξερε ο Κωστής. Όμως έκανε αυτό το κόλπο για να του τους βγάλει η καφετζίνα.
  Οι χοχλιοί δεν βγαίνουν εύκολα, και είναι μεγάλος μπελάς το να τους βγάζεις ένα ένα. Ο Ηρακλής άφησε να υπονοηθεί ότι ο Κωστής επινόησε αυτό το κόλπο για να γλιτώσει τη φασαρία να τους βγάλει.
  Δεν με έπεισε.
  Εγώ άλλο πράγμα υποπτεύθηκα.
  Η καφετζίνα ήταν πολύ όμορφη. Χάρμα ιδέσθαι. Γκομενάρα, για να το πούμε σε όλα τα υφολογικά επίπεδα. Ή σχεδόν (υπάρχει μια άλλη λέξη σε πολύ χαμηλό υφολογικό επίπεδο που τελειώνει σε …άρα αλλά δεν τολμώ να τη γράψω). Ο Κωστής δεν χόρταινε να τη βλέπει. Αλλά πόσο να τη δει; Μια φορά που τον σέρβιρε, άλλη μια φορά που θα του έφερνε τη ρακή, άλλη μια φορά που θα της ζητούσε ένα παραπανήσιο νερό χωρίς να διψάει, και στο τέλος όταν θα του έφερνε το λογαριασμό. Όμως με το κόλπο που σκαρφίστηκε την είχε μπροστά του και την καμάρωνε. Την καμάρωνε για πάρα πολύ ώρα, γιατί όπως είπα, το βγάλσιμο των χοχλιών είναι χρονοβόρα υπόθεση.
  Η ιστορία που μου αφηγήθηκε ο Ηρακλής τελειώνει εδώ. Τώρα αν η καφετζίνα ήταν παντρεμένη ή ανύπαντρη, αν ο Κωστής σκαρφίστηκε και άλλα κόλπα, δεν ξέρω. Αν και νομίζω ότι η ιστορία τελειώνει πραγματικά εδώ.

No comments:

Post a Comment