Thursday, September 20, 2012

Κατωχωρίτικες ιστορίες, 21η Ιστορία, Η ρακή



Κατωχωρίτικες ιστορίες, 21η Ιστορία, Η ρακή

  Το παρακάτω κείμενο είναι προϊόν μιας αλυσίδας συνειρμών.
  Πριν λίγο έκανα την εξής ανάρτηση στο facebook στην οποία ανέφερα τον Διαλλινομιχάλη.    
  «Η μητέρα της φίλης μου της Ελένης Ροβυθάκη, βλέποντάς την για πολλοστή φορά να ξεκαρδίζεται στα γέλια διαβάζοντας κάτι στο διαδίκτυο, σχολιάζει για το λάπτοπ. “Αυτό παιδί μου το βγόδωμα φαίνεται ότι είναι καλύτερο κι από αυτό που έχει ο άντρας στο παντελόνι του”.
  Και θυμήθηκα τη μαντινιάδα που είπε ο Διαλλινομιχάλης (Καπετάν Καζάνης, Κριτσοτοπούλα) σε μια έγκυο. “Να ζήσεις και να χαίρεσαι την οικογένειά σου/μα πλειο πολύ το 'βγόδωμα πού 'πρηξε την κοιλιά σου!”».
   Και γράφοντας τα παραπάνω θυμήθηκα επίσης κάποιους στίχους από το ποίημά του, «Η Κριτσοτοπούλα» (1912), όπου συγκρίνοντας την παλιά εποχή με την καινούρια έγραφε για τους νέους:
  «Τότε διασκεδάζανε στους καθαρούς αέρες
και πίναν άδολα πιοτά, σπανίως και καφέδες
και τώρα στο καφέ-σαντάν με κάτι μπιραριέρες,
πίνωμεν σπίρτα της Φραγκιάς, ψεύτικες μπουρδελέδες».
(Το ποίημα το είχα αγοράσει πολυγραφημένο από ένα βιβλιοπωλείο στην Νεάπολη, από όπου κατάγεται ο Μιχάλης Διαλλινάς, τότε που έγραφα το βιβλίο μου «Η λαϊκότητα της κρητικής λογοτεχνίας», το 1980. Το έδωσα πριν λίγα χρόνια στο φίλο μου τον Πάτροκλο τον Χατζηαλεξάνδρου, ο οποίος το πληκτρολόγησε και το ανάρτησε στο λογοτεχνικό του ιστολόγιο «Περι-γραφής». Από εκεί παίρνω τους στίχους).
  Σημειώνω: «σπανίως καφέδες», και «μπιραριέρες», δηλαδή μπύρες. Όταν μιλάει για άδολα ποτά ο Διαλλινομιχάλης δεν αναφέρεται ρητά στη ρακή, αλλά αυτήν εννοεί, καθώς και το κρασί, το οποίο όμως ενδέχεται να μην είναι ντόπιο.
  Το έχω πει σε φίλους, ας το γράψω και εδώ.
  Γυρνώντας από την ξαδέλφη μου τη Μαρίκα που μου είχε κάνει το τραπέζι, σταματάω στην πλατεία, για πρώτη φορά μεσημεριάτικα αυτό το καλοκαίρι. Κάθομαι στο καφενείο και λέω «Δεν πίνω κανένα καραφάκι ρακή;»
  Και ήπια.
  Κανένα πρόβλημα με το στομάχι μου, παρά τα πέντε επιπλέον πιατάκια με τους μεζέδες.
  Την επομένη είπα να πιω μπύρα. Τα ίδια πιατάκια, χωρίς να έχω φάει για μεσημέρι. Το στομάχι μου το ένοιωθα βαρύ. Από τότε έπινα μόνο ρακή.
  Λίγο πριν φύγω για την Αθήνα είπα να ξαναδοκιμάσω. Πίνω μπύρα, και νοιώθω πάλι βαρύ το στομάχι μου. Και επιβεβαίωσα αυτό που μου είχε πει ο πεθερός του φίλου μου του Σταύρου, ο Γιώργης ο Τριχάς: Η ρακή είναι πολύ χωνευτική.  
  Και θυμήθηκα μια ακόμη κατωχωρίτικη ιστορία. Μου την διηγήθηκε ο συγχωρεμένος ο ξάδελφός μου ο Κωστής, ο άντρας της Μαρίκας-έχω αναφερθεί σ’ αυτόν και σε προηγούμενες ιστορίες.
  Ένας Πισκοπιανός πηγαίνει στο νοσοκομείο γιατί δεν ένοιωθε καλά. Η διάγνωση ήταν ότι είχε κάποιο πρόβλημα με το συκώτι του. Ο γιατρός του γράφει μια συνταγή με φάρμακα, και δίνοντάς του τις απαραίτητες οδηγίες καταλήγει: -Και κοίταξε, να πίνεις λίγη ρακή. Και αυτός: -Ναι γιατρέ, αλλά κι ολοένα, ε; (συχνά).
  Είχε ακούσει για τα μικρά και συχνά γεύματα των διαβητικών, και νόμιζε ότι ήταν ίδια περίπτωση και η δική του.

No comments:

Post a Comment