Wednesday, June 14, 2017

Maxim Gorki, Πρώτη αγάπη, Η μάνα, Στα ξένα χέρια.

Maxim Gorki (1868-1936)


Maxim Gorki, Πρώτη αγάπη, Η μάνα, Στα ξένα χέρια.

Μαξίμ Γκόρκι, Πρώτη αγάπη, μετ. Γιώργου Σημηριώτη, Κοροντζή 1980, σελ.104.

  Πριν λίγα χρόνια έγραψα μια μελέτη με τίτλο «Η πρώτη αγάπη του Ιβάν Τουργκένιεφ και του Ιωάννη Κονδυλάκη». Η σλοβένικη μετάφραση Prva ljubezen Ivana Turgenjeva in grskega pisatelja Ioannisa Kondilakisa σε μετάφραση από τα αγγλικά από τη Vera Troha  δημοσιεύτηκε στο Primerjalna Knjizevnost, (Comparative Literature), volume 28, Nr 1, Liubljana, June 2005, σ. 91-97. Από τότε κάνω συλλογή αφηγημάτων με τίτλο ή θέμα «Η πρώτη αγάπη». Μετά τα δύο διηγήματα του Τουργκένιεφ και του Κονδυλάκη ανακάλυψα ένα με τον ίδιο τίτλο του Αργύρη Εφταλιώτη. Ακόμη το τριακοστό πέμπτο κεφάλαιο της «Ισταμπούλ» του Ορχάν Παμούκ τιτλοφορείται επίσης «Πρώτη αγάπη». Ένα από τα διηγήματα που περιέχονται στον τόμο «Γεραπετρίτικη έκφραση 2010» με τίτλο «Το μνημόσυνο» του Λάζαρου Αντωνού έχει επίσης ως θέμα την πρώτη αγάπη.
  Προ ημερών, γυρνώντας από τη Ροζαλία με τον εκδότη μου τον Αλέξανδρο Δεσύλλα (εκδόσεις ΑΛΔΕ) και τη γραμματέα του Χριστίνα Καμπά, βρεθήκαμε μπροστά σε μια σειρά βιβλία που είχε απλώσει ένας νεαρός σε ένα πεζοδρόμιο. Καθώς είναι γραμμένο μέσα στα γονίδιά μου να χαζεύω βιβλία, όπως είναι γραμμένο μέσα στα γονίδια της γυναίκας να χαζεύει βιτρίνες με ρούχα, παπούτσια και κοσμήματα, σταμάτησα να ρίξω μια ματιά. Τα περισσότερα ήσαν θεατρικά έργα. Κοιτάζοντας διαδοχικά τους τίτλους έπεσα πάνω στο διήγημα του Γκόρκι. Ρώτησα πόσο κάνει, πέντε ευρώ μου απαντάει ο νεαρός. Το αγόρασα χωρίς δεύτερη κουβέντα.
  Το έχω ξαναγράψει, ο έρωτας αναδεικνύεται περισσότερο στη ματαίωσή του. Η ματαίωση θεριεύει το συναίσθημα, ενώ η πλήρωση το αποδυναμώνει. «Ένας χρόνος το περισσότερο» τραγουδάει ο Καρβέλας. Και στο διήγημα αυτό του Γκόρκι υπάρχει η πλήρωση, με το αναπόφευκτο τέλος.
  Όχι όμως από την αρχή. Ο δεκαεπτάχρονος νομίζω τότε Γκόρκι (ο μεταφραστής παραθέτει έξι στοιχεία για να αποδείξει ότι το διήγημα είναι αυτοβιογραφικό) ερωτεύεται μια μεγαλύτερή του κατά δέκα χρόνια γυναίκα. Η γυναίκα αυτή είναι όπως η γυναίκα στο διήγημα του Τουργκένιεφ: με μια ιστορία πίσω της γεμάτη έρωτες. Καρπός ενός από αυτούς τους έρωτες είναι μια μικρή κόρη. Συζεί με έναν άνδρα τον οποίο, όπως και ο Κονδυλάκης στο δικό του διήγημα, ο νεαρός Γκόρκι ζηλεύει αφάνταστα, και συνεχώς μιλάει γι’ αυτόν ειρωνικά. Της εξομολογείται τον έρωτά του αλλά αυτή, ενώ τον διαβεβαιώνει ότι και αυτή τον αγαπά, δεν τολμά να προχωρήσει σε σχέση μαζί του.
  Αν το διήγημα τέλειωνε εδώ, τότε θα ήταν όπως και τα διηγήματα του Τουργκένιεφ, του Κονδυλάκη, του Εφταλιώτη και του Αντωνού: διηγήματα μιας ανολοκλήρωτης πρώτης αγάπης. Τα πράγματα όμως δεν έγιναν έτσι. Μετά από λίγα χρόνια συναντιούνται, και συζούν. Και φυσικά η σχέση αυτή κάποια στιγμή θα τελειώσει. «Αυτό συνέβηκε εδώ και τριάντα χρόνια», μας τοποθετείται ο χρόνος της αφήγησης, αν και, πιθανόν, και παραδόξως ταυτόχρονα, το διήγημα να γράφηκε λίγο χρόνο αφότου διαδραματίστηκε  η ιστορία (όσο και να έψαξα στο διαδίκτυο δεν μπόρεσα να βρω στοιχεία για το διήγημα).  
  Παρεμπιπτόντως, και η ιστορία του Παμούκ κάποια στιγμή τέλειωσε. Η κοπέλα του έφυγε για την Ελβετία.  Της έστειλε πέντε γράμματα, δεν έλαβε καμιά απάντηση. Όλες οι πρώτες αγάπες δεν είναι και οι τελευταίες. Τουλάχιστον εγώ δεν έχω διαβάσει για καμιά αγάπη «πρώτη και τελευταία». Ούτε και ξέρω δηλαδή.
  Και το δεύτερο διήγημα, όπως μας λέει ο μεταφραστής, είναι αυτοβιογραφικό. Αυτό θα μπορούσαμε να το κατατάξουμε σε μια άλλη κατηγορία αφηγημάτων, όπου υπάρχει μια κοινωνική διαφορά ανάμεσα στους δυο ερωτευμένους. Επικεφαλής στη συγγραφή τέτοιων αφηγημάτων θα βάζαμε τον Ντέηβιντ Χέρμπερτ Λώρενς, και πρότυπο έργο τον «Εραστή της Λαίδης Τσάτερλι», που δεν είναι άλλος από τον κηπουρό της. «Η παρθένα και ο τσιγγάνος», το λέει ο τίτλος, είναι ένα διήγημα του ίδιου συγγραφέα που εντάσσεται στην ίδια κατηγορία. Στο διήγημά μας το αφύσικο ζευγάρι είναι ο καλλιεργημένος Γκόρκι και μια «γυναίκα του δρόμου» (και αυτό το διήγημα, κατά τον μεταφραστή, είναι αυτοβιογραφικό). Όμως εκείνα τα πρώτα φιλιά που του έδωσε εκείνη η γυναίκα «ήταν τα καλύτερα, γιατί εκείνα που πήρα μετά μου στοίχισαν πολύ και δεν μου έφεραν τίποτε καλό» (σελ. 64). Όσο για το τρίτο και τελευταίο διήγημα της συλλογής που έχει τίτλο «Ο ερημίτης», αναφέρεται σε κάποιον που κατηγορήθηκε άδικα για αιμομιξία, για να καταλήξει στην ερημιά. Τον επισκέπτονται όλοι οι ταλαιπωρημένοι για συμβουλές και παρηγοριά. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν τα ναρκωτικά, και για να γλιτώσει κανείς από τις ψυχικές εντάσεις έφευγε στην ερημιά ή στα μοναστήρια. Το «όπιο του λαού», ακόμη και σήμερα που τα ναρκωτικά έχουν τόση διάδοση, κοστίζει λιγότερο-ή μήπως περισσότερο;

Η μάνα του Γκόρκι και η μάνα της Περλ Μπακ

  Η «Μάνα» του Γκόρκι είναι ένα έργο που δεν το διάβασα τότε που έπρεπε, στα επικά χρόνια της χούντας και της μεταπολίτευσης. Αφενός γιατί δεν είχε πέσει στα χέρια μου και αφετέρου γιατί τα διαβάσματά μου εκείνη την εποχή ήταν δοκιμιακά, οι κλασικοί του μαρξισμού. Πάντα όμως έλεγα ότι κάποια στιγμή αυτό το μυθιστόρημα θα το διαβάσω. Ήταν η πιο μεγάλη τύψη στο «ράφι των τύψεων». Κατεβαίνοντας στην Κρήτη το είχα βάλει σε απόλυτη προτεραιότητα, επιστρέφοντας στην Αθήνα να το διαβάσω. Και με έκπληξη, εντελώς τυχαία, ανακάλυψα ότι το έχω και στην Κρήτη. Άλλο ένα διπλοαγορασμένο βιβλίο. 
  Δεν είχα διαβάσει τη «Μάνα», όμως είχα διαβάσει τα «Παιδικά χρόνια», στο πρωτότυπο. Πρόσφατα επίσης την «Πρώτη αγάπη» για την οποία έκανα μια ανάρτηση, ενώ τους «Αρταμάνοφ» που τους δανείστηκα από τον φίλο μου τον Μιχάλη για να τους διαβάσω σε αντιπαραβολή με το ρώσικο κείμενο δεν τα κατάφερα. Και δεν θυμάμαι πού τους έχω βάλει, για να τους επιστρέψω. Αλλά ας μη νοιώθω μεγάλες τύψεις, κι εγώ έχω δώσει βιβλία «δανεικά κι αγύριστα».  
  Διάβασα τη «Μάνα» και προσφέρθηκα να τη δωρίσω στον ανιψιό μου τον Μανώλη. –Την έχω, μου κάνει. Πάνω στην κουβέντα όμως προέκυψε ότι η μάνα που είχε ήταν η «Μάνα» της Περλ Μπακ. Ευτυχής σύμπτωση, σκέφτομαι, θα διαβάσω και αυτήν και μετά θα δω αν μπορώ να συγκρίνω τα δυο έργα.
  Η Περλ Μπακ πρέπει να διαβαζόταν πάρα πολύ στις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Το υποθέτω, γιατί στο βιβλιοπωλείο της Σοφίας της Αεράκης στην Ιεράπετρα είχαν φτάσει δυο βιβλία της που τα αγόρασα και τα διάβασα, το «Ανατολικός και δυτικός άνεμος» και «Κάτω από το βλέμμα του Βούδα». Μόλις σχόλαγα από το σχολείο, πριν κινήσω για το χωριό κατέβαινα με το ποδήλατό μου στο βιβλιοπωλείο της και κοίταζα τι καινούριο βιβλίο είχε έλθει. Ήταν πρακτορείο εφημερίδων και της έστελναν και βιβλία. Από εκεί αγόρασα σχεδόν όλα μου τα βιβλία, όσο ήμουν μαθητής.
  Τόσο η «Μάνα» του Μαξίμ Γκόρκι όσο και η «Μάνα» της Περλ Μπακ είναι από τα πιο πολυδιαβασμένα μυθιστορήματα. Έχουν αρκετά κοινά στοιχεία, περισσότερα από όσα μπορεί να υποδηλώνει ο κοινός τίτλος. Υπάρχουν βέβαια και οι διαφορές. Επειδή είμαι συγκριτολόγος από ιδιοσυγκρασία όπως με χαρακτήρισε ένας καναδός καθηγητής, ο Steven Tötösy de Zepetnek, ο πρώτος με τον οποίο αντάλλαξα email, κάπου το 1994, και ο οποίος μου δημοσίευσε ένα άρθρο μου στο Canadian review of Comparative Literature, το «Η τιμή και η ντροπή στο έργο του Κωνσταντίνου Θεοτόκη»,  αποφάσισα να τα παρουσιάσω συγκριτολογικά.
  Δεν ξέρω αν η Περλ Μπακ όταν έγραφε τη δική της «Μάνα» είχε υπόψη της τη «Μάνα» του Γκόρκι. Μπορεί το βιβλίο του Γκόρκι να εκδόθηκε το 1907, όμως το δικό της το έγραψε όταν ακόμη ήταν στην Κίνα και οι κομμουνιστές βρισκόταν κάτω από απηνή καταδίωξη. Ένα χρόνο μετά την έκδοση του βιβλίου της (1933), άρχισε η Μεγάλη Πορεία των Κινέζων κομμουνιστών μετά την κατάληψη της βάσης τους στο Τζιανγκ Σι, και την ίδια χρονιά η Περλ Μπακ επέστρεψε στις ΗΠΑ. Επίσης δεν θεωρώ πιθανό να διάβασε το βιβλίο σε κάποια από τα ταξίδια της στην Αμερική. Κάποιοι βιογράφοι της ασφαλώς θα ξέρουν καλύτερα.
  Ο Γκόρκι είναι ένας στρατευμένος αριστερός που έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια. Η Μπακ είναι κόρη ιεραποστόλων, και ζει σε μια ξένη χώρα. Και οι δυο «Μάνες» έχουν έναν άντρα που τις καταπιέζει, και κατά καιρούς τις δέρνει. Ο άντρας βέβαια της μάνας του Γκόρκι είναι πιο αγροίκος από τον άντρα της μάνας της Μπακ. Όμως κάποια στιγμή και οι δυο άντρες χάνονται από τη ζωή τους. Στον Γκόρκι σκοτώνεται, στην Μπακ εγκαταλείπει την οικογένειά του.
  Η μάνα του Γκόρκι έχει ένα γιο. Η μάνα της Μπακ έχει δυο γιους και μια κόρη, και είναι μισότυφλη από κάποια πάθηση των ματιών που αργότερα θα την οδηγήσει σε ολική τύφλωση.
  Ο γιος στον Γκόρκι, όταν πεθαίνει ο πατέρας του, αναλαμβάνει την πόζα και την αγριάδα του. Για λίγο όμως. Μέσα σε ένα κεφάλαιο ολοκληρώνεται η bildung του και γίνεται αριστερός. Ο μικρός γιος στην Μπακ θα ριζοσπαστικοποιηθεί μόνο προς το τέλος του μυθιστορήματος. Εξάλλου το μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος, μετά τη μάνα εστιάζει στον μεγαλύτερο γιο και την κόρη.  
  Η μάνα του Γκόρκι είναι περίπου ασεξουαλική. Αντίθετα η μάνα της Μπακ υποφέρει από την εγκατάλειψη του άντρα, και κάποια στιγμή θα ενδώσει στο φλερτ του επιστάτη. Θα μείνει έγκυος, όμως θα φροντίσει να κάνει αποβολή, και έτσι κανείς δεν θα μάθει για το παραστράτημά της εκτός από την ξαδέλφη της, που τη βοήθησε προμηθεύοντάς τη το σχετικό φάρμακο για να αποβάλει.
  Θαύμασα το πάθος του τριανταοκτάχρονου Γκόρκι, που χρησιμοποιεί το μυθιστόρημά του για επαναστατική προπαγάνδα. Ίσως είναι το καλύτερο μυθιστόρημα στρατευμένης λογοτεχνίας. Οι ήρωές του ρητορεύουν συνεχώς, και κάποια στιγμή παρασύρουν τη θρησκευόμενη μάνα να τους βοηθήσει στον αγώνα τους.
  Και σκέφτομαι πόσο διαφορετικά πρέπει να προσλήφθηκε το μυθιστόρημα αυτό το 1906, με την αποτυχία της εξέγερσης του 1905 εντελώς πρόσφατη, πόσο διαφορετικά το 1917, που οι σύντροφοι του Πάβελ κατέκτησαν την εξουσία, και πόσο διαφορετικά το 1989 με την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Και φυσικά και ενδιάμεσα, με τις σταλινικές δίκες, την εισβολή στην Ουγγαρία και στην Τσεχοσλοβακία, που οδήγησαν πολλούς κομμουνιστές να εγκαταλείψουν το κόμμα.   
  Η μάνα της Μπακ όμως δεν ριζοσπαστικοποιείται. Στο τέλος του έργου τη βλέπουμε να οδύρεται, καθώς ο γιος της εκτελείται ως κομμουνιστής.
  Στόχος του Γκόρκι είναι να κηρύξει τον επαναστατικό λόγο. Στόχος της Μπακ είναι να δείξει τη δυστυχισμένη ζωή μιας γυναίκας στην αγροτική Κίνα. Και οι δυο τους τα κατάφεραν περίφημα, αφού η «Μάνα» τους είναι από τα πιο πολυδιαβασμένα τους μυθιστορήματα.
  Μετά τη σύγκριση ας πούμε δυο λόγια ξεχωριστά για καθένα έργο.
  Και πρώτα πρώτα για την «Μάνα» του Γκόρκι.
  Ο Γκόρκι δεν περιορίζεται μόνο στο κήρυγμα. Μιλάει και για τις ψιλοαδυναμίες και τις αντιθέσεις των συντρόφων, τη δυσπιστία απέναντι στους διανοούμενους και στους πλούσιους κ.λπ, πράγμα που δίνει μεγάλη σοσιαλιστική ρεαλιστικότητα στην αφήγησή του. Επίσης δίνει όλο το φάσμα του επαναστατικού αγώνα, την παράνομη δουλειά, την απεργία, το πρωτομαγιάτικο συλλαλητήριο, τη φυλακή, τη δίκη, τη δραπέτευση.
  Ο Βσέβολοντ Πουντόβκιν, του οποίου είδαμε τη «Μάνα» (1926), ξεφεύγει αρκετά από τον Γκόρκι. Μεγάλος σκηνοθέτης, ήθελε να φτιάξει μια δική του μάνα στα πρότυπα της μάνας του Γκόρκι και όχι να την αντιγράψει πιστά. Με ένα γρήγορο ρυθμό χάρη στο μοντάζ, με αρκετές χιουμοριστικές σκηνές αλλά και πάρα πολλές επικές, με έντονη δράση, καθηλώνει τον θεατή, ακόμη και εκείνον που θα έβλεπε απρόθυμα μια βουβή ταινία.
  Θα κάνουμε όμως και κάποιες κριτικές παρατηρήσεις.    
  Και πρώτα για την «Μάνα» του Γκόρκι.
  Ο Αντρέας είναι ερωτευμένος με την Νατάσα. Θέλει να της το πει, όμως ο Παύλος τον αποτρέπει.
  «-…θα κάνετε παιδιά… θα χρειαστεί να δουλεύεις μονάχος… να δουλεύεις πολύ. Η ζωή σας θα γίνει σαν όλων των άλλων… για ένα κομμάτι ψωμί, για τα παιδιά, για το νοίκι… Για το κίνημα δεν θα υπάρχετε πια. Ούτε συ, ούτε κείνη!... Αν αγαπάς το μέλλον, πρέπει να τ’ απαρνηθείς όλα στο παρόν… Όλα!...
  -Ώστε να μην πω τίποτα;
  -Αυτό θα ’ναι το πιο τίμιο Αντρέα…
  -Δε λέω λέξη λοιπόν!» (σελ. 44-45).
  Αργότερα όμως ξεχνά τις συμβουλές που έδωσε στο φίλο του, και μπλέκεται σε ένα ειδύλλιο με τη Σάσα.
  Και για τη «Μάνα» της Μπακ:
  Παρόλο που η συγγραφέας έχει σαν στόχο να μας δείξει τα βάσανα της μάνας, δεν το καταφέρνει απόλυτα. Υπάρχουν κάποιες απιθανότητες στην πλοκή που, ή τραβάνε το χαλί κάτω από τα πόδια του ρεαλισμού, ή αφήνουν έκθετη τη μάνα. Μας φαίνεται αρκετά απίθανο ότι η μάνα κάλυπτε για τόσα χρόνια την απουσία του άντρα της λέγοντας ότι δουλεύει σε άλλη πόλη, χωρίς να έλθει να τους δει, στέλνοντας μόνο ένα γράμμα το χρόνο με κάποια χρήματα μαζί, γράμμα που το έστελνε η ίδια στον εαυτό της, τάχα από τον άντρα της. Ήταν δυνατόν να ξεγελιούνται τόσα χρόνια οι χωριανοί;
  Επίσης θα την χαρακτηρίσουμε σαν ουσιαστικά αδιάφορη μητέρα, που όσο και αν δείχνει να πονάει την κόρη της, δεν κάνει τίποτα για να της θεραπεύσει την αρρώστια των ματιών της. Κάτι πάει να κάνει, όταν είναι πια πολύ αργά. Επίσης την παντρεύει σαν το γουρούνι στο σακί, χωρίς να δει τον γαμπρό. Κάνει μήνες να πάει να τη δει, και όταν αποφασίζει να την επισκεφτεί, τη βρίσκει νεκρή· είχε πεθάνει την ίδια μέρα. Τότε βλέπει ότι την πάντρεψε με έναν καθυστερημένο. Η μάνα και ο μικρός της γιος φεύγουν πανικόβλητοι από αυτό το μέρος, από αυτή την οικογένεια αγριανθρώπων, φοβούμενοι για τη ζωή τους. Μόνο για τον μικρό της γιο φαίνεται να τρέφει αληθινά αισθήματα, που ο αιμομικτικός τους χαρακτήρας δεν κρύβεται από την Μπακ, υπενθυμίζοντας συνεχώς πόσο μοιάζει με τον άντρα της. Τέλος θεωρώ πολύ απίθανο να την φλέρταρε τόσο έντονα ο επιστάτης και όταν επί τέλους την κατάφερε να αρκεστεί μόνο σε αυτή τη μοναδική συνεύρεση, λες και είχε βάλει στοίχημα και μόλις το κέρδισε έπαψε να ενδιαφέρεται.
  Αν η Μπακ ήθελε να μου μεταδώσει τον έλεο για την «Μάνα», για την ταλαιπωρημένη της ζωή, δεν τα κατάφερε, τουλάχιστον στο βαθμό που θα ήθελε. Όμως περιγράφει με ζωηρό ρεαλισμό τη ζωή στην αγροτική Κίνα, σε μια από τις πιο κρίσιμες περιόδους της ιστορίας της.
  Να παραθέσουμε και κάποια αποσπάσματα.
  Και πρώτα πρώτα από τον Γκόρκι.
  «…-Κι η δεσποινίδα… τι μυαλωμένη! Τι είναι;
  -Δασκάλα! απάντησε ο Παύλος βηματίζοντας στο δωμάτιο.
  -Α! Γι’ αυτό είναι τόσο φτωχή!» (σελ. 33).
  Και τότε, και τώρα, ελπίζω όχι για πάντα.
  «…ο πλούσιος παραστράτησε μαθές κι αυτός» (σελ. 225).
  Μεγάλε Καζαντζάκη, τα ίχνη της επιρροής σου υπάρχουν παντού.
  «…συνδεμένοι μ’ όλους όσους δίνουν τη ζωή τους…» (σελ. 227).
  Ο Άρης Αλεξάνδρου γράφει όπως μιλάει, χρησιμοποιώντας και στον γραπτό λόγο την έλξη του αναφορικού, πράγμα σπάνιο σήμερα.
  «Μου κάνει μεγάλη χαρά να βλέπω το πρόσωπό σας, γιαγιάκα…» (σελ. 248).
  Γιαγιά να σε πουν τα παιδιά σου. Η μάνα δεν είχε πατήσει ακόμη τα σαράντα. Όμως ούτε που της περνάει από το μυαλό να διαμαρτυρηθεί. Δεν ξέρω όμως αν θα άρεσε στον τριανταοκτάχρονο τότε Γκόρκι να τον προσφωνήσει κανείς «παππού».
  Και από τη «Μάνα» της Μπακ.
  Μιλώντας για τη γιαγιά:
  «Ναι, αλλά είναι πολύ χρήσιμη ακόμα, για να μας φυλάει την πόρτα, κι ελπίζω ότι θα ζήσει μέχρι που να μεγαλώσει λίγο το κορίτσι» (σελ. 28).
  Και θυμάμαι τον πατέρα μου πόσο στενοχωρήθηκε που ο γιος μου, έκτη δημοτικού πια, μπορούσε να ανοίγει μόνος του την πόρτα γυρνώντας από το σχολείο, χωρίς να χρειάζεται τον παππού να του ανοίξει. Και τώρα που το σκέφτομαι, στο τέλος της ίδιας σχολικής χρονιάς πέθανε.
  «Κοπέλες υπάρχουν όσες θέλεις στο χωριό, γιατί ποτές μας δεν σκοτώνουμε τα κορίτσια όταν είναι μωρά, όπως κάνουν στις πόλεις…»  (σελ. 168).
  Ναι αλλά, όπως έγραψα σε μια προηγούμενη ανάρτηση, τα πουλάγανε.
  «…ο πατέρας της βιάζεται να την παντρέψει και δεν θα ζητήσει πολλά» (σελ. 168). Τελικά τα κορίτσια κάποιοι τα πουλούσανε και κάποιοι τα αγοράζανε.
  Ελπίζω να διαβάσω και άλλα έργα του Μαξίμ Γκόρκι και της Περλ Μπακ. Του Γκόρκι, τα άλλα δυο αυτοβιογραφικά του βιβλία. Της Περλ Μπακ, την «Καλή γη». Προς το παρόν το πρόγραμμά μου είναι να ξαναδιαβάσω τους μεγάλους κλασικούς. Σε λίγο τελειώνω το «Κόκκινο και το μαύρο» και θα συνεχίσω με το «Μοναστήρι της Πάρμας», που τα βρήκα και τα δυο εδώ στην Κρήτη.

  Maxim Gorky, Στα ξένα χέρια (μετ. Άρης Αλεξάνδρου) Το Βήμα 2009, σελ. 374

  Αυτή είναι η δεύτερη αυτοβιογραφική τριλογία που έχω υπόψη μου. Η άλλη είναι του Ελίας Κανέτι, από την οποία έχω διαβάσει και έχω παρουσιάσει στο blog του Λέξημα και από την Κυριακή και στο blog μου το τρίτο μέρος, «Το παιχνίδι των ματιών».
  Μάλλον τα είπα ανάποδα, είναι η πρώτη. Πριν τριάντα χρόνια διάβασα το πρώτο μέρος, στο πρωτότυπο, Детство, «Τα παιδικά χρόνια». Τώρα εδέησε να διαβάσω το δεύτερο μέρος, «Στα ξένα χέρια». Το τρίτο μέρος, «Τα πανεπιστήμιά μου», ελπίζω να το διαβάσω κάποια στιγμή. Πολύ θα ήθελα να διαβάσω και τα άλλα δυο μέρη της αυτοβιογραφίας του Κανέτι, θυμάμαι ότι μου άρεσε πολύ το τρίτο μέρος.
  Πριν λίγους μήνες διάβασα το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Αριστοτέλη Ράπτη «Στην κόψη του σπαθιού και του λογισμού», του οποίου μάλιστα υπήρξα και ένας από τους παρουσιαστές του στην Ιεράπετρα, πριν δεκαπέντε μέρες, και τρόμαξα βλέποντας πόσο δυστυχισμένα παιδικά χρόνια μπορεί να ζήσει κανείς. Βέβαια στη δική του περίπτωση ήταν η κατοχή, ο εμφύλιος. Ο Γκόρκι έζησε ακόμη πιο δυστυχισμένα παιδικά χρόνια. Τότε ήταν ο τσάρος. Αλλά ένα δυνατό μυαλό ποτέ δεν χάνεται.
  Εντύπωση μου έκανε το πόσο συχνά χρησιμοποιεί ο Γκόρκι τη λέξη «ανία». Μάλλον το πνεύμα της ανίας (ennui) στο γαλλικό «τέλος του αιώνα» (fin de siècle) έφτασε με κάποια καθυστέρηση και στη Ρωσία. Μόνο που εδώ εκφράστηκε με άλλο τρόπο. Η σκληρότητα απέναντι στους άλλους χωρίς σοβαρούς λόγους ή χωρίς κανένα λόγο, το να «σπάσεις πλάκα» μαζί τους, ήταν ένας τρόπος για να καταπολεμήσεις την ανία. Και βέβαια η βότκα και η κακομεταχείριση των γυναικών. Όμως δεν αποκλείεται η ανία αυτή να μην ήταν εισαγόμενη αλλά ενδημική στη ρώσικη ψυχή, στα κατώτερα στρώματα τουλάχιστον.
  Εντύπωση μου έκανε επίσης το πόσες δυσκολίες συναντούσε ο Γκόρκι για κάτι που για μας σήμερα φαίνεται απλό και αυτονόητο: να διαβάζει. Και επειδή δεν είχε σχεδόν ποτέ περιθώρια επιλογής, διάβαζε ό,τι έπεφτε στα χέρια του, και πάρα πολλά από τα βιβλία που διάβασε δεν του άρεσαν καθόλου. Όμως τι να κάνει, αυτά έβρισκε. Και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διάβαζε ήταν πολλές φορές δραματικές.
  «Φως δεν μου δίνανε, το κερί το παίρναν στο δωμάτιο, λεφτά ν’ αγοράσω κεριά δεν είχα, άρχισα το λοιπόν να μαζεύω κρυφά τις σταξιές από τα σπαρματσέτα που πέφτανε πάνου στα σαμντάνια, τις έβαζα σ’ ένα σαρδελοκούτι, έριχνα και λάδι απ’ την καντήλα και στρίβοντας ένα φιτίλι από κλωστές, άναβα τις νύχτες πάνω στη θερμάστρα μια φλόγα όλο καπνό… το φιτίλι βούλιαζε κάθε λίγο και λιγάκι μες στο λιωμένο υγρό που μύριζε άσκημα, ο καπνός έτσουζε στα μάτια μου, μα όλες αυτές οι αναποδιές ξεχνιόνταν μες στην ευχαρίστηση που δοκίμαζα βλέποντας τις εικόνες και διαβάζοντας τις λεζάντες» (σελ. 163).
  Από τους αγαπημένους του συγγραφείς είναι ο Πούσκιν και ο Λέρμοντοφ. «Διαβάζω αχόρταγα Τουργκιένιεβ… Τις Νεκρές ψυχές τις διάβασα ανόρεχτα, τις Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων το ίδιο» (σελ. 298-299). Αργότερα, διαβάζουμε σε υποσημείωση, ο Γκόρκι άλλαξε γνώμη για τις «Νεκρές ψυχές». Επίσης δεν γίνεται καμιά αναφορά στον Τολστόι. Να μην έπεσε κανένα βιβλίο στα χέρια του; Πιθανόν, αν σκεφτούμε ότι ο Γκόρκι, στο τέλος αυτού του δεύτερου τόμου, είναι μόλις δεκαπέντε χρονών.
  Η πρόσληψη είναι πράγματι μυστήριο πράγμα. Ο «Κανόνας» επηρεάζει, αλλά σίγουρα και η ηλικία. Και εγώ βίωσα κάτι παρόμοιο. Στα δεκαεφτά μου διάβασα τις πρώτες τέσσερις σελίδες από το «Πόλεμος και Ειρήνη» και το παράτησα γιατί δεν μου άρεσε. Το ξαναδιάβασα στα εικοσιεφτά μου, ξενυχτώντας στο νοσοκομείο της Ιεράπετρας όπου νοσηλευόταν η μητέρα μου με εγκεφαλικό, και το θεώρησα, και το θεωρώ ακόμη, σαν το καλύτερο μυθιστόρημα που έχει γραφεί ποτέ. Και με χαρά διαπίστωσα αργότερα ότι και ο Άρνολντ Χάουζερ, στο τετράτομο έργο του «Η κοινωνική ιστορία της τέχνης» έχει την ίδια γνώμη.
  Όμως ας παραθέσουμε κάποια αποσπάσματα, κατά τα ειωθότα.
  «-…Τι να σου πω, οι σκοπτσί δεν είναι βλάκες» (σελ. 108).
  Όχι, δεν μιλάει ο Γκόρκι, κάποιος άλλος μιλάει. Γιατί, διαβάζοντας σε υποσημείωση τι είναι αυτοί οι σκοπτσί, θα έλεγα ότι πιο βλάκες δεν μπορούν να υπάρξουν. «Σκοπτσί. Αυτοευνουχιζόμενοι. Θρησκευτική αίρεση στη Ρωσία». Αλήθεια, όταν λέει «αυτοευνουχιζόμενοι» τι εννοεί; Ότι γινόταν με τη συγκατάθεσή τους ή ότι ευνουχίζονταν αυτοί οι ίδιοι, με το ίδιο τους το χέρι;
  Άστο, ας μην το ψάξω καλύτερα.
  Είπα να το γράψω, να μην το γράψω…
  Τελικά αποφάσισα να το γράψω.
  «Οι Γραικοί είναι κάτι σαν τους Τούρκους» (σελ. 205).
  Έγραψα κάποτε ότι ο ρεαλισμός, όπως και η δημοκρατία, είναι μια σύντομη παρένθεση στην παγκόσμια ιστορία. Εξακολουθούμε να είμαστε με το ένα πόδι σ’ αυτή την παρένθεση, αλλά δεν ξέρω για πόσο. Το παρακάτω απόσπασμα είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό.
  «…όταν τους δηγιόμουνα κείνα που ’χα δει με τα μάτια μου, δε με πολυπιστεύανε, όλοι τους όμως αγαπούσαν τα τρομακτικά παραμύθια, τις μπερδεμένες ιστορίες. Ακόμα κι οι γεροντότεροι, προτιμάγανε φανερά τις φαντασίες απ’ την αλήθεια. Έβλεπα καθαρά πως όσο πιο απίθανα ήταν τα γεγονότα, όσο πιότερη φαντασία υπήρχε στη διήγηση, τόσο πιο προσεκτικά μ’ ακούνε οι άνθρωποι. Γενικά, η πραγματικότητα τους άφηνε αδιάφορους κι όλοι τους ρίχνανε στοχαστικές ματιές στα μελλούμενα, μη θέλοντας να δούνε τη φτώχεια και την ασκήμια του σήμερα» (σελ. 261).
    Είδα και τις τρεις ταινίες του Μαρκ Ντανσκόι, όλη την τριλογία (1938, 1939 και 1940), βραβευμένη με το βραβείο Στάλιν το 1941. Είναι τρομερό το πόσο δύσκολα παιδικά χρόνια πέρασε ο Γκόρκι. Και δεν είναι να απορεί κανείς που έγινε ένας από τους πιο ένθερμους θιασώτες της επανάστασης. Ο επαναστατικός του ζήλος βρίσκει τη πιο ολοκληρωμένη έκφρασή του στη «Μάνα», την οποία διαβάσαμε τώρα το καλοκαίρι.

  Πολύ μου άρεσε αυτή η τριλογία. Και πιο πολύ μου άρεσε γιατί κατά διαστήματα, καμιά φορά στο εντελώς άσχετο, ξεπεταγόταν και μια γάτα μέσα στο πλάνο. 

No comments:

Post a Comment