Monday, January 5, 2015

Tahar ben Jelloun, Το κορίτσι της άμμου



Tahar ben Jelloun, Το κορίτσι της άμμου (μετ. Λόισκα Αβαγιανού), Αστάρτη 1986, σελ. 194

Μπαμπά με τον κανένα γιο και τις επτά σου κόρες,
κόρες σου έστειλε ο Αλλάχ για την κακή σου μοίρα
μα συ ένα γιο περίμενες, με τοσηνιά λαχτάρα.
Μα όσο κι αν περίμενες, αγόρι δεν σου ήλθε,
το πήρες πια απόφαση, και σκέφτηκες μια λύση,
το ύστερό σου το παιδί, αν είν’ και βγει κορίτσι,
αγόρι να το έντυνες, κι Αχμέντ να το βαφτίσεις.

 Εν τάξει, δεν είναι στίχοι πρώτης διαλογής, αλλά παρασύρθηκα από το «Τραγούδι του νεκρού αδελφού» (Μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη) , και είπα να ξεκινήσω την περίληψη του έργου έμμετρα.
Ο λόγος που ο Χατζ ήθελε κορίτσι δεν είναι ο γνωστός σε όλους, να αποθανατίσει το όνομά του, ήταν άλλος.
  «Σίγουρα θα το ξέρετε καλά, ω φίλοι και συνένοχοί μου, πως η θρησκεία μας είναι αμείλικτη για τον άντρα που δεν έχει διάδοχο: όλο σχεδόν το βιος του το κληρονομούν τ’ αδέλφια του. Όσο για τα κορίτσια, αυτά παίρνουν μονάχα το ένα τρίτο της κληρονομιάς. Έτσι λοιπόν οι δυο αδελφοί περίμεναν το θάνατο του πρωτότοκου για να μοιραστούν το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του» (σελ. 18).
Ξέρω την περίπτωση ενός πατέρα που μετέφερε σιγά σιγά τα περιουσιακά του στοιχεία στη Γαλλία για να μην τα αρπάξουν τα αδέλφια του από τις δυο του κόρες. Όμως ο ήρωάς μας εδώ σκαρφίστηκε άλλο κόλπο, αν τυχόν η γυναίκα του και πάλι γεννούσε κορίτσι να πει ότι γέννησε αγόρι, και το κορίτσι αυτό να το αναθρέψει σαν αγόρι. Έτσι και έκανε. Οι αδελφοί του υποψιάστηκαν, αλλά δεν μπόρεσαν να επιβεβαιώσουν τις υποψίες τους.
Κάποια στιγμή το μεγαλωμένο σαν αγόρι κορίτσι θα αναζητήσει την πραγματική του ταυτότητα. Τότε θα αρχίσουν οι περιπέτειές του, που θυμίζουν χίλιες και μια νύχτες.
Πρόσφατα σε μια κριτική για την κινέζικη όπερα The perfumed arrow γράψαμε για το κορίτσι που μεγάλωσε σαν αγόρι, όχι κατ’ απαίτηση του πατέρα του αλλά για να του απαλύνει την απογοήτευση που δεν έκανε γιο. Εκεί επίσης γράψαμε για αυτό τον μυθοπλαστικό «τόπο» παλιότερων αιώνων, τη μεταμφίεση κοριτσιών σε αγόρια.
 Έχουμε ξαναγράψει για τον Tahar ben Jelloun, για τρία βιβλία του, όχι με τη χρονολογική σειρά που τα έγραψε αλλά με τη χρονολογική σειρά που τα βρήκαμε. Αυτά είναι «Η πρώτη αγάπη είναι η τελευταία», «Η προσευχή της ερήμου» και «Ημέρα προσευχής στη Ταγγέρη». Στη βιβλιοκριτική που γράψαμε για την «Ημέρα προσευχής στη Ταγγέρη» ξεκινάγαμε ως εξής: «Μας έμεινε ένα ακόμη βιβλίο του Ταχάρ μπεν Ζελούν να παρουσιάσουμε, το «Ημέρα σιωπής στην Ταγγέρη»· εκτός και αν στο «ράφι των τύψεων» είναι κρυμμένο κανένα ακόμη».
Τελικά όντως υπήρχε στο «ράφι των τύψεων» ένα ακόμη, που το ανακάλυψα τυχαία, αυτό για το οποίο γράφουμε τώρα, «Το κορίτσι της άμμου».
Στις παραπάνω βιβλιοκριτικές γράψαμε για το ποιητικό του ύφος, που είναι και σ’ αυτό το έργο κυρίαρχο. Εδώ επί πλέον θα αναφερθούμε στο ειδολογικό παστίς (αφήγηση, ημερολόγιο, επιστολογραφία, ποίηση) και στην αφηγηματική τεχνική του εγκιβωτισμού. Πέρα από την κύρια ιστορία υπάρχουν και άλλες εγκιβωτισμένες ιστορίες.
Την ιστορία την αφηγείται ένας παραμυθάς, ο οποίος κατά διαστήματα διαβάζει από ένα βιβλίο, υποτίθεται το ημερολόγιο του Αχμέντ. Κάποια στιγμή όμως εξαφανίζεται από την πλατεία. Τρία άλλα πρόσωπα συναντούνται και αφηγούνται επινοημένες συνέχειες της ιστορίας. Κάπου προς το τέλος κάνει την εμφάνισή του και ο Μπόρχες, χωρίς να κατονομάζεται μια και παρουσιάζεται ως μουσουλμάνος («Σκεφτόμουν τους βασιλιάδες, τους πρίγκιπες, τους φιλοσόφους, τους επιστήμονες που εγκατέλειψαν αυτό το βασίλειο παραδίνοντας στο σταυρό των απίστων τη χώρα και τα μυστικά της», σελ. 180-181.), στον οποίο ο Ταχάρ μπεν Ζελούν προφανώς αποτίει φόρο τιμής.
«…να χωθεί μέσα στο λαβύρινθο που είχε σχεδιάσει στη βιβλιοθήκη του στο Μπουένος Άιρες» (σελ. 188), «Θυμήθηκα τον εαυτό μου έφηβο να συνοδεύει τον ήδη τυφλό πατέρα μου μέσα σ’ αυτούς τους κήπους» (σελ. 181) «Δείχνοντας τον τυφλό, λέει: -Θα γίνουμε λιγάκι πιο φτωχοί σαν αυτός ο άνθρωπος πεθάνει. Ένα σωρό πράγματα –ιστορίες, όνειρα και τόποι-θα πεθάνουν μαζί του» (σελ. 186).
Ο συνεχής τονισμός της επινόησης της ιστορίας («αυτό που θα σας διαβάσω τώρα δεν υπάρχει στο χειρόγραφο, είναι βγαλμένο από τη φαντασία μου») αποτελεί μια αυτοαναφορικότητα του έργου ως λογοτεχνική μυθοπλασία, παρόλο που η υπερβολικά ποιητική του γλώσσα δεν απαντάται συχνά στην πεζογραφική μυθοπλασία, σίγουρα όχι στα παραμύθια της Χαλιμάς τα οποία αποτελούν το λογοτεχνικό του πρόγονο. Πιστεύω όμως ότι αυτό τονίζει περισσότερο τη «θέση» του μυθιστορήματος, που είναι το κατώτερο status της γυναίκας στο Ισλάμ, θέση που καταδείχνεται τόσο με τη μυθοπλασία όσο και με ξεχωριστά αποσπάσματα. Για παράδειγμα διαβάζουμε:
«…με τον παντοδύναμο πατέρα και τις γυναίκες δούλες, αρκούμενες μονάχα σ’ ένα ψίχουλο εξουσίας που τους παραχωρεί το αρσενικό…» (σελ. 81).
Φταίνε όμως κι αυτές. Διαβάζουμε:
«Αν στον τόπο μας η γυναίκα είναι κατώτερη από τον άντρα, δεν είναι επειδή το θέλησε ο Θεός ή το αποφάσισε ο Προφήτης, αλλά επειδή η ίδια αποδέχεται μια τέτοια μοίρα» (σελ. 61).
Πριν λίγα χρόνια έγινε στη Ραμπάτ μια διαδήλωση γυναικών που διεκδικούσαν μια καλύτερη θέση μέσα στην ισλαμική κοινωνία. Την επομένη μέρα έγινε μια πολυπληθέστερη αντιδιαδήλωση από γυναίκες που διακήρυσσαν ότι η θέση τους είναι μια χαρά. Αυτό είναι από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αλλοτριωμένης συνείδησης.
Και ένα ακόμη απόσπασμα:
«Πόσες και πόσες φορές δεν αναθυμήθηκα τους προϊσλαμικούς Άραβες που έθαβαν ζωντανά τα κορίτσια τους!» (σελ. 17) και «Πριν το Ισλάμ, οι άραβες πατεράδες έριχναν το θηλυκό παιδί τους μέσα σ’ ένα λάκκο και το σκέπαζαν με χώμα μέχρι να πεθάνει» (σελ. 118).
Και θυμήθηκα τη φρίκη που μου προξένησε το διήγημα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη «Πίστομα». Ο άντρας διατάζει τη γυναίκα του να ρίξει ζωντανό το νόθο παιδί που γέννησε κατά την απουσία του μέσα στο λάκκο που μόλις έσκαψε με την εντολή: «Βάλτο πίστομα». Τελικά το Ισλάμ ήταν μια πρόοδος για την εποχή του. Για σήμερα, ας μην το συζητήσουμε καλύτερα.
Η παραπάνω ιστορία είναι επινοημένη. Εγώ όμως ξέρω μια αληθινή που βρίσκεται στον αντίποδά της.
Στο Ισλάμ τη γυναίκα την αγοράζουν. Όμως η συγκεκριμένη έγινε δώρο στον παππού, απόγονο του Μωάμεθ (οι απόγονοι υπολογίζονται από την αντρική γραμμή) από τον πατέρα της που ήταν Βέρβερος (Οι Βέρβεροι ήταν οι ντόπιοι κάτοικοι του Μαρόκου τους οποίους κατέκτησαν οι Άραβες. Σήμερα είναι μειονότητα στον τόπο τους, όπως και οι Κόπτες της Αιγύπτου, και ζουν οι περισσότεροι στα ορεινά). Ο παππούς την ερωτεύθηκε σφόδρα. Μαζί της έκανε επτά κόρες. Δεν σκέφτηκε ποτέ να πάρει άλλη γυναίκα για να κάνει γιο, ούτε βέβαια να αναθρέψει την ύστερη σαν γιο. Η γιαγιά, μέχρι τα βαθιά της γεράματα (πέθανε πριν λίγα χρόνια), αναπολούσε με νοσταλγία τον μεγάλο έρωτα που έζησε.
Όταν έγραφα τις προηγούμενες βιβλιοκριτικές δεν με είχε πιάσει το μεράκι να ανιχνεύω τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους. Ξαναδιαβάζοντάς τις εντόπισα ένα σε κάποιο από τα αποσπάσματα που παρέθεσα. Εδώ υπάρχουν άφθονοι, και επίσης άφθονα ημιστίχια. Πιστώνονται βέβαια στη μεταφράστρια. Θα παραθέσουμε αυτούς που δεν έχουν διασκελισμό, ή τουλάχιστον δεν είναι ολοφάνερος.
Αφέντης και προστάτης σας μετά το θάνατό μου (σελ. 22)
Ο ουρανός ξεγλίστρησε και χύθηκε σαν λάβα (σελ. 62)
Δεν ήθελε να αφεθεί σ’ αυτές τις αυταπάτες (σελ. 67)
Αυτό το πότε ελαφρύ, πότε βαρύ φορτίο (σελ. 72)
Πρέπει να ζω στη μοναξιά δίχως καμιά ελπίδα (σελ. 80)
Χαμένος μες στην έρημο ή στην καρδιά της στέπας (σελ. 81)
Την ίδια του την ύπαρξη, έξω από το κορμί του (σελ. 83)
Το πρόσωπό μου ολόγυμνο στο φως που πλησιάζει (σελ. 96)
Το σπίτι είναι απέραντο. Είναι πολύ φθαρμένο (σελ. 97)
Στην εσωτερική αυλή, στην κυκλική πλατεία (σελ. 100)
Μόνος θεματοφύλακας μιας τέτοιας τραγωδίας (σελ. 131)
Αυτούς που την κακοποιούν και την παραμορφώνουν (σελ. 148)
Μένω σ’ ένα δωμάτιο του ορφανοτροφείου (σελ. 15)
Κι αν τελικά την εύρισκα θα ’μουν δυστυχισμένος (σελ. 169)
Στους ασημένιους ώμους της δυο σκοτεινές πλεξούδες (σελ. 176, στίχος από ποίημα)
Την ιστορία μας λοιπόν την πήρε το φεγγάρι (σελ. 187)

No comments:

Post a Comment