Wednesday, January 13, 2010

Κωστής Φραγκούλης, ο ποιητάρης


Κωστής Φραγκούλης, ο ποιητάρης

Το κείμενο της παρουσίασης του ποιητικού έργου του κρητικού λογοτέχνη Κωστή Φραγκούλη στον Σύλλογο Ιεραπετριτών, Ναυαρίνου 7, την Τρίτη 5 Μαρτίου 2002. Αναρτήθηκε στο Λέξημα και στο blog μου.

Απόθαν’ ο Ανταίος,
κι ο δεκαπεντασύλλαβος γροικά σφαή στα σπλάχνα
κι η μαντινάδα μάρμαρο, κλιτή, δε βγάνει άχνα.

  Αυτοί οι στίχοι βρίσκονται κάτω από τη φωτογραφία του Κωστή Φραγκούλη στο δισέλιδο αφιέρωμα της «Διεξόδου», δισεβδομαδιαίας εφημερίδας της Ιεράπετρας, πέντε μέρες από τότε που έφυγε από τη ζωή, την Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2005. 
  Για το ποιητικό έργο του Ανταίου, όνομα με το οποίο υπόγραφε πολλά κείμενά του ο Κωστής Φραγκούλης, μιλήσαμε πριν τρία χρόνια στον Σύλλογο Ιεραπετριτών, Ναυαρίνου 7, και συγκεκριμένα την Τρίτη 5 Μαρτίου 2002.  Σαν ελάχιστη τιμή στη μνήμη του καταθέτω την ομιλία που έκανα εκείνη τη βραδιά. Στο τέλος παραθέτω το θαυμάσιο ριζίτικο με το οποίο τον αποχαιρέτησε στον τάφο του ο ανιψιός του Νίκος Πετράκης, πρόεδρος του ΟΑΣ και τέως δήμαρχος Σητείας.

Κωστής Φραγκούλης, ο Δίφoρος

    Ο Κωστής Φραγκούλης είναι μοναδική περίπτωση στη λογοτεχνία μας, και χαίρομαι που μου δίνεται η ευκαιρία με την αποψινή βραδιά να μιλήσω γι’ αυτόν.
  Όπως και ο Κορνάρος γεννήθηκε στη Σητεία, στο χωριό Λάστρος, στις 7 Νοεμβρίου του 1905. Στα δεκαπέντε του χρόνια μετακόμισε στο Ηράκλειο, όπου εργάστηκε σαν τυπογράφος. Ο πατέρας του δεν τον άφησε να προχωρήσει παραπέρα στα γράμματα, κι έτσι τέλειωσε μόνο το δημοτικό. Το 1929 πήγε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε επίσης ως τυπογράφος. Το 1937 παντρεύτηκε στην Αθήνα την Σοφία Τριαντάφυλλου ή Σπετσιώτη από τη Σαντορίνη και απέκτησαν δυο γιους, το Στέλιο και το Γιάννη. Το 1940 πολέμησε στην Αλβανία. Την κατοχή, με την οικογένειά του, έζησε στη Λάστρο, αγρότης και γραμματικός της κοινότητας. Το 1946 μετακόμισε οριστικά στο Ηράκλειο όπου εργάστηκε ως τυπογράφος και αργότερα άνοιξε δικό του τυπογραφείο, το οποίο διατηρούν μέχρι σήμερα τα παιδιά του.
  Την πρώτη ποιητική του συλλογή με τίτλο «Ανοιχτά φτερά» την τυπώνει το 1930. Θα καθυστερήσει 31 ολόκληρα χρόνια μέχρι να βγάλει τη δεύτερη ποιητική του συλλογή, τα «Δίφορα» (Ηράκλειο, 1961). Μετά από 27 χρόνια, το 1988, θα βγάλει και τη δεύτερη ποιητική του συλλογή, με τον ίδιο τίτλο «Τα δίφορα, βιβλίο δεύτερο». Είναι η συλλογή που θα του δώσει την επίσημη αναγνώριση, με τη βράβευσή της από την Ακαδημία Αθηνών. Μετά από εννιά χρόνια επανεκδίδεται (1997).
  Το πεζογραφικό έργο του Φραγκούλη, κυρίως διηγήματα, είναι επίσης πολύ σημαντικό. Έχει δημοσιεύσει τέσσερις συλλογές διηγημάτων: «Στον κύκλο του μαχαιριού», 1971, «Η Κατσιφάρα, χρονικά της μάχης της Κρήτης», 1974, «Οργισμένα στάχυα», 1980, «Η ρούσικη καμπάνα», 1982 και ένα μυθιστόρημα, «Το προξενιό του Πολυδώρου», 2000, ενώ υπό έκδοση βρίσκεται ένα ακόμη βιβλίο, «Τα κρητικάνθεμα», συλλογή με κρητικές μαντινάδες.
  Πολλές μαντινάδες καθώς και ποιήματα του Κωστή φραγκούλη-Ανταίου έχουν δημοσιευτεί τις τελευταίες δεκαετίες σε εφημερίδες και περιοδικά, κυρίως ως ένθετα, ως ποικίλματα των περίφημων χρονογραφημάτων του ή ακούονται τα τελευταία δέκα - δώδεκα χρόνια από το Ραδιο-Κρήτη μέσα στα μοναδικά ραδιοχρονογραφήματά του που του εξασφάλισαν και τον ζηλευτό τίτλο του αρχαιότερου ραδιοσχολιαστή του κόσμου. 
  Ο Κωστής Φραγκούλης έχει μια τέτοια ποιητική φλέβα που αν βημάτιζε με τον ποιητικό ρυθμό της εποχής του, αν έγραφε δηλαδή όπως γράφουν σήμερα οι ποιητές, σε ελεύθερο στίχο και με πιο σύγχρονες θεματικές, αναμφίβολα θα ήταν το ίδιο γνωστός όπως οι άλλοι μεγάλοι κρήτες λογοτέχνες, ο Καζαντζάκης, ο Κονδυλάκης και ο Πρεβελάκης. Όμως ο Κωστής Φραγκούλης εμπνέεται από τις θεματικές του δημοτικού τραγουδιού και από τη μουσικότητα του στίχου του.
   Ο Κωστής Φραγκούλης έχει σαφέστατη αντίληψη ότι η ποίησή του είναι παλιομοδίτικη, και γι’ αυτό την τιτλοφορεί με αυτό τον τίτλο: «Δίφορα», όπως τα δίφορα μήλα που είναι εκτός εποχής. Και γράφει σχετικά, εν είδει προλόγου, την εξής μαντινάδα στην πρώτη συλλογή:

  Αγάπη που ’ρθει πάρωρα σα μήλο δίφορό ’ναι,
  απού πομένει στα κλαδιά και τα πουλιά το τρώνε.

  Ο Φραγκούλης δεν γράφει στον ζευγαρωτό στίχο της μαντινάδας, στίχο στον οποίο γράφηκαν τα αριστουργήματα της Κρητικής Αναγέννησης. Ο στίχος αυτός είναι ξενόφερτος, από τους ενετούς. Ο ανομοιοκατάληκτος στίχος είναι ο στίχος του δημοτικού μας τραγουδιού. Η στρατιωτική και πολιτική εισβολή των ενετών σταματάει στα ριζά των βουνών. Το ίδιο και η γλωσσική και η πολιτιστική. Οι ελληνόφωνοι της Ιταλίας διατηρήθηκαν στα ριζά, και όχι στους κάμπους. Έτσι και το δημοτικό μας τραγούδι στην Κρήτη δεν αλώθηκε στα ριζίτικα, το μόνο δείγμα ανομοιοκατάληκτης δημοτικής ποίησης που έχουμε.
  Ο Σολωμός, επηρεασμένος από την Κρητική Αναγέννηση, ξεκινάει να γράφει το έργο του «Ελεύθεροι πολιορκημένοι» στον στίχο του «Ερωτόκριτου» με τη ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία. Όμως στο τρίτο και τελευταίο σχεδίασμα τον εγκαταλείπει, καταφεύγοντας στον ανομοιοκατάληκτο στίχο του δημοτικού τραγουδιού, νιώθοντας ότι αυτός ταιριάζει περισσότερο στο θέμα του και στην ιδιοσυγκρασία του.
  Ο Κωστής Φραγκούλης, αν και ζει στην Κρήτη και είναι πιο άμεσα επηρεασμένος από τη ρίμα, γράφει εν τούτοις σε ανομοιοκατάληκτο στίχο. Έτσι, μελετώντας την ποίησή του, μπορούμε να πάρουμε μια ιδέα για το πώς δημιουργήθηκε το δημοτικό τραγούδι.
  Τα δημοτικά τραγούδια δεν φτιάχτηκαν από το λαό, αλλά από συγκεκριμένα προικισμένα άτομα σαν τον Φραγκούλη. Τα τραγούδια αυτά μετά διαδόθηκαν από άτομο σε άτομο, και κάποια στιγμή ήλθαν οι λαογράφοι και τα κατέγραψαν. Και μπαίνει το ερώτημα: πιο είναι ποιητικά ανώτερο, η αρχική γραφή του εμπνευσμένου λαϊκού ποιητή ή η μεταγενέστερη καταγραφή του λαογράφου;
  Μια τέτοια σύγκριση δεν μπορεί να γίνει, μια και δεν σώθηκαν τα αρχικά κείμενα, που σίγουρα υπήρξαν. Μόνο η μαντινάδα μπορεί να λειτουργήσει εκατό τοις εκατό προφορικά, ενώ τα πολύστιχα ποιήματα χρειάζονται οπωσδήποτε μια αρχική επεξεργασία πάνω σε χαρτί.
  Μπορούμε όμως να κάνουμε εικασίες. Ξέρουμε για παράδειγμα ότι η «Ερωφίλη» έγινε δημοτικό τραγούδι στη Στερεά Ελλάδα και αλλού. Συγκρίνοντας τώρα το δημοτικό τραγούδι με τα αντίστοιχα αποσπάσματα της «Ερωφίλης», βλέπουμε το πρώτο αισθητικά, αισθητά κατώτερο.
  Γι’ αυτό το λόγο δεν πρέπει να εκπλησσόμαστε βρίσκοντας τα ποιήματα του Κωστή Φραγκούλη αισθητικά πολύ ανώτερα από πάρα πολλά δημοτικά μας τραγούδια. Αυτό μας υποβάλλει την ιδέα ότι οι μεταγενέστερες καταγραφές του δημοτικού τραγουδιού είναι σίγουρα κατώτερες από την πρώτη γραφή. Και ένας λόγος φαντάζομαι είναι ότι οι αναμεταδότες του δεν ήταν τόσο προικισμένοι όσο ο αρχικός δημιουργός, και οι αλλοιώσεις στίχων, οι απλοποιήσεις και οι παραλείψεις οφείλονται στις ανάγκες ευκολότερης απομνημόνευσης, ενώ οι προσθήκες δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι αισθητικά καλύτερες από τους αρχικούς στίχους του ποιητή.
  Πρώτο χαρακτηριστικό λοιπόν της ποίησης του Κωστή Φραγκούλη είναι ο ανομοιοκατάληκτος ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος στίχος του δημοτικού τραγουδιού.
  Το επόμενο χαρακτηριστικό είναι η πλατειά χρήση κρητικών λέξεων. Είναι αξιοπερίεργο το γεγονός ότι συναντά κανείς στα ποιήματα του Φραγκούλη μια πυκνότητα αγνώστων λέξεων πολύ μεγαλύτερη απ’ ότι στον Ερωτόκριτο. Μόνο στα δεύτερα «Δίφορα» βλέπουμε να υποχωρούν οι άγνωστες λέξεις. Παρατίθεται βέβαια στο τέλος και των δυο τόμων γλωσσάρι, που όμως δεν βοηθάει ιδιαίτερα, καθώς κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να είχε τουλάχιστον διπλάσια έκταση.
  Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για γλωσσική εκζήτηση. Πιστεύω όμως ότι ο κύριος λόγος είναι, κυρίαρχος άλλωστε στην επαρχιώτικη ηθογραφία, να διασωθούν λέξεις που η εξέλιξη της γλώσσας έχει σπρώξει στο περιθώριο.
  Οι εκφραστικοί τρόποι του Φραγκούλη είναι ατόφιοι εκείνοι του δημοτικού τραγουδιού, και μάλιστα συναντούνται επίσης σε μεγάλη πυκνότητα. Θα αναφέρουμε κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα.

  1. Οι λεγόμενες άσκοπες ερωτήσεις.
  Μην είναι η πέτρα θρούβαλη, μη φταίνε τα θεμέλια;...
  μηδέ κι οι πέτρες φταίνε σας, μηδέ και τα θεμέλια
  μηδέ που δε νηστεύγετε και νόμο δε βαστάτε,
  μόνο του Πρωτομάστορα η όμορφη γυναίκα. 27A   

    Το παραπάνω τραγούδι είναι μια παραλλαγή από το «Γιοφύρι της Άρτας».
 
  Ιντά ναι το συντάχαλο στσι Σφακιανές μαδάρες
  το μπαλοτίδι κι ο καπνός, οι σκιόποι που γροικούνται;
  Τούρκοι μην επεράσανε, αγάδες μην εβγήκα
  να μαγαρίσουν τα Σφακιά, τ’ Ασκύφου να πατήσου;
  Δεν είναι ορντού που μάχεται, Τούρκοι που πολεμούνε.
  Μια κοσαρέ Βολακιανοί, αδέλφια κι αξαδέλφια
  σύντεκνοι, φίλοι κι εδικοί, αγριομαδαρίτες,
  εκλέψα με τραϊτοριά του Λια την ψυχοκόρη. 47Α

  Τίνος η μπόλια η πλουμιστή και τα ξανθά κουρλάκια;
  Μην ειν’ αγγέλου τ' ορανού, μην είναι τ’ αρχαγγέλου,
  μην είναι τση πεντάμορφης που ζει στα παραμύθια;
  Δεν είν’ αφέντη, βασιλιά, τ’ αγγέλου, τ’ αρχαγγέλου
  δεν είναι τσι πεντάμορφης που ζει στα παραμύθια,
  μόνο τση κόρης του παπά, που βάνει μαύρη σκέπη
  και πάνε ντη για καλογρά σ’ αλάργο μοναστήρι. 117Β

  2.  Επαναφορά. Είναι η επανάληψη λέξεων όπως:

Και μιαν αυγή, μια ταχυνή, τ’ Απριλομάη μέρα 55Β

Φύγε κουτσέ, φύγε ζαβέ, ανεποδιάρη λείπε, 116Β

Πλια τσι μεθούν τα μάτια τζη, παρά το κέρασμά τζη,
πλια ρέγουνται τα χείλια τζη, παρά τ’ αθότυρά τζη,
πλια λαχταρούν το μπέτη τζη παρά τ’ οφτό που τρώνε. 120Β

Στη γούρνα της ελεύτερης μόσκος κουτσουναρίζει,
στη γούρνα τση κορασονιάς αθόνερο καθάργιο,
στη γούρνα τση μαυρόχηρας σταλάζει μαύρο δάκρυ. 118Β

3.  Η επαναφορά συνήθως βρίσκεται μαζί με τα τρίκωλα.

Πέμπει τση μήλο προξενειά, πέμπει τση δαχτυλίδι,
πέμπει τση πόλης τα κλειδιά να του τη λογοστέσεις...
Δίδει του προύκα τα Χανιά, τη Στεία πανωπρούκι,
Το Κάστρο και το Ρέθεμνο δίδει του γι’ αρρεβώνα. 108Α

Τσι νιους να παίρνεις κατσιρμά, με κόμπο τσ’ αντρειωμένους
και τσι καλοστεκούμενους, χωσά να τωσε στένεις. 92Α

Τα κάλλη κάστρα καταλυούν, τα μαύρα μάτια χώρες
κι οι τραχηλιές τω γυναικώ πύργους ξεθεμελιώνουν. 108Β

4. Ισομετρικός παραλληλισμός.

Του Δούκα ο γιος τη ρέχτηκε, τ’ αρχόντου ο γιος τη θέλει. 108Α

Την πρίκα μου κάνω χαρά, τη στενοχώρια γέλιο. 60Β

κι οι στράτες δεν τσι βάνουνε, τσαρσά δεν τσι χωρούνε. 104Β 

5.  Ισομετρική ταλάντωση.

Το να σκαμνάκι γίνεται, τ’ άλλο θρονί του Ρήγα. 69Β

6.  Σύνθετες λέξεις. 

Και νιους κυπαρισσόκορμους, ανοιχτοκουταλάτους. 67Α

Χαρύνω σε που κάθεσαι στο κούτελο τση τάβλας,
λιγνή, κυπαρισσόκορμη και κοντυλογραμμένη,
κι ανεγυρίζεις το σκοπό, περδικοκελαϊδίστρα. 

7.  Τo σχήμα «όλοι εκτός από ένα».

Εζευγαρώσαν τα πουλιά κι ένα δε ζευγαρώνει. 18Α

Όλοι παινιούνται για το βιος, τα πλούτη, τα καλά ντως...
ο Κωνσταντής ο ρέμπελος μόνο που δεν καυκιέται. 84Β

8.  Προσωποποιήσεις.

 Ένα πουλάκι τση γροικά κι εστάθη στο κλωνάρι
-Οψές, το προσαργάτινο, τον είδαμε στη στράτα
ταίρι με μιαν αρχόντισσα και πάει σε πανεγύρι. 21Α

Το κυπαρίσσι το ψηλό, το μαυροφορεμένο,
που το σαλεύγει και λυγά ό,τι καιρός φυσήξει,
τση λεμονιάς συζήλωσε που ρέμπει στα περβόλια
και δένει αθό την άνοιξη, καρπό το καλοκαίρι.
-Εσύ ’σαι μέσα στα νερά, στσι κήπους ριζωμένη... 24Β

Οι μήνες εμονιάσανε σε πανεγύρι απάνω.
Ένας παινά τα έχει ντου, ο άλλος τα καλά ντου....91Β 

9. Λαϊκές εκφράσεις και δάνειους στίχους.

Μη λυπηθείς αγιού κερί και κοπελιού κουλούρι. 99Β

Να κόψω αρνιά στο έμπα μου, στο έβγα προβατίνες. 86Α

Και σαν το Σαραντάπηχο, το Διγενή να κάμου,
που χίλιους στο έμπα ήκοβγε, στο έβγα δυο χιλιάδες
και στ’ αναμεταγύρισμα, δεν ηύρισκε να κόψη. 65Β

Τρώτε και πίνετε άρχοντες, κι εγώ θα σας δηγούμαι. 37Β

Πότε θα κάμει ξαστεργιά, πότε θα φλεβαρίσει. 41Β

Και κάνουν μάνες δίχως γιους, γυναίκες δίχως άντρες. 98Β

Έκανε μάνες δίχως γιους, γυναίκες δίχως άντρες. 114Β

Μάνα, σαν έρθου φίλοι μας, σαν έρθου εδικοί μας. 45Β 

10. Εικονοπλασία με ήλιο, φεγγάρι, άστρα κ.λπ.

 Έχει στα ξάρτια την πηλειά, στσ’ αντένες το φεγγάρι. 85Β

Βάνει χαρτί τον ουρανό, τη θάλασσα μελάνι,
τσ’ αγιορανούς απού περνούν γλήγορους ταχυδρόμους. 113Β

11. Οι μεταφορές πέρδικα κι αητός, για τον νέο και τη νέα.

Ως κατεβαίνου στο νερό οι πέρδικες αράδα...
έτσα λοής συμπορπατούν κι οι κοπελιές στη βρύση. 107Β 

12.  Ιδιαίτερα κρητικά χαρακτηριστικά είναι κάποια δίστιχα που παρεισφρέουν.

Σε διχταμένιο πάπλωμα, λεμοναθένιο στρώμα
και λέγα ντως τα παστικά, του Φόδελε τ’ αηδόνια. 63Β

Πήγαν οι νιοι στη χάρη του, γραμματικοί, δασκάλοι,
νοικοκυροί, πρωτόσκολοι, βοσκοί και κουραδάροι. 94Β

«ο κόσμος είν’ ένα δεντρί κι εμείς το πωρικό ντου
κι ο χάρος είναι τρυγητής και παίρνει τον καρπό ντου».

Καθώς είναι σε παρένθεση, μάλλον είναι δάνεια μαντινάδα.
Να κόψω θύμο και μερτιά και δάφνη να τα στρώσω
στο δώμα, στην αστροφεγγιά και στου βουνού το δρόσο. 78Α

Εδώ βλέπουμε τον ένα από τους δυο μόνο διασκελισμούς που συναντήσαμε και στις δυο συλλογές. Ο άλλος είναι

Να πάω πρώτα να πλυθώ στση μάνας μου, να βγάλω
του Νάδη την αναλουσά, τση κάτω γης τη μούχλα. 112Β 

13.  Επίσης συναντούμε τα ημιστίχια του ριζίτικου, που δίνουν ένα εντυπωσιακό εφέ τέλους.

Να ξεσμιλιώνω με δαδί, με φέξη να προβαίνω,
να κάνω αγίδα τω βοσκώ, να βρουν τα μονοπάτια,
περίττου, να ’ναι βόσκισσες... 95Β

κι οι κούνιες τω μωρώ παιδιώ, άδειες φωλιές και μαύρες
που τως επήραν τα πουλιά

  Μια από τις κυρίαρχες θεματικές του Κωστή Φραγκούλη που εκφράζεται με το μοτίβο του χάρου είναι όχι ο φόβος του θανάτου, αλλά η λαχτάρα γι’ αυτή τη ζωή. Μετρήσαμε δέκα τέτοια ποιήματα. (42, 43, 66 Α και 18, 29, 32, 52, 86, 112, 119, 134, 135,143 144, 117Β).

  Η αγάπη για τη ζωή εκφράζεται πολύ χαρακτηριστικά στο ποίημα «Ο απόσωστος».
  Τα ερωτικά του είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, και κυρίως αυτά που υμνούν τη γυναικεία ομορφιά, άφθονα στη Β΄συλλογή. Είναι αξιοπρόσεκτη η επινοητικότητα με την οποία μπαίνει στο θέμα του.
  Ανάμεσα στα μοτίβα που χρησιμοποιεί για να μπει στο θέμα του είναι και αυτό της καλογριάς, που πέφτουν θύμα του έρωτα: «Η καλογριά» 73Α και «Η παπαδοπούλα» 117Β.
  Άφθονα είναι τα φυσιολατρικά εκείνα που υμνούν τις ομορφιές της Κρήτης. 24Α, 46Α, 100Β κ. ά. Και εδώ επίσης είναι ιδιαίτερα επινοητικός. Η μεταφορά της φύσης ως εκκλησίας υπάρχει τουλάχιστον σε δυο ποιήματά του.
  Υπάρχουν τραγούδια για την ειρήνη, όπως «Ειρηνικό» 58Α, «Ειρήνη υμίν» 123Β, «Σταθείτε...!» 129Β και το «Παραλλαγή» 133Β, «Το νταβαέτι» 141Β.
  Γράφει επίσης σε θεματικές άλλων δημοτικών τραγουδιών, όπως «Τση Λυγερής» 62Α, που στηρίζεται στο θέμα του ριζίτικου «μάνα κι αν έλθουν οι φίλοι μου», ο πεθαμένος που λέει στη μάνα του να μη πει για το θάνατό του. Το ίδιο και στο ποίημα «Ο γέρο χαΐνης» 122Β.
  «Ο Μιχελής» 81Α έχει ως θέμα τον ετοιμοθάνατο που δίνει παραγγελιές.
  Υπάρχει επίσης ένα ποίημα για την βεντέτα, θέμα που απασχολεί τον Φραγκούλη και σε ένα διήγημά του.
  «Ο Φταίχτης» 27Β έχει το ίδιο θέμα με του δημοτικού τραγουδιού «Της Άρτας το γιοφύρι».
  Σημειώνουμε ακόμη το ποίημα «Τση Φράγκισσας» 88Α, που είναι μια παραλλαγή της «Φαίδρας». Ο γιος ερωτεύεται την αρραβωνιαστικιά του πατέρα του τού Δούκα, πράγμα που θα οδηγήσει στην αλληλοεξόντωση πατέρα και γιου.
  Σημειώνουμε επίσης τα «Κάλαντα του βοσκού» και «Τα κάλαντα του ζευγά», στον πρώτο τόμο, καθώς και το ποίημα για το γέρο καπετάνιο, τον Ντερμιτζή 110Β.

    Για τον πεζογράφο Φραγκούλη δεν θα μιλήσουμε απόψε. Δεν μας παίρνει ο χρόνος και δεν έχουμε υπόψη μας όλο το πεζογραφικό του έργο, παρά μόνο τη συλλογή «Στον κύκλο του μαχαιριού», που είναι η πρώτη του συλλογή (1971), την οποία ακολουθούν άλλες τρεις. Παρόλο που το ποιητικό του έργο έχει περισσότερο φιλολογικό ενδιαφέρον για τους λόγους που εκθέσαμε, και το πεζογραφικό του δεν είναι κατώτερο. Τα δύο πρώτα διηγήματα είναι κορυφαία της συλλογής, καθόλου κατώτερα του Κονδυλάκη και του Παπαδιαμάντη. Μάλιστα ο Φραγκούλης, πιστεύω ως θαυμαστής του Παπαδιαμάντη, γράφει τα δυο τελευταία διηγήματα της συλλογής στην καθαρεύουσα. Ελπίζω να μπορέσω να βρω και τις υπόλοιπες συλλογές των διηγημάτων του, και να μιλήσω σε μιαν άλλη ευκαιρία γι αυτές.

Ιντά χου τση Κρήτης τα βουνά και κλαίνε και θρηνούνται
κι οι θάλασσες μοιρολογού κι ο ουρανός δακρύζει;
Δεν ειν’ μαχαίρι γη φωτιά, αμάχες γη Κουρσάροι
μηδ’ αλυσίδες τσι σκλαβιάς, μηδέ τ’ οχτρού τα βόλια.
Μισεύγει ο γέρο- δάσκαλος, ο ποιητής τση Κρήτης,
οπού τραγούδιε τσ’ ομορφιές και τσι χαρές του κόσμου
και τη πρεπιά τω κρητικό – τ’ άγια των αγίω,
και τ’ άφηκε χρυσόβουλο, Βαγγέλιο κι Αλφαβήτα,
να τα διαβάζου τα παιδιά, να τα δηγούνται οι γέροι,
να τα γρικούν οι άγουροι τη στράτα να διαλέγου.
Μισεύγει ο γραμματικός με το χρυσό κοντύλι.
Σκύβου και τον ξεπροβοδού η Λάστρος κι η Σητεία,
Το Ρέθεμνος και τα Χανιά, το Κάστρο, το Λασίθι.
Και τ’ αγριολούλουδα τση γης και τα πουλιά τση Κρήτης,
οι σταυραετοί κι οι πέρδικες, οι γλάροι και τ’ αηδόνια,
εμαυροφορεθήκανε και σκύβου το κεφάλι,
τιμή και δόξα του άρχοντα, που πάει στον άλλο κόσμο.
Κι από του Νάδη το κελιά τσ’ αυλές του Παραδείσου
γροικάται χλαλοή πολλή και λύρες και λαούτα,
’ποδέχονται το δάσκαλο, τση Κρήτης τη κορώνα
ρεσπέροι και γραμματικοί, αρχόντοι και λυράροι
κι όλοι του Νάδη οι Κρητικοί...
Πρώτος ο μέγας άρχοντας ο ποιητής Κορνάρος.
Φιλεί τον κι αγκαλιάζει τον και σ’ ασημένιο δίσκο
χαρίζει του χρυσό κλειδί, κλειδί του Παραδείσου.
Κι «αθάνατος» εκούστηκε φωνή πολλά μεγάλη
και φως επεριχύθηκε κι ήλαψε ο Κάτω Κόσμος.
Και κάθουνται γυρού-γυρού στσι τάβλες τσι στρωμένες
και τραγουδού του νιόφερτου τη παινεμένη Κρήτη,
τ’ πάνω κόσμου τα καλά, τση νιότης τα τσαλίμια,
την ομορφιά των γυναικώ και των αντρώς τη πράξη.
Κι απηλογάται ο ποιητής τ’ άφηκε διαθήκη,
πως «είν’ ωραία η ζωή και οι χαρές του κόσμου,
η ομορφιά, ο έρωντας, η Κρήτη που έχω εντός μου».
Κι έγιν’ ο τόπος μια ομορφιά και ο Κάτω Κόσμος Κρήτη.

No comments:

Post a Comment