Sunday, July 24, 2016

Λαμπρίνα Μαραγκού, Ποτέ δεν φτάνει το αρκετό



Λαμπρίνα Μαραγκού, Ποτέ δεν φτάνει το αρκετό, Άνεμος εκδοτική 2016, σελ. 187

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

  Μια «ρεαλιστική» ερωτική ιστορία

  Η Λαμπρίνα Μαραγκού της οποίας έχουμε παρουσιάσει ήδη άλλα τρία βιβλία είναι φιλόλογος, διδάκτωρ, δοκιμιογράφος και μυθιστοριογράφος. Πρόσφατα εξέδωσε το τελευταίο της μυθιστόρημα που έχει τίτλο «Ποτέ δεν φτάνει το αρκετό» (σίγουρα για μας τους λαίμαργους, κάτι που προσπαθώ απεγνωσμένα να καταπολεμήσω, μπας και χάσω κανένα κιλό. Βέβαια η Λαμπρίνα δεν εννοεί το φαγητό). Το διάβασα τη μέρα που κατέβηκα στην Κρήτη (18-7-2016), ένα απόγευμα κάτω από την πορτοκαλιά της αυλής μου, ενώ μια κυρία από την Αλβανία καθάριζε το σπίτι. Εδώ και δυο χρόνια δεν έχω πια το κουράγιο να το καθαρίζω μόνος μου. Το προηγούμενο βράδυ, στο πλοίο, διάβασα τη συλλογή διηγημάτων μπονζάι του φίλου Μάκη Μωραΐτη, που έχει τίτλο «Η θλίψη των γλάρων».
  Εκτός από τον ιδεοψυχαναγκασμό να ανιχνεύω τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους (της Λαμπρίνας, όπως και των άλλων, θα τους παραθέσω στο τέλος), έχω και τον ιδεοψυχαναγκασμό να γράφω για τις συμπτώσεις. Μάλιστα σε ένα αυτοβιογραφικό μου κείμενο έχω δώσει σαν υπότιτλο τον τίτλο ενός βιβλίου του Άρθουρ Καίσλερ, «Οι ρίζες της σύμπτωσης».
  Και πού βρίσκεται εδώ η σύμπτωση; 
  «Η θλίψη των γλάρων» είναι ο τίτλος του βιβλίου που διάβασα το προηγούμενο βράδυ. Μια κοπέλα με τα πόδια της βουτηγμένα μέχρι λίγο πιο πάνω από τα γόνατα στο νερό ενώ δίπλα της πετούν έξι γλάροι είναι η εικόνα που έχει για εξώφυλλο στο βιβλίο της η Λαμπρίνα, το οποίο διάβασα πριν περάσει ένα εικοσιτετράωρο. Υπάρχει και η παρακάτω εξαίσια ποιητική παράγραφος με μια ευφάνταστη μεταφορά, όπου βλέπουμε τη λέξη «γλάρων»:
  «Έτσι πίστευα και εγώ, αλλά κάποιος θέλησε να παίξει μαζί μου, όπως παίζει με τα φύλλα των δέντρων, τα φτερουγίσματα των γλάρων, το φως που χτυπιέται σκληρά πάνω στην πέτρα και ύστερα φωλιάζει στα πολύχρωμα πέταλα των λουλουδιών» (σελ. 14)
  Ερωτικό είναι το μυθιστόρημα της Λαμπρίνας, αλλά ρεαλιστικά ερωτικό, όπως και στην ζωή.
  Το έργο έχει μια αφηγηματική τεχνική που την συναντάμε στο επιστολικό μυθιστόρημα. Αφηγητές είναι και αυτός και αυτή, σχεδόν πάντα εναλλάξ. Δεν χρειάζεται καν η πρόφαση της ημερολογιακής καταγραφής, κάτι που έκαναν παλιότεροι συγγραφείς για να δώσουν ένα λούστρο ρεαλισμού στην ιστορία που επινόησαν, όπως και με την τεχνική του εγκιβωτισμού με τη δήθεν ανακάλυψη χειρογράφων.
  Αυτή είναι ζωγράφος.
  «Μα ποτέ της δεν χρησιμοποίησε την λογική για να δει τα πράγματα. Χαμένη σ’ αυτά που σκεφτόταν και σ’ αυτά που της συνέβαιναν με γνώρισε. Συνέχισε να είναι η ίδια, χρόνια τώρα, μια μορφή που πάντα είχε κάτι το άπιαστο» (σελ. 37).
  Σωστά σκέφτεται γι’ αυτήν. Γιατί αυτή πιστεύει ότι,
«Η λογική την οποία νομίζουμε πως κουβαλάμε, τελικά είναι εκείνη που συσκοτίζει τα πάντα. Εμποδίζει το ένστικτο, εξαφανίζει την προοπτική της φαντασίας και μας γειώνει σε μια αιχμηρή πραγματικότητα» (σελ. 51).
  Εκλογίκευση; Είναι γνωστό ότι στις γυναίκες λειτουργεί περισσότερο το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου, όπου εδράζεται η φαντασία.
  Και αυτός;
  Αυτός είναι γιατρός. Αυτή σκέφτεται γι’ αυτόν:
  «Ξαπλωμένος στο κρεβάτι του θα κοιτάζει το ταβάνι και θα αναρωτιέται γιατί ήρθε. Θα παλεύει ανάμεσα στα θέλω και στα πρέπει, τίποτα δηλαδή το πρωτότυπο γι’ αυτόν. Είναι ακριβώς ο άνθρωπος που βάζει τις δυο αυτές λέξεις σε αντιπαράθεση, αντιμέτωπες, έτσι ώστε να κυριαρχούν πάντα στο μυαλό του. Μια εγκεφαλικότητα που ποτέ δεν κατάλαβα, όπως δεν κατάλαβα τον φόβο του» (σελ. 43).
  Εδώ κάνει ένα μικρό λάθος: κατά βάθος καταλαβαίνει το φόβο του, είναι παντρεμένος και δεν του είναι εύκολο να διαλύσει την οικογένειά του. Το διαβάζουμε αρκετές σελίδες αργότερα, στη δική του αφήγηση, όπου μιλώντας για τη γυναίκα του που ίσως υποψιάζεται, γράφει αποφθεγματολογώντας:
  «Κανείς δεν φεύγει από την ασφάλειά του μόνο και μόνο εξ αιτίας μιας απιστίας. Και η γυναίκα μου είναι πλασμένη από το ίδιο υλικό που είμαι φτιαγμένος και εγώ. Από στέρεη λογική» (σελ. 86).
  Αργότερα θα έχει αμφιβολίες για τη στέρεη λογική του.
  «Ήμουν τρελός, από τη μια ήθελα να την κλείσω αυτή την ιστορία και από την άλλη τη λαχταρούσα με μια λαχτάρα που χρόνια είχα να νοιώσω» (σελ. 149).
  Και τέλος θα γράψει: «Δεν της είχα πει ψέματα όταν της είχα εξομολογηθεί πως την αγαπούσα» (σελ. 182).
  Το μυθιστόρημα αναφέρεται στη συνάντησή τους σ’ αυτό το νησί. Πώς θα εξελιχθεί αυτή η συνάντηση;
  Δεν έχετε παρά να το διαβάσετε, εγώ πάντως δεν θα το μαρτυρήσω. Απλά μια νύξη θα δώσω.
  «Και τελικά τι είναι η ευτυχία;», αναρωτιέται αυτός.
  Και πάλι η σύμπτωση.
  Πριν ξεκινήσω αυτή την βιβλιοκριτική έγραψα σαν σχόλιο πάνω σε σχόλιο σε μια ανάρτηση στο facebook την κρητική μαντινάδα:
  Η ευτυχία είντα θαρρείς πως είναι κατά βάθος,
  λίγες στιγμές απ’ τη ζωή που κάνει ο πόνος λάθος
  Να σχολιάσουμε και ένα απόσπασμα, όπως συνηθίζουμε.
  «Μ’ αρέσουν οι νύχτες που το φεγγάρι κρεμιέται πάνω από την θάλασσα…» (σελ. 16).
  Έτσι ξεκινάει το κεφάλαιο νούμερο 1.
 «Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν».
  Είναι ο πρώτος στίχος από το ποίημα «Ο τελευταίος σταθμός» του Σεφέρη. Αντίθεση.
  Όμως η Λαμπρίνα δεν δίνει μόνο αριθμούς αντί για τίτλους στα κεφάλαια του βιβλίου της, παραθέτει και μότα. 
Στο παραπάνω κεφάλαιο το μότο είναι
  «Φεγγάρι εδώ φεγγάρι εκεί
Αίνιγμα διαβασμένο από τη θάλασσα
Για το δικό σου το χατίρι
Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα
Βαθύ γαρίφαλο ακρωτήρι»
  Αυτό το απόσπασμα το ταυτοποίησα, είναι από το «Ήλιος ο πρώτος» του Ελύτη. 
Το «Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα/όλα τα δάχτυλα σιωπή» το θυμόμουνα, 
αλλά νόμιζα ότι ήταν Ρίτσος. Με τη google βρήκα ότι είναι κι αυτό Ελύτης.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                             
  Λαμπρίνα μου, νομίζω ότι θα έπρεπε να παραθέσεις την προέλευσή τους.
 Δεν νομίζω να έχει κανείς την υπομονή να τα ψάχνει στο διαδίκτυο.    
  Εξαιρετικό και αυτό το βιβλίο της Λαμπρίνας, όπως και το «Η σάρκα σου ως έμφυτος επίδεσμος»,
 δοκίμια για έξι ποιητές που διαβάσαμε την επόμενη μέρα. Ευαίσθητο, παθιασμένο, ερωτικό, 
εξομολογητικό, θα σας συγκινήσει.
  Και οι δεκαπεντασύλλαβοι που λέγαμε:
Γι’ αυτό και αγριεύομαι δίχως το φως τη νύχτα (σελ. 13)
Άραγε τι να σκέφτεται; Με έχει επιθυμήσει; (σελ. 90)
  Επίσης:
  Τις αφέγγαρες νύχτες του Αυγούστου (σελ. 21, ανάπαιστος, όπως 
«Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη»). Ο ιδεοψυχαναγκασμός μου 
έχει διευρυνθεί και σ’ άλλα μέτρα.

Μπάμπης Δερμιτζάκης

No comments:

Post a Comment