Sunday, January 11, 2015

Γιώργος Μετήλλιας, Κακεντρέχειας γραφήματα



Γιώργος Μετήλλιας, Κακεντρέχειας γραφήματα, Εκδόσεις Αγγελάκη 2014, σελ. 107

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Γραφήματα διαφόρων λογοτεχνικών ειδών περιλαμβάνονται στο βιβλίο αυτό

  Έχουμε ξαναπαρουσιάσει έργα του Γιώργου Μετήλλια, τις «Τεθλασμένες προσεγγίσεις των μύθων», «Ένας θεός, δυο θεές κι εγώ» και το «Η μετοχική μας κληρονομιά». Σειρά έχουν σήμερα τα «Κακεντρέχειας γραφήματα».
Τα κακεντρέχειας γραφήματα στην πραγματικότητα είναι χρονογραφήματα τα οποία άρχισε να γράφει προοδευτικά ο συγγραφέας από το 1970. Με χιούμορ αναφέρεται στο εισαγωγικό του σημείωμα σε ένα επεισόδιο σε σχέση με αυτά.
«Υλοποιώντας προοδευτικά την ιδέα, συγκέντρωσα κάμποσα κειμενάκια. Τους έδωσα τον γενικό τίτλο: «Αειγραφήματα». Τα έδειξα σε μια κυρία λογοτέχνιδα, φιλόλογο. Ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε! «Ποιος είσαι εσύ που θα γράψεις «αεί» κείμενο! Παραδέχτηκα ότι μου λείπουν τα φόντα. Εξάλλου δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου. Το μόνο μήνυμα που φιλοδοξούσα να δώσω ήταν η επανάληψη κοινωνικών φαινομένων, ανά τους αιώνες» (σελ. 9).
Δεν την ξέρω αυτή την κυρία, αλλά θα πρέπει να ήταν τρομερή για να τη φοβηθεί ο Μετήλλιας και να αλλάξει τον γενικό τίτλο των κειμένων αυτών. Πονηρά, μας αναφέρει το περιστατικό για να κρίνουμε. Υπέροχος ο νεολογισμός, «αειγραφήματα», και εκφράζει την πρόθεση του συγγραφέα πολύ καλύτερα από τον τίτλο που επέλεξε μετά.
Ο Μετήλλιας έχει μια κάθεξη με την αρχαιότητα, αυτό το είδαμε και στα προηγούμενα έργα του. Σε πολλά από τα χρονογραφήματα αυτά κάνει κάτι εξαιρετικά πρωτότυπο και τολμηρό: παίρνει αρχαιοελληνικούς μύθους, αλλά και ιστορίες από τη Βίβλο, και σαν άλλος Ιησούς τους χρησιμοποιεί παραβολικά για να εικονογραφήσει σκωπτικά και σατιρικά καταστάσεις από τη σύγχρονη πραγματικότητα, καταστάσεις βέβαια που έρχονται, παρέρχονται και επανέρχονται διαχρονικά. Γράφοντας αυτές τις γραμμές θυμήθηκα ένα ποιητή που κάνει το ίδιο. Όχι, δεν είναι ο Καβάφης, είναι ο Σεφέρης, και συγκεκριμένα το ποίημά του «Ελένη» όπου, χρησιμοποιώντας τον γνωστό μύθο, μας λέει ότι οι άνθρωποι θα σκοτώνονται ξανά και ξανά «για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη». Αξίζει να διαβάσουμε το τέλος του ποιήματος.

…αν είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι δε θα ξαναπιάσουν
τον παλιό δόλο των θεών.
αν είναι αλήθεια
πως κάποιος άλλος Τεύκρος, ύστερα από χρόνια,
ή κάποιος Αίαντας ή Πρίαμος ή Εκάβη
ή κάποιος άγνωστος, ανώνυμος που ωστόσο
είδε ένα Σκάμαντρο να ξεχειλάει κουφάρια,
δεν το 'χει μες στη μοίρα του ν' ακούσει
μαντατοφόρους που έρχουνται να πούνε
πως τόσος πόνος τόση ζωή
πήγαν στην άβυσσο
για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη.

  Τον μύθο της Ελένης χρησιμοποιεί και ο Μετήλλιας σε ένα από τα αειγραφήματά του - εγώ δεν κωλώνω μπροστά στην φοβερή αυτή κυρία – που έχει τίτλο «Μενέλαος».
  Εδώ κινείται σε δύο επίπεδα. Το ένα θα λέγαμε ότι είναι περίπου κυριολεκτικό, μια διπλοτυπία της γνωστής ιστορίας, και το άλλο παραβολικό. Στο κυριολεκτικό επίπεδο έχουμε τον τουρίστα-Πάρη να πηδάει τη γυναίκα-Ελένη του ταβερνιάρη-Μενέλαου. Στο παραβολικό, ο Μενέλαος συμβολίζει τον ελληνικό λαό, ο Πάρις τους ξένους και η Ελένη τον εθνικό μας πλούτο.
  Να δώσουμε ένα ακόμη δείγμα, τον Λαβύρινθο, αυτή τη φορά παραθέτοντας ένα απόσπασμα.
  «Εμείς ζούμε το μύθο στη μετεξέλιξή του: Ο κύριος Τεχνοκράτης (Δαίδαλος) με τις οδηγίες του Κατεστημένου (Μίνωα) έχει οικοδομήσει τη Γραφειοκρατία (Λαβύρινθο). Στο ερεβώδες αυτό άντρο θεριεύει το Τέρας (οι υπάλληλοι), που τρέφεται με «λάδι» (χρηματισμό)» (σελ. 36).
  Είναι γνωστό σε όλους, αν πέσεις μέσα στο λαβύρινθο της γραφειοκρατίας, ο μόνος τρόπος για να ξεμπλέξεις είναι να λαδώσεις.
  Και συνεχίζει ο Μετήλλιας λέγοντας:
  «Θησέας δεν μας προέκυψε ακόμα. (Ας τον λένε Θανάση, που λέει ο λόγος και ας είναι και πολιτικός)».
  Εγώ θα τον βάφτιζα Αλέξη, έτσι για γούρι, για να παίξει όντως τον ρόλο του Θησέα, ή καλύτερα του Ηρακλή, όταν καθάριζε την κόπρο του Αυγεία.
  Και καταλήγει:
  «Την Αριάδνη μας τη λένε Δικαιοσύνη, αλλά αυτή δεν έχει μίτο (λάθος, μύτη ήθελα να πω)».
  Υπάρχουν και ανεξάρτητα αειγραφήματα σαν αισώπειοι μύθοι. Το «Ποταμάκι» αναρωτιέται μεγαλόφωνα: «Γιατί όταν είμαστε πολλά ρυάκια, χωριστά, δεν μας δείχνουν τον ίδιο σεβασμό;… Κάποια στιγμή άκουσε μια φωνή: -Για να σε σέβονται πρέπει να είσαι δυνατός. Τα ρυάκια είναι αδύναμα, επειδή είναι χωρισμένα» (σελ. 16). Η φωνή αυτή ήταν της σοφής κουκουβάγιας.
  Να δώσουμε και ένα δείγμα από τις ιστορίες της Παλαιάς Διαθήκης. Η πρώτη ιστορία έχει τίτλο «Η κυρία του κυρίου Λωτ».
  Διαβάζουμε:
  «Της το είχε πει ο άνθρωπος. Της το είχε τονίσει (δεκαπεντασύλλαβος, δεν θα τον ξαναγράψουμε). Τι λέω, τόσες φορές που το είχε επαναλάβει, κάλους βγάλανε τα όμορφα αυτάκια της. –Πρόσεξε! Πρόσεξε καλά και κάνε αυτό που σου λέω: Τώρα που θα μετακομίσουμε, θα περάσουμε αναγκαστικά από τον δρόμο με τα μεγάλα μαγαζιά. Αυτά τα μαγαζιά κρύβουν στις ντουλάπες τους τις πιο μεγάλες αμαρτίες. Τις τρανότερες απ’ όλες μάλιστα τις έχουν στις βιτρίνες. Μεγάλο τ’ όνομά Σου, Κύριε! Φύλαξέ με από τ’ ανομήματά μου. Ναι αγαπητή μου, στις βιτρίνες τους! Σου ξαναλέω: Πρόσεξε, έτσι και γυρίσεις το κεφάλι σου να ρίξεις μια ματιά, πάει… Χάθηκες!» (σελ. 50).
  Τη συνέχεια την ξέρετε.
  Το βιβλίο είναι περίπου ένα ειδολογικό γκαλά, αν και δανείζεται τον τίτλο του από τα αειγραφήματα. Στη συνέχεια διαβάζουμε για «Δύο περιστατικά», όπως τα ονομάζει, που στην πραγματικότητα είναι δύο διηγήματα, τα οποία υποπτεύομαι ότι αναφέρονται όντως σε πραγματικά περιστατικά. Το πρώτο αναφέρεται σε κάποιον κύριο που του έπεσε ένα χαρτονόμισμα, ένα μικρό λαχειοπώλη που το είδε και το μάζεψε, και το «τρίτο μάτι» που είδε τη σκηνή. Το δεύτερο αναφέρεται σε ένα παιδί που έβαλε σε ένα κλουβί ένα χελιδόνι που κατάφερε να πιάσει. Η γιαγιά του προσπαθεί να το πείσει να το ελευθερώσει λέγοντάς του ότι τα χελιδόνια δεν μπορούν να ζήσουν σε κλουβί. Το παιδί είναι αμετάπειστο. Στο τέλος ελευθερώνει το πουλί η γιαγιά. Το παιδί όμως τελικά θα κατανοήσει.
  Μετά το διήγημα σειρά έχει η επιστολογραφία. Υπάρχουν τρεις επιστολές, οι δυο σταλμένες τα χρόνια της δικτατορίας σε ένα φαντάρο και σε ένα ναυτικό αντίστοιχα, και η τρίτη σε μια παλιά φίλη. Εικονογραφούν πολύ χαρακτηριστικά ανθρώπινες καταστάσεις την περίοδο εκείνη. 
  Και το βιβλίο τελειώνει με χάι κου. Είναι γνωστή η γιαπωνέζικη αυτή ποιητική φόρμα, και ένα σωρό ποιητές από όλο τον κόσμο έχουν γράψει σ’ αυτή. Το χάι κου είναι σύντομο σαν τη μαντινάδα, αποτελούμενο από τρεις στίχους με 5, 7 και 5 συλλαβές αντίστοιχα. Τιτλοφορούνται «Χαϊκού για τους μήνες». Παραθέτουμε τον Σεπτέμβρη.

Προσκλητήριο
για το σχολείο κάνε,
σοφέ Σεπτέμβρη.

Όμως θα παραθέσω και από εκείνα τα χάι κου που μείνανε εκτός έκδοσης, και τα οποία ο συγγραφέας βάζει σε ένθετο φύλλο. Από τα «χαϊκού της απουσίας»,

Μη περιμένεις
το Πάσχα, Ελλάδα μας,
ν’ αναστηθείς.

Και από τα «χαϊκού για τις ημέρες της εβδομάδας»,

Κυριακή βράδυ.
Ακόμα κοιτάς ΤV,
ανεγκέφαλε. 

  Εξαιρετικά τα «γραφήματα» αυτά του Μετήλλια, είτε τα χαρακτηρίσουμε ως αεί είτε ως κακεντρέχειας. Διαβάστε τα, θα τα απολαύσετε. Από την παρουσίαση αυτή πήρατε μόνο μια πολύ μικρή γεύση.
  Και οι δεκαπεντασύλλαβοι:
  Της το είχε πει ο άνθρωπος. Της το είχε τονίσει (σελ. 59).
  Συστατική επιστολή να προσληφθεί σε ΔΕΚΟ (σελ. 71).
  Τα χείλη τους αγέλαστα και η κεφάλα κάτω (σελ. 96).
  Αδιαφόρησες εσύ για τα δικά μου νέα (σελ. 99) και
  Σε στίχους της ακρίβειας και μουσική της βίας (σελ. 102).
 
Μπάμπης Δερμιτζάκης

 

No comments:

Post a Comment