Wednesday, March 22, 2017

Yasunari Kawabata (1899-1972) Η χώρα του χιονιού και Το σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών




Yasunari Kawabata (1899-1972)




Γιασουνάρι Καβαμπάτα, Η χώρα του χιονιού, μετ. Γιώργος Λεωτσάκος, Κέδρος 2006, σελ. 221

  Ήταν να παρουσιάσω το βιβλίο πέρυσι το καλοκαίρι, και έτσι το κουβάλησα το Πάσχα από την Αθήνα. Λόγοι ανωτέρας βίας δεν μου επέτρεψαν να κάνω διακοπές, και έτσι το παρουσιάζω φέτος.
  Παρουσιάζοντας το βιβλίο της Μαρίνας Νεμάτ Η φυλακισμένη της Τεχεράνης πριν λίγες μέρες μίλησα για μια προσωπική πρόσληψη. Τώρα το θέμα της πρόσληψης επανέρχεται και σ’ αυτό το βιβλίο, μόνο που δεν τίθεται πια σε προσωπική βάση, αλλά σε γενικότερη. Όχι όμως στην πολύ γενική του εξωτισμού, ο οποίος εμφιλοχωρεί στην πρόσληψη κάθε αναγνώστη μιας ξένης κουλτούρας, αλλά μιας πιο ειδικής, θα την έλεγα ανθρωπολογικής. Αυτό οφείλεται στην ερασιτεχνική μου απασχόληση με την κοινωνική ανθρωπολογία, καθώς είμαι μέλος μιας ομάδας μελέτης με θέμα την κοινωνική ανθρωπολογία, με καθοδηγητή τον πρώτα απ’ όλα θαυμάσιο άνθρωπο και στη συνέχεια εξαίρετο επιστήμονα Σωτήρη Δημητρίου, στον οποίο τόσα πολλά οφείλουμε τα μέλη της ομάδας κι εγώ προσωπικά.
  Το βιβλίο αναφέρεται στη σχέση μιας γκέισας, της Κομάκο,  και ενός εισοδηματία, του Σιμαμούρα, ο οποίος ασχολείται με το μπαλέτο και γράφει γι αυτό. Ο Σιμαμούρα κάνει διακοπές σε ένα χωριό στη χώρα του χιονιού, μακριά από τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Η Κομάκο ασκεί μια ακατανίκητη έλξη πάνω του. Αυτή τον ερωτεύεται. Έτσι περνάει και τις επόμενες διακοπές του στο ίδιο χωριό. Στο τραίνο όμως συναντάει μια κοπέλα με μια μυστηριακή ομορφιά. Η εικόνα της που χαράζεται στο παγωμένο τζάμι του κουπέ τους στο τραίνο θα τον καταδιώκει. Είναι η Γιόκο, μια κοπέλα με ταραγμένο ψυχισμό, που η Κομάκο φοβάται μήπως τρελαθεί. Τελικά μάλλον η Κομάκο τρελαίνεται, καθώς ανασύρει το άψυχο σώμα της μέσα από τα συντρίμμια και τις φλόγες μιας πυρκαγιάς, στην τελευταία σελίδα του έργου. Τα αισθήματα του Σιμαμούρα για αυτές τις δυο γυναίκες φαίνονται στο παρακάτω απόσπασμα, όταν η Γιόκο του ζητάει να την πάρει μαζί του στο Τόκιο.
  «Ο Σιμαμούρα, κάτω από τη γοητεία του (βλέμματός της)  την έβρισκε μια ομορφιά μυστηριώδη και ανησυχητική. Την ίδια όμως στιγμή ένιωσε να τον πλημμυρίζει, θαρρείς, μια τρυφερότητα για την Κομάκο» (σελ. 154).
  Σε ένα άλλο απόσπασμα, λίγο πιο πριν, ο Καβαμπάτα προσωπογραφεί και την Κομάκο και τον Σιμαμούρα:
  «Αυτή την ειλικρίνεια του τόνου, αυτόν τον απόλυτο αυθορμητισμό, το προβάδισμα που παραχωρούσε αμέσως στο πρώτο συναίσθημα, να τι δεν μπορούσε να καταλάβει ο άεργος Σιμαμούρα, ο άνθρωπος που την περιουσία του την είχε κληρονομήσει» (σελ. 148).
  Αυτός νιώθει μια τρυφερότητα και μια έλξη για την Κομάκο, όμως αυτή είναι ερωτευμένη μαζί του, χωρίς αυτό να δηλώνεται απερίφραστα, υποδηλώνεται όμως από τη συμπεριφορά της. Ο Καβαμπάτα μας την παρουσιάζει τις περισσότερες φορές μεθυσμένη, λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων. Ή μήπως λόγω απελπισίας, μια και βλέπει το αδιέξοδο του έρωτά της;
  Το ανθρωπολογικό στοιχείο που μας εντυπωσίασε κατ’ αρχήν είναι η φαλλοκρατική και πατριαρχική κοινωνία της Ιαπωνίας. Ενώ η πορνεία στη Δύση βρίσκεται στα όρια της παρανομίας, στην Ιαπωνία είναι θεσμοθετημένη. Μάθαμε αρκετά για το θεσμό της γκέισας από το best-seller του Άρθουρ Γκόλντεν με τίτλο «Οι αναμνήσεις μιας γκέισας» που διαβάσαμε πριν τέσσερα χρόνια. Η γκέισα είναι μια entertainer, όμως κατά περίπτωση μπορεί να παίξει το ρόλο και της πόρνης. Στη Δύση ο χριστιανισμός εξοβέλισε το θεσμό της εταίρας, που ήταν το δυτικό, προχριστιανικό ανάλογο της γκέισας στην Ιαπωνία.
  Ο άνδρας πάει διακοπές μόνος του, χωρίς τη γυναίκα και τα παιδιά του!!! Αυτό είναι περίπου αδιανόητο για τα ήθη της Δύσης.
  «Από τον καιρό που παράτεινε την διαμονή του θα μπορούσε ν’ αναρωτηθεί κανείς αν είχε λησμονήσει τη γυναίκα του. Αν όμως είχε μείνει, αυτό δεν ήταν επειδή δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να εγκαταλείψει την Κομάκο: πολύ απλά είχε μείνει επειδή είχε πάρει τη συνήθεια να περιμένει τις συχνές της επισκέψεις» (σελ. 175).
  Και η γυναίκα δεν διαμαρτυρόταν;
  Μπα, μάλλον αποδεχόταν το γεγονός, όπως και τον μισθό της. Διαβάζουμε:
  «Πιο μακριά, πάνω στο δρόμο, μια παλιά αφίσα έμενε κολλημένη πάνω σ’ ένα τοίχο. ‘Συγκομιδή ορύζης. Ημερομίσθια ορισμένα: εργάτες εποχής: 90 σεν ημερησίως, μετά τροφής. Γυναίκες 40% ολιγότερον» (σελ. 137). Αυτά το 1937, αλλά μπορεί και το 1940 ή το 1947, όταν ο Καβαμπάτα επεξεργάστηκε εκ νέου το μυθιστόρημα.
  Ο αισθητισμός των Ιαπώνων φαίνεται χαρακτηριστικά στις περιγραφές – και τις μεταφορές - του Καβαμπάτα. Ο μεταφραστής Γιώργος Λεωτσάκος, ο πρώτος μουσικοκριτικός που παρακολουθούσαμε ανελλιπώς στο Βήμα στα μαθητικά μας χρόνια, διαβάζοντας την παρακάτω παράγραφο:
  «Το φεγγάρι έλαμπε πίσω της, τόσο καθάριο που στόλιζε τ’ αυτιά της μ’ ίσκιους ευδιάκριτους και ξέχυνε το φως του πολύ μπροστά μες στην κάμαρα, στιλβώνοντας τις ψάθες μ’ ένα είδος ρυάκι πρασινωπό και γεμάτο ανατριχίλες» (σελ. 116)
  παρασύρεται και παραθέτει ένα υπέροχο χάι-κου του Ενομότο Κικάκου (1661-1707), που το παραθέτουμε και στο πρωτότυπο, για τη μουσικότητά του:
  Meigetsu-ya/ tatami no ue ni/ matsu no kago. Φεγγάρι ολόγιωμο-πάνω στην ψάθα του δαπέδου-πεύκων σκιές.
  Ο Λεωτσάκος γράφει στον πρόλογο (που στην έκδοση αυτή μπαίνει στον επίλογο): «Έτσι, στα έργα του Καβαμπάτα, μερικές φορές, οι άνθρωποι μοιάζουν να είναι ως το τέλος δέσμιοι της ευαισθησίας των – για να μην πούμε: των τραυματικών τους εμπειριών. Όμοιοι με τον Τάνταλο, παραμένουν κάποτε διψασμένοι ως το τέλος για ένα εξαίσιο ιδανικό αγνότητας κι ομορφιάς, που ωστόσο όμως είναι καταδικασμένοι να μην κατακτήσουν ποτέ. Είναι η περίπτωση του Σιμαμούρα, του ήρωα της χώρας του χιονιού» (σελ. 208).
  Θα κριτικάρω αυτή την πρόσληψη, βρίσκοντάς  την ολότελα φαλλοκρατική. Ο καημένος ο Σιμαμούρα!!! Όσο κι αν τον τραβούσε η Κομάκο, ποτέ δεν θα διάλυε την οικογένειά του για χάρη της. Το πραγματικά τραγικό πρόσωπο σ’ αυτή την ιστορία είναι η Κομάκο, με έναν έρωτα απελπισμένο. Τον Σιμαμούρα  δεν τον βλέπουμε ούτε καν να αμφιταλαντεύεται. Όσο για την Γιόκο, δεν είναι παρά μια διπλοτυπία της Κομάκο που η οικονομία του έργου δεν επέτρεψαν την παραπέρα επεξεργασία της, αλλά που η προσωπογραφία της δόθηκε αρκετά ικανοποιητικά.
  Ο Λεωτσάκος, μαγεμένος από το έργο, το μεταφράζει αποσπασματικά, μέχρι που καταθέτει την μετάφραση για τον Κέδρο. Δεν μπορούμε να πούμε ότι μας ικανοποίησε. Μας ενόχλησε αφάνταστα αυτό το «αυτού» στη θέση του «εκεί». Όμως παρ’ όλα αυτά κατάφερε να αναδείξει την ομορφιά αυτού του γιαπωνέζικου αριστουργήματος.

Γιασουνάρι Καουαμπάτα, Το σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών (μετ. Έφη Κουκουμπάνη-Πολυτίμου), Καστανιώτης FAQ 2010.

  Πριν ξεκινήσω να γράφω για το «Σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών» είπα να ρίξω μια ματιά στη βιβλιοκριτική που έκανα για τη «Χώρα του χιονιού» και ανάρτησα στο blog του Λέξημα, και τρόμαξα από την ταυτότητα των αντιρρήσεων που διαπιστώνω να έχω και για τα δυο έργα. Η αντίρρηση μάλιστα που έχω για το «Σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών» μοιάζει με quasi εφέ έκπληξης.
  Ένας εξηνταεφτάρης, μισοανίκανος λόγω ηλικίας, επισκέπτεται το «Σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών» όπου νεαρές πόρνες, και μάλιστα παρθένες, σε κατάσταση νάρκωσης κοιμούνται με τους πελάτες τους, που είναι όλοι γέροι, ανίκανοι για σεξ. Αναρωτιέμαι αν υπάρχουν πράγματι τέτοια σπίτια στην Ιαπωνία. Να επισκέφτηκε άραγε κανένα τέτοιο σπίτι ο συγγραφέας; Αν το έκανε θα το έκανε προφανώς από περιέργεια, μια και η νουβέλα δεν πρέπει να γράφηκε πολύ πριν το 1961 που εκδόθηκε, όταν ο συγγραφέας ήταν 59 χρονών. Ίσως να είχε ακούσει για αυτά τα σπίτια, πράγμα που τον ενέπνευσε να γράψει το διήγημά του.
  Στο μεγαλύτερο μέρος του έργου νοιώθουμε τη «θλίψη των γηρατειών», μια θλίψη που μας γεμίζει συμπόνια. Ο καημένος ο γερο-Εγκούτσι!!!  Βαρυμένος με γεροντική κατάθλιψη, ή κάτι πολύ κοντινό σ’ αυτή τέλος πάντων, αναζητά στιγμές ανακούφισης με τις επισκέψεις σ’ αυτό το σπίτι, επισκέψεις που λειτουργούν σαν αντικαταθλιπτικό. Αντιγράφω φράσεις από αποσπάσματα που έχω υπογραμμίσει: «Τον βάραινε η ασχήμια των γηρατειών» (σελ. 17). «…η θλίψη των γηρατειών είχε αρχίσει να βαραίνει και αυτόν τον ίδιο» (στην ίδια σελίδα). «Μήπως το μυστικό που έκρυβε αυτό το σπίτι ήταν η επιθυμία των θλιμμένων γέρων για το όνειρο που δεν είχε τελειώσει ποτέ, η θλίψη των ημερών που είχαν χαθεί χωρίς καν να τις έχουν ζήσει;» (σελ. 36-37). «Τώρα όμως ήξερε ότι οι γέροι πελάτες του σπιτιού έρχονταν εδώ με μια μελαγχολική ευτυχία, μια πολύ μεγαλύτερη λαχτάρα, μια θλίψη πολύ βαθύτερη απ’ ό, τι είχε φανταστεί» (σελ. 40). «Επειδή η κοπέλα δεν θα ξυπνούσε, οι ηλικιωμένοι πελάτες δε χρειάζονταν να νιώσουν την ντροπή των γηρατειών τους» (σελ. 43). «Δεν είχε πια τόση επιθυμία να εξερευνήσει το κορμί της με τα χέρια του. Στην πραγματικότητα αυτή η επιθυμία έκρυβε κάποια θλίψη» (σελ. 42). «Δεν θα μπορούσε να υπάρξει μεγαλύτερη λησμονιά για ένα γέρο που βρισκόταν τόσο κοντά στο θάνατο από την αίσθηση ότι τον τύλιγε γλυκά το δέρμα μιας κοπέλας (σελ. 44). «Έκλεισε τα μάτια του, μάλλον χωρίς να αισθάνεται τίποτα περισσότερο από τη θλίψη ενός γέρου που αγγίζει τα χέρια μιας κοιμισμένης κοπέλας» (σελ. 51). «Του φαινόταν ότι υπήρχε κάποια θλίψη στο κορμί μιας νέας κοπέλας που ξυπνούσε σ’ ένα γέρο την επιθυμία για το θάνατο» (σελ. 54).
  Οι γέροι αυτοί, αφού απολάμβαναν την αίσθηση του να έχουν πλάι τους ξαπλωμένη μια νέα κοπέλα, και μάλιστα παρθένα, έπαιρναν δυο υπνωτικά χάπια για να κοιμηθούν βαθιά και ευτυχισμένα. Σε μια από τις επισκέψεις ο Εγκούτσι «Πήρε τα χάπια στο χέρι του. Θα ήταν όμως κρίμα ν’ αποκοιμιόταν απόψε που δεν ένιωθε καθόλου τη θλίψη και τη μοναξιά των γηρατειών» (σελ. 64). Πριν κοιμηθούν η κοριτσίστικη αυτή παρουσία στο πλάι τους προκαλούσε αναμνήσεις, αναμνήσεις περασμένης ευτυχίας. Ο Εγκούτσι θυμάται τη μικρή του κόρη και τις καμέλιες, μια παλιά του αγάπη, «ένα φιλί σαράντα χρόνια πριν» (σελ. 80).
  «Όμως το να πεθάνει στον ύπνο του απόψε, ανάμεσα σ’ αυτές τις δυο κοπέλες δε θα ήταν αυτή η μεγαλύτερη ευχή για ένα γέρο στην ηλικία του;» (σελ. 87).
  Το 1960 ασφαλώς ναι, όχι όμως στα χρόνια τα δικά μας, με το βιάγκρα και το σίαλις. Ο Τζανής, εβδομηντάρης, πέθανε στην αγκαλιά μιας ξένης, μέσα στο αυτοκίνητό του, αφού είχε πάρει βιάγκρα. Οι χιουμορίστες συμπατριώτες μου ονόμασαν την περιοχή «στου Τζανή το πήδημα». Έγινα σκάνδαλο, η γυναίκα του δεν πήγε στην κηδεία του (Αυτά τα λέω όπως μου τα μετέφεραν, δεν μπορώ να είμαι σίγουρος αν έγιναν ακριβώς έτσι).
  Υπήρξε ένας τέτοιος θάνατος στο σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών. Όμως, αντίθετα με την παραπάνω περίπτωση, το σκάνδαλο αποφεύχθηκε. Μετέφεραν το πτώμα του γέρου σε ένα κοντινό ξενοδοχείο και ο θάνατός του αποδόθηκε σε αυτοκτονία με υπνωτικά χάπια.
  Το απόσπασμα που παραθέσαμε λίγο πιο πάνω λειτουργεί ως προσήμανση. Πιο πριν υπάρχει μια πιο άμεση προσήμανση. Όταν μαθαίνει για τον θάνατον αυτόν ο Εγκούτσι, λέει στην πατρόνα ότι θα προτιμούσε ένα τέτοιο θάνατο, και σ’ αυτή την περίπτωση θα ήθελε να μην τον μετακινήσουν. Όμως «Δεν του περνούσε από το μυαλό ότι ο ξαφνικός θάνατος μπορεί να μην ήταν και τόσο μακριά» (σελ. 77).
  Λυπούμαστε τον καημένο τον Εγκούτσι για τη «θλίψη των γηρατειών» του, αλλά και γιατί περιμένουμε το θάνατό του. Όμως στο τελευταίο κεφάλαιο παύουμε να τον λυπούμαστε. Όχι γιατί έχει επιδοθεί σε ένα οιονεί όργιο, να κοιμηθεί με δυο κοπέλες μαζί, όχι. Διαβάζουμε:
  «Με τη σκέψη ότι θα του άρεσε να τη ρίξει από το κρεβάτι, μέσα στο χειμωνιάτικο κρύο, ο Εγκούτσι κοίταξε το στήθος και την κοιλιά της…. Τη σκέπασε κι έσβησε την ηλεκτρική κουβέρτα προς τη δική της μεριά (η πατρόνα τον είχε ενημερώσει ότι έπρεπε να τη σβήνει προς τη δική του μεριά, γιατί προς τη μεριά της κοπέλας έπρεπε να είναι αναμμένη, για να μην παγώσει αφού ήταν γυμνή). Η μαγεία της ζωής μιας γυναίκας, σκέφτηκε, δεν ήταν τόσο σπουδαίο πράγμα. Πες πως τη στραγγάλιζε, θα ήταν πολύ εύκολο. Δε θα ήταν καθόλου δύσκολο ούτε για ένα γέρο σαν αυτόν» (σελ. 84).
  Ο Καουαμπάτα, παραβιάζοντας τις αφηγηματικές συμβάσεις περί προσημάνσεων, δεν αφήνει τον ήρωά του να πεθάνει. Αυτός που πεθαίνει είναι η μια από τις δυο κοπέλες με «τη σκουρόχρωμη σάρκα», παγωμένη από το κρύο.
  Θα την απομακρύνουν, και τον ίδιο θα τον παροτρύνει η πατρόνα να πάρει κι άλλα υπνωτικά και να συνεχίσει τον ύπνο του δίπλα στην άλλη κοπέλα.
  Τελειώνοντας τη νουβέλα όλη η συμπόνια που ένοιωθα για τον καημένο το γέρο Εγκούτσι πήγε στην νεκρή κοπέλα, ενώ για τον ίδιο ένιωσα αποτροπιασμό.
  Ακριβώς το ίδιο ένοιωσα διαβάζοντας και τη «Χώρα του χιονιού»: αποστροφή για τον κεντρικό ήρωα, συμπόνια για τις δυο γυναίκες της ιστορίας. 
  Ο Καουαμπάτα είναι πολύ δεξιοτέχνης στην αφήγηση. Με υποτυπώδες σασπένς καταφέρνει να διατηρεί αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη με το να περιγράφει με αριστοτεχνικό τρόπο τις κινήσεις και τις στάσεις των κορμιών πάνω στο κρεβάτι, σε εναλλαγή με τις σκέψεις του ήρωά του, ένα μέρος από τις οποίες καταλαμβάνεται από τις αναμνήσεις του όπως είπαμε.
  Τελικά, όπως γράφω και στην βιβλιοκριτική μου για τη «Χώρα του χιονιού», είναι ζήτημα πρόσληψης. Θα ήθελα στη θέση της κοπέλας να πέθαινε ο Εγκούτσι. Γιατί το τέλος που έδωσε ο Καουαμπάτα στην ιστορία του με φέρνει σε αμηχανία. Τι θέλει να πει ο ποιητής; Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι ότι θέλει, αντί να μας προκαλέσει τη συμπόνια για τη θλίψη των γηρατειών, να μας τα παρουσιάσει αντικειμενικά αυτά τα γηρατειά, με τη θλίψη τους αλλά και με τη βασική τους κακία: τη ζήλεια για τη νιότη. Σε κάποιο σημείο ο Εγκούτσι λέει: «Ίσως η νιότη να είναι απαίσια για τους γέρους».  Κατανοητή, όπως και η ζήλεια που μπορεί να νοιώθουν τα άτομα με ειδικές ανάγκες για τους υγιείς. Όμως όταν η ζήλεια αυτή οδηγεί στο φόνο, τότε δεν μπορούμε παρά να νοιώθουμε αποτροπιασμό.
  Κλείνοντας, αντιστικτικά, θα αναφέρουμε ένα έργο στο οποίο κυριαρχεί όχι η θλίψη των γηρατειών, αλλά μια ευτυχισμένη απομύζηση της όποιας χαράς μπορούν να απολαύσουν ακόμη στα γηρατειά. Όχι, ο 90χρονος ήρωας του Μάρκες στο «Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου» δεν νοιώθει την θλίψη των γηρατειών, και δεν ξαπλώνει δίπλα σε μια νεαρή κοπέλα για να κοιμηθεί, αλλά για να κάνει σεξ.
  Με τα δυο μικρότερα διηγήματα με τα οποία κλείνει ο τόμος ολοκληρώνεται και η συλλογή χαρακτήρων που μας δημιουργούν όχι συμπάθεια, αλλά οίκτο και αποτροπιασμό.
  Το «Μπράτσο» ξεκινάει σαν διήγημα του φανταστικού, με τον ήρωα να ανταλλάσσει το μπράτσο του με το μπράτσο μιας γυναίκας. Κάτι λιγότερο από τον Γκρέγκορ Σάμσα που ξύπνησε ένα πρωινό και βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε γιγάντια κατσαρίδα. Όμως, με ένα εφέ απροσδόκητου, μαθαίνουμε στο τέλος ότι όλη η προηγούμενη ιστορία δεν ήταν παρά ένας εφιάλτης, από τον οποίο ξύπνησε κάποια στιγμή ο ήρωάς μας. Το ρεαλιστικό πλαίσιο της ιστορίας βρίσκεται στην παρακάτω παράγραφο, στην τελευταία σελίδα του διηγήματος:
  «Τη μια στιγμή κοίταζα το μπράτσο, την άλλη είχα ξεριζώσει με μια άγρια κίνηση το μπράτσο της κοπέλας από τον ώμο μου και είχα ξαναβάλει το δικό μου στη θέση του. Αυτή η πράξη μου θύμισε φόνο εν βρασμώ ψυχής» (σελ. 115, η υπογράμμιση δική μας). Το μπράτσο ήταν υπαρκτό. Το αναζητά και το βλέπει στα πόδια του κρεβατιού. Και το διήγημα τελειώνει: «έφερα τα δάχτυλα στο στόμα μου. Να μπορούσα να νιώσω τη δροσιά της γυναίκας, εκεί, στο σημείο ανάμεσα στα μακριά νύχια και στ’ ακροδάχτυλα!». Ξανά η ίδια δεξιοτεχνία στην περιγραφή του ανθρώπινου σώματος που είδαμε και στο «Σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών».
  Ο ήρωας του «Περί ζώων και πουλιών» δεν μας παραπλανά. Ξέρουμε από την αρχή με ποιον έχουμε να κάνουμε. Πρόκειται για ένα μοναχικό άτομο που ξορκίζει τη μοναξιά του μαζεύοντας σκύλους και πουλιά. Εδώ ο Καουαμπάτα φαίνεται να διαθέτει φοβερές γνώσεις ορνιθολογίας. Και πάλι τα συναισθήματά μου (μου φαίνεται πως μόνο για τον εαυτό μου μπορώ να μιλώ) μεταιωρίζονται ανάμεσα στον οίκτο και την αποστροφή.

No comments:

Post a Comment