Friday, December 26, 2025

Ιωάννης Καποδίστριας (1944)

 

Ιωάννης Καποδίστριας (1944)

 

  Τελικά διαπιστώνω ότι τις εμμονές του Καζαντζάκη μόνο διαβάζοντας τα θεατρικά του έργα μπορείς να τις συνειδητοποιήσεις πλήρως. Η λιτότητα των επεισοδίων που υπαγορεύουν οι θεατρικές συμβάσεις τις κάνει πιο ανάγλυφες.

  Μια κύρια εμμονή του Καζαντζάκη, που δεν φαίνεται τόσο στα μυθιστορήματά του, είναι ο απελπισμένος αγώνας του τραγικού ήρωα και η αξιοπρέπεια με την οποία αντιμετωπίζει τον αναπόφευκτο θάνατό του, αξιοπρέπεια που του απαγορεύει να τον αποφύγει, να τρέξει να σωθεί. Εδώ συναντάμε την υπαρξιακή «επιλογή» του Σαρτρ: επιλέγουμε την ουσία που θα δώσουμε στην ύπαρξή μας. Και η ελευθερία μας συνίσταται ακριβώς σ’ αυτή την επιλογή και όχι στις «αυθαίρετες πράξεις», τις actes gratuites του Καμύ. Ο υπεράνθρωπος μένει και αγωνίζεται, αντιμετωπίζοντας ατάραχος το αναπόφευκτο της μοίρας. Τα ανθρωπάκια το βάζουν στα πόδια.

  «Δεν είναι η Μοίρα παντοδύναμη· η ψυχή ’ναι

του ελεύτερου, του αγνού κι απελπισμένου ανθρώπου!» (σελ. 121).

  Για να εικονογραφήσει αυτή την «εμμονή» του ο Καζαντζάκης προβαίνει και σε ιστορικές αυθαιρεσίες. Εν τάξει, δεν μπορούμε να ξέρουμε αν αντιμετώπισε ο Νικηφόρος Φωκάς τους δολοφόνους του με αξιοπρέπεια ή όχι, όμως αδυνατούμε να πιστέψουμε ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας όδευε στην εκκλησία περιμένοντας το θάνατό του, προειδοποιημένος. Ο Καζαντζάκης τον παρουσιάζει όπως θα παρουσιάσει λίγο αργότερα το Χριστό στον «Τελευταίο Πειρασμό»: πιστεύοντας πως ο θάνατός του θα είναι χρήσιμος για την Ελλάδα, οδεύει θαρραλέα να τον συναντήσει.

  «Στο σύμφωνο με την Ελλάδα, όπου έχω βάλει

τη βούλα μου με το Θεόν εγγύη,

μπήκεν η ρήτρα ετούτη, πρώτη, Θοδωράκη:

«Αν τύχει κι είναι χρήσιμος, μπορεί, μια μέρα

ο θάνατός σου στην πατρίδα, Καποδίστρια,

να πεθάνεις!» Υπόγραψα, κι ως τίμιος άντρας

είμαι έτοιμος την ’πογραφή μου να τιμήσω.

  Εδώ βλέπουμε ότι ο Καζαντζάκης με λεκτικές ακροβασίες προσπαθεί να μείνει πιστός στον ιαμβικό δεκατρισύλλαβο, κάτι που δεν έκανε στις πρώτες του τραγωδίες. Να σημειώσουμε ακόμη ότι το μέτρο των χορικών είναι επίσης ο ανάπαιστος, και πάλι με ανισοσύλλαβους στίχους.

  Και ένα τελευταίο απόσπασμα:

«Σιχάθηκα τους Έλληνες· μοχτώ, παλεύω

πονώ και χάνουμε γι’ αυτούς μα δεν τους θέλω·

το αθάνατο το φως μολεύουν της Ελλάδας!» (σελ. 34).

  Τι να κάνουμε, αυτός είναι πάντα ο λαός. Αυτό το κατάλαβε πρώτος και καλύτερος ο Μωυσής, όταν κατέβηκε από το όρος Σινά.

  Εδώ ο Καζαντζάκης συναντάει τον Νίτσε. Περιφρονεί τον απλό λαό, μόνο η ηρωική προσωπικότητα τον ενδιαφέρει. Βέβαια στο «Ο Χριστό ξανασταυρώνεται» θα παρουσιάσει μια προσωπικότητα που προβάλει μέσα από τον απλό λαό, το Μανωλιό. Και ο Καπετάν Μιχάλης δεν είναι κάποια ιστορική διασημότητα. Όμως στις τραγωδίες του ο Καζαντζάκης είναι ειδολογικά περιορισμένος.

  Ο λαός είναι πάντα αυτός που είναι, δεν μπορεί να έχει τα χαρακτηριστικά των μεγάλων προσωπικοτήτων. Οι δημαγωγοί υπάρχουν γιατί υπάρχει ο δήμος. Το αν θα τον περιφρονήσεις ή θα τον αγαπήσεις δεν εξαρτάται από το λαό, εξαρτάται από εσένα. Ακόμη και στην άρια φυλή ξεχωρίζουν οι ηγέτες από τις μάζες, γι’ αυτό ο Χίτλερ είχε δώσει τόση σημασία στην προπαγάνδα, δηλαδή στο παραμύθιασμα του απλού λαού.

  Κάποιοι αγαπούν τον λαό, κάποιοι τον περιφρονούν. Όποιος κι αν είναι ο λαός, ας τον αγαπούμε, όπως ο Σολωμός.

  Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ και αγαπημένε.

Πάντοτε ευκολόπιστε και πάντα προδομένε.

No comments:

Post a Comment