Monday, June 12, 2017

Τάσος Γουδέλης, Απόσταση αναπνοής

Τάσος Γουδέλης, Απόσταση αναπνοής, Κέδρος 2017, σελ. 230


Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Εξαιρετικά διηγήματα από έναν εξαιρετικό λογοτέχνη

  Όταν έχω γράψει ήδη για άλλα βιβλία ενός συγγραφέα έχω την «αγωνία της επανάληψης» όπως ο συγγραφέας έχει ίσως την «αγωνία της επίδρασης». Έχω ήδη γράψει για τις «Οικογενειακές ιστορίες» και το «Το ωραίο ατύχημα» του Τάσου Γουδέλη.
  Η αγωνία της επανάληψης έγκειται στο ότι οι περισσότεροι συγγραφείς υφολογικά και θεματικά κινούνται στον ίδιο παράλληλο, και κάθε επόμενο βιβλίο τους στην ουσία είναι μια παραλλαγή, όπως και τα προηγούμενα, ενός ur-Buch, ενός αρχιβιβλίου που κουβαλάνε εντός τους. Για να μην επαναληφθώ εκτεταμένα θα κάνω αντιγραφή και επικόλληση κάποιων αποσπασμάτων από τις προηγούμενες βιβλιοκριτικές μου και θα προχωρήσω στις παραλλαγές.
    «Στην ακροβασία της ανάμεσα στο λογοτεχνικό και στο αληθινό! Το μυθιστόρημα αυτό του Γουδέλη είναι μια αντανάκλαση αυτής της πρότασης. Αποτελεί μια ακροβασία ανάμεσα στην πραγματικότητα του αντικειμένου αναφοράς και στο λογοτεχνικό διακείμενο. Πουθενά αλλού συγγραφέας δεν βλέπει τους ήρωές του και τα γεγονότα της αφήγησής του τόσο πολύ κάτω από το φως άλλων λογοτεχνικών ηρώων και επεισοδίων όσο ο Γουδέλης» («Οικογενειακές ιστορίες»).
    «Ο Γουδέλης διαθέτει μια εξαιρετική συνειρμική μνήμη. Τα διακείμενά του είναι άφθονα, και μάλιστα από έργα που, αν και δεν είναι ελάσσονα, δεν είναι όμως ευρέως γνωστά, κυρίως κινηματογραφικά. Και, όντας βέβαιος ότι δεν μπορεί ο μέσος αναγνώστης του να συλλάβει όλα τα διακείμενά του, τα αναφέρει σε υποσημειώσεις».
  και
  «Δίπλα σε αυτές τις προσωπογραφίες υπάρχουν και αυτοπροσωπογραφίες-εξομολογήσεις, η μία από τις οποίες είναι εστιασμένη στις «Σκιές», ενώ κάποια άλλα κείμενα όπως το «Αντάλλαγμα» είναι «διηγήματα» αυτοβιογραφικά.
  Ποιητικά αφαιρετικός, δοκιμιακός κατά περίπτωση, κυρίως όμως προσωπογράφος, ο Γουδέλης και με αυτό του το έργο αποδεικνύεται ότι είναι ένας από τους καλύτερους νεοέλληνες συγγραφείς» («Το ωραίο ατύχημα»).
  Και σ’ αυτή τη συλλογή διηγημάτων όπως και στο «Ωραίο ατύχημα» είναι βασικά αυτοβιογραφικός και πορτρετίστας. Αφαιρετικός υφολογικά, εικαστικά είναι πληθωρικός σαν αναγεννησιακός ζωγράφος, δίνοντας και τις ελάχιστες λεπτομέρειες στα πορτραίτα του, αφηγούμενος και τα πιο ασήμαντα επεισόδια που θα μπορούσαν να φωτίζουν ένα βάθος ψυχής ή μια διάθεση.
  Στην «Απόδειξη» το πορτραίτο, αμφίσημο και ελλειπτικό της γυναίκας, δίνεται μέσω του άντρα, που δεν είναι άλλος από τον Στέφαν Τσβάιχ, τότε που πήραν την απόφαση να αυτοκτονήσουν. Αυτό είναι αναπόφευκτο με την εξωτερική εστίαση ενός ενδοδιηγητικού αφηγητή, πράγμα που δεν συμβαίνει στα διηγήματα που ο αφηγητής είναι τριτοπρόσωπος «παντογνώστης», όπως π.χ. στην «Παραίτηση».
  «Αλλά η στάση της με αιφνιδιάζει, τελικά. Επειδή δεν φανερώνει κάτι που περίμενα, ας το ομολογήσω. Όμως ήταν πάντα γοητευτικά απρόβλεπτη. Αυτές τις στιγμές αναρωτιέμαι εάν έχω ανάγκη ένα από τα αιφνίδια πρόσωπά της, μια αλλαγή της» (σελ. 42).
  Στο διήγημα «Το γέλιο της» ο αφηγητής εστιάζει στο γέλιο της θείας Αγγελικής. Αντιγράφω την ατάκα:
  «…ήταν αδιανόητη η σκέψη πως η ευθυμία είναι η άλλη όψη της κατάθλιψης» (σελ. 58).
  Λες να είναι έτσι; Λες να είμαι καταθλιπτικός και δεν το ήξερα; Γιατί με το γέλιο έχω μια πολύ στενή σχέση. Η κωμωδία είναι το αγαπημένο μου είδος και είμαι αθεράπευτα ανεκδοτάς, πράγμα που το έχω πληρώσει. Και το πρώτο κεφάλαιο σε μια μίνι αυτοβιογραφία μου είναι αφιερωμένο στο γέλιο. Για την ακρίβεια στο χαμόγελο, την πιο ήπια εκδοχή του γέλιου. Έτσι ήταν αναπόφευκτο να μου αρέσει περισσότερο από τα άλλα διηγήματα το χιουμοριστικό «Ο μικρός ύπνος».
  Μπα, δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Γιατί σε μια υποσημείωση πιο κάτω διαβάζω: «Ο Σοπενάουερ υποστήριζε ότι το γέλιο προδίδει έλλειψη κοσμιότητας». Το είπε αυτό ο μεγάλος καταθλιπτικός
  Όταν είναι αυτοβιογραφικός ο Γουδέλης, εκτίθεται επίσης πληθωρικά όπως στον καναπέ ενός ψυχίατρου. Ο εξομολογητικός χαρακτήρας των αυτοβιογραφικών αφηγήσεων κατακτά αμέσως τον αναγνώστη. Παραθέτουμε ένα απόσπασμα από το πρώτο διήγημα που έχει τίτλο «Ερωτική ιστορία».
  «…Γιατί στην πραγματικότητα δεν ζητούσα να την πλησιάσω αλλά, αντίθετα, να εξασφαλίσω το προνόμιό μου να την κοιτάζω και μόνο.
  Κάποιος λογικός θα μου έλεγε ότι το κάνω από φόβο μήπως μια επαφή μας θα ήταν πανωλεθρία. Δεν ήξερα εάν αυτό ήταν αλήθεια. Εάν είχα δει τότε σινεμά θα του έλεγα ότι μόνο στα ποιητικά σενάρια συμβαίνει η ώριμη θεώμενη με τον δραματικό της κόσμο να υποκύπτει στον νεαρό ηδονοβλεψία της» (σελ. 27).
  Οι «Απέναντι» (1981) του Γιώργου Πανουσόπουλου δεν είχαν γυριστεί ακόμη.
  Ένα διήγημα που θα ξεχωρίσω γιατί εκφράζει την ποιητική του Γουδέλη είναι «Η οπτική γωνία». Μπορχεσιανό διήγημα, είναι περίπου το πρόπλασμα ενός μυθιστορήματος. Ήταν αντίληψη του Μπόρχες ότι δεν χρειάζεται να γράψεις ένα μυθιστόρημα, αρκεί να σκιαγραφήσεις τους κεντρικούς του άξονες. Ούτε και αυτός ένοιωθε άνετα με τους «τάκους» για τους οποίους γράφει ο Ουμπέρτο Έκο στο βιβλίο του «Περί λογοτεχνίας», όπως άλλωστε και ο Σολωμός.
   Υπάρχουν όμως και καινούρια πράγματα σ’ αυτή τη συλλογή.
  Καταρχάς βλέπουμε τη διολίσθηση σε έναν ακραίο μοντερνισμό (ναι, χρησιμοποιώ τη λέξη «διολίσθηση» γιατί ο μοντερνισμός δεν είναι το γούστου μου). Το πρώτο κείμενο είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση, για το οποίο όμως απενοχοποιείται με το να το παραθέτει ως εγκιβωτισμό, ως τις σημειώσεις-πρόπλασμα για μια αυτοβιογραφία του δικαστικού και λογοτέχνη Κώστα Σαΐτα.
  Καθώς είμαι οικολόγος ακολουθώ το σλόγκαν «το μικρό είναι όμορφο». Τα σύντομα ποιήματα μου αρέσουν πάρα πολύ. Έτσι τα Fragmenta 2 μου άρεσαν ιδιαίτερα. Εκεί διαβάζω:
  «Στην οθόνη ο βαθύφωνος ιερέας στον Ιβάν τον τρομερό ψέλνει δυνατά. Στη γεμάτη και σιωπηλή αίθουσα δύο της συνοικιακής της ΕΔΑ καγχάζουν» (σελ. 70).
  Και ένα ακόμη:
  «Ο ταξιθέτης του Βασιλικού Θεάτρου, στον μπαμπά: «Γιατί να δει ο μικρός τη σκηνή του φόνου;» (σελ. 65).
  Ο πατέρας μου πέρασε τα τελευταία του εννιά χρόνια (πέθανε 94 χρόνων) μαζί μας στην Αθήνα. Όλη του την υπόλοιπη ζωή την έζησε στο Κάτω Χωριό της Ιεράπετας, αγρότης. Κάποτε είπαμε να τον πάρουμε μαζί μας στο θέατρο.
  Ο ταξιθέτης του Εθνικού Θεάτρου στον μπαμπά: -Μανώλη, είντα κάνεις; -Καλά, εσύ είντα γίνεσαι;
  Κεραμίδα έκπληξης! Ο πατέρας μου με τον ταξιθέτη του Εθνικού Θεάτρου γνωστοί!!! Τελικά ήταν ένας χωριανός μας. Με έβαλε από τότε κάμποσες φορές τσάμπα στο θέατρο, μια και γνωριστήκαμε.
  Ένα ακόμη: «Μειονεξία: το πιο δημιουργικό καλλιτεχνικό προσόν» (σελ. 87).
  Πρόκειται για το μηχανισμό της υπεραναπλήρωσης για τον οποίο μίλησε ο Άλφρεντ Άντλερ.
  Και τέλος:
  «Ναι, αλλά μπορείς να κατατροπώσεις τον Γιώργο Ιωάννου συγκρίνοντάς τον με τον Μπαλζάκ» (σελ. 90).
  Ναι, αλλά και τον Μπαλζάκ μπορείς να τον κατατροπώσεις συγκρίνοντάς τον με τον Όμηρο.
  Πάντα υπάρχουν κάποιοι καλύτεροι από μας.
  Το κεφάλαιο «Μήνες στην εξοχή» αποτελείται επίσης από μικρά κείμενα όπως τα fragmenta.
  Το πιο μικρό: «Ποιμένες με φέισμπουκ».
  Η υφολογική μου διαφορά με τον Τάσο είναι ότι εγώ θα έγραφα: Τσομπάνηδες με φέισμπουκ, ή βοσκοί με facebook. Μου αρέσει περισσότερο το χαμηλό υφολογικό επίπεδο.
  Τι θυμήθηκα πάλι γράφοντας τις παραπάνω γραμμές. Από έκθεση συμμαθητή μου: «Εις παπάς». Ναι, υποφέραμε πολύ από την καθαρεύουσα στα μαθητικά μας χρόνια.
  Η μικρή φόρμα του διηγήματος είναι εκείνη που ταιριάζει περισσότερο στον Τάσο Γουδέλη. Είναι εξάλλου προκλητική, καθώς το αναγνωστικό ενδιαφέρον πρέπει να κρατηθεί με τη λογοτεχνικότητα και όχι με τη συναρπαστικότητα μιας ιστορίας. Και ο Γουδέλης είναι λογοτέχνης, από τους καλύτερους σύγχρονούς μας. Η «Απόσταση αναπνοής» είναι μια ακόμη απόδειξη.
  Το έγραψα σε σχόλιο στην προώθηση στο facebook, να το γράψω κι εδώ. 

Να ξεκαθαρίσω κάτι: δεν μου αρέσει ο μοντερνισμός, και σίγουρα όχι ο ακραίος. Για τον Γουδέλη έχω ξεκαθαρίσει ότι μου αρέσει, με εξαίρεση το πρώτο κείμενο, και ίσως να συνάντησα ένα ακόμη. Επίσης μου αρέσει ο «Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» του Μούσιλ, μοντερνιστικό έργο. Πάντα υπάρχουν οι εξαιρέσεις
  Και να μην ξεχνάμε το χόμπι μας, οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβου τους οποίους εντοπίσαμε και με τους οποίους τελειώνουμε πάντα τις βιβλιοκριτικές μας.
Διεκδικούν εξ ορισμού την αυτοτέλειά τους (σελ. 12)
Τότε η αιωνιότητα μου έδιωχνε τον φόβο (σελ. 34)
Το σταθερό χαμόγελο εκείνης της γυναίκας (σελ. 61) 
Περάσει πια ανεπαίσθητα στα ανακλαστικά της (σελ. 127)
Ότι θα είχε κάποτε τον τελευταίο λόγο (σελ. 167)
Τα ελαφρά τους βήματα σημαίνουν ησυχία (σελ. 172)
Από τη θεωρία του για το κρυμμένο βάρος (σελ. 205)
Βέβαιος για την ύπαρξη του καθαρού τυχαίου (σελ. 211)
Δεν πρόδιδε το κείμενο με τις διασκευές του (σελ. 223)
Από το βάθος μια φωνή που πάντα εμπιστευόταν (σελ. 223)
Δεν εμπιστεύτηκε ποτέ άμεμπτες ησυχίες (σελ. 228)
  Και τρία άλλα μέτρα:
Όπως και άλλα του ίχνη διάσπαρτα (δάχτυλος, σελ. 149)
Παράλογα τότε να ψάξεις (αμφίβραχυς, σελ. 149)
Για δικούς μου ανθρώπους (ανάπαιστος, σελ. 155)
 
  Μπάμπης Δερμιτζάκης


No comments:

Post a Comment