Wednesday, January 21, 2015

De profundis



16. De profundis (δηλαδή όσο γίνεται όταν το κείμενό σου κινδυνεύει από ξένες αδιακρισίες)

  Βαριέμαι να γράφω. Αυτό που θα γράψω παρακάτω ήθελα να το γράψω εδώ και αρκετές μέρες.
  Μέσα στον ύπνο μου προσπαθούσα να κάνω μια αναδρομή μέχρι τη μήτρα, μήπως και καταφέρω και σφηνώσω μέσα της. Έφτασα όμως μόνο μέχρι το χωριό μου. Και θυμήθηκα τα λόγια ενός τραγουδιού που το είχα ξεχασμένο για χρόνια.
  Πέρα στην άκρη του χωριού που ο μύλος μας γοργά γυρνά
  Κι ο ήλιος του καλοκαιριού μέσα απ’ τα δέντρα δεν περνά
  Εγώ ποθώ το φτωχικό το σπίτι μου το πατρικό (4).
  Αυτή τη στροφή μόνο. Σιγά σιγά θυμήθηκα και τη μουσική. Για φαντάσου, ένα τραγούδι που το είχα ξεχαημένο. (βλέπω και μου υπογραμμίζει το «ξεχαημένο» ο διορθωτής του word. Όμως εγώ θα αφήσω έτσι τη λέξη, στα κρητικά).

Βαριέμαι να γράφω. Όχι όμως σύντομους αφορισμούς.

  Frustration και συμβιβασμός, αυτή είναι η υπαρξιακή μας κατάσταση. Συμβιβασμός με το γεγονός ότι γερνάμε και ότι θα πεθάνουμε κάποια στιγμή. Frustration για τις αγάπες που δεν αποκτήσαμε.

  Κατάθλιψη: σαν ήπιος πονοκέφαλος, που πότε σου περνά και πότε βρίσκεται σε έξαρση.
  Κατάθλιψη: να νιώθεις ότι όλα σου πάνε μια χαρά (ή σχεδόν όλα) και εσύ να μην είσαι ευχαριστημένος. Κατάθλιψη στη σκέψη τι θα γίνει όταν έρθουν τα χειρότερα. Η αρρώστια, ή άλλα κτυπήματα της μοίρας.
  Καταραμένα γονίδια. Nature versus nurture. Ποιο από τα δυο είναι ο πιο αναγκαίος μύθος; Πιστεύω στη nature, και τώρα βλέπω ότι δεν είναι παρά μια παραλλαγή του κισμέτ. Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον. Αφού είμαστε καταδικασμένοι να βουλιάξουμε, γιατί να αγωνιζόμαστε να κρατηθούμε στην επιφάνεια; Μάλλον διάλεξα λάθος μύθο. Ή τουλάχιστον είναι δυσπροσαρμοστικός στη φάση που περνάω.
  Είδαμε χθες μια καταπληκτική ιρανική ταινία, «Το χρώμα του παραδείσου» του Ματζίτ Ματζιντί. Με έπιασε στη μέση της ταινίας, και έκανα την προσευχή να πέσει ένα αστροπελέκι να με κάψει. Μπούρδες δηλαδή, αφού δεν πιστεύω στο θεό, και ήξερα ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατό να γίνει. Με τρόμαξε όμως η σκέψη.
  Στο τέλος του έργου ο πατέρας κρατάει στην αγκαλιά το πνιγμένο παιδί του. Το χέρι του παιδιού κρέμεται άψυχο πίσω από την πλάτη του πατέρα. Ένας ευρωπαίος σκηνοθέτης θα το τέλειωνε εκεί, με το δραματικό τέλος σαν δίκαιη τιμωρία του πατέρα, αλλά κυρίως γιατί αυτό θα ήθελε ένα ευρωπαϊκό κοινό, το δράμα. Ξαφνικά το χέρι αρχίζει να κινείται δειλά δειλά. Το παιδί δεν είχε πνιγεί. Ο ιρανός διάλεξε happy end.
  Θυμάμαι και το Monte Mario του Carlo Cassola, το μόνο μυθιστόρημα που διάβασα στα ιταλικά. Στο τέλος υπάρχουν δυο alternatives, η κοπέλα να μείνει με την ήρωα ή να φύγει. Φεύγει. Ο ευρωπαίος διάλεξε το unhappy end.
  Θυμήθηκα και ένα άλλο έργο, ενός ιρανού επίσης, του Αμπάς Κιαροστάμι, για την αυτοκτονία. Σε όλο το έργο ο ήρωας προσπαθεί να αυτοκτονήσει, αλλά τελικά δεν τα καταφέρνει. Ίσως βέβαια να τα κατάφερνε στο επόμενο επεισόδιο, το οποίο δεν πρόλαβε να καταγράψει ο σκηνοθέτης, σημασία έχει όμως ότι στο κοινό πέρασε το αισιόδοξο μήνυμα.
  Γιατί τα έγραψα όλα αυτά: Γιατί κοιμήθηκα νωρίς, ξύπνησα νωρίς, είπα να συνεχίσω το τελευταίο βιβλίο του Ανδρουλάκη, αλλά φοβήθηκα μην ξυπνήσω τη Βάσω και είπα να έρθω στο κομπιούτερ. Τα τρία τελευταία χρόνια αρρωσταίνω πολύ, τώρα είμαι άρρωστος, η τρίτη φορά σε τρεις μήνες. Όχι πυρετό, αλλά κακοδιαθεσία. Αυτά τα συχνά κρυολογήματά μου είναι μια από τις εκλυτικές αιτίες της κατάθλιψής μου.
  Κατάθλιψη! Ούτε στις πιο άγριες ερωτικές απογοητεύσεις τις νιότης μου δεν ένιωθα έτσι. Δεν μου δενόταν τα χέρια, τα τρία πρώτα βιβλία μου τα έγραψα σε μια περίοδο που δεν ήμουν στα high μου, 80-81. Ίσως γιατί στα 30 σου, που έχεις το μέλλον μπροστά σου, υπάρχει ελπίδα, που δεν υπάρχει στα 52 σου.
  Αυτή τη φορά την άρπαξα μάλλον από το κολυμβητήριο. Έκανε κρύο, η υπάλληλος είπε ότι η θερμοκρασία ήταν 22 βαθμοί αντί 25-26 που θα έπρεπε να είναι κανονικά, θα έμπαινα με δική μου ευθύνη. Εγώ, παλιός χειμερινός κολυμβητής, θυμήθηκα τα πασχαλινά μου μπάνια, επιμένω να μη γεράσω, μπήκα μέσα και κολύμπησα τη μια ώρα και το τέταρτο που μας επιτρέπει ο κανονισμός. Μπορεί όμως και να με κόλλησε ο Μανώλης.
  Με τη μύτη μπουκωμένη, με ελαφρό πονοκέφαλο, και με τη σκέψη ότι μεθαύριο, ενώ είμαι σ’ αυτά τα χάλια, θα πάμε στα Τρίκαλα, φιλοξενούμενοι του ψηλού, μάλλον δεν είμαι στα high μου. Θα το ευχηθώ και ας φαίνεται ειρωνικό στα μάτια μου.
ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ Ο ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΣ ΧΡΟΝΟΣ.
[Προφανώς 1-1-2003]

No comments:

Post a Comment