Wednesday, June 25, 2014

Γιώργος Κωνσταντίνου, Άρλεκιν



Γιώργος Κωνσταντίνου, Άρλεκιν, ΑΛΔΕ 2014, σελ. 172

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Μια απολαυστική θεατρική κωμωδία από τον εξαίρετο ηθοποιό

  Τον Γιώργο Κωνσταντίνου τον γνωρίζουμε ως έναν εξαιρετικό κωμικό του ελληνικού κινηματογράφου και θεάτρου. Ήλθε η ώρα να τον γνωρίσουμε και ως συγγραφέα.
  Ως θεατρικό συγγραφέα. Γιατί το «Άρλεκιν» είναι θεατρικό έργο.
  Το έργο αυτό είναι πολυδιάστατο. Διαθέτει την πολιτική (και όχι μόνο) σάτιρα της αριστοφανικής κωμωδίας, τους κλόουν της commedia dellarte (ο τίτλος παραπέμπει άμεσα σ’ αυτήν, αλλά και σατιρικά στα γλυκερά αισθηματικά μυθιστορήματα που έχουν ως αποδέκτες τις γυναίκες –εν τάξει, όχι όλες), τα τραγούδια της επιθεώρησης και τον κοφτό διάλογο, αλλά και γενικότερα το ύφος σε αρκετά σημεία, του θεάτρου του παραλόγου.
  Αυτά στο μεγαλύτερο μέρος. Γιατί στο τέλος έχει το ρεαλισμό του αστικού δράματος. Όπως το «Μαρά-Σαντ» του Πέτερ Βάις, το έργο παίζεται από τους ασθενείς ενός ψυχιατρείου, με μόνη τη διαφορά ότι ο εγκιβωτισμός φαίνεται στο τέλος, όπου οι ασθενείς μιλάνε για το έργο, τους ρόλους τους και τον συγγραφέα.
  Και δεν τελειώσαμε. Το έργο μπορεί να τοποθετηθεί στη θεματική λίστα των έργων εκδίκησης, όπως ο «Αγαμέμνων», ο «Άμλετ», το «Fuente ovejuna» και το «Chushingura kanadehon» (οι 47 σαμουράι), για να αναφέρω μόνο τα πιο γνωστά.
  Ο Φάτυ είναι ένας φτωχός φουκαράς, ερωτευμένος με την Αλέξια η οποία όμως τον φτύνει. Τα έχει με τον Ζήση, έναν ώριμο ερωτύλο καθηγητή που έχει απολυθεί γιατί τον έπιασαν να έχει στα γόνατά του μια μαθήτριά του. Όμως ο Φάτυ ανέρχεται οικονομικά. Με διαπλοκές με διεφθαρμένους πολιτικούς θα κάνει μεγάλη περιουσία. Με αυτή θα αποπλανήσει την Αλέξια, με στόχο να τη ρίξει στα ναρκωτικά. Μετά θα την πετάξει σαν σκουπίδι.
  Και η Αλέξια τι θα απογίνει;
  Ε, να μην τα πούμε όλα, να αφήσουμε και κάτι για τον αναγνώστη.
  Όμως να παραθέσουμε κάποιες χαρακτηριστικές ατάκες.
  «Όλα τ’ άλλα ονόματα δεν μ’ άρεσαν. Μπόντζο, Μπόμπο, Τζάμπο, Μπους… Τα βρίσκω γελοία» (σελ. 17). Το Μπους το αφήνει τελευταίο.
  Ακόμη:
  «ΖΗΣΗΣ: Υπάρχει Θεός.
  ΦΑΤΥ: Και είναι σαν και μένα; Εγώ δηλαδή είμαι κατ’ εικόνα και ομοίωση του Θεού; Εσύ θα προσκυνούσες ένα θεό που μου μοιάζει;» (σελ. 43).
  Και για τους πολιτικούς:
  «Ποιος λογικός θα ’θελε να κυβερνήσει ξέροντας ότι χάνει την αξιοπρέπειά του, την υπόστασή του, το ήθος του, την ειλικρίνειά του, τη σοβαρότητά του, την ανθρωπιά του. Να τον λένε κλέφτη, απατεώνα, ανυπόληπτο. Μόνο ένας τρελός» (σελ. 48).
  Και θυμήθηκα χθες βράδυ που η φίλη μου η Νία μου είπε ότι ο Λαζόπουλος αρνήθηκε να μπει στο ψηφοδέλτιο του Σύριζα. Ναι, δεν είναι τρελός, αλλά, αν θυμάμαι καλά, πριν χρόνια το έπαιξε τρελός για να γλιτώσει το στρατιωτικό. Έκανε όμως το λογαριασμό χωρίς τον Σαρτζετάκη. Είχε ξεχάσει πως δεν είμαστε στην κλασική Αθήνα του Αριστοφάνη αλλά στη νέα, όπου το να σατιρίζεις πολιτικά πρόσωπα δεν είναι και τόσο ακίνδυνο. Έτσι βρέθηκε στα σύνορα φαντάρος. Πάντως όχι στην πρώτη γραμμή, αφού δεν είχαμε πόλεμο.  
  Και ένα ακόμη ξεκαρδιστικό:
  «Κανείς δεν ενδιαφέρεται για έναν άσημο πεθαμένο. Ενώ για ένα διάσημο… Όλοι θα τρέξουν στην κηδεία του, μπας και κλέψουν κάτι από τη δημοσιότητα του πεθαμένου διάσημου. Αν ήταν δυνατόν να τον σήκωναν να βγάλουν φωτογραφία δίπλα του.
  Όσο για τον πεθαμένο; Όταν πεθάνεις, χαιρέτα μου τον πλάτανο. Κανείς δεν σε θυμάται μετά… Ίσως σε κάποιες εκλογές, κάποιοι σε θυμηθούν και σε ζωντανέψουν να ψηφίσεις. Σε κάνουν συνεργό σε μια απάτη και χωρίς να σε ρωτήσουν σε ποιο κόμμα ανήκεις. Βλέπεις οι πεθαμένοι χάνουν και τα πολιτικά τους δικαιώματα. Ακόμα μπορεί κάποιοι να κρύβουν ότι πέθανες για να παίρνουν τη σύνταξή σου…» (σελ. 85-86).
  Το παρακάτω είναι αριστούργημα σαιξπηρικής παρωδίας.
  «Ποιος άντρας σαν και μένα, έχει ρίξει γυναίκα σαν κι αυτή, με λόγια απάτης;
Ούτε εκείνο το ρεμάλι ο Ριχάρδος ο σακάτης.
Πού είναι ο μαλάκας ο δικός της να με δει. Να δει και κείνη.
Να καταλάβει, πόσο ευάλωτη είναι η γυναίκα σε όποιον δίνει.
Στη γοητεία του πλούτου. Στο θάμπωμα του χρυσού. Στη λάμψη, στη μαγεία, όταν ντύνεται.
Ξεχνάει στη στιγμή, αγάπες κι έρωτες, κι αιχμάλωτη από μόνη, παραδίνεται» (σελ. 102).   
  Τακτοποίησα τις γραμμές του πεζού κειμένου για να φαίνεται ποιητικό, κατά πως ταιριάζει στο σαιξπηρικό λόγο.
  Ένα ακόμη:
  «Έτσι κι αλλιώς, η χώρα μας χαλάσματα έχει γίνει. Κομμάτια και θρύψαλα» (σελ. 125).
  Υπάρχει εδώ μια διακειμενική αναφορά, το «Κομμάτια και θρύψαλα» (1976) του Γιώργου Σκούρτη.
  Το πόσο πιο «κομμάτια και θρύψαλα» θα γινόταν η Ελλάδα δεν θα μπορούσαν να το φανταστούν, ούτε ο Γιώργος Σκούρτης το 1976 αλλά ούτε και ο Γιώργος Κωνσταντίνου το 2006, μια και τότε, όπως μας λέει, έγραψε το έργο.
  Και τώρα το χόμπυ μου, η ανίχνευση των ιαμβικών δεκαπεντασυλλάβων. Βρήκαμε δυο.
Έρχεται η Αλέξια ντυμένη κολομπίνα (σελ. 49) και
Μέσα σ’ αυτό το μπάχαλο ζητώ την ενοχή μου (σελ. 156).
  Βρήκα όμως και γραμμές σε κανονικό ανάπαιστο:
«Καρφωμένος για πάντα
Με το βλέμμα στην πόρτα που έκλεισες πίσω σου» (σελ. 65).
  Και μια παρήχηση του ξ
«Τι εξαίσια η εξουσία Αλεξία. Τώρα θα δεις πως ο ανάξιος παίρνει αξία» (σελ. 76).
Απολαυστικότατο το θεατρικό αυτό έργο του Κωνσταντίνου, από τα καλύτερα που έχω διαβάσει. Του ευχόμαστε όχι μόνο να είναι καλοτάξιδο, όπως λέμε συνήθως, αλλά και γρήγορα να ανεβεί στη σκηνή.

Μπάμπης Δερμιτζάκης

 

No comments:

Post a Comment