Sunday, November 8, 2015

Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική



Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική

Δεν ήταν στις προθέσεις μου να γράψω για την «Ασκητική», ήθελα να γράψω μόνο για τα έργα του Καζαντζάκη στα οποία υπάρχει μια ιστορία, δηλαδή στα μυθιστορήματά του και τα θεατρικά του· μάλιστα αρχικά δεν είχα σκοπό να διαβάσω τα θεατρικά του που ήταν σε έμμετρο λόγο. Αποφάσισα να εξαιρέσω την «Ασκητική», περισσότερο σαν κίνητρο για να την ξαναδιαβάσω.
Ο πατέρας του παιδικού μου φίλου του Αντώνη του Μουστακάκη ήταν την εποχή εκείνη ο πιο πλούσιος του χωριού, μεγάλος κτηματίας. Αγόραζε λοιπόν στον Αντώνη πολλά βιβλία, από τα οποία αρκετά διάβασα κι εγώ, αν όχι όλα. Ανάμεσα σε αυτά ήταν και κάποια βιβλία του Καζαντζάκη.
Ο πατέρας του Αντώνη ήταν γραμματέας στον ελαιουργικό συνεταιρισμό του χωριού, στον οποίο ο πατέρας μου υπήρξε από τα ιδρυτικά του μέλη. Σαν γραμματέας είχε γραφομηχανή. Στη γραφομηχανή αυτή ο Αντώνης αντέγραψε και μου έδωσε το «Πιστεύω» από την Ασκητική.
Αργότερα διάβασα όλη την «Ασκητική», και την ξαναδιάβασα και σαν φοιτητής.
Το ποιητικό, αποκαλυπτικό της ύφος δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε ιδιαίτερα, όπως και το ότι ο Καζαντζάκης χρησιμοποιεί συνεχώς το Θεό σαν σύμβολο, χωρίς να πιστεύει σ’ αυτόν.
Θυμάμαι από τότε το τέλος της «Ασκητικής»:
«Εγώ κι εσύ [ο Θεός] είμαστε ένα.
Και το ένα τούτο δεν υπάρχει».
Οι παπάδες δεν έκαναν καμιά παρανόηση πάνω στο νόημα αυτού του τελευταίου στίχου. Παρ’ ολ’ αυτά μου προκάλεσε έκπληξη όταν διάβασα στη βικιπαίδεια ότι (αντιγράφω και επικολλώ) «Το 1930 θα δικαζόταν, πάλι, ο Καζαντζάκης για αθεϊσμό, για την Ασκητική. Η δίκη ορίσθηκε για τις 10 Ιουνίου, αλλά κι αυτή δεν έγινε ποτέ». (Η πρώτη δίκη ήταν για μια εκδήλωση που έγινε στο θέατρο Αλάμπρα για τη Σοβιετική Ένωση το 1928. Διώχτηκε μαζί με τον Δημήτρη Γληνό).
Μου φαίνεται απίστευτο ότι θα μπορούσε να δικαστεί κανείς για αθεϊσμό στις χριστιανικές δημοκρατίες (εν τάξει, το ξέρω, στις ισλαμικές η ποινή είναι ο θάνατος). Και η ελληνική δημοκρατία είναι σαφώς ανώτερη από την αθηναϊκή της κλασικής εποχής. Δεν έχουμε δούλους, ψηφίζουν οι γυναίκες (αν και το 1930 που θα γινόταν η δίκη δεν ψήφιζαν), αλλά το να εγκαλείται κανείς για αθεϊσμό, αυτό πια κι αν είναι. Όμως πάλι καλά που δεν έγινε η δίκη. Ας μην ξεχνάμε ότι στην αθηναϊκή δημοκρατία του Περικλή ο φίλος του Αναξαγόρας πρόλαβε και το έσκασε την τελευταία στιγμή. Αντιμετώπιζε ποινική δίωξη με την ποινή του θανάτου, γιατί δίδασκε ότι ο ήλιος είναι μια μεγάλη πύρινη σφαίρα και όχι θεός.
Την ξαναδιάβασα λοιπόν την «Ασκητική».
Το ποιητικό της ύφος δεν με παρασύρει, παρόλο που μερικοί την έχουν σαν ευαγγέλιο. Γενικά, έχοντας στόφα δοκιμιογράφου, δεν είμαι λάτρης της ποίησης. Ο Καζαντζάκης έχει τις δικές του ιδέες και εγώ τις δικές μου. Μεγάλος πεζογράφος, υποκλίνομαι, αλλά όχι, δεν συμμερίζομαι ένα μεγάλο μέρος των ιδεών του. Έτσι, το μόνο που μπορώ να κάνω με την «Ασκητική», είναι να παραθέσω κάποια αποσπάσματα.   
  
  «Θέλω να βρω μια δικαιολογία για να ζήσω και να βαστάξω το φοβερό καθημερινό
θέαμα της αρρώστιας, της ασκήμιας, της αδικίας και του θανάτου».   
Εμένα δεν μου χρειάζεται.
 
  «Δεν είμαι ο κατάδικος που τον πότισαν κρασί για να θολώσει το μυαλό του· με
λαγαρά τα φρένα, νηφάλιος, δρασκελώ το ανάμεσα στους δυο γκρεμούς μονοπάτι».
  Αντιφάσκει με το προηγούμενο. Δεν τον πότισαν κρασί, αλλά ψάχνει και αυτός για «ισοδύναμα».

  «Που πάμε; Μη ρωτάς! Ανέβαινε, κατέβαινε. Δεν υπάρχει αρχή, δεν υπάρχει τέλος.
Υπάρχει η τωρινή τούτη στιγμή, γιομάτη πίκρα, γιομάτη γλύκα, και τη χαίρουμαι
όλη».
  Να μια ιδέα που τη συμμερίζομαι απόλυτα.

  «Καλή είναι η ζωή, καλός ο θάνατος, η Γης στρογγυλή και στερεή, σα στήθος
γυναικός στις πολυκάτεχες παλάμες μου».
Και αυτό το συμμερίζομαι, εκτός από το «καλός ο θάνατος». Όχι, ο θάνατος δεν είναι καθόλου καλός, ιδιαίτερα αν είναι επώδυνος. Καλός είναι όταν σου έλθει χωρίς να τον πάρεις χαμπάρι, στον ύπνο σου, αν είναι αλήθεια ότι κοιμάσαι και πεθαίνεις χωρίς να το αντιληφθείς, όπως ο συγχωρεμένος ο ξάδελφός μου ο Κωστής.

  «Ν’ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους· να ζητάς συντρόφους!».
  Αγαπώ κάποιον αν είναι καλός άνθρωπος, όχι ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Ποιον αγώνα; Τον δικό του αγώνα μπορεί να μην τον συμμερίζομαι. Όσο για φίλους, συνυπογράφω τη ρήση του Σενέκα που διάβασα πρόσφατα: «satis sunt mihi pauci, satis est unus, satis est nullus». Και η μετάφραση: «Μου αρκούν ολίγοι, αρκεί ένας, αρκεί κανένας». Έχω φίλους που δεν είναι σύντροφοι, αλλά και συντρόφους που είναι φίλοι.

  «Είδαμε τον ανώτατο κύκλο των στροβιλιζόμενων δυνάμεων. Τον κύκλο αυτόν τον
ονοματίσαμε Θεό. Μπορούσαμε να του δώσουμε ό,τι άλλο όνομα θέλαμε: Άβυσσο,
Μυστήριο, Απόλυτο Σκοτάδι, Απόλυτο Φως, Ύλη, Πνέμα, Τελευταία Ελπίδα,
Τελευταία Απελπισία, Σιωπή. Μα τον ονοματίσαμε Θεό, γιατί τ’ όνομα τούτο μονάχα ταράζει βαθιά, από προαιώνιες αφορμές, τα σωθικά μας. Κι η ταραχή τούτη είναι απαραίτητη για ν’ αγγίξουμε σώμα με σώμα, πέρα από τη λογική, τη φοβερήν ουσία».
  Νομίζω το παραπάνω απόσπασμα λύνει την παρεξήγηση μερικών, ότι ο Καζαντζάκης πίστευε στο Θεό. Θυμάμαι τον συγχωρεμένο τον θεολόγο μας, τον Νίκο τον Ασπραδάκη, που μας δήλωνε με έμφαση μέσα στην τάξη ότι ο Καζαντζάκης πίστευε στο Θεό. Ποτέ δεν τόλμησα να προβάλω την αντίρρησή μου. Έριχνε άγριο ξύλο, αλλά όχι, δεν θα με χτυπούσε γι’ αυτό.
  Θυμάμαι τον συμμαθητή μου το Γιώργη το Ρηγάκη, πρώτη λυκείου, που του εξέφρασε την αντίρρησή του στο ότι υπάρχει Θεός. Οργισμένος του απάντησε: «Τι θες μωρέ, να Τον φωνάξουμε να έλθει στου αεριούχου του Μιχελάρου για να Τον δεις και να πεισθείς ότι υπάρχει;». Ήταν τέτοια η σύγχυσή του, που ο συγχωρεμένος ο Μιχελάρος, καφετζής που το καφενείο του ήταν κοντά στο σχολείο, λίγο πιο κάτω από το νοσοκομείο, καθώς εκτός από καφέδες προσέφερε και αεριούχα ποτά, έγινε «αεριούχος».
  Θυμήθηκα πάλι μια φορά σε διαγώνισμα, που ο Γιώργης ο Ρηγάκης αντέγραφε. Του παίρνει το σκονάκι και τον βάζει να αλλάξει θρανίο. Αυτός όμως είχε προβλέψει το ενδεχόμενο, και είχε και άλλα σκονάκια. Τον βλέπει, του παίρνει και το επόμενο. Ξανά τον βλέπει, του παίρνει και το άλλο. Νομίζω ήταν η έβδομη φορά, βλέπω τον κο Ασπραδάκη να ορμάει με φόρα στο θρανίο που καθόταν και τον Ρηγάκη να τρέχει σαν βολίδα προς τα έξω, να γλιτώσει το ξύλο. Αυτή το φορά δεν θα τη γλίτωνε, και ας ήταν ο καθηγητής μας φίλος κολλητός του πατέρα του.
  Ο φίλος μου ο Θοδωρής έφαγε δυο φορές άγριο ξύλο απ’ αυτόν. Την πρώτη φορά γιατί κτυπούσε μανιωδώς το θρανίο με τις παλάμες του, χωρίς να πάρει χαμπάρι ότι είχε μπει μέσα στην τάξη. Τη δεύτερη όμως εντελώς άδικα. Ήταν στην έδρα μαζί με άλλους, για να πει μάθημα. Κάποια στιγμή φταρνίστηκε και έβαλε την παλάμη του μπροστά στο στόμα του. Ο κος Ασπραδάκης νόμισε ότι γέλασε και τον τάραξε στο ξύλο. Ο Θοδωρής, αθώος, διαμαρτυρότανε, αλλά άδικα. Αν όντως είχε γελάσει θα το είχε βάλει και αυτός στα πόδια.
  Κι εγώ μια φορά έφαγα άγριο ξύλο από τον κο Μιχαλάκη. Ήταν φυσικός αλλά μας έκανε μαθηματικά, δευτέρα γυμνασίου. Είχε τελειώσει το μάθημα, και μας έβαζε τις ασκήσεις.
–Την 27. Την 29. Την 30.
  Σε κάθε νούμερο που έλεγε εμείς φωνάζαμε «Ωωωω». Εξοργισμένος μας λέει κάποια στιγμή:  –Όποιο δω να ξαναφωνάξει ω, θα τον δείρω. Την 33.
  Ξανά εμείς «Ωωωωω».
  -Εγώ είπα όποιο δω, εγώ είδα εσέεεενα.
  Κατεβαίνει κάτω και μου ρίχνει κάτι σφαλιάρες στο σβέρκο, που νόμισα ότι θα λιποθυμούσα.
  Αυτό ήταν το πιο άγριο ξύλο που έφαγα στο γυμνάσιο.
  Αλλά ας αφήσουμε τις μαθητικές αναμνήσεις και να συνεχίσουμε με τον Καζαντζάκη.

  «Αφήνουμε τη θύρα μας ανοιχτή στην αμαρτία. Δε βουλώνουμε τ’ αυτιά μας να μην
ακούσουμε τις Σειρήνες. Δε δενόμαστε από φόβο στο κατάρτι μιας μεγάλης Ιδέας·
μήτε παρατούμε το καράβι και χανόμαστε γρικώντας, φιλώντας τις Σειρήνες.
Παρά εξακολουθούμε την πορεία μας, αρπάζουμε και ρίχνουμε τις Σειρήνες στο
καράβι μας και ταξιδεύουν κι αυτές μαζί μας. Τούτη είναι, σύντροφοι, η καινούρια
Ασκητική μας!».
  Κρυπτομνησία, ή τα μεγάλα πνεύματα; Το διήγημά μου «Να αυτοκτονήσει κανείς ή να μην αυτοκτονήσει» από τη συλλογή «Το Φραγκιό» (ΑΛΔΕ,2011) τελειώνει ως εξής:
  «Δεν αξίζει να αυτοκτονήσουμε εξαιτίας μιας ερωτικής απογοήτευσης. Γενικά δεν αξίζει να αυτοκτονήσουμε για τίποτα. Η ζωή είναι η υπέρτατη αξία, και πρέπει να τη ζήσουμε όσο πιο καλά μπορούμε, υπομένοντας με στωικότητα ό, τι πικρίες και στενοχώριες μας περιμένουν στην πορεία της. Στο δρόμο μας για την Ιθάκη, που η Ιθάκη είναι ο θάνατος, πρέπει να προσπαθήσουμε να φτάσουμε όσο πιο αργά γίνεται. Γιατί δεν γίνεται να μη φτάσουμε, αυτός είναι ο προορισμός. Όσο και αν ξεστρατίζουμε ζώντας περιπέτειες με τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες και έρωτες με την Καλυψώ, το καράβι μας κάποτε θα φτάσει στην Ιθάκη. Ας το αφήσουμε να πηγαίνει με χαμηλωμένα τα πανιά, αργά, πολύ αργά. Και αν είμαστε τυχεροί και συναντήσουμε στο δρόμο μας τις σειρήνες, να μην κάνουμε τη μ…α του Οδυσσέα και κλείσουμε τα αυτιά μας. Να τρίψουμε τις παλάμες μας από χαρά και, όρτσα τα πανιά, να τρέξουμε να τις συναντήσουμε».   

«Αγάπα τον άνθρωπο, γιατί είσαι συ.
Αγάπα τα ζώα και τα φυτά, γιατί ήσουνα συ, και τώρα σε ακλουθούν πιστοί
συνεργάτες και δούλοι.
Αγάπα το σώμα σου· μονάχα με αυτό στη γης ετούτη μπορείς να παλέψεις και να
πνεματώσεις την ύλη.
Αγάπα την ύλη· απάνω της πιάνεται ο Θεός και πολεμάει. Πολέμα μαζί του».
  Αν εξαιρέσω τα σύμβολα και τις μεταφορές, ναι, προσυπογράφω.

  «Αν είσαι πολεμιστής, μη λυπάσαι, δεν είναι στην περιοχή του χρέους σου η συμπόνια.
Σκότωνε τον οχτρό ανήλεα. Μέσα από το σώμα του οχτρού άκου το Θεό να φωνάζει:
"Σκότωσε το σώμα τούτο, μ’ εμποδίζει· σκότωσε το να περάσω!».
  Τώρα, γιατί διαβάζοντας αυτές τις γραμμές μου έρχεται στο νου η ISIS;
 
  Μας έμεινε μόνο η «Οδύσσεια». Τεράστια, 33.333 στίχοι. Μόλις την τελειώσω θα γράψω και γι’ αυτήν.

No comments:

Post a Comment