Monday, February 29, 2016

Reza Attaran, Red carpet



Reza Attaran, Red carpet (2014)

  Μια γλυκόπικρη κωμωδία είναι το «Κόκκινο χαλί» του Reza Attaran. Ένας ιρανός ηθοποιός, στην πραγματικότητα κομπάρσος που εμφανίστηκε για ελάχιστα δευτερόλεπτα στην ταινία «Molke Soleiman» του Shahriar Bahrani, θέλει να πάει στο φεστιβάλ Καννών να συναντήσει τον Στήβεν Σπίλμπεργκ που είναι πρόεδρος της επιτροπής, για να του ζητήσει να δουλέψει μαζί του. Δεν είναι εύκολη υπόθεση, και στην προσπάθειά του να τον δει – και φυσικά δεν θα καταφέρει– αντιμετωπίζει πολλές δυσκολίες και εμπλέκεται σε διάφορες κωμικοτραγικές καταστάσεις. Ένας συμπατριώτης του ιρανός του συμπαραστέκεται, αλλά δεν μπορεί να του προσφέρει ουσιαστική βοήθεια. Θα προσπαθήσει να φλερτάρει, θα φάει ξύλο, θα ζητιανέψει με τη γνωστή επιγραφή «Δεν έχω να φάω», και θα κοιμηθεί στο δρόμο, με προσκέφαλο το σάκο του.
Ακούμε και διάφορα «κουτσομπολιά» για ηθοποιούς και σκηνοθέτες. Καλά, την Αντζελίνα Τζολί δεν τη ζηλεύει ο άνδρας της που γυρνάει τόσο τολμηρές σκηνές; αναρωτιέται. Πόσο διαφορετική είναι η Ζυλιέτ Μπινός, που τη χρησιμοποίησε και ο Κιαροστάμι στο «Γνήσιο αντίγραφο». Ναι, αλλά την είδες στην «Αφάνταστη ελαφρότητα του είναι»; του αντιτείνει ο φίλος του.
Δεν θυμάμαι τι απάντησε. Εγώ την είδα σ’ αυτή την κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος του Μίλαν Κούντερα (Αναρωτιέμαι κι εγώ, γιατί δεν του έδωσαν ακόμη το Νόμπελ. Μαζί με τον Μάρκες τον θεωρώ κορυφαίο, και διαβάζω κάθε νέο του μυθιστόρημα). Κούκλα η Μπινός στα νιάτα της. Και τώρα βέβαια είναι ωραία, αλλά έχει πάρει κάποια κιλάκια.
Και η αυτολογοκρισία (μιλάμε για Ιράν): Την αφίσα με μια τολμηρή φωτογραφία την έδειξε θολή.  

Shahriar Bahrani, Molke Soleiman



Shahriar Bahrani, Molke Soleiman (King Solomon, 2009)

  Είναι μια φαντασμαγορική ταινία εποχής με στοιχεία φανταστικού. Ο Βασιλιάς Σολομών αντιμετωπίζει επίθεση δαιμόνων που μπαίνουν μέσα στους υπηκόους του και τους κάνουν να εξεγερθούν εναντίον του. Όμως με τη βοήθεια του θεού τα δαιμόνια, τα οποία έχουν τη μορφή μικρών καγκουρώ, βγαίνουν από μέσα τους και είναι πια ακίνδυνα.

79. Δότης οργάνων



79. Δότης οργάνων

Δότης θα γίνω της καρδιάς να μην τη φάει το χώμα
να σ’ αγαπάει όσο θα ζει κι ας είναι σ’ άλλο σώμα
(Μανώλης Μπαχλιτζανάκης).

  Τον είχα γράψει στο κινητό, στη κοπή της πίττας στου χωριού μου, όμως την είχα ξεχάσει. Την έψαξα τώρα και την ανάρτησα. Ένας φίλος στο facebook σχολιάζει:
  -Και αν την δει να πίνει με κανέναν άλλο; Την καργιόλα… παράλογοοοο.
Τέλος φόρμας
  Εγώ στο σχόλιο απαντάω με μαντινάδα:

Και να σε δω μ’ άλλο να ζεις ευτυχισμένος θα ’μαι
εκεί ψηλά στον ουρανό πάντα θα σε θυμάμαι
(Μπάμπης Δερμιτζάκης).

  Μια ξένη φίλη σχολιάζει:
  -Η μαγεία είναι όταν οι βαλκάνιοι άνδρες αγαπούν το ρομαντισμό.
  Επιτέλους, να ακούσουμε και μια φορά τη λέξη βαλκάνιος με θετικές συνδηλώσεις. Μόνο που, πρέπει να διορθώσω, εμείς οι κρητικοί δεν είμαστε βαλκάνιοι.  

Friday, February 26, 2016

René Major and Chantal Talagrand, Freud



René Major and Chantal Talagrand, Freud (Ελένη Κουκούλη και Άννα Πίγκου) ΒΗΜΑβιογραφίες 2009

Αν μου ζητούσαν να παραθέσω τα ονόματα εκείνων που επέδρασαν αποφασιστικά στη σκέψη μου θα ανέφερα, χρονολογικά,  τους Νίτσε, Μαρξ, Κόνραντ Λόρεντς και Σίγκμουντ Φρόιντ.
Ήταν μια περίοδος, τέλος της δεκαετίας του ’70, που είχα πέσει με τα μούτρα στη μελέτη της ψυχολογίας. Θυμάμαι που διάβαζα το σύγγραμμα του Στεφανή που είχε ο συγκάτοικός μου ο Νίκος ο Τζανάκης. Όταν τέλειωνα ένα κεφάλαιο αγόραζα μετά τα βιβλία των ψυχολόγων που αναφέρονταν σ’ αυτό, πάρα πολλά μάλιστα στα αγγλικά καθώς δεν υπήρχε ελληνική μετάφραση. Διάβασα σχεδόν όλο τον Eysenck, τον Watson, τον Σκίνερ, τον Παυλώφ, την Κάρεν Χόρνεϋ, τον Victor Frankle 
Και άφθονο Φρόιντ, πάρα πολύ Φρόιντ. Είχα φτάσει στο σημείο να κάνω καίριες ψυχαναλυτικές παρατηρήσεις σε φίλους μου, ενώ στις πρώτες μου βιβλιοκριτικές συχνά αναφερόμουν στην ψυχανάλυση. Μάλιστα μια βιβλιοκριτική που ξεκίνησα για ένα βιβλίο της Μάρως Βαμβουνάκη κατέληξε σε μικρό άρθρο: Η «Κραταιά αγάπη» της Μάρως Βαμβουνάκη και τα όρια της ψυχαναλυτικής προσέγγισης.
Φρόιντ και μόνο Φρόιντ. Ο Γιουνγκ μου φάνηκε πολύ μυστικιστής, δεν πήρα τίποτα απ’ αυτόν, ενώ περισσότερο μου άρεσε ο Άντλερ, και συγκεκριμένα η ιδέα του για την υπεραναπλήρωση. Όσο για τον Λακάν, μου φάνηκε σκοτεινός και ολότελα ακαταλαβίστικος.
Είμαι ερανιστής και πιστεύω ότι όλοι έχουν δίκιο –εν μέρει. Όχι απόλυτα, όπως πιστεύει ο εκπρόσωπος κάθε θεωρίας, κι αυτό γιατί πρέπει να υπερασπιστεί το αλάθητό της για να πείσει και να τη διαδώσει. Έτσι πρέπει να πω ότι και οι συμπεριφοριστές με επηρέασαν πολύ. Το «Beyond freedom and dignity» του F.B. Skinner πρέπει να το διάβασα τουλάχιστον δυο φορές.
Τα ταξίδια μου είναι πνευματικά, σε διάφορους τομείς, κάτι που φαίνεται εξάλλου και από τις δημοσιεύσεις μου. Η ψυχολογία δεν ανήκει πια στα άμεσα ενδιαφέροντά μου, αλλά έχω ξαναπεί ότι μου αρέσουν οι βιογραφίες. Έτσι αγόρασα σχεδόν όλες τις ΒΗΜΑβιογραφίες, αλλά η πρώτη που ξεκίνησα ήταν του Φρόιντ. Έλεγα να διαβάζω λίγο κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ. Όμως ένα πρόβλημα στη μέση μου κάνει δύσκολο το διάβασμα στο κρεβάτι ενώ παλιά διάβαζα πάντα ξαπλωμένος, έτσι δεν κατάφερα να διαβάσω ούτε τη μισή. Τώρα αποφάσισα να την τελειώσω.
Οι συγγραφείς παραθέτουν σύντομα βιογραφικά για τους συνεργάτες και τις συνεργάτιδες του Φρόιντ. Μια απ’ αυτές ήταν η Μύριελ Γκάρντινερ. Τα απομνημονεύματά της ενέπνευσαν το αυτοβιογραφικό διήγημα Pentimento της Λίλιαν Χέλμαν, ένα μέρος από το οποίο πήρε ο Fred Zinnemann και έκανε την ταινία «Τζούλια» (1977), περσόνα της Γκάρντινερ όπως ισχυρίστηκε η ίδια. Δεν σκοτώθηκε όμως από τους Ναζί όπως είδαμε στην ταινία (συμμετείχε σε ένα αντιναζιστικό δίκτυο που φυγάδευε με πλαστές βίζες εβραίους και αντιφρονούντες για το εξωτερικό), αλλά μετανάστευσε στις ΗΠΑ όπου εργάστηκε ως ψυχαναλύτρια και αφιερώθηκε στα παιδιά με εγκληματική και παραβατική συμπεριφορά.
Ξεφυλλίζοντας για να διαβάσω τις υπογραμμίσεις μου συναντώ και την κόρη του την Άννα, που το βιβλίο της «Το εγώ και οι μηχανισμοί άμυνας» με είχε εντυπωσιάσει. Είχα αναφερθεί σ’ αυτό στο δεύτερο βιβλίο μου «Η αναγκαιότητα του μύθου» (το έγραψα το 1981 αλλά εκδόθηκε το 1987). Κοιτάζοντας τώρα τη βιβλιογραφία στο τέλος του βιβλίου, βλέπω όλα τα ονόματα που παρέθεσα πιο πάνω.
Διαβάζω:
«Αυτός ο μικρός θα γίνει είτε μεγάλος άνθρωπος είτε μεγάλος εγκληματίας». Τα λόγια αυτά τα είπε ο πατέρας ενός ασθενούς του.
Και θυμήθηκα.
Μια τσιγγάνα είχε πει το ίδιο για μένα στη μητέρα μου, όταν ήμουν μωρό. Μου το ανέφερε χρόνια αργότερα. Εγώ της είπα ότι το να γίνω μεγάλος άνθρωπος αποκλείεται, το να γίνω εγκληματίας είναι το πιο πιθανό. Αστειευόμουν, αλλά αυτή δε γέλασε.
Το ξέρατε αυτό;
«Ο Ρίλκε εξυμνεί το θεό του πολέμου, το θεό του μακελειού, ένα θεό που επιτέλους ξεπροβάλλει μαινόμενος» (σελ. 241-242).
Αυτό το έγραψε όταν ξέσπασε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, που τότε ήταν απλά ο παγκόσμιος πόλεμος. Αντίθετα η Λου Σαλομέ έγραψε στον Φρόιντ πως δεν πίστευε ότι «μετά απ’ αυτό θα μπορούσαμε να ξαναγίνουμε ευτυχισμένοι» (σελ. 242).
Θα μπορούσα να παραθέσω και άλλα αποσπάσματα και να τα σχολιάσω, όμως βρισκόμαστε ήδη στη μέση της δεύτερης σελίδας, και πιστεύω ότι καλό θα ήταν να σταματήσω εδώ.

Thursday, February 25, 2016

Preston Sturges, The miracle of Morgan’s creek




  Δεν συνηθίζω να γράφω για αμερικάνικες ταινίες για τις οποίες έχουν γραφεί πολλά, αλλά γι’ αυτή θα κάνω μια εξαίρεση· εξαίρεση εξαιτίας μιας σύμπτωσης.
Δεν συναντάς συχνά ταινία με θέμα έναν έρωτα που ξεκινάει από τα παιδικά χρόνια, χωρίς πολλές ελπίδες, και που κάποια στιγμή ευοδώνεται.
Τέτοιος είναι ο έρωτας του Νόρβαλ για την Τρούντι. Ασχημούλης, δεν πιστεύει πως θα τα καταφέρει.
Του ζητάει να τη συνοδεύσει τάχα για το σινεμά που της είχε προτείνει. Στο δρόμο του ζητάει να πάει μόνος του στο σινεμά και αυτή θα περάσει να τον πάρει. Θα πήγαινε σε ένα πάρτι με στρατιώτες που θα έφευγαν για το μέτωπο (η ταινία γυρίστηκε το 1944), αλλά ο πατέρας της το απαγόρευσε.
Το έργο τελειώνει, ή μάλλον και τα τρία έργα. Κάθεται στα σκαλιά του σινεμά και την περιμένει. Τον παίρνει ο ύπνος. Αυτή θα εμφανιστεί το πρωί. Παντρεύτηκε, λέει, αλλά δεν θυμάται με ποιον. Ούτε και θυμάται από το μεθύσι πώς πέρασε τη βραδιά. Όταν όμως διαπιστώνει ότι είναι έγκυος μπορεί εύκολα να υποθέσει.
Ο πατέρας της θέλει να την παντρέψει για να κουκουλωθεί το σκάνδαλο. Ο Νόρβαλ δέχεται πρόθυμα και της εκμυστηρεύεται πόσο ήταν ερωτευμένος μαζί της, ήδη από το δημοτικό. Αυτή συγκινείται και αρνείται να δεχθεί την προσφορά του. Όμως, μετά από αρκετά κωμικοτραγικά επεισόδια, θα βρεθούν στο τέλος παντρεμένοι.
Και η σύμπτωση;
Το ίδιο θέμα έχει και η ταινία «Τι ώρα είναι στον κόσμο σου» του ιρανού Safi Yazdanian, για την οποία έκανα ανάρτηση πριν τέσσερις μέρες. Εκείνη ήταν δραματική, ρομαντική, ενώ αυτή εδώ είναι μια θεότρελη κωμωδία, με αρκετά στοιχεία μπουρλέσκου. Ο «κύριος Ανόητος» θα κερδίσει την καρδιά της όμορφης Λεϊλά όταν αυτή συνειδητοποιεί τα τόσα δείγματα, για τόσα χρόνια, του έρωτά του.