Monday, July 25, 2016

Λαμπρίνα Μαραγκού, Η σάρκα σου ως έμφυτος επίδεσμος, ερμηνευτική απόπειρα εν χρω έξι ποιητών της μεταπολεμικής ποίησης


Λαμπρίνα Μαραγκού, Η σάρκα σου ως έμφυτος επίδεσμος, ερμηνευτική απόπειρα εν χρω έξι ποιητών της μεταπολεμικής ποίησης, Εκδόσεις Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2015, σελ. 108

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Διεισδυτικές μελέτες για έξι νεοέλληνες ποιητές

  Το βιβλίο το διαβάσαμε αμέσως μετά το μυθιστόρημα «Ποτέ δεν φτάνει το αρκετό», επίσης της Λαμπρίνας Μαραγκού. Όπως επεξηγεί ο υπότιτλος, πρόκειται για έξι δοκίμια για μια μεταπολεμική ποιήτρια και πέντε μεταπολεμικούς ποιητές. Η ποιήτρια είναι η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, και οι ποιητές είναι οι Έκτωρ Κακναβάτος (η Χριστίνα Αργυροπούλου έχει εκπονήσει τη διδακτορική της διατριβή πάνω στο έργο του), ο Νάνος Βαλαωρίτης, ο Μιχάλης Κατσαρός, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος και ο Μιχάλης Γκανάς. Κίνητρο φαντάζομαι υπήρξε η ανθολόγησή τους στα κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας της τρίτης Λυκείου, και κάθε δοκίμιο τελειώνει με την ανάλυση του ανθολογούμενου ποιήματος. Η Λαμπρίνα είναι φιλόλογος, συγγραφέας, διδάκτωρ, και διδάσκει σε πειραματικό σχολείο.
  Η Μαραγκού τους πραγματεύεται χρονολογικά, πηγαίνοντας από τους παλαιότερους στους νεότερους. Ξεκινάει με τον Έκτορα Κακναβάτο. Ανάμεσα στ’ άλλα γράφει γι’ αυτόν.
  «Δεν είναι εύκολο να ανιχνευθούν κατευθυντήριες δίοδοι στο ποιητικό έργο του. Όπως και σε όλους τους υπερρεαλιστές, η νόρμα και η αλληλουχία κατεστημένων νοημάτων καταργούνται και αφήνονται να φανούν μόνο τα συναισθήματα, που μοιάζουν να παίζουν κρυφτό με τις λέξεις» (σελ. 13).
  Για τον Νάνο Βαλαωρίτη γράφει:
  «Ο στόχος του ποιητή εδώ είναι να καταργήσει την καθημερινή επικοινωνιακή γλώσσα και να αυτοκαθοριστεί, πράγμα που μπορεί να φτάσει μέχρι τον «αυτισμό», την απομόνωσή του δηλαδή και τον εξοβελισμό του σ’ έναν άκρατο υποκειμενισμό, ο οποίος δεν θα μπορέσει να αποδώσει εξαιτίας των αυτοτελών αναπτύξεων» (σελ. 30).
  Για τον Μιχάλη Κατσαρό θα παραθέσουμε ένα απόσπασμα από αυτά που γράφει για το ποίημα με το οποίο είναι περισσότερο γνωστός, το «Αντισταθείτε».
  «Ίσως το πιο αιρετικό ποίημα της νεότερης ποίησης. Αποτελεί αντίσταση σ’ όλα όσα συνιστούν μια κοντόθωρη θεώρηση ευτυχίας που εξαντλείται «στο μικρό σπιτάκι», «στον περσικό τάπητα των πολυκατοικιών», «στην κρατική εκπαίδευση», «στον φόρο», «σε μένα ακόμη που σας ιστορώ» (σελ. 41).
  Σε μένα ακόμη που σας ιστορώ!!!
  Και θυμήθηκα το τέλος του πρώτου βιβλίου του «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» του Νίτσε.
  «Αληθινά σας συμβουλεύω, φύγετε μακριά μου και φυλαχτείτε από τον Ζαρατούστρα… Είστε οι πιστοί μου. Μα τι σημασία έχουν όλοι οι πιστοί;…».  

   Ίσως και ο Κατσαρός να το (κρυπτο) θυμότανε.
  Για τον Κατσαρό γράφει επίσης πιο κάτω:
  «Με έντονο λυρισμό, λόγο υπαινικτικό, ενίοτε και επικό («Μεσολόγγι»), σαρκαστικό και αυτοσαρκαστικό, ο Κατσαρός κινείται στο κενό παρακάμπτοντας κανόνες, πράγμα αναμενόμενο για έναν επαναστάτη ποιητή. Οι στοχασμοί και τα αισθήματα εκφράζονται με λεπτή ειρωνεία…» (σελ. 44).
  Για τον Χριστιανόπουλο διαβάζουμε:
  «Κάθε συνέντευξη του Χριστιανόπουλου, κάθε δήλωσή του είναι και ένα συμβάν, μια πρόκληση που ταράζει τα νερά και που δημιουργεί θύελλα αντιδράσεων, ευκαιρία για συζητήσεις. Η κοινή γνώμη δεν υποτιμά τον ποιητή. Και ο ίδιος το γνωρίζει και δεν διστάζει να καταφερθεί εναντίον προσώπων, δημοσίων ή καλλιτεχνικών, χωρίς δειλία, σαν να επιδιώκει την αντιπαράθεση» (σελ. 60).
  Πράγματι το προφίλ του κλέβει την παράσταση από την ποίησή του. Θυμάμαι που πρόσφατα τάραξε πάλι τα νερά με την άρνηση του κρατικού βραβείου.
  Για την φίλτατη Κατερίνα γράφει:
  «Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ αρέσκεται στις στοχαστικές αποκλίσεις… απουσιάζει από τα κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα της εποχής της, καθώς βρίσκεται βυθισμένη στα προσωπικά βιώματα, που κινούνται στη γραμμή θάνατος-έρωτας, με όργανο το σώμα» (σελ. 78).
  Και τέλος για τον Γκανά:
  «Ο Γκανάς αυτοβιογραφείται μέσα από τον αγροτικό χώρο, προσηλωμένος στην παράδοση που θέλει τον άνθρωπο ενωμένο με τη φύση, τον καπνό του τζακιού και το χιόνι που πέφτει μαλακά και σκεπάζει τον άγριο χώρο της Ηπείρου. Χρησιμοποιώντας το τοπίο υφαίνει μια ιδιότυπη ποίηση που ακολουθεί τις επιταγές της μάχης ενωμένης με την παράδοση, που παραμένει ακόμη ζωντανή, γιατί από αυτήν πιάνεται, ανιχνεύοντας τα χαμένα χρόνια της ξενιτιάς» (σελ. 102).
  Μου θύμισε τον ημέτερο Μανόλη Πρατικάκη. 
  Καίρια και διεισδυτική, η Μαραγκού δίνει μια ακριβή εικόνα των έξι αυτών ποιητών, ενώ οι αναλύσεις των ποιημάτων τους είναι από τις καλύτερες που έχω διαβάσει. Ευχάριστο ανάγνωσμα, αλλά και πολύτιμο βοήθημα για φιλολόγους και μαθητές.
  Και οι δεκαπεντασύλλαβοι, με τους οποίους κλείνουμε πάντα τις βιβλιοκριτικές μας:                                          
Συνήθιζε να κάθεται για να τον βλέπει ο ήλιος (σελ. 40, ο Κατσαρός)
Μια σταθερή διαδρομή στον κόσμο των γραμμάτων (σελ. 61, ο Χριστιανόπουλος)
Μέσα στην αμφισβήτηση που τον χαρακτηρίζει (σελ. 63, επίσης ο Χριστιανόπουλος)

Μπάμπης Δερμιτζάκης


Sunday, July 24, 2016

Λαμπρίνα Μαραγκού, Ποτέ δεν φτάνει το αρκετό



Λαμπρίνα Μαραγκού, Ποτέ δεν φτάνει το αρκετό, Άνεμος εκδοτική 2016, σελ. 187

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

  Μια «ρεαλιστική» ερωτική ιστορία

  Η Λαμπρίνα Μαραγκού της οποίας έχουμε παρουσιάσει ήδη άλλα τρία βιβλία είναι φιλόλογος, διδάκτωρ, δοκιμιογράφος και μυθιστοριογράφος. Πρόσφατα εξέδωσε το τελευταίο της μυθιστόρημα που έχει τίτλο «Ποτέ δεν φτάνει το αρκετό» (σίγουρα για μας τους λαίμαργους, κάτι που προσπαθώ απεγνωσμένα να καταπολεμήσω, μπας και χάσω κανένα κιλό. Βέβαια η Λαμπρίνα δεν εννοεί το φαγητό). Το διάβασα τη μέρα που κατέβηκα στην Κρήτη (18-7-2016), ένα απόγευμα κάτω από την πορτοκαλιά της αυλής μου, ενώ μια κυρία από την Αλβανία καθάριζε το σπίτι. Εδώ και δυο χρόνια δεν έχω πια το κουράγιο να το καθαρίζω μόνος μου. Το προηγούμενο βράδυ, στο πλοίο, διάβασα τη συλλογή διηγημάτων μπονζάι του φίλου Μάκη Μωραΐτη, που έχει τίτλο «Η θλίψη των γλάρων».
  Εκτός από τον ιδεοψυχαναγκασμό να ανιχνεύω τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους (της Λαμπρίνας, όπως και των άλλων, θα τους παραθέσω στο τέλος), έχω και τον ιδεοψυχαναγκασμό να γράφω για τις συμπτώσεις. Μάλιστα σε ένα αυτοβιογραφικό μου κείμενο έχω δώσει σαν υπότιτλο τον τίτλο ενός βιβλίου του Άρθουρ Καίσλερ, «Οι ρίζες της σύμπτωσης».
  Και πού βρίσκεται εδώ η σύμπτωση; 
  «Η θλίψη των γλάρων» είναι ο τίτλος του βιβλίου που διάβασα το προηγούμενο βράδυ. Μια κοπέλα με τα πόδια της βουτηγμένα μέχρι λίγο πιο πάνω από τα γόνατα στο νερό ενώ δίπλα της πετούν έξι γλάροι είναι η εικόνα που έχει για εξώφυλλο στο βιβλίο της η Λαμπρίνα, το οποίο διάβασα πριν περάσει ένα εικοσιτετράωρο. Υπάρχει και η παρακάτω εξαίσια ποιητική παράγραφος με μια ευφάνταστη μεταφορά, όπου βλέπουμε τη λέξη «γλάρων»:
  «Έτσι πίστευα και εγώ, αλλά κάποιος θέλησε να παίξει μαζί μου, όπως παίζει με τα φύλλα των δέντρων, τα φτερουγίσματα των γλάρων, το φως που χτυπιέται σκληρά πάνω στην πέτρα και ύστερα φωλιάζει στα πολύχρωμα πέταλα των λουλουδιών» (σελ. 14)
  Ερωτικό είναι το μυθιστόρημα της Λαμπρίνας, αλλά ρεαλιστικά ερωτικό, όπως και στην ζωή.
  Το έργο έχει μια αφηγηματική τεχνική που την συναντάμε στο επιστολικό μυθιστόρημα. Αφηγητές είναι και αυτός και αυτή, σχεδόν πάντα εναλλάξ. Δεν χρειάζεται καν η πρόφαση της ημερολογιακής καταγραφής, κάτι που έκαναν παλιότεροι συγγραφείς για να δώσουν ένα λούστρο ρεαλισμού στην ιστορία που επινόησαν, όπως και με την τεχνική του εγκιβωτισμού με τη δήθεν ανακάλυψη χειρογράφων.
  Αυτή είναι ζωγράφος.
  «Μα ποτέ της δεν χρησιμοποίησε την λογική για να δει τα πράγματα. Χαμένη σ’ αυτά που σκεφτόταν και σ’ αυτά που της συνέβαιναν με γνώρισε. Συνέχισε να είναι η ίδια, χρόνια τώρα, μια μορφή που πάντα είχε κάτι το άπιαστο» (σελ. 37).
  Σωστά σκέφτεται γι’ αυτήν. Γιατί αυτή πιστεύει ότι,
«Η λογική την οποία νομίζουμε πως κουβαλάμε, τελικά είναι εκείνη που συσκοτίζει τα πάντα. Εμποδίζει το ένστικτο, εξαφανίζει την προοπτική της φαντασίας και μας γειώνει σε μια αιχμηρή πραγματικότητα» (σελ. 51).
  Εκλογίκευση; Είναι γνωστό ότι στις γυναίκες λειτουργεί περισσότερο το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου, όπου εδράζεται η φαντασία.
  Και αυτός;
  Αυτός είναι γιατρός. Αυτή σκέφτεται γι’ αυτόν:
  «Ξαπλωμένος στο κρεβάτι του θα κοιτάζει το ταβάνι και θα αναρωτιέται γιατί ήρθε. Θα παλεύει ανάμεσα στα θέλω και στα πρέπει, τίποτα δηλαδή το πρωτότυπο γι’ αυτόν. Είναι ακριβώς ο άνθρωπος που βάζει τις δυο αυτές λέξεις σε αντιπαράθεση, αντιμέτωπες, έτσι ώστε να κυριαρχούν πάντα στο μυαλό του. Μια εγκεφαλικότητα που ποτέ δεν κατάλαβα, όπως δεν κατάλαβα τον φόβο του» (σελ. 43).
  Εδώ κάνει ένα μικρό λάθος: κατά βάθος καταλαβαίνει το φόβο του, είναι παντρεμένος και δεν του είναι εύκολο να διαλύσει την οικογένειά του. Το διαβάζουμε αρκετές σελίδες αργότερα, στη δική του αφήγηση, όπου μιλώντας για τη γυναίκα του που ίσως υποψιάζεται, γράφει αποφθεγματολογώντας:
  «Κανείς δεν φεύγει από την ασφάλειά του μόνο και μόνο εξ αιτίας μιας απιστίας. Και η γυναίκα μου είναι πλασμένη από το ίδιο υλικό που είμαι φτιαγμένος και εγώ. Από στέρεη λογική» (σελ. 86).
  Αργότερα θα έχει αμφιβολίες για τη στέρεη λογική του.
  «Ήμουν τρελός, από τη μια ήθελα να την κλείσω αυτή την ιστορία και από την άλλη τη λαχταρούσα με μια λαχτάρα που χρόνια είχα να νοιώσω» (σελ. 149).
  Και τέλος θα γράψει: «Δεν της είχα πει ψέματα όταν της είχα εξομολογηθεί πως την αγαπούσα» (σελ. 182).
  Το μυθιστόρημα αναφέρεται στη συνάντησή τους σ’ αυτό το νησί. Πώς θα εξελιχθεί αυτή η συνάντηση;
  Δεν έχετε παρά να το διαβάσετε, εγώ πάντως δεν θα το μαρτυρήσω. Απλά μια νύξη θα δώσω.
  «Και τελικά τι είναι η ευτυχία;», αναρωτιέται αυτός.
  Και πάλι η σύμπτωση.
  Πριν ξεκινήσω αυτή την βιβλιοκριτική έγραψα σαν σχόλιο πάνω σε σχόλιο σε μια ανάρτηση στο facebook την κρητική μαντινάδα:
  Η ευτυχία είντα θαρρείς πως είναι κατά βάθος,
  λίγες στιγμές απ’ τη ζωή που κάνει ο πόνος λάθος
  Να σχολιάσουμε και ένα απόσπασμα, όπως συνηθίζουμε.
  «Μ’ αρέσουν οι νύχτες που το φεγγάρι κρεμιέται πάνω από την θάλασσα…» (σελ. 16).
  Έτσι ξεκινάει το κεφάλαιο νούμερο 1.
 «Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν».
  Είναι ο πρώτος στίχος από το ποίημα «Ο τελευταίος σταθμός» του Σεφέρη. Αντίθεση.
  Όμως η Λαμπρίνα δεν δίνει μόνο αριθμούς αντί για τίτλους στα κεφάλαια του βιβλίου της, παραθέτει και μότα. 
Στο παραπάνω κεφάλαιο το μότο είναι
  «Φεγγάρι εδώ φεγγάρι εκεί
Αίνιγμα διαβασμένο από τη θάλασσα
Για το δικό σου το χατίρι
Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα
Βαθύ γαρίφαλο ακρωτήρι»
  Αυτό το απόσπασμα το ταυτοποίησα, είναι από το «Ήλιος ο πρώτος» του Ελύτη. 
Το «Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα/όλα τα δάχτυλα σιωπή» το θυμόμουνα, 
αλλά νόμιζα ότι ήταν Ρίτσος. Με τη google βρήκα ότι είναι κι αυτό Ελύτης.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                             
  Λαμπρίνα μου, νομίζω ότι θα έπρεπε να παραθέσεις την προέλευσή τους.
 Δεν νομίζω να έχει κανείς την υπομονή να τα ψάχνει στο διαδίκτυο.    
  Εξαιρετικό και αυτό το βιβλίο της Λαμπρίνας, όπως και το «Η σάρκα σου ως έμφυτος επίδεσμος»,
 δοκίμια για έξι ποιητές που διαβάσαμε την επόμενη μέρα. Ευαίσθητο, παθιασμένο, ερωτικό, 
εξομολογητικό, θα σας συγκινήσει.
  Και οι δεκαπεντασύλλαβοι που λέγαμε:
Γι’ αυτό και αγριεύομαι δίχως το φως τη νύχτα (σελ. 13)
Άραγε τι να σκέφτεται; Με έχει επιθυμήσει; (σελ. 90)
  Επίσης:
  Τις αφέγγαρες νύχτες του Αυγούστου (σελ. 21, ανάπαιστος, όπως 
«Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη»). Ο ιδεοψυχαναγκασμός μου 
έχει διευρυνθεί και σ’ άλλα μέτρα.

Μπάμπης Δερμιτζάκης

Saturday, July 23, 2016

Μάκης Μωραΐτης, Η θλίψη των γλάρων



Μάκης Μωραΐτης, Η θλίψη των γλάρων, Παρασκήνιο 2016, σελ. 94

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Σύντομα, ευφάνταστα, ποιητικά, με εντυπωσιακά εφέ τέλους διηγήματα

  Ο Μάκης Μωραΐτης είναι κατά βάση κινηματογραφιστής. Αυτός με εισήγαγε στον Παρατζάνοφ.
  Ποιητικός ο Παρατζάνοφ, ποιητικός και ο Μωραΐτης στα σύντομα διηγήματα της συλλογής αυτής, διηγήματα Μπονζάι, καθώς δεν νομίζω κανένα τους να υπερβαίνει τις 750 λέξεις που έβαλε σαν όριο το περιοδικό πλανόδιο σε δυο αφιερώματά του.
  Η ποιητικότητα των διηγημάτων αυτών δεν έχει να κάνει μόνο με τη γλώσσα αλλά και με την πλοκή, σε αρκετά από τα οποία επικρατεί ένας ιδιότυπος μαγικός ρεαλισμός, ή καλύτερα ένας σουρεαλισμός που μάλλον έλκει την καταγωγή του από τις δικές μας παραλογές, αυτές στις οποίες κυριαρχεί το φανταστικό.
  Στο «Οι σαρδέλες ελεύθερες» ο Αντρογιάννης, μετά από 30 χρόνια, επιστρέφει στο γκρεμισμένο από το σεισμό σπίτι του και βγάζει τα κουτιά με τις σαρδέλες. Πηγαίνει στο μώλο, τα ανοίγει, και πετάει το περιεχόμενό τους στη θάλασσα. Στην τελευταία παράγραφο διαβάζουμε:
  «Όταν άδειασε και το τελευταίο, οι σαρδέλες μαζεύτηκαν όλες μαζί και χαρούμενες κολύμπησαν μακριά, προς τα βάθη του κόλπου. Μερικές από αυτές μάλιστα πετούσαν έξω από το νερό κάνοντας φιγούρες εντυπωσιακές» (σελ. 48).
  Η θαλασσινή πανίδα έλκει ιδιαίτερα τον Μάκη. Στο «Ο Χαράλαμπος το απομεσήμερο» (πρώτη φορά βλέπω το όνομά μου να φιγουράρει σε τίτλο) διαβάζουμε:
  «Σηκώνεται ο Χαράλαμπος από τη θέση του και βηματίζει μέχρι την άκρη της βεράντας, σίγουρος να είναι πως δεν θα χάσει τίποτα από το θέαμα. Αμέσως βλέπει το κοπάδι των γαύρων να πετάγονται έξω από το νερό και πετώντας στον αέρα με στροβιλισμούς να κυνηγούν τους γλάρους πεισματικά» (σελ. 36).
  Είναι επίσης η τελευταία παράγραφο του διηγήματος.
  Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Μωραΐτης χρησιμοποιεί εντυπωσιακά εφέ τέλους. Έχω γράψει για τα εφέ τέλους, που συνήθως περιορίζονται σε μια δυο προτάσεις που έχουν κάποιο εφέ, όπως π.χ. το τέλος στον «Τελευταίο Πειρασμό» του Καζαντζάκη με το εφέ της αντίθεσης:
-Τετέλεσται. Κι ήταν σαν να ’λεγε: όλα αρχίζουν. Το εφέ τέλους στον Μωραΐτη καλύπτει συχνά ολόκληρη την τελευταία παράγραφο, ή τουλάχιστον την τελευταία περίοδο, όπως στο απόσπασμα που παραθέσαμε.
  Και τα τρία διηγήματα που μιλούν για πνιγμό έχουν σουρεαλιστικά, εντυπωσιακά εφέ τέλους. Στο «Ο μικρός Χριστόφορος το χταπόδι» διαβάζουμε:
  «Εκεί τον τράβηξε με τα τεράστια πλοκάμια του το χταπόδι που πήγε να καμακώσει σαν βγήκαν για ψάρεμα με τον Μπάμπη εκείνο το πρωινό του Μαΐου. Βασιλιά τον έχει τον Χριστόφορο το χταπόδι εκεί κάτω. Με τους καλύτερους μεζέδες τον ταΐζει και μαθήματα ιδιαίτερα του κάνει καθημερινά. Βόλτες τον αφήνει να πηγαίνει ολόγυρα στη γειτονιά και μέχρι κάτω στο λιμενοβραχίονα. Και ο μικρός καθόλου δεν πλήττει. Έχει και τα καβουράκια των βράχων που τους επισκέπτονται συχνά και κάνουν καλή παρέα» (σελ. 86).
  Και στο «Ο Νικολάκης ο θησαυρός» διαβάζουμε:
  «Κι όμως, η αλήθεια είναι πως ο Νικολάκης δεν πνίγηκε. Πιασμένος χέρι-χέρι με μια κοπέλα που μοιάζει με γοργόνα τρέχουν στα θαλάσσια νερά ευτυχισμένοι» (σελ. 90).
  Το τρίτο είναι «Η μέσα βροχή». Όμως δεν παραθέτω την τελευταία παράγραφο, να αγοράσετε το βιβλίο να τη διαβάσετε.
  Υπάρχουν δυο διηγήματα με μια ιδιότυπη αφηγηματική τεχνική, που θα τη χαρακτήριζα σαν τηλεφωνικό διάλογο. Την βλέπουμε κυρίως σε κινηματογραφικά έργα, όπου από μια τηλεφωνική συζήτηση ακούμε μόνο τον ένα ομιλητή. Εδώ βλέπουμε επιπλέον και ένα εφέ επανάληψης. Στο «Ο μπάρμπα Μήτσος τα βηματάκια» βλέπουμε να επαναλαμβάνεται το χιπ-χοπ. Σ’ αυτά βέβαια δεν έχουμε εφέ τέλους, αλλά θα παραθέσουμε το τέλος: «Μεμά…χιπ-χοπ, χιπ-χοπ, εν-δυο, εν-δυο… κοίτα Μεμά τα βηματάκια…» (σελ. 32, οι τελείες στο κείμενο). Μεμάς είναι ο αποδέκτης.
  Στο «Ο παπα-Τσίκος τ’ απομεσήμερο» επαναλαμβάνεται το «σάπια κομιντόρα», και αποδέκτης είναι ένα παπαδοπαίδι.
  Καθώς κρατάω σε αρχείο ό,τι έχει σχέση με εκδίκηση, ταινία, μυθιστόρημα ή διήγημα, θα αναφέρω και το «Δε νογάς… δε νογάς». Ο Νικόλας είναι ο χωρικός. Ο Θοδωρής είναι ο γάιδαρος. Τραβάει τα πάνδεινα στα χέρια του Νικόλα. Έχουμε και εδώ ένα εντυπωσιακό εφέ τέλους:
  «Οι δυο δυνατές κλωτσιές του Θοδωρή στα οπίσθιά του τον έστειλαν σε κείνα τα βάθη του πηγαδιού που γυρισμό δεν έχει» (σελ. 30).
  «Τα δάκρυα του αντάρτη» αποτελούν ένα έμμεσο σχόλιο για τον εμφύλιο. Παραθέτουμε το σουρεαλιστικό-ποιητικό τέλος του.
  «Τα καλοκαίρια, όταν τα πετούμενα της Μουργκάνας διψούν, πετούν στα ριζά της βελανιδιάς και ξεδιψούν από τα δάκρυα του Λευτέρη» (σελ. 40).
  Τα σύντομα διηγήματα αυτά του Μάκη Μωραΐτη είναι από τα καλύτερα που έχω διαβάσει ποτέ.
  Αλλά, όπως πάντα, κλείνουμε με τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους που εντοπίσαμε.
Κόσμος πολύς κατέβηκε αμέσως στο λιμάνι (σελ. 23)
Και κοίταξε τα πρόσωπα με ταραχή μεγάλη (σελ. 41)

Μπάμπης Δερμιτζάκης