Friday, April 17, 2015

Friedriech Nietzsche, Το λυκόφως των ειδώλων



Friedriech Nietzsche, Το λυκόφως των ειδώλων (μετ. Μ.Ε.Ανδρουλιδάκη) Ενωμένοι εκδότες 1962, σελ. 288

  Μετά το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» σειρά στο πρόγραμμά μας «(ξανα)διαβάζοντας τον Νίτσε» έχει το «Λυκόφως των Ειδώλων».
  Όπως έγραψα και στην ανάρτησή μου για τον Ζαρατούστρα, ο Νίτσε δεν έχει την υπομονή να γράψει συστηματικά. Οι μοναδικές εξαιρέσεις στα έργα του, από όσα τουλάχιστον έχω διαβάσει, είναι «Η γέννηση της τραγωδίας» και «Η γενεαλογία της ηθικής». Ακόμη και ο «Αντίχριστος», το έργο που ακολουθεί το Λυκόφως στον ίδιο τόμο αλλά δεν αναγράφεται στο εξώφυλλο, ενώ έχει συγκεκριμένο θέμα, ένα αντιχριστιανικό λίβελο, δεν είναι συστηματικό. Αποτελείται, όπως και το Λυκόφως εξάλλου, από μικρά κείμενα που φαίνεται να τα έγραψε σαν ποιητής, μικρά δοκίμια που του προέκυψαν σαν αστραπές έμπνευσης, πολλά από τα οποία συρρικνώνονται σε αποφθέγματα και αφορισμούς. Το ίδιο και η «Χαρούμενη γνώση» που διαβάζω τώρα. Αλλά γι’ αυτή θα γράψουμε αργότερα, αφού τη διαβάσω.
  Τα μίνι δοκίμια του Λυκόφωτος ομαδοποιούνται σε διάφορες θεματικές. «Το πρόβλημα του Σωκράτους» είναι η πρώτη, «Η λογική στη φιλοσοφία» η δεύτερη, και πάει λέγοντας.
  Για να είμαστε ειλικρινείς, ο πιο σωστός τίτλος θα ήταν «Η αποκαθήλωση των ειδώλων», μια αποκαθήλωση που την κάνει ο Νίτσε, ένας εικονοκλάστης σε μια εικονολατρική εποχή. Αποκαθηλώνει τον Σωκράτη αλλά και τον μαθητή του Πλάτωνα, για να ακολουθήσουν οι… αλλά αυτούς θα τους αναφέρουμε παρακάτω.  
  Όμως μια αποκαθήλωση των πάντων θα καταντούσε ύποπτη, και εξάλλου δεν θα ήταν ρεαλιστική. Δεν μπορεί να μη θαυμάζει και κάποιους!
  Ένας τέτοιος είναι ο Θουκυδίδης. Όμως ο Θουκυδίδης είναι ιστορικός. Ο Ηράκλειτος εντούτοις είναι φιλόσοφος. Όσο για τον Γκαίτε, αυτός ήταν αναγεννησιακός, homo universalis, κι ας έζησε σε μεταγενέστερη εποχή.
  Και μια και μιλάμε για τον Γκαίτε δεν βλέπω, στο έργο του αυτό τουλάχιστον, να συμμερίζεται τον θαυμασμό του για τους Έλληνες. Αντίθετα εκστασιάζεται μπροστά στους Ρωμαίους.
  Πάλι θα συνοψίσω πριν περάσω στο σχολιασμό αποσπασμάτων. Περιφρονεί τους σοφούς, δηλαδή τους πανεπιστημιακούς στην κοινότητα των οποίων έπαψε πια να ανήκει, αλλά και τον όχλο. Ο ανώτερος άνθρωπος τον συγκινεί, και σαν σπαρτιάτης θα έριχνε ευχαρίστως κάθε άρρωστο στον Καιάδα. Τον χριστιανισμό τον θεωρεί σαν σύμπτωμα παρακμής και την ηθική του ηθική δούλων, ενώ το σοσιαλιστικό ιδανικό της ισότητας το χλευάζει. Γενικά τους χλευάζει όλους, και τον απαίδευτο όχλο και τους πεπαιδευμένους σοφούς. Λατρεύει τα ένστικτα, κάθε κακό το αποδίδει στην καταπίεσή τους.
Αν ξέχασα κάτι θα το συζητήσουμε σχολιάζοντας κάποια αποσπάσματα.
  «Αυτή η τάση να θεωρώ τους μεγάλους σοφούς σαν τύπους παρακμής γεννήθηκε σ’ εμένα ακριβώς, σε μια περίπτωση που η προκατάληψη των καλλιεργημένων και μη, αντιτίθεται με μεγάλη σφοδρότητα: Ανακάλυψα στον Σωκράτη και στον Πλάτωνα συμπτώματα παρακμής, τα όργανα της ελληνικής αποσυνθέσεως, των ψευδοελληνιστών, των ανθελληνιστών (Η καταγωγή της τραγωδίας, 1872)» (σελ. 9-10). «Όλα στο Σωκράτη είναι υπερτονισμένα, πλαστά, εξεζητημένα. Ταυτόχρονα όλα είναι γεμάτα μυστικά, κρυψίνοια, οπισθοβουλία» (σελ. 11).  «Ο Σωκράτης υπήρξε ο γελωτοποιός που θεωρήθηκε σοβαρός» (σελ. 12). «Η Σωκρατική ειρωνεία δεν ήτανε μια έκφραση επαναστατική; Λαϊκής αγανακτήσεως;» (σελ. 13).  
  Και θυμήθηκα:
  Απόλυτα νιτσεϊστής κι εγώ, εικονοκλάστης και εγώ και πνεύμα αντιλογίας, διάβασα τα σχετικά αποσπάσματα στην τάξη, στο μάθημα των αρχαίων ελληνικών. Πήγαινα τότε Α΄ λυκείου. Καθηγητή είχαμε τον Δημήτρη Παπαδάκη, εξαιρετικό φιλόλογο με σημαντική συνεισφορά στα γράμματα. Χρόνια αργότερα, στους «Κρητικούς ορίζοντες», περιοδική έκδοση του Λογοτεχνικού Συνδέσμου Ηρακλείου, μου δημοσίευσε ένα κείμενο για τον Παλαμά.  
  Εκτός από το ότι ήταν εξαιρετικός φιλόλογος ήταν και απόλυτα  δημοκράτης, και άκουγε κάθε αντίθετη άποψη. Και βέβαια εδώ πρόκειται για Νίτσε, όμως δεν αντέδρασε καθόλου όταν σε μια εργασία μου αποκαθήλωσα ένα είδωλο της παράδοσής μας, τον Διγενή Ακρίτα. Έγραψα, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι ο James Bond ήταν καλύτερος γιατί αυτός χρησιμοποιούσε όχι κυρίως τη σωματική του δύναμη αλλά το μυαλό του.
  Θυμήθηκα πάλι που στη συνέντευξη στο περιοδεύον με ρώτησε ο αξιωματικός τι θέλω να σπουδάσω. Του είπα –Αγγλική φιλολογία. –Γιατί; με ρώτησε. –Γιατί είναι πιο εύκολα, του απάντησα. Θύμωσε, και είπε ότι αυτό είναι χαρακτηριστικό της ιδιοτέλειας. Τώρα πώς από αυτή την απάντηση μπορεί να βγει τέτοιο συμπέρασμα δεν καταλαβαίνω. Εγώ σήμερα θα τον αντέκρουα σε αυτό το επίπεδο, όμως τότε τον αντέκρουσα διαφορετικά. Άρχισα να του βγάζω ένα λογίδριο για το πόσο η ιδιοτέλεια είναι χρήσιμη στη ζωή (σήμερα θα έλεγα ότι έχει «αξία επιβίωσης»), κ.λπ. κ.λπ. Δεν θυμάμαι τη συνέχεια της κουβέντας.
  Στην πρώτη λυκείου γράφαμε εκθέσεις πάνω σε χαρακτήρες (ο φιλάργυρος, ο τεμπέλης κ.ά), ενώ στη δευτέρα και στη τρίτη θα γράφαμε εκθέσεις ιδεών. Ο Παπαδάκης μου είπε ότι με τον τρόπο που έγραφα τις εκθέσεις μου θα ήταν ακόμη καλύτερες τότε.
  Αμ δε!
  Στην πρώτη έκθεση που γράψαμε στην Β΄ Λυκείου και στην οποία αναφέρθηκα στον Νίτσε, ο καθηγητής (ας μην αναφέρω το όνομά του, έχει πεθάνει κιόλας) με κατακεραύνωσε. Εν απουσία μου. Ήμουν άρρωστος, και ο φίλος μου ο Γιώργος ο Μαυρόματος, με τον οποίο συμμεριζόμαστε την ίδια αγάπη για τον Νίτσε, μου μετέφερε τα όσα είπε. Θεώρησε σκόπιμο να πει στην τάξη δυο λόγια για το τι είναι ο Νίτσε. Τους μίλησε για το δίκιο του ισχυροτέρου, και για να το δώσει πιο παραστατικά έδωσε και παράδειγμα. –Ξέρετε τι σημαίνει δίκιο του ισχυροτέρου; Έχω εγώ μια όμορφη κόρη, και επειδή εσύ είσαι πιο δυνατός από εμένα έρχεσαι και μου την αρπάζεις και… Δεν θυμάμαι ποια λέξη χρησιμοποίησε ο Γιώργος, που μπορεί να μην ήταν η ίδια που χρησιμοποίησε ο ίδιος, πάντως το νόημα είναι αυτό που υποδηλώνουν οι τελείες.
  Μου έβαλε ένα πολύ κακό βαθμό.
  Είχε βέβαια και κάποιους άλλους λόγους γι’ αυτό.
  Στο εισαγωγικό μάθημα του Κρίτωνα μας μίλησε για τη θεωρία των ιδεών του Πλάτωνα. Κατέληξε λέγοντας, περίπου: -Υπάρχουν  όντως οι ιδέες στον ουρανό; Εν τάξει, αυτά λέει ο Πλάτωνας, εμείς τι να πούμε.
  Θεώρησα αφελή την κατάληξη αυτή και χαμογέλασα. Περίμενα να μας αναπτύξει γιατί ο Πλάτωνας τη συγκεκριμένη εποχή κατέληξε σε μια τέτοια φιλοσοφία, και βέβαια δεν νομίζω να συζητάει στα σοβαρά κανείς σήμερα αν υπάρχουν οι πλατωνικές ιδέες στον ουρανό. Κατάλαβε πολύ καλά ότι το χαμόγελό μου ήταν ειρωνικό (τι να κάνω, είμαι γελαδερός, έχω γράψει αλλού γι’ αυτό), και μη ξέροντας πώς αλλιώς να αντιδράσει μου είπε να αλλάξω θέση γιατί λέει δεν με έβλεπε. Εγώ αρνήθηκα, λέγοντάς του ότι με βλέπει μια χαρά, αφού ο μπροστινός μου ήταν στην άκρη του θρανίου. Νομίζω δεν επέμεινε, αλλά το κράτησε μανιάτικο.
  Εγώ, μετά τον κακό βαθμό που μου έβαλε στην έκθεση, κάπου 12, έπαψα να ασχολούμαι μ’ αυτήν. Επειδή όμως παρόλα αυτά ήμουν καλός, έγραφα τρεις εκθέσεις το δίωρο, μια για μένα και από μια για δυο φίλους που δεν ήταν και τόσο καλοί στην έκθεση. Έπαιρναν κι αυτοί το δωδεκαράκι τους. Ποτέ δεν το πήρε χαμπάρι.
  Τελικά, αν το καλοεξετάσεις, προσθέτοντας τους τρεις αυτούς βαθμούς, ξεπερνούσα το άριστα, το είκοσι δηλαδή, κατά πολύ.
  Ίσως από αυτό μου έμεινε η συνήθεια να μη πολυψειρίζω τα κείμενά μου. Επί πλέον έχω και την αντίληψη ότι η ζωή είναι λίγη, και δεν θέλω να τη σπαταλώ διορθώνοντας ξανά και ξανά.
  Είπαμε, στις βιβλιοκριτικές μου αυτοβιογραφούμαι. Συνεχίζουμε.
  «Είναι μια περίπτωση παρακμής το να υποχρεώνεται ο άνθρωπος να μάχεται τα ένστικτα. Όταν η ζωή ευρίσκεται στο στάδιο της ανόδου, ευτυχία και ένστικτα είναι ταυτόσημα» (σελ. 15).
  Προσυπογράφω, παρά το ότι πιστεύω στο σπέρμα αληθείας που περιέχει το βιβλίο του Φρόιντ «Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας». Ο μεσαίωνας, είτε ο χριστιανικός είτε ο σημερινός ισλαμικός, που καταδικάζει το σεξουαλικό ένστικτο, δεν μπορεί παρά να είναι παρακμιακός.
  «ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΤΗΣ ΖΩΗΣ-Ό,τι δεν με οδηγεί στο θάνατο με κάνει πιο ισχυρό» (σελ. 18). Τον αφορισμό αυτό τον συναντάω αραιά και πού. Είχα ξεχάσει ότι είναι του Νίτσε.
  «Οι άνθρωποι του μέλλοντος, όπως εγώ, είναι λιγότερο αντιληπτοί από εκείνους που είναι σύμφωνοι με την εποχή τους, αλλά τους ακούνε καλύτερα. Για να εκφραστώ ακριβέστερα ακόμη: Ουδέποτε μας καταλαβαίνουν – Από κει πηγάζει η αυθεντία μας» (σελ. 19).
  Αυτό πιστεύω ότι το κατάλαβα. Όμως εγώ δεν είμαι τέτοια περίπτωση. Κανένας τον οποίο δεν καταλαβαίνω δεν είναι για μένα αυθεντία, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν τον διαβάζω, δηλαδή δεν συνεχίζω μετά τις πρώτες γραμμές, σπάνια μετά τις πρώτες σελίδες.
  Μιλώντας για ένα βιβλίο του Κορνάρου (όχι του Βιτσέντζου, αυτόν σίγουρα δεν την ήξερε, αλλά κάποιου άλλου) γράφει: «Είμαι πεπεισμένος ότι κανένα βιβλίο (εκτός από τη βίβλο, φυσικά) δεν έκαμε ποτέ τόσο κακό…» (σελ. 39).
  Καλά λέω εγώ ότι δεν χρειάζεται να τη διαβάσω.
  «Το ν’ αναγάγουμε κάτι άγνωστο σε κάτι γνωστό ανακουφίζει, ηρεμεί και ικανοποιεί το πνεύμα και προκαλεί εξάλλου ένα αίσθημα της δυνάμεως. Το άγνωστο προκαλεί τον κίνδυνο, την ανησυχία, τη φροντίδα» (σελ. 44).
  Αυτή είναι μια από τις πιο προσφιλείς μου ιδέες.
  Οι «Περιπλανήσεις στο παρελθόν», μια από τις θεματικές ενότητες, στην πραγματικότητα είναι περιπλανήσεις στο νεκροταφείο, που γίνονται με στόχο να θάψει ακόμα πιο βαθιά κάποιους νεκρούς. Μαζί με τους νεκρούς βέβαια θάβει και κάποιους ζωντανούς όπως τον Ερνέστ Ρενάν. Συναντήσαμε στις περιπλανήσεις αυτές, εκτός από τον Ρενάν, και τον Σαιν Μπεβ, τον Ρουσώ, τη Γεωργία Σάνδη, τον Καρλάυλ, τον Δαρβίνο!!! (θα είχε και ένα ελαφρυντικό αν τον τσάκωνε η ιερά εξέταση), τον Σοπενχάουερ, ο οποίος τόσο τον επηρέασε στα νιάτα του, κ.ά.
  «Ηθική για τους γιατρούς.-Ο ασθενής είναι ένα παράσιτο της κοινωνίας. Αφού φθάσει σε μια ορισμένη κατάσταση είναι ανάρμοστο να ζει περισσότερο» (σελ. 86).
  Βέβαια το πρόβλημα της ευθανασίας δεν τίθεται με τους όρους που θέτει ο Νίτσε αλλά με όρους που απεχθάνεται, στη βάση των οποίων βρίσκεται ο οίκτος, να μην υποφέρει δηλαδή άλλο ο ασθενής.
  «…η μαρτυρία του Δοστογιέφσκι είναι σημαντική – του Δοστογιέφσκι, του μόνου ψυχολόγου  από τον οποίο, ας λεχθεί παρεμπιπτόντως, είχα κάτι να διδαχθώ. Αυτό είναι ένα από τις πιο ευτυχισμένες συμπτώσεις της τύχης στη ζωή μου, πολύ περισσότερο από την ανακάλυψη του Στεντάλ» (σελ. 100).
  Παρεμπιπτόντως η μετάφραση δεν με ικανοποίησε. Θα μπορούσα να βρω μια καλύτερη, αλλά στην ηλικία που είμαι διαβάζω πια και για άλλους λόγους. Με συγκίνηση ξαναπιάνω στα χέρια μου τα βιβλία του Νίτσε που πρωτοδιάβασα μαθητής και βλέπω τις υπογραμμίσεις που έκανα τότε, και δεν θα ήθελα με τίποτα να χάσω αυτή τη συγκίνηση.
  Σύμπτωση: κι εγώ ξεχωρίζω Ντοστογιέφσκι και Στεντάλ. Είχα την τύχη να γνωρίσω τον πρώτο νωρίς, δευτέρα γυμνασίου, και την ατυχία να γνωρίσω τον δεύτερο αργά, κάπου στα πενήντα μου.
  «Ο χριστιανισμός, που περιφρονούσε το σώμα υπήρξε μέχρι σήμερα η μεγαλύτερη συμφορά της ανθρωπότητας» (σελ. 102).
  Να το ξαναγράψω; Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού – και χωρίς παρενέργειες. Η θρησκεία των προγόνων μας είναι σίγουρα καλύτερη (η λατρεία της Αφροδίτης μου αρέσει ιδιαίτερα, αν και οι σημερινοί δωδεκαθεϊστές μου φαίνονται φαιδροί), όμως τι να κάνουμε, μας έτυχε αυτή η αίρεση του Ιουδαϊσμού. Θα μπορούσε να μας είχε τύχει και η χειρότερη, το Ισλάμ.
  Με μια εκπληκτική έκρηξη ειλικρίνειας ο Νίτσε γράφει αυτοπροσωπογραφούμενος: «Γενικά δεν μ’ αρέσει να επιδοκιμάζω, προτιμώ να αντιλέω και μάλιστα να αρνούμαι τα πάντα (σελ. 108).
  «Νομίζω ότι ο Πλάτων ρίχνει ανάμικτες όλες τις μορφές του ύφους, έτσι είναι ο πρώτος αντιπρόσωπος της παρακμής του ύφους» (σελ. 109).
  Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ ότι ο Πλάτων ήταν μεταμοντέρνος, μολονότι το έχω περιγράψει σε δυο κείμενά μου, ένα για τον Πρωταγόρα και ένα για το Συμπόσιο.
  Τα παρακάτω είναι από τον «Αντίχριστο», ο οποίος φέρει τον υπότιτλο «Δοκίμιο μιας μεταξιώσεως όλων των αξιών», ενώ σαν κεφαλίδα στο κείμενο, μετά τον πρόλογο, διαβάζουμε: «Δοκίμιο μιας κριτικής του χριστιανισμού». 
  «Να σβήσουν οι αδύνατοι και οι εκφυλισμένοι (15σύλλαβος): είναι το πρώτο αξίωμα της αγάπης για τους ανθρώπους. Ακόμη και να τους βοηθήσουν να εξαθανισθούν! (ναι, εξαθανισθούν, η επιμέλεια δεν είναι καλύτερη από τη μετάφραση). Τι είναι πιο βλαβερό από οποιαδήποτε άλλη κακία; Οι οίκτοι που νοιώθουμε στη ζωή για τους αδύνατους και τους αδύνατους (ναι, έτσι, δις) και τους ξεπεσμένους, δηλαδή ο Χριστιανισμός» (σελ. 122).
  Σε λιγότερο από έναν αιώνα θα έβρισκε πολλούς ένθερμους θιασώτες αυτής της αντίληψης.
  «Όπου λείπει η θέληση της δυνάμεως εκεί υπάρχει ο εκφυλισμός» (σελ. 124). Αυτός είναι ο πυρήνας της νιτσεϊκής σκέψης.
   Δεν θυμάμαι να βρήκα το όνομα του Καντ σ’ αυτούς που θάβει ο Νίτσε στην ενότητα που ανέφερα, στον «Αντίχριστο» όμως τον θάβει κανονικά. Στην νεκρώσιμη ακολουθία που του κάνει ακούω και τα παρακάτω:
  «Αν προσέξουμε πως σε όλους σχεδόν τους λαούς ο φιλόσοφος δεν αποτελεί παρά την εξέλιξη του ιερατικού τύπου, αυτή η ιερατική κληρονομιά, αυτή η νοθεία του ίδιου του εαυτού του, δεν εκπλήττει κανένα πια» (σελ. 130).
  Κι εγώ είμαι εξίσου πεπεισμένος ότι «ο φιλόσοφος δεν αποτελεί παρά την εξέλιξη του ιερατικού τύπου», γι’ αυτό άλλωστε δεν μου αρέσει, ήδη από τα μεταφοιτητικά μου χρόνια, η φιλοσοφία, ενώ αντίθετα κερδίζουν τον αμέριστο θαυμασμό μου επιστήμονες που φιλοσοφούν, όπως ο οικονομολόγος Μαρξ, ο ηθολόγος Κόνραντ Λόρεντς και ο ψυχολόγους Σίγκμουντ Φρόιντ.  
  Συχνά πυκνά στο έργο του συγκρίνει τον χριστιανισμό με τον ιουδαϊσμό, και αρκετά συχνά με τον βουδισμό. Μου κάνει εντύπωση που στον μουσουλμανισμό κάνει μόνο μια αναφορά, στην παρακάτω παράγραφο:
  «Τι δανείσθηκε ο Μωάμεθ μετέπειτα από τον Χριστιανισμό; Την έμπνευση του Αγίου Παύλου, τον τρόπο της ιερατικής τυραννίας για να σχηματίσει κοπάδια: την πίστη στην αθανασία-δηλαδή, τη θεωρία της “κρίσεως”» (σελ. 169).
  «Αναγνωρίζω πως διαβάζω λίγα βιβλία με τόση δυσκολία, όσο τα Ευαγγέλια»(σελ. 28) και «…θα έκαναν καλά οι άνθρωποι να φορούν γάντια όταν διαβάζουν την Καινή Διαθήκη» (σελ. 174). Να ένας λόγος λοιπόν να μην επιχειρήσω ποτέ να τη διαβάσω. Τα γάντια τα έχω για τη μηχανή.
  Ένα ακόμη θάψιμο: «Ο Επίκουρος είναι ένας παρακμάζων τύπος: Για πρώτη φορά έχει χαρακτηρισθεί έτσι από εμένα. Ο φόβος για τη λύπη, ακόμα και στην ελάχιστη λύπη, αυτός ο φόβος δεν μπορεί να καταλήξει αλλού, παρά μόνο σε μια αγάπη της θρησκείας» (σελ. 153).
  Ποιοι άλλοι μετά απ’ αυτόν τον έχουν χαρακτηρίσει έτσι δεν μας λέει. Όμως υπήρξαν άραγε; Ή απλώς κάποιοι που αναμάσησαν τον Νίτσε;
  Το 45 μου άρεσε πάρα πολύ. Εκεί ο Νίτσε κάνει στα ευαγγέλια ότι κάνω εγώ στις βιβλιοκριτικές μου: παραθέτει αποσπάσματα και τα σχολιάζει βέβαια τα σχολιάζει δεικτικά, πράγμα που δεν κάνω εγώ παρά σπάνια, αλλά αυτό δεν έχει σημασία.
  «Αλλά εάν κάποιος εσκανδάλιζε έναν εξ’ αυτών των μικρών, οι οποίοι πιστεύουν, θα ήτο προτιμότερο να του δέσουν μια πέτρα του μύλου και να τον ρίξουν εις την θάλασσαν» (Κατά Μάρκον, ΙΧ, 42). –Πόσο είναι Ευαγγελικό αυτό! (σελ. 172).
  «Αληθώς λέγω υμίν πολλοί εκ των παρόντων δεν θα αποθάνουν πριν ίδουν ερχομένην την βασιλείαν του Θεού. (Κατά Μάρκον, ΙΧ, 1). Μεγάλο ψέμα!...
  Το ήξερα αυτό. Μας το έλεγε συχνά ο συγχωρεμένος ο Σάββας Αγουρίδης, διακεκριμένος θεολόγος, στο φιλολογικό-φιλοσοφικό καφενείο του Ιάσωνα Ευαγγέλου, ότι οι πρώτοι χριστιανοί ήσαν πεπεισμένοι ότι όπου να ’ναι έρχεται η βασιλεία των ουρανών.
  «Φαίνεται ότι υπάρχει μεταξύ των χριστιανών, αν έχω καταλάβει καλά, ένα είδος κριτηρίου της αλήθειας, που ονομάζεται “Απόδειξη της δυνάμεως”. “Η πίστη σώζει, άρα είναι αληθινή» (σελ. 179).
  Την ίδια εποχή οι αμερικανοί πραγματιστές (John Dewy, William James) υποστήριζαν ότι κριτήριο της αλήθειας είναι η αποτελεσματικότητα στη δράση. Κάνε Παναγία μου το θαύμα σου, ΚΑΙ για να αποδειχθεί ότι αυτό που πιστεύω είναι αληθινό.
  «Οι πεποιθήσεις είναι οι εχθροί οι πιο επικίνδυνοι για την αλήθεια, πιο πολύ κι από τα ψέματα» (σελ. 187).
  Έφτασα ήδη τις πέντε σελίδες, Νίτσε είναι αυτός, θα κλείσω προσυπογράφοντας το παραπάνω.
  Ξεχάσαμε τους δεκαπεντασύλλαβους. Εκτός από αυτόν που παραθέτω παραπάνω βρήκα ακόμη ένα:

Το ψέμα απαγορεύεται από το θείο νόμο (σελ. 22)

No comments:

Post a Comment