Wednesday, January 20, 2010

Τα γατάκια μου: Παρατηρήσεις πάνω στη συμπεριφορά της γάτας


  Αυτό το κείμενο πρέπει να γράφτηκε σε ελάχιστες μέρες, και ολοκληρώθηκε στις 20-9-1979. Εκείνη την εποχή μόλις είχα μεταφράσει το «Η πίσω όψη του Καθρέφτη» του νομπελίστα Κόνραντ Λόρεντς, και πιθανότατα και το «Αγάπη και μίσος» του Ειρηναίου Άιμπλ-Άιμπεσφελτ για τις εκδόσεις Θυμάρι. Ήμουν ενθουσιασμένος με την ηθολογία, αυτό τον κλάδο της βιολογίας που μελετά τη συμπεριφορά των ζώων αλλά και των ανθρώπων, και είχα πέσει με τα μούτρα στο διάβασμα άλλων συναφών βιβλίων. Εδώ καταγράφονται οι προσωπικές μου, «ηθολογικές», παρατηρήσεις, πάνω στα γατάκια μου, στο πατρικό μου σπίτι, στο Κάτω Χωριό της Ιεράπετρας. Καθώς είναι σε κάποιο βαθμό αυτοβιογραφικό,  δεν θα ήθελα με τίποτα να το χάσω. Έτσι αποφάσισα να το αντιγράψω στο κομπιούτερ. Το κείμενο αυτό, με αρκετές κρητικές λέξεις, δεν το είχα γράψει με σκοπό τη δημοσίευση. Τώρα όμως νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να δημοσιευθεί.
  
  Αυτές οι σελίδες γράφονται με κάποια καθυστέρηση για κάποιους ειδικούς λόγους. Ελπίζω να μην έχει επιδράσει αυτή η καθυστέρηση πολύ αρνητικά πάνω στο ό,τι είχα να γράψω πριν ένα μήνα. Θα διευκολύνει πιστεύω και το ότι ξαναβρίσκομαι στο πατρικό μου, δηλαδή κοντά στα γατάκια μου.
  Γιατί τα αγαπώ πολύ τα γατάκια. Μια αγάπη, σωστή imprinting, που ξεκινάει από πολύ παλιά. Θυμάμαι καθαρά τα ίχνη της όταν ήμουν δεκαπέντε χρονών, μαθητής τρίτης γυμνασίου.
  Ξύπνησα ένα πρωί από τις φωνές της μητέρας μου: «Ω ’να κατσουλάκι, είντα όμορφό ’ναι». Η διατύπωση και ο τόνος ήσαν τόσο αυθεντικά, έδειχναν τόσο χαρακτηριστικά τη συγκίνησή της, ώστε η φράση μου έμεινε για πάντα εντυπωμένη στο μυαλό. Σηκώθηκα πάνω και βρέθηκα μπροστά πράγματι σε ένα ωραιότατο άσπρο γατάκι, τοσοδούλικο. Το βάφτισα αμέσως «γιγαντάκο».
  Δυσκολεύτηκα βέβαια να πιάσω μαζί του φιλίες. Τα γατάκια που μεγαλώνουν μέσα σε φυσικές συνθήκες είναι πάντα άγρια (Το σπίτι μας είναι στην άκρη του χωριού, μέσα στα περβόλια). Δεν γνωρίζουν αμέσως τον άνθρωπο, για να τον συμπαθήσουν. Η μητέρα τους τα μεγαλώνει σε ένα κρυφό μέρος, και μόνο όταν μεγαλώσουν αρκετά, τα «ξετουλουπώνει». Το δικό μας γατάκι δεν έμαθα ποτέ πώς ξέπεσε σπίτι μας, δεν θα πρέπει όμως να ήταν της γάτας μας, θυμάμαι.
  Το γατάκι είναι ελκυστικό σαν μωρό: θέλεις να το πιάσεις αμέσως να το παίξεις. Μόνο που, σαν το μωρό, φοβάται τους ξένους. Και μια και το δικό μας ήταν άγριο, δεν στάθηκε βέβαια να μου κάνει το χατίρι: χώθηκε αμέσως μέσα σε ένα δαίδαλο από σακιά με σταφίδα που ήταν στημένα δίπλα δίπλα στην αυλή. Δεν ήταν και εύκολο να το ξετρυπώσεις από εκεί μέσα. Τελικά βέβαια τα κατάφερα και το άρπαξα, το ίδιο όμως δεν φάνηκε να ενθουσιάστηκε και πολύ, γιατί με «τσάφισε» αμέσως με τα νύχια του.
  Βέβαια τελικά δεν άντεξε και γίναμε φίλοι. Φίλοι, όπως ξέρουμε όλοι μας ότι γίνονται τα παιδιά με τα γατιά. Παίζαμε μαζί, και αυτά τα παιχνίδια ήταν για μένα μια αληθινή ανακούφιση, όπως και τώρα, γιατί δεν αποτελούσαν τον κανόνα, παρά την εξαίρεση στις δραστηριότητές μου. Μόλις είχα πιάσει «σοβαρά» διαβάσματα. Παρατώντας το μυθιστόρημα είχα πέσει με τα μούτρα στον Νίτσε. Ήταν βαρύς και δύσκολος, όμως, όπως έμαθα μετά, ήταν ότι πρέπει για τις παιδικές ηλικίες: λυρικό ξεχείλισμα, ορμητικότητα, αμφισβήτηση, απέχθεια κάθε συστηματικής σκέψης- ίσα ίσα στα μέτρα της εφηβείας. Έτσι λοιπόν μετά από κάθε κεφάλαιο λίγο παιχνίδι με το γατάκι μου ήταν ότι έπρεπε.
  Το τίμησα όμως κι εγώ δεόντως για τη φιλία του: το έβαλα και πρωταγωνίστησε στο χριστουγεννιάτικο ημερολόγιό μου, μια σειρά από χιουμοριστικές ιστορίες από τα παιχνίδια μας, που ο φιλόλογός μου τις πιστοποίησε για υπέροχες, και προεξόφλησε το λογοτεχνικό μου ταλέντο. Αν και το ίδιο το γατάκι νομίζω ότι θα εξετίμησε περισσότερο τα «μεζεδάκια» που του έδινα καθημερινά. Και το τονίζω αυτό γιατί η διατροφή στις γάτες στα χωριά δεν είναι η ίδια με τη διατροφή των γατιών των σαλονιών: εδώ τρώνε μόνο αποφάγια, και ο κύριός τους ρόλος δεν είναι να τα παίζουν τα παιδιά, αλλά να τρώνε ποντίκια.
  Τη σημασία αυτού του ρόλου είχα την ατυχία να τη γνωρίσω πολύ χαρακτηριστικά.
  Ο Έγκελς νομίζω γράφει κάπου ότι κάτι πρώιμα χειρόγραφά του με τον Μαρξ τα είχαν αφήσει «στην αδυσώπητη κριτική των ποντικών». Έτσι κι εγώ, είχα αφήσει τη βιογραφία μου (την έγραψα δευτεροετής, το καλοκαίρι του 70, και την συμπλήρωσα τεταρτοετής, 1972) στην ίδια αδυσώπητη κριτική, έλεγα ανεκδοτολογώντας γι αυτά τα πρώιμα λογοτεχνικά και αρκετά εγωκεντρικά ξεσπάσματα. Μόνο που για μένα η έκφραση δεν ήταν μεταφορική αλλά κυριολεκτική. Ένα καλοκαίρι είχαμε πλημμυρίσει από ποντικούς. Οι ξύπνοι χωριάτες για να σώσουν τα μύγδαλά τους (αυτά κυρίως έτρωγαν) γέμισαν τα περβόλια δηλητήριο. Οι γάτες έτρωγαν έτοιμο φαγητό από τα δηλητηριασμένους ποντικούς με αποτέλεσμα να τους κάνουν παρέα στον άλλο κόσμο. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα όχι μόνο να μη ξοφληθούν ο ποντικοί, αλλά να πλημμυρίσουν κυριολεκτικά τον τόπο. Εν τω μεταξύ όσοι δεν είχαν πάθει ανοσία, είχαν αρχίσει να «μυρίζονται» το δηλητήριο και δεν τσίμπαγαν. Έτσι έμπαιναν και στα σπίτια (όταν λείπει ο γέρος κάτης, όλοι οι ποντικοί χορεύουν) και από το δικό μας, εκτός από αρκετά ρούχα που μας έφαγαν τρυπώντας το μπαούλο, είχαν αρχίσει να βάζουν χέρι (ή μάλλον δόντι) και στα βιβλία μου. Ευτυχώς τη βιογραφία μου δεν θα την είχαν βρει ιδιαίτερα νόστιμη, γιατί έφαγαν μόνο το περιθώριο. Το ίδιο το κείμενο φαίνεται δεν τρωγότανε. Την κατάσταση (τα ρούχα μας δηλαδή) τη σώσαμε παίρνοντας ένα γατάκι. Ήταν πολύ μικρό και νομίζω ότι σε μια μονομαχία με ποντίκι δεν θα τα έβγαζε πέρα, είχε όμως το ατού της γατίσιας εμφάνισής του. Έπαιξε αμέσως τόσο αποτελεσματικά το ρόλο του μπαμπούλα, που οι ποντικοί όπου φύγει φύγει.
  Αρκετά όμως με την παρέκβαση. Το γατάκι μου μεγάλωσε κι έγινε γάτα. Έκανε γατάκια, και παρολαυτά έμεινε χαϊδιάρα, κι εξακολουθούσαμε να παίζουμε. Μετά όμως οι σχέσεις μας ψυχράνθηκαν, όταν με γέμισε ψύλλους. Εν τούτοις έκλαψα πολύ όταν πέθανε, ένα οδυνηρό θάνατο από δηλητηρίαση. Δυο μέρες πάλευα να τη σώσω, δεν τα κατάφερα. Τότε συλλογίσθηκα το θάνατο, και λυπήθηκα που απ’ αυτούς που αγαπάμε δεν μένουν παρά μόνο οι αναμνήσεις, που κι αυτές σβήνουν τόσο γρήγορα.
  Όταν απολύθηκα από το στρατό βρήκα στο σπίτι ένα γατάκι που από λάθος δεν είχε γεννηθεί σκυλάκι. Ήταν σαν εκείνα τα σκυλιά που αντιπαθεί ο Λόρεντς, που παίρνουν όλο τον κόσμο από πίσω. Μια γειτόνισσα μας προειδοποίησε ότι τέτοιο γατάκι σίγουρα θα μας το κλέψουν. Όπως κι έγινε. Έτσι μπήκε τέρμα στο αγαπημένο μου παιχνίδι, να το βάζω σα σκυλί να προσπαθεί να «βγάλει» τα ποντίκια που κρυβόντουσαν κάτω από κάτι αγκαλιές ξύλα στην ταράτσα.
  Μετά από δυο χρόνια, στη Βαρβάρα, στο Καλαμάκι, όπου έμενα, βρέθηκα μάρτυρας της πιο περίεργης φιλίας που μπορεί να φαντασθεί κανείς ποτέ, της γάτας της πολυκατοικίας μας με τον αράπη, το σκύλο μας. Μεγάλωσαν μαζί, και ο αράπης την είχε πάρει κατά κάποιο τρόπο υπό την προστασία του. Έτσι την αποδέχτηκε και το άλλο σκυλί μας, ο Σεντίκ. Συχνά την πείραζαν οι δυο τους. Όταν το παράκαναν, αυτή τους άπλωνε το πόδι της με τεντωμένα νύχια, έτοιμη να τους γρατζουνίσει το πρόσωπο, κι αυτοί υποχωρούσαν τρομαγμένοι. Πολλές φορές επίσης την είδα να κοιμάται ή να κάθεται πάνω στο σώμα του αράπη.
  Η πιο ωραία όμως περίπτωση ήταν το γατάκι που έφεραν οι φίλοι πέρυσι από την κατασκήνωση της Αίγινας. Η κοινωνικότητα πρέπει να ήταν έμφυτη μέσα του. Ήταν σαν ζηλιάρικο μωρό που ήθελε όλο να το προσέχεις, όλο να παίζεις μαζί του. Τα βράδια που διάβαζα ξαπλωμένος, ερχόταν πάνω στο κρεβάτι μου και χοροπήδαγε πέρα δώθε. Ασχολιόμουνα λίγο μαζί του, μετά όμως το βαριόμουνα, και το έβγαζα έξω. Αυτό τότε κλαψούριζε τόσο θλιμμένα πίσω από την κλειστή πόρτα, που δεν άντεχα και το ξανάπαιρνα.
  Τότε έκανα και την πρώτη παρατήρηση, που με οδήγησε στην επαναστατική για μένα τότε αντίληψη που βρήκα μετά ένα εξάμηνο μεταφράζοντας το «Πίσω από τον καθρέφτη» του Κόνραντ Λόρεντς, ότι δηλαδή υπάρχουν αρκετά σύνθετα σχήματα συμπεριφοράς ή κινητικά σχήματα που κληρονομούνται φυλογενετικά, σχήματα που η ανθρωπομορφική τάση μας μόνο σαν προϊόντα ενσυνείδητης διαδικασίας μπορεί να παραδεχθεί. Θυμάμαι παιδί που θαύμαζα το «πολιτιστικό επίπεδο» της γάτας, που πριν χέσει σκάβει ένα λάκκο και τα κάνει μέσα, και τον σκεπάζει μετά, ενώ εμείς στα υπαίθρια χεσίματά μας, αφήναμε τα σκατά μας στο διακριτικό γούστο των μυγών.
  Για να μη μας λερώσει το γατάκι το σπίτι, του είχαμε φέρει ένα ταψάκι με άμμο για να τα «κάνει» εκεί μέσα. Το είδα λοιπόν μια φορά (κι από τότε αρκετά συχνά), να ανοίγει ένα λάκκο πάνω στην άμμο, να τα «κάνει» και μετά να προσπαθεί να τον σκεπάσει.
  Τι γινότανε όμως; Το ταψάκι ήταν μικρό και χωρούσε μόνο το μισό γατάκι. Έτσι τα μπροστινά  του πόδια ήταν πάνω στο μωσαϊκό. Το είδα λοιπόν να κάνει τις αντίστοιχες κινήσεις για το σκέπασμα με τα μπροστινά του πόδια, χωρίς να καταφέρνει βέβαια τίποτα, αφήνοντας τελικά το λάκκο ξέσκεπο, με ήσυχη τη συνείδησή του ότι τα είχε κάνει όλα εντάξει. Τότε σκέφτηκα ότι αυτές οι κινήσεις ήταν μάλλον προϊόν ασυνείδητων παρορμήσεων παρά συνειδητής πρόθεσης, και αυτό φάνηκε αμέσως μόλις το σχήμα άρχισε να εφαρμόζεται έξω από τους φυσικούς του όρους, όταν άρχισε δηλαδή να λειτουργεί ελαττωματικά. Αργότερα διαπίστωσα με έκπληξη ότι ο Λόρεντς δεν κουράζεται να επαναλαμβάνει ότι μια δυσλειτουργία είναι η πιο αποκαλυπτική για τη φυσιολογία της κανονικής λειτουργίας.
  Τον Μάρτιο του 1979 άρχισα να μεταφράζω το «Πίσω απ’ τον καθρέπτη» του Κόνραντ Λόρεντς για τις εκδόσεις «Θυμάρι». Για μένα ήταν ένα βιβλίο αποκάλυψη, που με είχε συγκλονίσει όσο λίγα βιβλία στη ζωή μου. Ένιωσα τη σκέψη μου να μπαίνει σε νέους δρόμους, ζητήματα που πριν μου φαινόντουσαν ακατανόητα τώρα τα είδα να φωτίζονται με ένα άπλετο φως. Επί πλέον έπαψα να νιώθω κόμπλεξ για μια αγάπη που ένιωθα για τα ζώα και που ξεπέρναγε το μέσο όρο.
  Τον ίδιο χειμώνα ήταν γραφτό να τον ζήσω σχεδόν κατά το ήμισυ στο πατρικό μου, λόγω της αρρώστιας της μητέρας μου, που με ανάγκασε να βρίσκομαι κάθε λίγο και λιγάκι στο χωριό, κουβαλώντας υπό μάλης χαρτί και βιβλία για μετάφραση. Ξανάζησα έτσι κοντά στα γατάκια μου, μετά από δεκαπέντε χρόνια, και μπόρεσα τώρα να τα αγαπήσω και να τα γνωρίσω με ένα νέο τρόπο. Το καλοκαίρι μάλιστα είχα την ευκαιρία να περάσω δυο ολόκληρους μήνες κοντά τους. Έτσι, σ’ όλο αυτό το διάστημα, γνώρισα τη γάτα και τρεις γενιές γατάκια. Αυτή την ιστορία της γατοοικογένειάς μας θα ήθελα τώρα να διηγηθώ. Εν μέρει για να αποδώσω στη γάτα δικαιοσύνη, γιατί βλέπω πως ο Λόρεντς (έχω διαβάσει από τότε πέντε βιβλία του) την έχει κάπως αδικήσει, αφιερώνοντάς της λίγες μόνο σελίδες στο βιβλίο του «Ο άνθρωπος συναντάει το σκύλο», θεωρώντας την σαν υποδεέστερο ζώο, παρόλο που αυτή εκφράζει περισσότερο εκείνη την κατάσταση που τόσο ο Λόρεντς θαυμάζει στα ζώα: την κατάσταση της απόλυτης ελευθερίας, τους φυσικούς όρους ζωής. Και σίγουρα η γάτα ζει πιο φυσικούς όρους ζωής από το σκύλο, έστω και μόνο από το γεγονός ότι για τη διατροφή της δεν εξαρτάται, απόλυτα τουλάχιστον, από ένα κύριο.
  Επαναλαμβάνω πως πρόκειται για μια γατοϊστορία, γεμάτη με τις χαρές και τις λύπες που κρύβουν όλες οι ιστορίες, και που η φιλοδοξία μου είναι να την κάνω να μοιάσει όσο γίνεται περισσότερο με παραμύθι. Δεν θα κοιτάξω καθόλου να αποφύγω τον ανθρωπομορφισμό, γιατί χωρίς αυτόν δεν μπορεί να «σταθεί» ένα παραμύθι για ζώα, και γιατί πιστεύω ότι, αν παρθεί σε ένα φαινομενολογικό επίπεδο, δεν είναι καθόλου αντιεπιστημονικός. Θέλω να γράψω περισσότερο ένα παραμύθι παρά μια μελέτη, γιατί πέρα από την ικανοποίηση που νιώθω για τις ελάχιστες ηθολογικές παρατηρήσεις και διαπιστώσεις που μπόρεσα να κάνω, νιώθω να με πλημμυρίζει εκείνο το συναίσθημα που με κατείχε όταν έγραφα εκείνα τα ημερολόγια, στα δεκαπέντε μου χρόνια, με πρωταγωνιστή το «γιγαντάκο» μου, που εκτείνεται ακόμα πιο πέρα - στην ίδια τη ζωή, και σ’ ένα δέος για το μυστήριό της.
  Η γάτα μας κατάγεται από το ίδιο χωριό με τη μητέρα μου, το Κεντρί. Είναι ήδη τεσσάρων χρόνων, κι όμως είναι αβάπτιστη. Όλες οι γάτες στα χωριά είναι αβάπτιστες - και φταίνε οι ίδιες γι αυτό. Είναι εντελώς απείθαρχες - τις φωνάζεις και δεν έρχονται, παρά μόνο όταν θέλουν να φάνε. Τι να τους δώσεις όνομα λοιπόν; Ένα «Να, ψιψί» όταν είναι για φαγητό και φτάνει. Εξ άλλου είπαμε πως δεν είναι pet animals, των σαλονιών. Είναι για να πιάνουν ποντίκια. Είναι σχέση περισσότερο εργάτη-εργοδότη παρά δύο φίλων, όπως συμβαίνει με τα πραγματικά pets. Το όνομα, λοιπόν, ειδική έκφραση ανθρωπομορφικής μετάθεσης στα ζώα, είναι περιττό. Έτσι και μεις, δεν θα βιάσουμε τα πράγματα, θα μείνει και στην ιστορία μας απλώς η γάτα.
  Τα γατάκια του περυσινού καλοκαιριού δεν πρόλαβα να τα ζήσω από κοντά - έμεινα στην Κρήτη μόνο ένα μήνα, όταν αυτά ήσαν πολύ μικρά και άγρια. Κάποια έδωσε ο πατέρας μου, ένα κρεμάστηκε στα ελάσματα του κρεβατιού μου που ήταν απλωμένο κάτω απ’ την πορτοκαλιά για τον μεσημεριανό μου ύπνο, τελικά έμεινε μόνο ένα. Το ξαναείδα, μεγάλη γάτα πια, τα Χριστούγεννα.
  Τα Χριστούγεννα υπήρξε και μια άλλη γενιά γατάκια. Δεν ξέρω πόσα έκανε η γάτα, τελικά επέζησαν φαίνεται μόνο δύο. Τα φύλαγε στον οντά, όπου έχουμε τα άχερα.
  Το ένα απ’ αυτά, ένα μαύρο αρσενικό (το άλλο ήταν άσπρο θηλυκό) έκανε μαζί μου μια πολύ δυσάρεστη γνωριμία. Το είχε κατεβάσει η μάνα του από τον αχεριώνα για να «συνηθίσει». Έπρεπε κι εμείς σιγά σιγά να αρχίσουμε να αναλαμβάνουμε τα βάρη της διατροφής του. Όμως αυτό ένιωθε τρομαγμένο κάτω μόνο του, ενώ και τα δυο ανεζητούσαν την συντροφιά το ένα του άλλου. Έτσι άρχισαν να κλαίνε παραπονιάρικα. Τότε εγώ προσπάθησα να το πιάσω και να το ξανανεβάσω στον αχεριώνα. Κι εδώ άρχισε η περιπέτεια: γιατί αυτό ήταν πολύ μικρό ώστε να μπορεί να τρέξει γρήγορα, ήταν όμως και αρκετά μεγάλο ώστε να μου ξεφεύγει με ελιγμούς. Έτσι, αυτό που στην αρχή μου φάνηκε μια πολύ εύκολη δουλειά, αποδείχθηκε μια πάρα πολύ επώδυνη προσπάθεια. Το κυνηγούσα από δω, το κυνηγούσα από κει, όλο και μου ξέφευγε. Την πλήρωσε βέβαια περισσότερο αυτό, που είχε κατατρομοκρατηθεί. Όμως εγώ δεν έλεγα να εγκαταλείψω τον αγώνα, γιατί ήταν χειμώνας, κρύο, και η τύχη του ήταν αβέβαιη. Τελικά έβαλα μια σκάλα που πλησίαζε το περβάζι του φεγγίτη. Προσπάθησε να την ανεβεί, έφτασε ως τη μέση, σιγά σιγά, δεν ήταν και εύκολη δουλειά για την ηλικία του. Πλησίασα να το βοηθήσω. Ένιωσα το σώμα του να συσπάται καθώς το ακούμπησα. Το εβοήθησα σπρώχνοντάς το να ανέβει στο περβάζι, όπου την άραζαν με τις ώρες και τα δυο τους, βλέποντας την πράσινη φύση πίσω από ένα δικτυωτό πλέγμα, σαν φυλακισμένα. Αμέσως ηρέμισαν.
  Νόμιζα ότι καθώς του είχα βγάλει την πίστη εκείνο το βράδυ θα με έβλεπε στο εξής σαν άσπονδο εχθρό. Εντελώς το αντίθετο συνέβη.
  Όμως προς το παρόν τέλειωσαν οι διακοπές και έπρεπε να ανέβω στην Αθήνα.
  Όταν σε ένα μήνα η αρρώστια της μητέρας μου με έφερε πάλι πίσω, τα βρήκα εντελώς μεγαλωμένα. Ήταν όμως και αρκετά αδύνατα, «κολλημένα», μια χαρακτηριστική λέξη που χρησιμοποίησε η μητέρα μου, από την ασιτία. Έτσι βάλθηκα να τα δυναμώσω. Το πιο διαθέσιμο ήταν ψωμί με γάλα, και τους έδινα άφθονο. Έτσι «γέμισαν» σιγά σιγά.
  Ενώ ήμουν εξίσου ανταμειφτικός και για τα δυο, όμως μόνο το μαύρο, το αρσενικό, άρχισε να «ανταποδίδει». Με ξεφοβήθηκε αρκετά γρήγορα, ερχόταν μέσα στα πόδια μου, όμως όταν έσκυβα να το πιάσω έφευγε πέρα, όχι τόσο από φόβο όσο από μια κάποια ακαταδεξιά. Το άλλο ούτε που με πλησίαζε καθόλου.
  Τα δυο γατάκια ήταν εντελώς αντίθετοι χαρακτήρες. Το μαύρο ήταν ζωηρό, νευρώδες, παρατήρησα ότι διατηρούσε όλη την πρωτοβουλία στα παιχνίδια τους, με παρακαλούσε πάντοτε για φαγητό νιαουρίζοντας, και με φοβόταν πολύ λίγο. Το άσπρο, το θηλυκό, αντίθετα, ήταν λιγότερο ζωηρό, συνεσταλμένο, και δεν το θυμάμαι να νιαούρισε ποτέ του. Αργότερα άλλαξε, όμως γι αυτό θα μιλήσουμε αργότερα. Προς το παρόν το μαύρο ήταν η αγάπη μου, ενώ για το άσπρο ένιωθα εκείνη την συμπάθεια που νιώθουμε για ένα συνεσταλμένο παιδί που προσπαθούμε να του δώσουμε θάρρος.
  Είχαν όμως και κάποιον που τα αντιπαθούσε. Ήταν ένα γατάκι της καλοκαιρινής γενιάς, που ήδη άρχισε να γίνεται σωστή γάτα. Ήταν άσπρο, πολύ όμορφο, και σε λίγο έμεινε έγκυος. Αυτή λοιπόν η γάτα δεν τα ανεχόταν ποτέ μέσα στα πόδια της. Τους «φυσούσε» απειλητικά κάθε φορά που την πλησίαζαν με παιχνιδιάρικες διαθέσεις. Ήταν το πλησιέστερο υποκατάστατο μιας μητέρας που έλλειπε συνεχώς για κυνήγι. Γιατί ήταν πολύ κυνηγιάρα η μάνα τους, και τους κουβαλούσε τον ένα ποντικό πίσω από τον άλλο. Ήταν όμως άγρια, και αν δεν έφευγε όταν την πλησίαζα δεν ήταν τόσο από ημεράδα, όσο από την αυτοπεποίθηση των τεσσάρων χρόνων της.
  Βλέποντας αυτά τα γατάκια κατέληξα στη διαπίστωση για την ύπαρξη βασικών ψυχολογικών τύπων, εσωστρεφούς - εξωστρεφούς, κυριαρχικού - υποτακτικού. Είχα σχηματίσει πια την αντίληψη ότι δεν μεταβιβάζονται με την κληρονομικότητα μόνο σωματικά, αλλά και ψυχολογικά χαρακτηριστικά. Θυμήθηκα από την κυβερνητική ότι η έννοια της δομής δεν είναι στατική αλλά δυναμική. Δεν είναι μόνο τα συστατικά της μέρη όπως είναι διατεταγμένα στο χώρο, αλλά και η λειτουργία τους με τις μορφές που αναπτύσσει μέσα στο χρόνο. Και όσο κι αν ο οργανισμός, σαν αυτορρυθμιζόμενο σύστημα, προσαρμόζεται μέσα στις συνθήκες που ζει, βασικές προσαρμογές έχουν ήδη γίνει, γιατί αυτό εμπεριέχεται a priori στην έννοια της δομής.
  Το Πάσχα η γάτα είχε γεννήσει και είχε κάνει τέσσερα γατάκια. Ο πατέρας μου τη χαρακτήρισε «μπουνταλού» γιατί τα είχε φέρει μέσα στα πόδια μας. Τα είδα μια φορά, κάτω από τη σκάλα που τα είχε βάλει, να ψήνονται στον ήλιο. Πήγα να τα μεταξεσύρω στον αέρα. Η στάση της απέναντί μου ήταν διπλή: τη μια μου φυσούσε απειλητικά και την άλλη με εκλιπαρούσε νιαουρίζοντας να μη της τα πάρω. Δεν μπορούσε βέβαια να καταλάβει ότι αυτό που έκανα ήταν για το καλό τους. Συνειδητοποίησε όμως ότι ήταν επικίνδυνο να υπόκεινται τα γατάκια της σε διαδικασίες που η ίδια δεν μπορεί να ελέγξει, και έτσι δοκίμασε να τα μεταφέρει αλλού. Ο πατέρας μου όμως πρόλαβε και της πέταξε τα δυο στον καταπότη που έτρεχε νερό, δρώντας έτσι, αν και αδυσώπητα, σαν βιολογικός ρυθμιστής. Τέσσερα γατάκια θα πέθαιναν της πείνας, ενώ δυο θα ήσαν χορτάτα.
  Δεν είπαμε όμως και για τους «πατέρες», ή μάλλον για τους αρσενικούς ερωτιδείς. Ήταν δυο θεόρατοι γάτοι, ένας άσπρος και ένας μαύρος. Φλέρταραν και οι δυο τη μεγάλη γάτα, η οποία όμως έδειχνε την προτίμησή της για το μαύρο, σ’ αυτή τη φάση τουλάχιστον, φυσώντας άγρια τον άσπρο. Αυτός τελικά ζευγάρωσε με τη μικρή γάτα. Χαρακτηριστική όμως ήταν η διαμάχη τους. Διαπίστωσα σ’ αυτή τα χαρακτηριστικά της ενδοειδικής επιθετικότητας που διάβασα στον Λόρεντς και διαβάζω τώρα στον Άιμπλ-Άιμπεσφελτ. Ποτέ δεν τους είδα να συμπλακούν σε μια αληθινή μάχη. Έβγαζαν το χαρακτηριστικό νιαούρισμά τους όσο πιο δυνατά και όσο πιο επιβλητικά μπορούσαν ο καθένας, σαν σε μια «μονομαχία τραγουδιού» όπως αυτές που περιγράφει ο Άιμπεσφελτ. Επίσης δεν στεκόντουσαν απέναντι αλλά πλάι πλάι, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο, προσπαθώντας έτσι να δείξουν όσο γίνεται μεγαλύτερο το περίγραμμα του κορμιού τους, για να φανούν πιο απειλητικοί, σαν τα ψάρια που περιγράφει ο Λόρεντς.
  «Πατρικά» χαρακτηριστικά από τους γάτους αυτούς (από το μαύρο περισσότερο, μια και αυτός ήταν ο πατέρας) δεν είδα. Φαίνεται ότι όπου μπορεί και τα βγάζει πέρα η μητέρα, ο πατέρας είναι περιττός. Όμως οπότε πλησίαζε ο μαύρος γάτος, τα γατάκια έτρεχαν προς το μέρος του και τον χαιρετούσαν «δι΄ασπασμού». Όσο περίεργο κι αν φαίνεται αυτό, έχω δει πολλές φορές στις γάτες αυτόν τον «ανθρώπινα θερμό» χαιρετισμό, να τρίβουν τις μουσούδες τους. Το φιλί σίγουρα έχει μια προανθρώπινη προέλευση. Τέλος μια φορά είδα τον μαύρο γάτο να έχει καθηλωμένο το μαύρο γατάκι κρατώντας το απ’ το λαιμό. Όμως ήταν ολοφάνερο ότι έπαιζε μαζί του. Δεν πιστεύω όμως καθόλου ότι το γατάκι αναγνώρισε σ’ αυτόν το φυσικό του πατέρα. Μάλλον κινήθηκε από τον θαυμασμό που νιώθουν τόσο συχνά τα παιδιά για τους μεγάλους.
  Οι διακοπές τέλειωσαν, όμως βρέθηκα και πάλι στο χωριό, λόγω ενός σοβαρού εγκεφαλικού επεισοδίου της μητέρας μου. Τότε γνώρισα και μια άλλη γενιά γατάκια, τέσσερα τον αριθμό: δυο μαύρα και δυο άσπρα. Ήταν πολύ χαριτωμένα. Αυτά ήταν πιο προσιτά, γιατί τα είχε η γάτα στο αποχωρητήριο. Συνήθως ήταν όλα μαζί πάνω σε ένα τσουβάλι καλαμπόκι. Όταν ήταν ένα ένα και με έβλεπαν το έβαζαν στα πόδια και κρυβόντουσαν πίσω από σακιά, καφάσια κι ένα σωρό άλλα κατσιφάφαλα. Είναι πολύ χαριτωμένα έτσι όπως περπατάνε, ασυντόνιστα, με την κοιλιά τους να σύρνεται κάτω, μη μπορώντας να σταθούν σταθερά πάνω στα αδύναμα ποδαράκια τους. Όταν βρισκόντουσαν όμως όλα μαζί, συνήθως κουλουριασμένα πάνω στο σακί, είχαν περισσότερο θάρρος, μου φυσούσαν δείχνοντας τα δοντάκια τους, και μόνο την τελευταία στιγμή γλιστρούσαν κάτω. Φυσικά εγώ πάντα κατάφερνα και έβαζα κάποιο στο χέρι. Έτσι για πρώτη φορά είδα ένα περίεργο παράσιτο, μεγάλο σαν κουκί, ένα τεράστιο σώμα με έξι νομίζω μικρά μικρά πόδια, να τους ρουφάει πολύτιμο αίμα.
  Η μητέρα μου έφυγε απ’ το νοσοκομείο, αφού έκανε ένα μήνα, εγώ έφυγα βιαστικά για την Αθήνα, για να τακτοποιήσω κάποιες εκκρεμότητες με τους εκδότες μου, για να επιστρέψω σε δεκαπέντε μέρες. Ήταν οι αρχές των καλοκαιρινών μου διακοπών, που μετά από εφτά χρόνια θα κρατούσαν πάλι για δυο μήνες.
  Όταν επέστρεψα από την Αθήνα, αρχές Ιούλη, βρήκα δυο μόνο από τα τέσσερα γατάκια, πάλι ένα μαύρο αρσενικό και ένα άσπρο θηλυκό, μεγαλωμένα αρκετά. Τα άλλα δυο έλλειπαν. Φοβήθηκα μήπως τα πήρε και αυτά το νερό, δεν τόλμησα να ρωτήσω. Πιθανώς όμως να τα έδωσε ο πατέρας μου. Έλειπε και το μαύρο γατάκι που τόσο είχα συμπαθήσει. Η αδελφή του, μεγάλη γάτα πια, ήταν έγκυος. Η άλλη γάτα είχε εξαφανισθεί, και μαζί της ο άσπρος αρσενικός. Δεν ξέρω ακόμα, και ούτε θα μάθω πιστεύω, τι γίνανε. Η μεγάλη γάτα είχε κι αυτή φύγει. Ο πατέρας μου, όταν την είδε πάλι αγαστρωμένη, την κλώτσησε. Γι αυτόν, κάθε γατάκι μέτραγε σαν ένα στόμα παραπάνω. Η γάτα, μετά από τη κλωτσιά δεν τόλμησε να ξαναφανεί. Πήγε και γέννησε αλλού, και χθες ανακάλυψα ότι ήταν σε ένα γειτονικό σπίτι ακατοίκητο. Τα γατάκια της τα είδα μεγάλα. Αναρωτιέμαι πως μπορεί και τα συντηρεί μόνη της. Ο πατέρας μου μετάνιωσε για τη κλωτσιά. Αφενός γιατί την εκτιμούσε πολύ σαν κυνηγαρού, κι αφετέρου λόγω ενός αταβιστικού αισθήματος απέναντι σε μια ικανή μητέρα. Έτσι όταν την ξαναείδε άρχισε να της δίνει φαΐ, κι αυτή σιγά σιγά ξεθάρρεψε και ξανάρχεται. Όμως μόνο για να δει αν υπάρχει τίποτα στο παλιό τηγάνι που βάζουμε το φαγητό των γατιών.
  Τα παλιά μικρά της δεν θέλει να τα δει. Μόλις κάνουν να τη σιμώσουν τους φυσάει απειλητικά. Πολύ άστοργη μητέρα για τα μεγάλα της παιδιά. Ίσως να κατάλαβε ότι της κλέψανε τη θέση της στο σπίτι. Μπορεί όμως και να τα διώχνει γιατί φοβάται μήπως θέλουν να τη θηλάσουν.
  Η πραγματική ιστορία αρχίζει με το μεγάλο πια θηλυκό γατάκι, που σε λίγο γεννάει τρία γατάκια, και τα δυο μικρά. [μάλλον κάτι παραλείφθηκε στην αντιγραφή]. Το αξιοπερίεργο είναι ότι αυτά τα δυο μικρά ήταν ακριβή αντίγραφα, και από ψυχολογική άποψη, των δυο προηγούμενων που ανέφερα. Το ένα τολμηρό και επιθετικό, το άλλο μαζεμένο. Αυτό το δεύτερο είχε ένα πολύ χαριτωμένο σωματάκι, και πολύ ωραίο περπάτημα, σαν μικρογραφία τίγρης. Γι αυτό το βάφτισα ασυναίσθητα «τιγράκι». Έτσι αντικατέστησε φυσιολογικά το άλλο που χάθηκε, λες και ήταν μετενσάρκωσή του. Μ’ αυτό οι σχέσεις αναπτύχθηκαν πιο πολύ, στέκεται και το πιάνω, μόνο που όταν το σηκώνω ψηλά αφήνει μια περίεργη φωνή δυσαρέσκειας και παραίτησης όμως ταυτόχρονα. Ήταν το ίδιο παιχνιδιάρικο - τώρα έχει μεγαλώσει και σοβαρέψει. Και πολύ χαδιάρικο. Κάθε μεσημέρι - είχε γίνει συνήθεια πια - ερχόταν στο κρεβάτι που κοιμόμουν και αφηνόταν να το χαϊδεύω με μια αληθινή ευχαρίστηση, με κλειστά μάτια, ή τριβόταν το ίδιο πάνω στο χέρι μου. Τότε συνειδητοποίησα για μια ακόμη φορά τη βιολογική βάση πολλών πολιτιστικών τυπικών. Το χάδι προσφέρει μια «σωματική» ευχαρίστηση, ακόμη κι όταν είναι πολύ ξέμακρο από κάθε σεξουαλικό συσχετισμό, και πάνω σ’ αυτή την «πρωταρχική» ευχαρίστηση αναπτύσσεται σαν σύμβολο τρυφερότητας και στοργής. [Λίγα χρόνια αργότερα διάβασα το βιβλίο του Desmond Morris, Η σημασία της επαφής].
  Το παλιό άσπρο θηλυκό γατάκι, σε αντίθεση με την άλλη γάτα, έδειχνε και δείχνει ακόμη μεγάλη αγάπη για τα δυο πιο μικρά γατάκια. Όμως το αρσενικό είναι μοχθηρό. Πολλές φορές το είδα να την πλησιάζει, δήθεν χαϊδιάρικα, και ξαφνικά να της καταφέρνει ένα κτύπημα στο κεφάλι με ένα από τα μπροστινά του πόδια - ή αντίστροφα να το πλησιάζει αυτή, κι ενώ κάνει πως δέχεται την τρυφερότητά της, να της καταφέρνει πάλι το ίδιο κτύπημα.
  Κάποτε όμως βρέθηκα μάρτυρας ενός επεισοδίου που με έκανε να σκάσω στα γέλια. Το γατάκι πλησιάζει τη γάτα με τις συνηθισμένες του δήθεν τρυφερές διαθέσεις. Η γάτα κάνει πως δέχεται τις περιποιήσεις του και ξαφνικά του αστράφτει ένα κτύπημα με το δεξί μπροστινό της ποδάρι, που το πέταξε δέκα μέτρα μακριά. Ξέρουν και τα ζώα να εκδικούνται, με την ίδια πονηριά μάλιστα με μας. Όμως τελικά ήταν απλώς ένα μάθημα, γιατί από τη συμπεριφορά της φάνηκε πως δεν του κρατούσε κακία.
  Εν τούτοις η αδυναμία της ήταν το άσπρο γατάκι. Όταν γέννησε, το βύζαινε κι αυτό μαζί με τα δικά της, και βρισκόντουσαν πάντα μαζί. Σχεδόν είχαν απομονώσει τον «γλειψιματία» αρσενικό. Η γάτα είχε κι άλλους λόγους. Το είδα μια φορά που της πήρε μέσα από το στόμα της ένα ποντικό που είχε για τα μικρά. Φυσικά εγώ αμέσως επανόρθωσα την αδικία. Ακόμη, ποτέ δεν τους έριξα μεζεδάκι, κι αφού μυρίσει το δικό του, να μη πάει σ’ αυτό που είχε επιλέξει το άσπρο γατάκι. Αυτό υποχωρούσε πάντα υποτακτικά. Αυτό μου έκανε εντύπωση, γιατί ποτέ δεν είδα τα γατιά να τσακώνονται στο φαγητό, ή να προσπαθεί το ένα να κλέψει το φαγητό του άλλου. Το κυριαρχικό του ένστικτο πρέπει να ήταν πολύ ισχυρό, και θα αντλούσε μια πρόσθετη αυτοπεποίθηση από τη στενή του σχέση μαζί μου. Ίσως γι’ αυτό νιαούριζε παραπονιάρικα για φαγητό κάθε φορά που με έβλεπε, ενώ τα άλλα γατιά ως προς αυτό κρατούσαν μια αξιοπρέπεια.
  Είχα την ευκαιρία να πιάσω γνωριμία και με ένα άλλο εκπρόσωπο του βασιλείου των ζώων, έναν πουλί. Καθώς πήγαινα σπίτι ένα μεσημέρι γυρίζοντας από το μπάνιο, άκουσα τιτίβισμα πουλιού μέσα από ένα θάμνο στην άκρη του δρόμου, ενώ συγχρόνως διέκρινα μέσα από τα φυλλώματά του ένα φίδι. Πήρα μια πέτρα και την πέταξα στο θάμνο, κι αμέσως πετάχτηκε έξω έντρομο ένα μικρό κοτσυφάκι. Έτρεξε κατ’ ευθείαν προς το μέρος μου και το πήρα στις χούφτες μου. Από το μικρό του κεφαλάκι έτρεχε αίμα, ενώ είχε μια πατσουλιά μαδημένο χνούδι. Δεν ξέρω πως τρώνε τα φίδια τα πουλιά, όμως μου σχηματίσθηκε η εντύπωση ότι το μαδούν πρώτα πριν το σκοτώσουν.
  Μόλις πέρασε ο πρώτος φόβος για το φίδι, το κοτσυφάκι άρχισε να φοβάται κι εμένα. Όμως ήταν πολύ μικρό για να το αφήσω, και δεν ήξερα από ποια φωλιά είχε πέσει. Έτσι αποφάσισα να το κρατήσω και να το μεγαλώσω. Το έβαλα λοιπόν μέσα στο αποχωρητήριο. Δοκίμασα να το ταΐσω. Διαπίστωσα αμέσως την ανακλαστική κίνηση του ανοίγματος του ράμφους, μόλις άπλωνα από πάνω το χέρι μου. Το τάισα με ρύζι. Όμως τα δάκτυλά μου δεν ήταν πολύ πειστικό υποκατάστατο, γιατί τη μια άνοιγε το στόμα του και την άλλη το έστρεφε πέρα τρομαγμένο.
 Δοκίμασα να το βγάλω έξω, ξέροντας πως θα ένιωθε σαν φυλακισμένο μέσα στο αποχωρητήριο. Όμως γρήγορα διαπίστωσα πως κινδύνευε. Τα γατιά παραμόνευαν. Όμως ενώ το μαύρο γρήγορα συνειδητοποίησε τη μεταξύ μας σχέση και το εγκατέλειψε, το άσπρο καιροφυλακτούσε. Σε μια στιγμή που μου ξέφυγε, του το πήρα κυριολεκτικά μέσα από το στόμα. Φυσικά δεν μου πέρασε καθόλου απ’ το μυαλό να φέρω τα δυο ζώα κοντά το ένα στο άλλο για να γνωριστούνε, όπως έκανε ο Σβέικ. Τέτοιες σύντομες διαδικασίες δεν μπορούν να μπλοκάρουν αποδεσμευτικούς μηχανισμούς. Έτσι γρήγορα το ξαναπήρα στο αποχωρητήριο, αφού το έλυσα. Έδωσα σαφείς οδηγίες στους γονείς μου να μην ξεχάσουν την πόρτα ανοιχτή, και για να μη φύγει, και για να μη μπει μέσα κάποιος κάτης και το γραπώσει.
  Το βράδυ που γύρισα, η πόρτα του αποχωρητηρίου ήταν ανοικτή και το πουλί έλλειπε. Ξάφνου άκουσα τη φωνούλα του σε ένα γειτονικό δένδρο. Πήγα να το πιάσω κι αυτό πέταξε πιο πέρα, σε ένα άλλο δένδρο. Ξανά η ίδια προσπάθεια, με τα ίδια αποτελέσματα πάλι: μόλις κατάφερνα να χωθώ μέσα στα κλαδιά και να απλώσω το χέρι μου να το γραπώσω, εκείνο έφευγε. Έτσι πήγαμε και στο διπλανό περβόλι, και η ίδια ιστορία άρχισε να επαναλαμβάνεται. Τότε ξαφνικά πρόσεξα στην άκρη ενός δένδρου το πτώμα μιας γάτας σε ημιαποσύνθεση. Πλησίασα και είδα με φρίκη πως ήταν το μαύρο μου γατάκι, που έλλειπε όταν ήλθα απ’ την Αθήνα. Δεν ξέρω από τι πέθανε, όμως ένιωσα ένα σφίξιμο στην καρδιά.
  Είχε αρχίσει να σουρουπώνει για καλά, κι εγώ στεκόμουν και το κοίταζα. Σκέφτηκα πως ο θάνατός του με λύπησε περισσότερο από τον θάνατο του Μάο. Τελικά, οι συγκινήσεις μας καθορίζονται περισσότερο από παραστάσεις παρά από έννοιες. Τον Μάο δεν τον είχα δει ποτέ, ενώ το γατάκι μου το είχα για μήνες μέσα στα πόδια μου. Με τέτοιους μεταφυσικούς στοχασμούς προσπαθώ πάντα να ξορκίζω τις στενοχώριες μου. Όταν αναλύσεις τη συγκίνηση στα συστατικά της στοιχεία, αποκτάει κάτι το εγκεφαλικό, ανάγεται σε μια πιο γενική σφαίρα, χάνει την ιδιαίτερη ατομικότητά της, και αυτό πιστεύω είναι που φέρει το στοιχείο της λύτρωσης.
  Η σχέση των δύο μεγάλων γατιών με τα γατάκια της μικρής γάτας (εδώ φαίνεται το ότι τους λείπουν τα ονόματα) είχε μια πολύ ενδιαφέρουσα εξέλιξη. Στην αρχή, είδα πως τα αντιμετώπισε το μαύρο γατάκι. Ήταν όλο περιέργεια, μα και εχθρότητα. Αυτά έδειχναν επίσης περιέργεια, όμως δεν έδειχναν να φοβούνται ιδιαίτερα από τις επιθετικές του διαθέσεις. Εξάλλου επρόκειτο για μια ritualized επιθετικότητα: δεν τους επιτίθετο ανοικτά, αλλά όταν αυτά ήταν κρυμμένα σε καμιά γωνιά, δοκίμαζε τάχα να τα ξετρυπώσει. Δυο φορές που βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο, δεν δοκίμασε να τους επιτεθεί. Τα γατάκια άφηναν το χαρακτηριστικό τους φύσημα, και το μαύρο γατάκι «κώλωνε».
  Πολύ ενδιαφέρουσα ήταν η συμπεριφορά του άσπρου γατιού. Μόλις τα είδε από μακριά, έτρεξε όλο ενδιαφέρον προς το μέρος τους, τα μύρισε, άφησε αυτό το αμυντικό «φύσημα» και το έβαλε στα πόδια, σημάδι ότι βρέθηκε μπροστά σε κάτι ξένο και εχθρικό. Η μυρουδιά λοιπόν, όπως γράφει και ο Άιμπλ-Άιμπεσφελτ, είναι το μέσο διάκρισης των φίλων από τους εχθρούς.
  Αργότερα και τα δυο γατιά τα συνήθισαν, και καθώς αυτά ξεθάρρεψαν, άρχισαν να παίζουν μαζί τους. Εγώ χρησιμοποίησα το μαύρο γατί για να ξεθαρρέψουν μαζί μου. Το έπαιρνα στην αγκαλιά μου και το χάϊδευα, κι έβλεπα την έκπληξη και το ενδιαφέρον στα μάτια τους, και με πλησίαζαν πιο άφοβα.
  Πρέπει να τονίσω αυτή την εκφραστικότητα των ματιών τους, που πάνω τους έχω δει αποτυπωμένες όλες τις αντίστοιχες εκφράσεις που παίρνουν τα ανθρώπινα μάτια. Φαίνεται ότι αντιδρά περισσότερο το αισθητήριο που δέχεται και τα περισσότερα ερεθίσματα, με ένα αρκετά άμεσο τρόπο, και γι αυτό γίνεται ένας τέτοιος «καθρέφτης αισθημάτων». Και είναι χαρακτηριστικό ότι η εκφραστικότητα των ματιών συνδέεται με οπτικές παραστάσεις - φόβου, έκπληξης, σεξουαλικού ερεθισμού, κ.λπ.
  Μέχρι τώρα τονίσαμε περισσότερο τους κληρονομικούς παράγοντες, τα έμφυτα σχήματα. Όμως οι περιβαλλοντικοί παράγοντες έχουν κι αυτοί μια μεγάλη επίδραση, αφού πάνω στο περιβάλλον συντελείται κάθε προσαρμογή, και πολλές φορές αρκούν για να αναστατώσουν ή να εξουδετερώσουν και τα πιο σταθερά σχήματα συμπεριφοράς. Παρακάτω έχω ένα παράδειγμα.
  Ήταν δυο μέρες που η μικρή γάτα μας νιαούριζε λυπημένα. Ήταν σε μια κατάσταση έντονου ερεθισμού και ο ρυθμός της αναπνοής της ήταν πάρα πολύ γρήγορος. Υποθέσαμε ότι πιθανώς να της είχαν πάρει τα γατάκια (που δεν ξέραμε πού τα είχε κρύψει). Την Τρίτη μέρα ο πατέρας μου μου είπε να προσέχω να μην ξανακλειδώσω τον κάτη μέσα στην αποθήκη.
  Τι είχε συμβεί.
  Τα γατάκια είχαν μεγαλώσει αρκετά, και θεώρησε σκόπιμο να τα εξοικειώσει με το σπίτι. Έτσι τα είχε κλείσει μέσα στην αποθήκη. Όμως εμείς την ανοίγαμε σπάνια, και επί δυο μέρες δεν μπορούσε να μπει μέσα να τα ταΐσει. Γι αυτό ήταν τόσο ανήσυχη.
  Τι συνέβη όμως μετά.
  Καθώς εμείς κλειδώναμε την αποθήκη το βράδυ (την ημέρα την αφήναμε ανοικτή) έχεζε αναγκαστικά μέσα. Ο πατέρας μου διαολίστηκε, κι έτσι αναγκάστηκα να μετακομίσω τα γατάκια στο αποχωρητήριο που ήταν μόνιμα ανοικτό. Φανταστείτε όμως την έκπληξή μου όταν την επομένη είδα ότι η γάτα είχε χέσει πάνω στο τσιμέντο. Το είχε βρει φαίνεται πιο βολικό. Την αρπάζω λοιπόν, της μουλώνω το κεφάλι πάνω στα σκατά της και μετά της δίνω μια στα πλευρά. Πετάχτηκε έξω και την είδα που κάθισε στο χωράφι νιαουρίζοντας λυπημένα, θα μπορούσα να πω «ένοχα».
  Την επομένη την είδα να έχει χέσει στο χωράφι, μπροστά στην πόρτα του αποχωρητηρίου, στο ίδιο σημείο που καθόταν χθες μετά που τις είχε φάει. Δεν τα είχε σκεπάσει. Δεν μπόρεσα να αποφύγω τη σκέψη ότι ήθελε να μου δείξει ότι κατάλαβε το μάθημά της. Πάντως τα γεγονότα ήταν αυτά.
  Τα ζώα έχουν μια αρκετά εκφραστική γλώσσα, που την ξέρουν μόνο αυτοί που έχουν ζήσει αρκετό καιρό μαζί τους. Εγώ μπορώ να πω ότι καταλαβαίνω και τις πιο λεπτές αποχρώσεις, και τους πιο πολύπλοκους συνδυασμούς, από τις φωνές των γατιών μας. Φόβος, οργή, προσδοκία, μεταξύ τους κλήσεις, κ.λπ. είναι για μένα πολύ εύκολα κατανοήσιμα. Απ’ όλες όμως τις φωνές των γατιών, η πιο ωραία είναι αυτή της μάνας που φωνάζει τα μικρά της. Είναι μια χαμηλότονη, γουργουριστή φωνή, με λεπτές αποχρώσεις. Η γάτα μας χρησιμοποιούσε σε υπερβολικό βαθμό αυτή τη φωνή. Ίσως να την ένιωθε όπως νιώθουμε εμείς το τραγούδι.
  Παρατήρησα δε και το εξής χαρακτηριστικό: Όταν μετά τις πρώτες κλήσεις τα γατάκια παρέλειπαν να ανταποκριθούν, τότε η φωνή της έπαιρνε ένα ερωτηματικό τόνο, μετά γινόταν παραπονιάρικη.
  Τώρα πώς εγώ καταλάβαινα ότι η φωνή της ήταν ερωτηματική; μα από το τονικό ύψος. Όταν ρωτάμε υψώνουμε στο τέλος της πρότασης τον τόνο της φωνής μας. Το ίδιο λοιπόν έκανε κι η γάτα. Έτσι πιστεύω τώρα ότι διαθέτουμε κοινά φωνητικά σχήματα με τα ζώα, που καθένα βέβαια προσαρμόζεται στις ιδιομορφίες των φωνητικών του χορδών, όμως το underlying pattern είναι αρκετά ευδιάκριτο από όλα τους. Υπάρχει κανείς που να μην αναγνωρίζει την κραυγή πόνου ενός ζώου; Αυτό έχει ειδική αξία επιβίωσης, ότι τα ζώα μπορούν να αντιλαμβάνονται τη συμπεριφορά και τις διαθέσεις το ένα του άλλου, και να προσαρμόζονται αντίστοιχα. Βέβαια, η ικανότητά τους να ξεχωρίζουν τα φωνητικά σχήματα του είδους τους, σε σχέση με τα φωνητικά σχήματα άλλων ειδών υπερέχει κατά πολύ. Όμως αυτή η έστω στοιχειακή ικανότητα διάκρισης κάποιων φωνών οφείλεται και στην ομοιότητα κάποιων βασικών νευροφυσιολογικών διαδικασιών σε όλα τα ζώα, όπως αυτές που αναφέρονται σε πόνο, οργή, πείνα, κ.λπ. Ίσως αυτός να είναι και ο κυριότερος λόγος, και όχι η ειδική αξία επιβίωσης που έχει πολλές φορές αυτό το γεγονός. Όμως οι πιο λεπτές αποχρώσεις γίνονται γνωστές με την επανάληψη, συνδυάζοντάς τις με ιδιαίτερα situational contexts.
  Ένα πρωί, αξημέρωτα, η γάτα χρησιμοποιούσε επίμονα το κάλεσμά της, με ένα παραπονιάρικο τόνο στη φωνή της. Κατάλαβα ότι κάτι θα πρέπει να είχε συμβεί στο γατάκι (τα άλλα δυο τα είχαμε δώσει εν τω μεταξύ). Όταν σηκώθηκα, δεν είδα βέβαια πουθενά το γατάκι. Έψαξα, και το βρήκα τελικά κάτω από κάποια βλήτα στα τούβλα, που συνήθιζε να ξαπλώνει τα μεσημέρια με τη μάνα του - νεκρό. Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω για πιο λόγο. Από δίψα; Από πείνα; Από μοναξιά; Ή τι άλλο;
  Όταν πεθαίνει ένα μωρό, τις περισσότερες ευθύνες τις έχει η μάνα. Δεν μπόρεσα όμως να εντοπίσω πιο ειδικά την ευθύνη της.
  Πήρα ένα φτυάρι και τοποθέτησα πάνω το γατάκι και της το πήγα. Την είδα που το μύριζε συνεχώς. Να προσπαθούσε άραγε να το αναγνωρίσει; Πρέπει να ήξερε ότι ήταν το δικό της. Τα άλλα γατιά πλησίασαν κι αυτά, όμως με το δισταγμό που πλησιάζουμε εμείς ένα φέρετρο.
  Ξαφνικά έπεσε το φτυάρι, όπως το είχα στεμένο, και όλα πετάχτηκαν πίσω έντρομα, όπως θα κάναμε κι εμείς αν βλέπαμε ξαφνικά ένα νεκρό να κινείται. Τέλος άνοιξα ένα λάκκο και το έθαψα. Δεν άκουσα καμιά φωνή θλίψης. Να ήταν τόσο βαθύς ο πόνος; Ή να ήταν πολύ λίγος, μια και οι γάτες πρέπει να είναι φυλογενετικά προετοιμασμένες να δέχονται με αρκετή φυσικότητα το θάνατο αρκετών από τα μικρά που τους μέλει να γεννήσουν στη ζωή τους; Δεν ξέρω. Πάντως επί δυο τρεις μέρες άκουγα τη γάτα να βγάζει την ίδια φωνή κλήσης, με παραπονιάρικο τόνο αυτή τη φορά. Ένα σχήμα συμπεριφοράς που ο θάνατος το είχε καταστήσει αυτόχρημα περιττό, όμως ο οργανισμός της μόνο σιγά σιγά μπορούσε να ανενεργοποιήσει.
  Σήμερα έχει ο μήνας 23, και το βράδυ φεύγω για την Αθήνα. Θα ξαναγυρίσω το Πάσχα [Θα έμενα με την μητέρα μου στην Αθήνα, και τα Χριστούγεννα δεν θα κατεβαίναμε, λόγω κρύου. Τελικά κατεβήκαμε τρεις μέρες μετά τα Χριστούγεννα, αυτή σε φέρετρο, εγώ σε αεροπορικό κάθισμα της τρίτης θέσης]. Πόσα άραγε από τα γατιά μας θα ζουν τότε; Θα με αναγνωρίσουν άραγε; Με το μαύρο γατάκι μου, έστω και για δεκαπενθήμερη απουσία, χρειάστηκε μια καινούρια διαδικασία αποκατάστασης των σχέσεών μας, έστω και αν αυτή κράτησε μόνο δυο λεπτά. Το Πάσχα, πόσο θα διαρκέσει;
  Πιστεύω πως ουσιαστικό στοιχείο της φυσικής ζωής είναι η επαφή με τα ζώα. Ο άνθρωπος χάνει αρκετή από την υπεροψία του, αν έρθει σε επαφή μαζί τους. Και ακόμη πιστεύω πως μόνο αν δούμε και γνωρίσουμε τη ζωή σ’ όλες της τις μορφές, μπορούμε να την αγαπήσουμε όπως πρέπει. Και η αγάπη είναι η πιο ουσιαστική προϋπόθεση για κάθε ομαλή ανάπτυξη. Η επιθετικότητα, όπως λέγει ο Άιμπλ-Άιμπεσφελντ, έχει μια ξεπερασμένη αξία επιβίωσης. Η κοινωνία, που πάνω της βασίζει την εξέλιξή του ο άνθρωπος, στηρίζει τη συνοχή της όλο και περισσότερο στην αγάπη. Κι όταν λέμε στα παιδιά «αγαπάτε τα ζώα», δεν το κάνουμε για να προφυλάξουμε τα ζώα. Το περισσότερο κέρδος το έχουν τα ίδια τα παιδιά. Και μπορώ να πω από τις εμπειρίες μου, ότι, καθόλου τυχαία, εκείνοι που δεν αγαπούσαν τα ζώα ήσαν εκείνοι που εύρισκα και λιγότερο ενδιαφέροντες σαν προσωπικότητες. Και, κάποιος μεγάλος (Ο Παναγιώτης Γουλιέλμος) λέγει ότι ο επαναστάτης είναι πάντοτε φιλόζωος. Μπορούμε άραγε να το καταφέρουμε αυτό;

No comments:

Post a Comment