Sunday, April 25, 2021

Γιώργος Βοϊκλής Οκτώβρης ‘67. Το πέρασμά μου από την οδό Μπουμπουλίνας

Γιώργος Βοϊκλής

Οκτώβρης ‘67. Το πέρασμά μου από  την οδό Μπουμπουλίνας

 

Η παρέμβασή μου στον διαδικτυακό διάλογο που οργάνωσε στις 23/4/2021

η Ομάδα Βιβλιοθήκης της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Αθήνας

με θέμα τα βασανιστήρια κρατουμένων, στο πλαίσιο της δράσης

“Δίκαιο και Τέχνη”.

 

 Το πρώτο που θέλω να σας πω είναι ότι δεν θεωρώ τον εαυτό μου ως τον πιο κατάλληλο να μιλήσει για τα βασανιστήρια σε κρατούμενους, γιατί υπάρχουν πολλοί άλλοι που βασανίστηκαν πιο σκληρά και για μεγαλύτερο διάστημα από μένα και αρκετοί που έμειναν ανάπηροι, για να μη μιλήσουμε γι’ αυτούς που έχασαν τη ζωή τους. Για μένα, το πέρασμά μου από τα κρατητήρια της οδού Μπουμπουλίνας τον Οκτώβριο του 1967 δεν ήταν παρά ένα, οδυνηρό βέβαια, 12ήμερο, που απλώς μου έδωσε τη δυνατότητα να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου.

 

Θα ήθελα ακόμη να πω ότι δεν αισθάνομαι πολύ άνετα μιλώντας για αυτή την εμπειρία μου, γιατί δεν θα ήθελα να θεωρηθεί ότι επιδιώκω να την εξαργυρώσω με οποιοδήποτε τρόπο.

Ο μόνος λόγος που ανταποκρίθηκα στην πρόσκλησή σας είναι για να συμβάλλω στη διάσωση της ιστορικής μνήμης, που αποτελεί μια από τις προϋποθέσεις επιτυχίας της προσπάθειας να  σταματήσουν σήμερα και να μην επαναληφθούν στο μέλλον παρόμοιες συμπεριφορές από όργανα της κρατικής και παρακρατικής εξουσίας.

Θα σας δώσω επίσης μερικές συμβουλές, που μπορεί να φανούν χρήσιμες στους νεώτερους από εσάς, αν τύχει να βρεθείτε κάποια μέρα στη ΓΑΔΑ.

 

Και τώρα τα γεγονότα. Και πρώτα η σύλληψη

Από το 1962, από τα 17 μου χρόνια, ήμουνα στέλεχος της Νεολαίας ΕΔΑ και της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη. Από τον Απρίλιο του 1967 βγήκα στην παρανομία και συμμετείχα σε μια αντιστασιακή ομάδα. Αρχές Οκτώβρη συνάντησα τυχαία στο δρόμο ένα σύντροφο από τη Νεολαία ΕΔΑ που μου είπε ότι είναι ξεκομμένος και αναζητάει επαφή. Κλείσαμε ραντεβού για μετά από μερικές μέρες. Σε αυτή, τη δεύτερη συνάντησή μας, του έκλεισα ραντεβού με έναν “σύνδεσμο”, γιατί εγώ θα παρουσιαζόμουνα φαντάρος στο τέλος του μήνα. Είχα στη τσέπη μου το χαρτί της στρατολογίας που έγραφε ότι πρέπει να παρουσιαστώ στο ΚΕΝ Κορίνθου μέχρι τις 29 Οκτωβρίου.

Φεύγοντας από αυτή τη συνάντηση με συνέλαβαν δυο ασφαλίτες με πολιτικά.

Ήμουνα τυχερός που με συνέλαβαν αμέσως και δεν με παρακολούθησαν, γιατί, όπως φάνηκε από την ανάκριση,  δεν ήξεραν τίποτα για την μετά την 21η Απριλίου δράση μου. Μετά από μερικές μέρες, βέβαια, συνέλαβαν και τον “σύνδεσμο”.

Με συνέλαβαν λοιπόν, και με πήγαν στο κτίριο της οδού Μπουμπουλίνας, που στεγάζονταν η Γενική Ασφάλεια, εκεί που είναι σήμερα το Υπουργείο Πολιτισμού, δήθεν για εξακρίβωση.

Μόλις φτάσαμε, μου πήραν το σακάκι, τη ζώνη και τα “προσωπικά μου αντικείμενα”, την ταυτότητα, το πορτοφόλι, το ρολόι και την τσατσάρα, με κατέβασαν στο δεύτερο υπόγειο και με έκλεισαν σε ένα κελί.

 

Η ανάκριση ξεκίνησε το ίδιο βράδυ. Την είχαν αναλάβει δύο αξιωματικοί της Ασφάλειας. Ο Μάλιος, που το έπαιζε “ο κακός”, και ο Μπάμπαλης, που το έπαιζε “ο καλός”. Τα “ανακριτικά εργαλεία” τους ήταν πέντε:

-Το ξύλο,

-η πείνα,

- η δίψα

-το υγρό κελί και

-η φάλαγγα.

Χωρίς να λογαριάζω την ψυχολογική βία με τις βρισιές και τις απειλές.

 

Με το ξύλο ξεκίνησε η ανάκριση στο γραφείο του Μάλιου με τέσσερις ασφαλίτες να με έχουν κάνει σάκο του μποξ. Παρ’ όλα αυτά,  ήταν πιο ανώδυνο σε σύγκριση με αυτά που ακολούθησαν.

 

Τη στέρηση τροφής θα μπορούσα να πω ότι δεν την κατάλαβα, λόγω της γενικότερης κατάστασής μου. Πάντως,τις δώδεκα μέρες της κράτησής μου δεν έφαγα ούτε μπουκιά με αποτέλεσμα στη διάρκειά τους να χάσω 8 κιλά και από τα 82 να πέσω στα 74, που ήταν τα κανονικά μου. Θα μπορούσα να πω ακόμη ότι η υποχρεωτική νηστεία ενίσχυσε την αντοχή μου στα βασανιστήρια, γιατί, όπως έλεγε ο φίλος μου υγιεινιστής  γιατρός  δρ. Παναγιώτης Κουμεντάκης, όταν ένα ζώο είναι άρρωστο απέχει πλήρως από την τροφή μέχρι να αναρρώσει, για να μη ξοδεύει δυνάμεις στην αφομοίωση της τροφής αλλά να τις χρησιμοποιεί όλες στην αντιμετώπιση της αρρώστιας.

 

Με τη δίψα, όμως, δεν ήταν το ίδιο. Μετά την τρίτη μέρα ήταν αβάσταχτη. Βρήκα όμως τη λύση: Ζητούσα να πάω στην τουαλέτα και, καθώς ο φρουρός μου γυρνούσε την πλάτη επειδή συχαινόταν, γιατί η τουαλέτα δεν είχε πόρτα, τραβούσα το καζανάκι και έπινα νερό με τη χούφτα από αυτό που έπεφτε στην επίπεδη -τούρκικη- λεκάνη.

Την πέμπτη μέρα της στέρησης νερού με ανέβασαν στο γραφείο του Μπάμπαλη για ανάκριση. Πάνω στο γραφείο του ήταν ένα ποτήρι με νερό. Κάποια στιγμή έφυγε για δέκα λεπτά από το γραφείο και με άφησε μόνο μου. Όταν επέστρεψε και βρήκε το ποτήρι γεμάτο λύσσαξε απ’ το κακό του. Με πλάκωσε στις μπουνιές φωνάζοντας.

-Καλά το ξύλο και την πείνα, ρε πούστη, αλλά τη δίψα πώς την αντέχεις;

Δεν με πήραν χαμπάρι μέχρι το τέλος και γι’ αυτούς η αντοχή μου στη δίψα έμεινε ένα άλυτο μυστήριο. Μέχρι που είκοσι χρόνια μετά αποκάλυψα το μυστικό μου στο βιβλίο μου “Το τέλος της Άνοιξης”. Στο μεταξύ όμως ο Μάλιος είχε δολοφονηθεί από τη “17 Νοέμβρη”.

 

Την κατάσταση στο κελί της απομόνωσης που ήμουνα κλεισμένος συνεχώς, εκτός από τις ώρες της ανάκρισης, την περιλαμβάνω στα βασανιστήρια γιατί

ήταν ένας χώρος στενός, τόσο που όταν άπλωνες τα χέρια σου έπιανες τον τοίχο και από τις δύο πλευρές του, σκοτεινός, ψυχρός και υγρός σαν τάφος.  Όσο βρισκόμουνα εκεί ήμουνα υποχρεωμένος να κάθομαι στο υγρό τσιμέντο, χωρίς σακάκι και χωρίς κουβέρτα. Έτρεμα συνεχώς και χτυπούσαν τα δόντια μου. Στην αρχή νόμισα ότι είναι από φόβο. Σύντομα όμως κατάλαβα ότι ήταν από το κρύο και την υγρασία του κελιού, και κυρίως απ’ το στρες. Ήταν μια αυτόματη αντίδραση του οργανισμού στις ακραίες ως προς την επιβίωσή του συνθήκες που αντιμετώπιζε.

Ένα ακόμη πρόβλημα ήταν το σκοτάδι. Δεν έμπαινε από πουθενά το φως της μέρας. Το μόνο φως που υπήρχε ήταν από έναν λαμπτήρα στο διάδρομο και έμπαινε από τις χαραμάδες της πόρτας. Το απόλυτο σκοτάδι του κελιού, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι με ανέβαζαν για ανάκριση μόνο νύχτα, είχε ως συνέπεια να χάσω την αντίληψη του χρόνου. Η μόνη μου επαφή με τον έξω κόσμο ήταν όταν με περνούσαν απ’ την ταράτσα για να με πάνε ή να με πάρουν απ’ τα λουτρά που γίνονταν η φάλαγγα. Τότε έβλεπα τις αποχρώσεις του νυχτερινού ουρανού και τις φωτεινές διαφημίσεις στις ταράτσες των κτηρίων της οδού Πατησίων, που άλλοτε ήταν αναμμένες κι άλλωστε σβηστές,  και προσπαθούσα να μαντέψω τι ώρα είναι. Δεν ήξερα  όμως αν πρόκειται για δεύτερη ανάκριση την ίδια νύχτα ή αν είναι η επόμενη ή η μεθεπόμενη νύχτα.

Όλα αυτά, μαζί με το ότι δεν υπήρχε “γεύμα” και “δείπνο”, συνέβαλαν στο να χάσω την έννοια του χρόνου.

 

Και τώρα για τη φάλαγγα, που ήταν το πιο οδυνηρό βασανιστήριο.

Ξεκίνησε τη δεύτερη νύχτα μετά τη σύλληψή μου. Με ανέβαζαν στα λουτρά της ταράτσας, ένα χώρο που στη μια πλευρά του είχε ανοιχτές ντουζιέρες και στον απέναντι τοίχο καρφιά για να κρεμάνε τα ρούχα τους όσοι ασφαλίτες έρχονταν για ντουζ μετά τη λήξη της βάρδιας τους.

Μπροστά στον τοίχο αυτό υπήρχε ένας ξύλινος  πάγκος που κάθονταν για να βάλουν τα παπούτσια τους. Τον πάγκο αυτό τον τραβούσαν στη μέση, με ξάπλωναν πάνω του ανάσκελα, μου έδεναν τα πόδια έτσι ώστε το κάτω από τον αστράγαλο να είναι έξω από τον πάγκο, δύο με κρατούσαν από τους ώμους και δύο με χτυπούσαν με ένα στιλιάρι στις σόλες των παπουτσιών.

Μετά από τα πρώτα χτυπήματα ο πόνος ήταν αφόρητος. Σε κάθε χτύπημα ο πόνος μεταφέρονταν σαν σουβλιά στον εγκέφαλο. Ένοιωθα τα χτυπήματα σαν σε κινηματογραφική ταινία σε αργή κίνηση. Το κάθε χτύπημα στα πόδια ήταν μια αστραπή και ακολουθούσε σαν κεραυνός ο πόνος στον εγκέφαλο.

Κατά διαστήματα, όταν τα πόδια μου άρχιζαν να μουδιάζουν, με έλυναν, με σήκωναν και με υποχρέωναν, κρατώντας με δύο από τις μασχάλες, να σέρνω τα πόδια μου πάνω κάτω στον χώρο, για να ξεμουδιάζουν και να αισθάνομαι πιο έντονα τον πόνο. Όταν λιποθυμούσα, μου έριχναν ένα κουβά νερό να συνέλθω και συνέχιζαν.

Εκτός από τους τέσσερις βασανιστές, που εναλλάσσονταν στα χτυπήματα με το στυλιάρι, έριχναν μερικές στυλιαριές, εθελοντικά, και οι μπάτσοι που έρχονταν για μπάνιος, όταν είχαν βγάλει τα ρούχα τους και πριν μπούνε στις ντουζιέρες, προφανώς για να μην ιδρώσουν μετά το  μπάνιο. Και ο Μάλιος παρακολουθούσε επαναλαμβάνοντάς μου:

-Όταν είσαι έτοιμος να μιλήσεις, κάνε μου σήμα να τους σταματήσω.

Αυτό το σήμα δεν το έκανα ποτέ, ακόμη κι όταν τα πόδια μου φούσκωσαν και μελάνιασαν σαν μελιτζάνες φλάσκες και οι σόλες των παπουτσιών μου ξεκόλλησαν, κάνοντας τα χτυπήματα πιο οδυνηρά.

 

Η στάση που είχα κρατήσει από την πρώτη ανάκριση, όταν διαπίστωσα ότι δεν ξέρουν τίποτα για την μετά τις 21 Απριλίου δράση μου, ήταν η σιωπή. Όχι μόνο για να μην πάρω άλλους συντρόφους στο λαιμό μου, αλλά και για να μην επιβαρύνω τη δική μου θέση. Ήξερα επίσης από αφηγήσεις μεγαλύτερων σε ηλικία συντρόφων, ότι αν αρχίσεις “να κελαηδάς” είναι δύσκολο να σταματήσεις πριν μάθουν οι ανακριτές αυτά που ζητάνε.

 

Το θέμα είναι πώς αντέχεις. Στην περίπτωσή μου ήταν το ότι ήμουνα νέος, 22 χρονών, αρκετά σκληραγωγημένος λόγω δουλειάς στην οικοδομή και εξοικειωμένος με τον πόνο από τη δουλειά μου σε χυτήριο μαντεμιού, που πολύ συχνά καυτές σταγόνες λιωμένου μετάλλου έσβηναν μέσα στη σάρκα μας.

 

Σημαντικότερος ήταν βέβαια ο ψυχολογικός παράγοντας. Εκείνο που σε κρατούσε στις δύσκολες στιγμές δεν ήταν οι πολιτικές πεποιθήσεις και η ιδεολογία σου. Όταν άρχιζαν τα σκληρά  βασανιστήρια η μάχη δίνονταν σε προσωπικό επίπεδο ανάμεσα σε σένα και τους βασανιστές σου. Δεν μπορούσες να δεχθείς την υποχώρηση στις απαιτήσεις μιας ομάδας υπανθρώπων με μοναδικό όπλο τη βία, εγκαταλείποντας κάθε ίχνος αξιοπρέπειας και αυτοεκτίμησης.

 

Με αυτό το δεδομένο, τον πόνο και τις κακουχίες τα αντιμετωπίζεις σαν κάτι που δεν μπορείς να αποφύγεις, όπως, ας πούμε, έναν κολικό του νεφρού ή όταν είσαι εκτεθειμένος σε μια καταιγίδα.

 

Αλλά και ο ίδιος ο οργανισμός έχει κάποιες δυνατότητες αυτοάμυνας. Είχα την εντύπωση ότι στις δύσκολες καταστάσεις λειτουργούσε ένα σύστημα αυθυποβολής που έφτανε μέχρι την αναστολή κάποιων λειτουργιών του, όπως γίνεται στους φακίρηδες. Στις περιπτώσεις αυτές είναι σαν να βγαίνεις απ’ το σώμα σου και να παρατηρείς τα βάσανά του σαν να συμβαίνουν σε κάποιον άλλο.

 

Στις ακραίες περιπτώσεις, βέβαια, όταν εξαντλούνται οι αντοχές σου, φτάνεις να αποζητάς τη λύτρωση στον θάνατο. Στην περίπτωσή μου, όταν με  περνούσαν δίπλα από το στηθαίο της ταράτσας για να με μεταφέρουν από τα λουτρά στην απομόνωση, κάποιες φορές σκέφτηκα να πηδήξω στο κενό, παίρνοντας όμως μαζί μου και τους  δυο μπάτσους που με κρατούσαν απ’ τις μασχάλες.

Μετά όμως, καθισμένος στο τσιμεντένιο δάπεδο του κελιού μου, εν αναμονή της επόμενης ανάκρισης, σκέφτηκα ότι όταν φτάσεις σε οριακό σημείο, το να πεθάνεις είναι πιο εύκολο απ’ το να ζήσεις. Αντέχοντας όμως στη δοκιμασία, όσο σκληρή κι αν είναι, έχεις την ελπίδα ότι κάποτε θα τελειώσει αυτός ο εφιάλτης και θα συνεχίζεις τη ζωή σου και τον αγώνα.

 

Θα τελειώσω με μια ευχάριστη νότα.

Ένα βράδυ με πήραν ξανά απ’ το κελί, αλλά δεν με  πήγαν στην ταράτσα, με πήγαν στην είσοδο. Όπως διαπίστωσα μετά, ήταν η 13η νύχτα της κράτησής μου, ξημέρωμα της 29ης Οκτωβρίου, της μέρας που έπρεπε να παρουσιαστώ για κατάταξη στο στρατό,

Μου έδωσαν το σακάκι, τη ζώνη και τα προσωπικά μου αντικείμενα δεμένα στο μαντήλι μου και με ακούμπησαν στο πεζοδρόμιο της οδού Μπουμπουλίνας. Πήγα μπουσουλώντας μέχρι την οδό Πατησίων, σταμάτησα ένα ταξί, σύρθηκα στο πίσω κάθισμα και του είπα να με πάει στο Περιστέρι, στο σπίτι των γονιών μου. Στη διάρκεια της διαδρομής ο ταξιτζής με κοιτούσε μέσα από το καθρεφτάκι γιατί, όπως καταλαβαίνετε, είχα τα χάλια μου. Εξαντλημένος, βρώμικος, με μώλωπες και ξεραμένα αίματα. Όταν φτάσαμε στον προορισμό μας, του λέω, λύνοντας το μαντήλι μου.

-Τι σας οφείλω;

-Από σένα να πάρω λεφτά! μου απαντάει δακρυσμένος. Αυτό το αγώι θα το λέω στα εγγόνια μου!

 

Αυτός ο απλός άνθρωπος είχε καταλάβει ότι όταν βασανίζεται κάπου κάποιος συνάνθρωπός μας, δοκιμάζεται και όλων των υπολοίπων η στοιχειώδης αξιοπρέπεια. Κι αυτό ισχύει και σήμερα.

 

Η επιβράβευση των βασανιστών

                                                                         Γράφει ο Γιώργος Βοϊκλής

 

Με αφετηρία κάποιες απόψεις που ακούστηκαν στη διάρκεια της διαδικτυακής συζήτησης για τα βασανιστήρια σε κρατούμενους που οργάνωσε στις 23/4/2021 η Ομάδα Βιβλιοθήκης της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ, στο πλαίσιο της σειράς εκδηλώσεων “Δίκαιο και Τέχνη”, στην οποία πήρα μέρος, θέλω να σημειώσω τα εξής:

 

Όπως φάνηκε και από τη συζήτηση αυτή, επικρατούσα αντίληψη για τους φυσικούς αυτουργούς των βασανισμών κρατουμένων ανάμεσα σε αυτούς που θεωρούν τους εαυτούς τους φορείς των δημοκρατικών και ανθρωπιστικών αξιών, είναι ότι η ενδεδειγμένη στάση απέναντί τους είναι η συγχώρεση, η απαλλαγή τους από την ευθύνη για τη βάναυση συμπεριφορά τους και η συμπόνια  για την  κοινωνική τους κατάπτωση, όταν μετά από χρόνια κάποιοι από αυτούς βρεθούν στο περιθώριο. 

Τα δύο βασικά επιχειρήματα με τα οποία δικαιολογούν αυτή τη στάση τους είναι:

“Άνθρωποι είναι κι  αυτοί” και

“Δεν πρέπει να γίνουμε σαν κι αυτούς”.

Για τους ενταγμένους στην παραδοσιακή Αριστερά παλαίμαχους αγωνιστές, η στάση αυτή πιστεύω ότι αποτελεί ακραία έκφραση του “σύνδρομου της ήττας” που τους διακατέχει μετά την τραγική κατάληξη του εμφυλίου και τους κατατρεγμούς των “πέτρινων χρόνων” που ακολούθησαν.

Οι ίδιοι οι βασανιστές προσπαθούν να κρυφτούν συνήθως πίσω από το επιχείρημα ότι “εκτελούσαν διαταγές”, ότι βρίσκονταν σε “διατεταγμένη υπηρεσία”. Πέρα από το ότι ακόμη και σε αυτή την περίπτωση δεν νομιμοποιείσαι να παραβιάζεις το νόμο, αυτό που έχω διαπιστώσει ο ίδιος από προσωπικές εμπειρίες μου, αλλά και καθένας που βρέθηκε στη θέση του βασανιζόμενου, είναι ότι οι βασανιστές, εκτός ελαχίστων ίσως περιπτώσεων, όχι μόνο δεν κάνουν αγγαρεία “εκτελώντας τα καθήκοντά τους”, αλλά και τα απολαμβάνουν. Κοινώς, το γλεντάνε. Ελάχιστες μάλιστα πρέπει να είναι οι περιπτώσεις που δείχνουν μεταμέλεια μετά την απώλεια της εξουσίας τους.

Αλλά ακόμη κι αν δεχτούμε αυτό το επιχείρημά τους, ποιά είναι η στάση μας απέναντι στους ηθικούς αυτουργούς των εγκλημάτων τους;

Είναι, δυστυχώς, παρόμοια.

Ας δούμε όμως και το πως “εισπράττουν” οι ίδιοι οι βασανιστές και οι ηθικοί αυτουργοί τους την στηριγμένη στις ανθρωπιστικές αξίες ανοχή μας στις έκνομες ενέργειές τους.

Γεμάτοι έπαρση από το γεγονός ότι στις περισσότερες  περιπτώσεις εφαρμογής τους οι μέθοδοί τους καταλήγουν σε επιτυχία*, θεωρούν ότι αυτή η στάση των θυμάτων τους είναι ένδειξη φόβου και, κατά προέκταση, αναγνώρισης της ανεξέλεγκτης δύναμής τους και υποταγής στην εξουσία τους.

Αυτή η άποψή τους επιβεβαιώνεται μάλιστα από το γεγονός ότι οι αποτελεσματικές μέθοδοί τους επιβραβεύονται με πολλούς τρόπους.

Παρακολουθώντας το φαινόμενο στη νεώτερη ιστορία της χώρας μας, οι βασανιστές της δικτατορίας του Μεταξά, οι ταγματασφαλίτες και οι συνεργάτες των κατακτητών στην τετραετία της Κατοχής και οι επικεφαλής των παρακρατικών ομάδων που τρομοκρατούσαν τους δημοκρατικούς πολίτες πριν τον εμφύλιο και στη διάρκειά του, βρέθηκαν στη διάρκεια των 10ετιών 1950 και 1960 να υπηρετούν στο ελληνικό δημόσιο ως αξιωματικοί των σωμάτων ασφαλείας και του στρατού, ως βουλευτές, ακόμη και ως υπουργοί. Για να ξαναβρεθούν στην εξουσία χωρίς προσχήματα το 1967 και για επτά ολόκληρα χρόνια, με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, στέλεχος των Ταγμάτων Ασφαλείας της  Πάτρας στη διάρκεια της Κατοχής, και διοικητή στο ΕΑΤ-ΕΣΑ τον Ιωαννίδη, έναν από τους αρχιβασανιστές της Μακρονήσου. Αλλά και σήμερα, ανάμεσα στους υπουργούς της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη βρίσκονται τουλάχιστο δύο υμνητές της χούντας και αρκετοί ακόμη στην κοινοβουλευτική ομάδα του.

Με αυτά τα δεδομένα, μπαίνει το ερώτημα:

-Ποιά θα έπρεπε να είναι και, προπαντός, ποιά θα πρέπει να είναι σήμερα και στο μέλλον, η στάση μας απέναντι στους βασανιστές και τους ηθικούς αυτουργούς τους;

Δεν θα συμφωνήσω ούτε με τις πράξεις εκδίκησης, όπως η εκτέλεση από την οργάνωση “17 Νοέμβρη” του Μάλιου, ενός από τους αρχιβασανιστές της οδού Μπουμπουλίνας στη διάρκεια της δικτατορίας, ούτε με το “όδοντα αντί οδόντος” της Βίβλου. Αλλά ούτε με το χριστιανικό “Στρέψε και την άλλην παρειά” ή το “Σφάξε με αγά μου ν’ αγιάσω” της Τουρκοκρατίας.

Αυτό που πιστεύω  είναι ότι  ως πολίτες, ως οργανωμένη κοινωνία, ως πολιτεία και ως πολιτικό σύστημα, έχουμε υποχρέωση να βρούμε τρόπο δίκαιης τιμωρίας τους με την εφαρμογή των κατοχυρωμένων από  τις διεθνείς συμβάσεις, το Σύνταγμα και τη νομοθεσία μας ανθρωπίνων και πολιτικών δικαιωμάτων, όχι μόνο των Ελλήνων πολιτών αλλά και όσων βρίσκονται και ζουν στη χώρα μας.

Η δίκαιη τιμωρία τους θα συνεπάγεται απαξίωση και καταδίκη της απάνθρωπης συμπεριφοράς τους, που θα σημαίνει και παρεμπόδιση  της συνέχισής της.

Μόνο έτσι θα δικαιωθεί, επιτέλους, η θυσία των χιλιάδων θυμάτων τους.

 

 

*Κάπου διάβασα ότι από τους δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες και πολίτες που πέρασαν από τη Μακρόνησο, μόνο 13 δεν υπέγραψαν “Δήλωση Μετανοίας”. Μεταξύ τους ο Παναγιώτης Ελής, που δολοφονήθηκε στο Στάδιο Καραϊσκάκη στις 21 Απριλίου 1967. Στους 13 “της χαράδρας” πρέπει να προσθέσουμε βέβαια και τους εκατοντάδες νεκρούς της Μακρονήσου.

 

Ο Γιώργος Βοϊκλής είναι συνταξιούχος δημοσιογράφος και συγγραφέας

 

 

No comments:

Post a Comment