Tuesday, August 8, 2017

Δημήτρης Μελικέρτης, Ο Γιγαντοκυνηγός

Δημήτρης Μελικέρτης, Ο Γιγαντοκυνηγός, Πατάκης 2016, σελ. 63

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Ένα θαυμάσιο παιδικό αφήγημα ενός πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα
                                                                                                       
  «Ο Γιγαντοκυνηγός» είναι το πρώτο βιβλίο του Δημήτρη Μελικέρτη. Εξαιρετικό παιδικό βιβλίο, όμως πριν μιλήσουμε γι’ αυτό να πούμε δυο λόγια για τον συγγραφέα.
  Ο Δημήτρης Μελικέρτης (γεν. 1988) σπούδασε φιλολογία στο Καποδιστριακό και στη συνέχεια δημιουργική γραφή (μεταπτυχιακό) στο πανεπιστήμιο του Warwick, όπου και δίδαξε αυτό το αντικείμενο. Εκπόνησε διδακτορική διατριβή με θέμα τη δημιουργική γραφή και την έρευνα βάσει πρακτικής στο Royal Holloway, University of London. Έχει μεταφράσει τρία παιδικά βιβλία. Επίσης έχουν δημοσιευθεί διηγήματα και ποιήματά του.
  Όλοι καταγγέλλουν τη διδακτική λογοτεχνία (εκτός από μένα, που έγραψα τα διδακτικότατα «Ο χορός της βροχής: οικολογικά παραμύθια και διηγήματα), και έχουν εν μέρει δίκιο. Όμως όταν ο διδακτισμός περνάει απαρατήρητα, όχι σαν κήρυγμα αλλά διαμορφώνοντας μια διάθεση και μια ηθική στάση, τότε νομίζω δεν έχει να του προσάψει κανείς τίποτα.
  Ο Γίγαντες είναι καλοκάγαθοι αλλά κάνουν ζημιές στις καλλιέργειες του χωριού. Ο Τζέημς Καρούν είναι αδυσώπητος διώκτης τους. Τους συλλαμβάνει με ένα μαγικό δίχτυ και τους ρίχνει στο βάθος ενός πηγαδιού. Εκεί τους παρέχει τροφή ίσα ίσα για να μην πεθάνουν από την πείνα. Η γυναίκα του όμως, η πριγκίπισσα Μελοντί, τους λυπάται.
  «Όμως τα βράδια, όταν τα κλάματα των φυλακισμένων Γιγάντων αντηχούσαν από τον λάκκο στην πίσω αυλή του σπιτιού, η πριγκίπισσα δεν μπορούσε να κοιμηθεί όπως ο Τζέιμς Καρούν, ο οποίος έβρισκε το κλάμα των Γιγάντων ιδιαίτερα νανουριστικό και ευχάριστο. Εκείνος χωνόταν στο ζεστό του πάπλωμα και αποκοιμιόταν μονομιάς, βλέποντας στα όνειρά του πως κυνηγούσε κι έπιανε κι άλλους Γίγαντες. Αντίθετα, η πριγκίπισσα Μελοντί δεν έκλεινε μάτι όσο διαρκούσε η γοερή συναυλία στην πίσω αυλή. Σηκωνόταν απ’ το κρεβάτι, έβγαζε το μαντολίνο της από την ξύλινη θήκη κι έπαιζε δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο μέχρι να αποκοιμηθούν οι φυλακισμένοι Γίγαντες» (σελ. 21).
  Τελικά οι γυναίκες είναι πιο πονόψυχες από τους άντρες.
  Όταν ένας Γίγαντας σώζει τη Μελοντί, τα αισθήματα του Τζέημς θα μεταστραφούν. Και, τελικά, διαπιστώνεται ότι θα μπορούσαν οι κάτοικοι του χωριού να κάνουν μια συνθήκη με τους Γίγαντες: οι Γίγαντες να μην τους πειράζουν πια τις καλλιέργειες, το δάσος που είναι δίπλα μπορεί να προσφέρει άφθονη τροφή, και οι κάτοικοι του χωριού να πάψουν να τους κυνηγούν. Και γιατί να μην γίνουν και φίλοι; (Κρίμα να μη διαβάζουν και οι μεγάλοι παιδική λογοτεχνία, ιδιαίτερα οι πολιτικοί).
  Πώς έγιναν όμως όλα αυτά, ο Μελικέρτης τα αφηγείται με απέριττο τρόπο, χωρίς πλατειασμούς, όπως ταιριάζει στην παιδική λογοτεχνία. Και, συνειδητοποιώ γράφοντας αυτές τις γραμμές, ότι ενώ στη λογοτεχνία για μεγάλους πολλές φορές η γλώσσα καταπίνει την πλοκή, κυρίως στον μοντερνισμό, στην παιδική λογοτεχνία αυτό είναι αδύνατο. Το μεγάλο χάρισμα του συγγραφέα παιδικής λογοτεχνίας είναι η επινοητικότητα στην πλοκή. Και ο Μελικέτης αποδεικνύεται με αυτό του το πρώτο βιβλίο ότι είναι επινοητικότατος.


Μπάμπης Δερμιτζάκης  

No comments:

Post a Comment