Wednesday, September 12, 2012

Ευριπίδης Γαραντούδης, Η αντοχή του Λυρισμού. Αναφορά στην ποίηση του Μανόλη Πρατικάκη



Ευριπίδης Γαραντούδης, Η αντοχή του Λυρισμού. Αναφορά στην ποίηση του Μανόλη Πρατικάκη,  Gutenberg 2011, σελ. 258.

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα και στα Κρητικά Επίκαιρα, (Ιούλιος-Αύγουστος 2012, α.φ. 462

   Ο Ευριπίδης Γαραντούδης, αναπληρωτής καθηγητής νεοελληνικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, ασχολήθηκε και παλιά με το έργο του Πρατικάκη. Έκανε τη μία από τις «τέσσερις κριτικές προσεγγίσεις» στην ποίησή του που εκδόθηκε με τον τίτλο «Το αειθαλές παιδί» το 2007 από τις εκδόσεις Καστανιώτη (οι άλλες τρεις έγιναν από τον Θεοδόση Πυλαρινό, την Τζίνα Καλογήρου και την Κατερίνα Κωστίου). Τώρα μας παρουσιάζει μια ξεχωριστή μονογραφία για την ποίησή του με τίτλο «Η αντοχή του λυρισμού».
  Ο τίτλος είναι ενδεικτικός ως προς το κύριο χαρακτηριστικό της ποίησης του Πρατικάκη, όπως επισημαίνεται από τον Γαραντούδη. «… αν για τους περισσότερους άλλους ποιητές η λυρική ποίηση εγκαταλείπεται στο παρελθόν… για τον Πρατικάκη ο λυρισμός λειτουργεί ως μια διαρκώς ρέουσα και αναγεννημένη πηγή. Η διακήρυξη λοιπόν του διαφορετικού ποιητικού στίγματός του φαίνεται να προσλαμβάνει για τον Πρατικάκη προγραμματικό χαρακτήρα. Σε πείσμα των καιρών, η δική του ποίηση θα ξανανοίξει το «πάμφωτο πηγάδι» του λυρισμού» (σελ. 116-117). Ο Πρατικάκης, αν δεν είναι ο τελευταίος, σίγουρα είναι ο κορυφαίος από τους ποιητές που εξακολουθούν να επιμένουν λυρικά.
  Δύο ήταν τα γεγονότα που συγκλόνισαν τον ποιητή, όπως μου εκμυστηρεύθηκε, και τον οδήγησαν στο δρόμο της ποίησης: ο θάνατος της μητέρας του και η δικτατορία. Τα πρώτα του ποιήματα έχουν έντονα πολιτικό χαρακτήρα, χαρακτηριστικό εξάλλου της γενιάς του, και σ’ αυτά εύκολα ανιχνεύονται οι επιδράσεις των προκατόχων του, κυρίως του Καβάφη, οι οποίες όμως εγκαταλείπονται σιγά σιγά. Όπως γράφει ο Γαραντούδης, «η τροπή της ποίησης του Πρατικάκη προς τον λυρισμό κατέστησε ολοένα και περισσότερο απρόσφορη την καβαφογενή ειρωνεία» (σελ. 38).
  Αν ο θάνατος της μητέρας του και η δικτατορία συγκλόνισαν τον Πρατικάκη, κάποια άλλα γεγονότα καθόρισαν τον ψυχισμό του. Αντιγράφω ένα δάνειο απόσπασμα, από το «Χρονολόγιο» του Θεοδόση Πυλαρινού:
  «Στις 14 Σεπτεμβρίου 1943 οι Γερμανοί, οκτώ ημέρες μετά τη γέννησή του, καίνε το χωριό [Μύρτος] και ξεσπιτώνουν τους κατοίκους του, “πέρα από το ποτάμι”. Αιτία, το σαμποτάζ των ανταρτών του Ποδιά στο χωριό Σύμη. Εκτελούνται 17 Μυρτιανοί, μεταξύ αυτών και ο παππούς του και ο τριακονταετής θείος του ποιητή (αδελφός του πατέρα του), Εμμανουήλ και Βασίλης Πρατικάκης αντίστοιχα. […]Ο πατέρας του ποιητή επιστρέφει κρυφά στο Μύρτος, δέκα ημέρες μετά την πυρπόληση, βρίσκει τον σκοτωμένο πατέρα του σε ημιαποσύνθεση, τον μεταφέρει και τον θάβει σε λάκκο που άνοιξε με τα ίδια του τα χέρια» (σελ. 128).
  Τη στενή σχέση του Πρατικάκη με τη μητέρα του μπορεί να την μαντέψει κανείς από το παρακάτω περιστατικό, που επίσης μου εκμυστηρεύθηκε: Αρκετοί χωριανοί ήταν κάπου κρυμμένοι, και εκείνη την ώρα περνούσαν από δίπλα οι Γερμανοί. Ο Μανώλης, οκτώ ημερών μωρό, άρχισε ξαφνικά να κλαίει. «Πνίξε το μωρή γιατί θα μας προδώσει με το άσπρο του το κλάμα το σκατό», της λέει κάποια γυναίκα. «Τι λες μωρή, το παιδί μου;». Το ταχτάρισε, ησύχασε. Μια μάνα με λιγότερες αντιστάσεις στις ξένες πιέσεις ίσως να είχε υποκύψει.
  Ο Γαραντούδης φωτίζει την ποίηση του Πρατικάκη συγκρίνοντάς την με την ποίηση άλλων ποιητών όπως του Γιώργου Χειμωνά, του Γιώργου Θέμελη και του Μάρκου Μέσκου, επισημαίνοντας τις ομοιότητες, αλλά και τονίζοντας τις διαφορές. Συγκρίνοντας την ποίησή του με την ποίηση του Γιώργου Χειμωνά γράφει: «Ο Χειμωνάς κατάφερε να αναπληρώσει το κενό της προϊούσας απουσίας ή και απώλειας του ανθρώπινου κόσμου στη συνείδησή του με τις λέξεις που άρθρωσαν το λόγο στα όρια του ανεκτού της γλώσσας για να εκτραγωδήσει την αέναη ανθρώπινη περιπέτεια του πάθους και της συγκίνησης μπροστά στα μεγάλα θέματα-δράματα της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως ο έρωτας και ο θάνατος. Ο Πρατικάκης, αντίθετα, το ίδιο πιστός με τον Χειμωνά στη γλώσσα, λυρικός κατά βάση ποιητής, έφτιαξε και φτιάχνει με την ποιητική γλώσσα έναν ύμνο στην αέναη παρουσία του ανθρώπου στον κόσμο, στη γήινη αίγλη του, στην αμετάθετη λειτουργία του ως στοιχείου της φύσης στις κορυφαίες στιγμές της ζωής του, όταν αναμετριέται με τον έρωτα, τον θάνατο, την αρρώστια, την τρέλα. Το έργο του χαρακτηρίστηκε οντολογικό, ανθρωπολογικό και κοσμολογικό. Πιστεύω ότι είναι πρωτίστως ανθρωποκεντρικό» (σελ. 256). Συγκρίνοντας επίσης την ποίηση του Πρατικάκη με την ποίηση του Καρούζου γράφει: «Ο Πρατικάκης βλέπει την καρουζική ποίηση μέσα από το διορθωτικό πρίσμα της δικής του ποιητικής θεωρίας. Αντιπαρέρχεται την αυτοαναφορικότητα, τον γλωσσοκεντρισμό και την άρνηση της εκφραστικής ολοκλήρωσης που χαρακτήρισαν την τελευταία περίοδο της καρουζικής ποίησης, και περιορίζει την προσοχή του στην ευρηματικότητα και εκρηκτικότητα που κρύβουν ορισμένοι καρουζικοί στίχοι· εκστασιάζεται με την ανεξέλεγκτη ορμή του καρουζικού λόγου: Ένας ποιητικός οίστρος, πιθανόν ανερμάτιστος, αλλά με δυνατές εκλάμψεις. Το φως αυτών των εκλάμψεων προσπαθεί να μεταδώσει ο Πρατικάκης, χωρίς να αποποιείται τη δική του αντίληψη της ποιητικής έκφρασης και τη δική του θεωρία για τη λειτουργία και την αποστολή της ποίησης» (σελ. 161-162).
  Ο γενέθλιος τόπος σημαδεύει την ποίηση του Πρατικάκη. Είχα μάλιστα μιλήσει σχετικά σε μια εκδήλωση που έγινε προς τιμήν του στην Ιεράπετρα, πριν 13 χρόνια. Γράφει ο Γαραντούδης:
  «Η προσωπική μυθολογία του γενέθλιου τόπου σημαδεύεται, λοιπόν, από την καταλυτική εμπειρία της θάλασσας, της αμμουδιάς, του πατρικού σπιτιού πάνω στη θάλασσα, ενώ η σχέση του ποιητή με τον γενέθλιο τόπο παραμένει η ευλαβική σχέση του πιστού με την παιδική ηλικία και το θαύμα ενός αδιαίρετου χρόνου» (σελ. 207).
  Η μονογραφία αυτή του Ευριπίδη Γαραντούδη είναι εξαιρετική, φωτίζοντας με οξυδέρκεια την ποίηση του Πρατικάκη.  Έχοντας γράψει για το σύνολο του έργου του, μια και τυχαίνει να είμαστε όχι μόνο πατριώτες-γεραπετρίτες και οι δυο-αλλά και φίλοι, μπορώ να διαβεβαιώσω για το εύστοχο των κριτικών παρατηρήσεων του Γαραντούδη πάνω στην ποίησή του. Ο Πρατικάκης, ένας μεγάλος ποιητής, βρήκε ίσως στο πρόσωπό του τον πιο άξιο μελετητή του.

Μπάμπης Δερμιτζάκης

No comments:

Post a Comment