Saturday, September 15, 2012

Συλλογικό, Μ’ ολάνοιχτα μάτια… Παιδικές και εφηβικές αναμνήσεις από την Κατοχή, την Αντίσταση και τον Εμφύλιο στη Σάμο





Συλλογικό, Μ’ ολάνοιχτα μάτια… Παιδικές και εφηβικές αναμνήσεις από την Κατοχή, την Αντίσταση και τον Εμφύλιο στη Σάμο. Αθήνα 2012, Υπερόριος, σελ. 150

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

  Συναρπαστικές αφηγήσεις επεισοδίων εκείνης της ταραγμένης δεκαετίας

  Οι εκδόσεις Υπερόριος εξέδωσαν σε ένα συλλογικό τόμο εννέα αφηγήσεις με αναμνήσεις από την κατοχή και την αντίσταση, αλλά κυρίως από τον εμφύλιο. Αναφέρονται σε συναρπαστικά επεισόδια που τα αφηγούνται άτομα που τα έζησαν, είτε ως απλοί μάρτυρες, οι πιο μικροί, είτε ως συμμετέχοντες, οι πιο μεγάλοι. Ο Φάνης Πασπαλάρης τοποθετεί τα γεγονότα στο ιστορικό τους πλαίσιο με μια πολύ κατατοπιστική εισαγωγή.
  Οι αφηγήσεις αυτές είναι συναρπαστικές και για έναν ακόμη λόγο: όλοι οι συγγραφείς των αφηγήσεων αυτών είναι και πραγματικοί συγγραφείς. Όλοι τους, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο, έχουν ασχοληθεί με τη λογοτεχνία και γενικότερα με τη συγγραφή. Είναι χαρακτηριστικό για παράδειγμα ότι ο Νίκος Ορφανός, τη δική του αφήγηση τη μετατρέπει σε διήγημα. Ενώ δηλαδή οι αυτοβιογραφικές αφηγήσεις είναι πάντα πρωτοπρόσωπες, ο Νίκος Ορφανός χρησιμοποιεί την τριτοπρόσωπη αφήγηση στο δικό του κείμενο που έχει τίτλο «Μ’ ολάνοιχτα μάτια».  Ως αφηγητής εστιάζει σε ένα Νίκο, μικρό παιδί, που προσλαμβάνει τα γεγονότα του εμφύλιου διαφορετικά από ότι οι μεγάλοι, με τον φανατισμό που συνεπάγεται η στράτευσή τους στη μια ή στην άλλη παράταξη. «Άρχισε να μη συμπαθεί ούτε τους αντάρτες ούτε τους χωροφύλακες, αφού όλοι μόνο να σκοτώνουν ήξεραν» (σελ. 27), μας λέει κάποια στιγμή.
  Στον εμφύλιο αναφέρεται και ο Σταμάτης Βαλσάμος, που και αυτός μιλάει τριτοπρόσωπα για τον Τάκη, πώς από τα θρανία ανέβηκε στο βουνό. Είναι χαρακτηριστικό ένα απόσπασμα που μιλάει για τους ΜΑΥ, που από Τζέκιλ το πρωί μεταμορφωνόντουσαν σε Χάιντ το βράδυ.
  «Όσο ζύγωνε το Πάσχα, οι ΜΑΥ τον ενοχλούσαν όλο και πιο συχνά, ίσως για να σπάνε πλάκα με τις γειτόνισσες.
  Και ήσαν όλοι τους γνωστοί.
  Ο Τάκης όμως είχε μια απορία: Γιατί αυτοί τον ενοχλούσαν μόνο τη νύχτα και όχι την ημέρα που έβγαιναν απ’ το σπίτι του για να πάει στο Γυμνάσιο;
  Κάποιους μάλιστα απ’ αυτούς, επειδή ήσαν γειτονόπουλα, τους συναντούσε κάθε μέρα, άοπλους και χαιρετιόντουσαν, σαν να μη συνέβαινε τίποτα» (σελ. 40).
  Ο Μανόλης Βοϊκλής μιλάει για έναν αντάρτη γιατρό που του θεράπευσε μια πληγή που είχε στο πόδι, και που χωρίς την επέμβασή του μπορεί να είχε επιπλοκές. Την καθάρισε, την καυτηρίασε, και του έδωσε γάζες με ειδική σκόνη για να κάνει αλλαγές τις επόμενες μέρες. Όταν έμαθε ότι έφεραν δυο αντάρτες σκοτωμένους στο χωριό και ότι ο ένας ήταν ο γιατρός, δεν άντεξε να πάει να τον δει. «Ένιωσα όμως μεγάλη λύπη γι’ αυτό το παλικάρι, σαν για δικό μου άνθρωπο. Έλεγαν πως τους έπιασαν με προδοσιά και τους εκτέλεσαν με εντολή που έδωσε με τον ασύρματο η στρατιωτική διοίκηση» (σελ. 63).
  Δεν τον πέρασαν από δίκη, τον εκτέλεσαν· όπως και εκείνο τον άλλο γιατρό, όταν πιάστηκε στα βουνά της Βολιβίας, είκοσι χρόνια αργότερα.
  Η Καίτη Φράγκου-Ζηκίδη αναφέρεται σε δυο επεισόδια στο δικό της αφήγημα: πώς ένας γιατρός ανέβηκε στο βουνό και εγχείρησε έναν αντάρτη που το χέρι του είχε πάθει γάγγραινα, και πώς η ίδια μετέφερε ιατροφαρμακευτικό υλικό στο βουνό. Σε επιλογική σημείωση μαθαίνουμε τι έγινε τελικά με τον γιατρό, από άλλη αφήγηση. Οι στρατιωτικές αρχές έμαθαν τι είχε κάνει, τον συνέλαβαν και τον καταδίκασαν σε πολύχρονη φυλάκιση.
  Ο Γιώργος Κρόκος αφηγείται τις μαθητικές του αναμνήσεις εκείνης της περιόδου. Πέρα από τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν ως μαθητές, υπήρχαν και οι κίνδυνοι. Μια φορά κόντεψαν να χάσουν κυριολεκτικά τη ζωή τους καθώς πηγαίνοντας σε ένα χωριό άρχισαν να δέχονται τα πυρά χωροφυλάκων που είχαν στήσει ενέδρα, γιατί τους είχαν περάσει για αντάρτες. Ευτυχώς δεν έπαθε κανείς τους τίποτα.  
  Ο Διαμαντής Ρήνας αναφέρει κάτι το απίστευτο στη δική του αφήγηση. Κατά τις τελευταίες επιχειρήσεις του εθνικού στρατού για την εξόντωση και των τελευταίων εναπομεινάντων αγωνιστών του δημοκρατικού στρατού, τους μάζεψαν ως μαθητές και τους πήγαν στο βουνό. Δεν τους είπαν για ποιο σκοπό. «Τελικά κάποιος επιλοχίας εδέησε να μας πει, δήθεν μυστικά, ότι ο σκοπός ήταν εθνικός» (σελ. 84).
  Ποια ήταν η αποστολή τους;
  «…μας διέταξαν να αραιώσουμε μέχρι τη θάλασσα, με απόσταση 40 με 50 μέτρα και, στραμμένοι προς τα δυτικά, να ψάχνουμε να ανακαλύψουμε αν κάπου, σε ύποπτο κυρίως μέρος, κρυβόταν αντάρτης» (σελ. 85).
  Ο Νίκος Νόου αφηγείται με γλαφυρό τρόπο τη διαπόμπευση των ηττημένων ανταρτών.   
  «Πριν φτάσει η πομπή στην πλατεία Πυθαγόρα, ένας αντάρτης, που ίσως ήταν τραυματισμένος ή πιο εξαντλημένος απ’ τους άλλους, λύγισε κι έγειρε να πέσει. Αμέσως δύο από τους συντρόφους του τον βοήθησαν να σταθεί στα πόδια του και να συνεχίσει μαζί τους τη μαρτυρική πορεία» (σελ. 91-92).
  Ο Γιώργος Βοϊκλής αναφέρεται σε πολλά επεισόδια της εποχής εκείνης. Με εντυπωσίασε το παρακάτω γεγονός.
  «Ο πατέρας μου έκανε καιρό να επιστρέψει. Πριν απ’ αυτόν ήρθε ένα γράμμα, από αυτά τα “γράμματα μετανοίας” που υποχρέωναν τους κρατούμενους να στέλνουν στα χωριά τους. Το έφερε ένας χωροφύλακας και το παρέδωσε στον παπά του χωριού, για να το διαβάσει την Κυριακή στην εκκλησιά, μετά τη λειτουργία. Ο παπα-Κωνσταντής δεν το πήρε.
  -Εγώ είμαι παπάς, δεν είμαι χωροφύλακας. Κι ούτε έχουν θέση τέτοια γράμματα στην εκκλησία. Αν θέλεις να το ακούσουν οι χωριανοί, να πας να το διαβάσεις στο καφενείο.
  Χρόνια μετά μου είπε ο πατέρας μου:
  -Σ’ αυτόν τον παπά χρωστάω την αξιοπρέπειά μου» (σελ. 97).
  Το τελευταίο αφήγημα είναι εκτενέστατο, καλύπτοντας το ένα τρίτο του βιβλίου. Είναι του Γιώργου Σοφούλη, γιου του Γιάννη Σοφούλη, που ήταν καπετάνιος στο βουνό. Περιγράφει την περιπέτεια που είχε με τη μητέρα του, που πήραν ένα καράβι ενώ είχε θαλασσοταραχή, για να δουν τον πατέρα του που ήταν στις φυλακές της Σύρου και επρόκειτο σύντομα να δικαστεί. Η αφήγησή του έχει τρία σασπένς: πώς θα τα κατάφερναν με τη θαλασσοταραχή, αν θα δεχόταν μια χωριανή τους να τους φιλοξενήσει, και ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα της δίκης.
  Το πρώτο είναι «σασπένς του πώς», του πώς γλίτωσαν στο ταξίδι, αφού αν δεν είχαν γλιτώσει δεν θα υπήρχε και αυτό το αφήγημα.
  «Τρελός ο χορός καραβιού και θάλασσας! Σφιχταγκάλιασμα σ’ ένα βίαιο ταγκό, χωρίς τελειωμό! Τα κύματα χτυπούσαν το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο στο πλωριό, κάνοντας ένα συνεχόμενο δυνατό θόρυβο, λες κι έπεφταν βόμβες.
  Έσκαγαν με ορμή, κουκούλωναν το καράβι ολόκληρο κι αυτό χανόταν μέσα σ’ αυτά. Εξαφανιζόταν! Βρισκόταν πια στο έλεος του Θεού!» (σελ. 121-122).
  Πριν βρουν τη χωριανή τους τους περιμάζεψε ένα ζευγάρι συριανών, που τους βρήκαν να κάθονται ξεπαγιασμένοι σε ένα παγκάκι στην παραλία, περιμένοντας να ξημερώσει. Όσο για τον πατέρα, καταδικάστηκε σε θάνατο, όμως δεν εκτελέστηκε, γιατί υπήρχαν πιέσεις από κυβερνήσεις άλλων κρατών να σταματήσουν οι εκτελέσεις.
  Οι μαρτυρίες συνήθως έχουν μόνο ιστορικό ενδιαφέρον, όμως εδώ έχουμε να κάνουμε με πολύ καλή λογοτεχνία, και από αυτή την άποψη νομίζω ότι αυτό το βιβλίο δεν ενδιαφέρει μόνο τον σαμιώτη αναγνώστη αλλά για κάθε έλληνα. Εγώ δεν είμαι σαμιώτης, όμως κυριολεκτικά με μάγεψε. Και χωρίς κανένα ενδοιασμό καταχωρώ αυτή τη βιβλιοκριτική στην κατηγορία της πεζογραφίας.

  Μπάμπης Δερμιτζάκης

No comments:

Post a Comment