Monday, April 2, 2018

Ρέα Γαλανάκη, Ένα σχεδόν γαλάζιο χέρι, Καστανιώτης 2004


Ρέα Γαλανάκη, Ένα σχεδόν γαλάζιο χέρι, Καστανιώτης 2004

  Μετά τα «Ομόκεντρα διηγήματα», την πρώτη πεζογραφική της απόπειρα, η Ρέα Γαλανάκη δημοσιεύει τα «Έκκεντρα» διηγήματά της, με τον τίτλο «Ένα σχεδόν γαλάζιο χέρι». Και τα ονομάζουμε έκκεντρα, γιατί, καθώς καλύπτουν μια μεγάλη χρονική περίοδο, εγγράφουν, σαν σε κύκλο, τα υφολογικά χαρακτηριστικά της γραφής της. Αν ως κέντρο θεωρηθεί ο ποιητικός πυρήνας της έμπνευσης και το στυλ γραφής, ως περιφέρεια, στην οποία εκκεντρώνονται τα διηγήματα, μπορεί να θεωρηθεί η αφηγηματική πρόθεση, η αναπαράσταση γεγονότων πραγματικών. Έτσι αυτή η συλλογή διηγημάτων αποτελεί ένα υφολογικό πανόραμα της Γαλανάκη. Το τελευταίο της διήγημα δημοσιεύτηκε το 2003, ενώ το πρώτο, με το οποίο κλείνει και ο κύκλος της συλλογής, περιέχεται στα «Ομόκεντρα διηγήματα».
  Ας ξεκινήσουμε από το τελευταίο. Η πραγματικότητα δεν είναι πάντοτε «σπουδαία». Η μοιχαλίδα ηρωίδα δεν πεθαίνει στην αγχόνη, όπως η αντίστοιχη του Τόμας Χάρντυ, η Τέςς (την ενσάρκωσε υπέροχα η Ναστάζια Κίνσκι στην κινηματογραφική διασκευή), αλλά βγαίνει από τη φυλακή και συζεί με τον δικηγόρο που τη γλίτωσε. Μπορεί και να παντρεύτηκαν, η Γαλανάκη ή δεν είναι σίγουρη, ή αφήνει σκόπιμα ανοικτή την εκδοχή. Έτσι η δύναμη του γεγονότος αντικαθίσταται από την ποιητική αναπαράσταση, που, πιο δυνατή από το σχόλιο, οδηγεί στη δικαίωση του έρωτα, που η δύναμή του τον κάνει να ξεφεύγει από τις κοινωνικές συμβάσεις. Ενός έρωτα μονόπλευρου, αφού ο δάσκαλος ερωμένος της το ’σκασε από την Κρήτη, αντί να βρεθεί δίπλα της να της συμπαρασταθεί. Αυτό όμως δεν τονίζεται.
  Αν και τα διηγήματα είναι σκόρπια χρονολογικά, υπάρχει ένα κυρίαρχο μοτίβο, που είναι και ο κεντρικός άξονας του έργου της Γαλανάκη, το μοτίβο μνήμη vs λήθη. Τι άλλο είναι εξάλλου όλα της τα μυθιστορήματα παρά μια προσπάθεια να σώσουν από τη λήθη πρόσωπα υπαρκτά, που όμως δεν κατέχουν κεντρική θέση όχι μόνο μέσα στην ιστορική μνήμη, αλλά και στην ανθρώπινη; Ο Φρέντυ Γερμανός γράφει για πρόσωπα που κάποτε φιγουράρισαν στις στήλες των εφημερίδων, όπως η «Ακριβή Σοφία» του Γεωργίου Παπανδρέου ή η ?… Ποιος όμως είχε ξανακούσει για τον Ισμαήλ Φερίκ Πασά, για την Ελένη Μπούκουρα ή τον Ανδρέα Ρηγόπουλο ή Λουί, πριν διαβάσει τα αντίστοιχα μυθιστορήματα της Γαλανάκη; Και ο Ποδιάς, ο Άρης της Κρήτης, σε πόσους μη Κρητικούς είναι γνωστός;
  Αν στα μυθιστορήματά της θέμα είναι η μνήμη των προσώπων, στα διηγήματά της θέμα είναι η μνήμη των γεγονότων. Ο Κούρδους λαθρομετανάστης που σκοτώνεται παραμένει ανώνυμος, η Γαλανάκη ασφαλώς δεν ξέρει, και ούτε είχε σημασία να μάθει, το όνομά του. Όμως η σιωπηλή πορεία των Κούρδων συμπατριωτών του με τα αναμμένα κεριά, μέσα σε μια εορτάζουσα πόλη που νιώθει αμήχανη στη θέα τους, είναι ένα γεγονός μεγάλης συμβολικής και συναισθηματικής αξίας για τη συγγραφέα, και θέλει να το καταγράψει όχι ειδησεογραφικά, αλλά τονίζοντας ακριβώς αυτές του τις διαστάσεις.
  Όμως η θεματική της μνήμης μπροστά στην αντίθεσή της, τη λήθη, αναπτύσσεται υπέροχα στο πρώτο διήγημα της συλλογής, το «Μνήμη του έρωτα, λήθη του έρωτα», περισσότερο από ότι στο επόμενο με τους Κούρδους, κι ας έχει κι αυτό ένα παρόμοιο τίτλο, «Μνήμη ανθρώπου, λήθη ανθρώπου». Κι αυτό για ένα επί πλέον λόγο: ο χρόνος, το πεδίο όπου παίζεται ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη βρίσκεται παρών, με τη μορφή ενός διαλόγου του (πρόσφατου) παρόντος με το παρελθόν. Ο ξένος περιηγητής Ξαβιέ Σκροφάνι, στο βιβλίο του «Ταξίδι στην Ελλάδα» (β έκδοση, Λυών 1834), συνομιλεί με τον Παυσανία, με αφορμή τα μέρη που επισκέφτηκαν και οι δυο. Ο Παυσανίας μιλάει για τον ποταμό Σέλεμνο που, με βάση μια μυθολογία, οι Έλληνες είχαν ονομάσει Λήθη του Έρωτα. Όποιος έπινε από το νερό του ξεχνούσε μια οδυνηρή αγάπη που τον βασάνιζε. Ο Σκροφάνι δεν τολμάει να πιει νερό από αυτό τον ποταμό. «…παρόλο, τέλος, που ήταν Αύγουστος, οκτώ η ώρα το πρωί, κι η ζέση μ’ έκανε να φλέγομαι από τη δίψα, δεν τόλμησα ούτε καν γι αστείο να σιμώσω τα χείλια μου στο επικίνδυνο τούτο ρέμα» (σελ. 29 στο βιβλίο της Γαλανάκη). Δεν ήθελε «ούτε καν γι αστείο» να τολμήσει να πιει νερό, μήπως ξεχάσει τους παλιούς έρωτές του. Αυτή είναι η διαλεκτική του έρωτα: Από τη μια η ανάγκη να ξεχάσεις μια πρόσφατη αγάπη που πληγώνει, και από την άλλη η ανάγκη να διατηρήσεις ως ακριβό θησαυρό την ανάμνηση από τις «παλιές αγάπες» που, όπως μας βεβαιώνει η επίσης Κρητικιά Μάρω Βαμβουνάκη με τον τίτλο ενός βιβλίου της, έχουν πάει στον Παράδεισο.
  Οι πρωτοτυπίες σ’ αυτή τη συλλογή διηγημάτων της Γαλανάκη είναι αρκετές.
  Το δεύτερο διήγημά της, αυτό με τους Κούρδους, όχι μόνο έχει ως τίτλο μια παράφραση του τίτλου του προηγούμενου, αλλά και η πρώτη παράγραφος αποτελεί μια σύνδεση με αυτό, αναφερόμενη στο σχετικό μύθο: «Κανένας τους δεν σίμωσε ούτε καν γι αστείο το στόμα του στη μαντική πηγή, που κάποτε…».
  Η Γαλανάκη, στο διήγημα «Καινούριο γεύμα σε παλιό σερβίτσιο» συνομιλεί με τους μυθιστορηματικούς της ήρωες σε ένα Καθαροδευτεριάτικο, νηστίσιμο τραπέζι. Όπως όταν ήταν μικρή και έπαιζε με τις κούκλες της. Τώρα παίζει με τους ήρωές της. «Ο συγγραφέας είναι ένα μικρό παιδί, που παίζει, παίζει, παίζει ασταμάτητα», καταλήγει το διήγημα.
  Έχει να πει τίποτα καινούριο;
  Υπάρχουν φράσεις στα έργα της Γαλανάκη τις οποίες μπορείς να απομονώσεις σαν γνωμικά, όπως κάνουν για τους μεγάλους συγγραφείς του παρελθόντος (κυκλοφορούν από τις εκδόσεις…? Για τον Γκαίτε, τον Λεοπάρντι, κ.α.) Εδώ διαβάζουμε: «Στο ανέφικτο της πατρίδας, ευχήθηκε στοχαστικά, εννοώντας, όσο μπορούσα να τον ξέρω, το ανέφικτο κάθε επανάστασης, κάθε έρωτα, κάθε συγγραφής» (σελ. 75). Εδώ το «όσο μπορούσα να τον ξέρω» δημιουργεί ένα εφέ αποστασιοποίησης ανάμεσα στη συγγραφέα και τον ήρωά της.
  Δεν συνομιλεί όμως μόνο με δικούς της ήρωες. Στο προτελευταίο διήγημα, «Ένας άντρας καμωμένος από λέξεις», πιάνει κουβέντα με τον ήρωα του «Κιβωτίου» του Άρη Αλεξάνδρου. Σταχυολογούμε κι από δω: «Τίποτα δεν μεταβιβάζεται χωρίς απώλειες στο γραπτό λόγο. Το κενό καλύπτεται από τη φαντασία. Ό,τι χάνεται, ανήκει στην ατομική συνείδηση. Ό,τι προστίθεται, ανήκει στη συλλογική συνείδηση. Το ζητούμενο είναι πάντα το ανθρώπινο δράμα» (σελ. 86).
   Να μην κλείσω λέγοντας πόσο μου άρεσαν τα διηγήματα αυτά της Ρέας Γαλανάκη, αλλά με μια πρωτότυπη περιγραφή που με εντυπωσίασε, και πρέπει να την προσθέσω στις «Αφηγηματικές τεχνικές», αν ποτέ καταφέρω να ξαναεκδώσω εμπλουτισμένο το διδακτορικό μου. Και επειδή αμφιβάλλω αν αυτό γίνει ποτέ, ας την καταγράψω εδώ. Πρόκειται για μια περιγραφή ενός τοπίου μέσω κίνησης, και με την οπτική ενός προσώπου. Ο κλασικός τύπος αυτής της περιγραφής είναι «Ο Α, προχωρώντας, βλέπει…». Εδώ η Γαλανάκη, πρωτοτυπώντας, αντικαθιστά το βλέπει με το ζωγραφίζει, ή για την ακρίβεια, τοποθετεί στην εικόνα του μυαλού της. «Έβαλε σ’ αυτή την εικόνα μια μαρμαρένια κρήνη δεξιά της κι ένα φυλάκιο αριστερά…  η Όλγα  τοποθέτησε επίσης στην πρώτη εικόνα δυο καφενεία που ετοιμάζονταν να κλείσουν…Έβαλε κάτι άντρες με φράγκικα, άλλους με τα τοπικά ρούχα. Και στον ουρανό μόλις που πρόλαβε να τοποθετήσει ένα μιναρέ, γιατί είχε πια νυχτώσει. Αυτό της έδωσε την ευκαιρία, πριν κλειστεί μέσα, να ρελιάσει την εικόνα της με πολλούς καινούριους φανοστάτες, που έριχναν στους γεμάτους λακκούβες δρόμους, στα κλειστά σπίτια, στους χωροφύλακες και στο δικό της κουρασμένο σώμα ένα άσπρο φως, σαν να σκέπαζαν ολόκληρη την πόλη με μια κουνουπιέρα». (σελ. 113). Μιλάει η Όλγα, η ηρωίδα του τελευταίου διηγήματος, τότε που οδηγείται στη φυλακή.
  Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο πριν κλείσω το κομπιούτερ, βλέπω ακόμη κάτι πολύ ενδιαφέρον ως αφηγηματική τεχνική. Την τριτοπρόσωπη αφήγηση του «Τέλους του Πελοποννησιακού πολέμου» την διαδέχεται, κλείνοντας το διήγημα, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της μικρής κόρης του ζεύγους. Η αφήγηση μέσω της οπτικής γωνίας ενός μικρού παιδιού, που είναι εντελώς διαφορετική από την οπτική γωνία του μεγάλου, δίνει μια ξεχωριστή χάρη στην αφήγηση, δημιουργώντας και ένα γενικό εφέ ειρωνείας. Είναι η αφηγηματική τεχνική που χρησιμοποιεί ο Νίκος Χουλιαράς στο «Λούσια» και η Ευγενία Φακίνου στην Αστραδενή. Και μια και μιλάμε για λήθη και μνήμη, είναι η τεχνική που χρησιμοποιεί ο Κρόνιν στα «Άγουρα χρόνια», βιβλίο που το διάβασα στα άγουρά μου χρόνια κι εγώ, όταν ήμουν δεκατεσσάρων χρονών. Το εφέ της ειρωνείας στηρίζεται εδώ σε ένα εφέ δισημίας. «Μπόρα είναι, θα περάσει, είπε ο μπαμπάς. Η μαμά κούνησε το κεφάλι δυνατά, τον πίστεψε. Λέω από μέσα μου, με κοροϊδεύουνε; Ποια μπόρα; Έξω έλιαζε, γι αυτό είχε βγει ο γάτος στο μπαλκόνι και γλειφόταν. Μήπως όμως δεν τον πίστεψε, τον μπαμπά, όχι το γάτο, και κούνησε έτσι το κεφάλι της; Δεν κατάλαβα. Πειράζει; Δεν πειράζει». Έτσι τελειώνει το διήγημα, έτσι τελειώνω κι εγώ αυτή τη βιβλιοπαρουσίαση, βιβλιοκριτική, βιβλιοΚρητική (να μην ξεχνάμε και τον τίτλο της στήλης μας στα Κρητικά Επίκαιρα, λογοπαιγνιώδης, είναι επινόηση του εκδότη, του Γιώργου Βαρβέρη) βιβλιοδιαφήμηση (διεκδικώ την πατρότητα αυτού του νεολογισμού), όπως θέλετε πέστε τη.

No comments:

Post a Comment