Tuesday, May 29, 2012

Σέλια Κορρέας Σαπάτα, Ιζαμπέλ Αλιέντε


Σέλια Κορρέας Σαπάτα, Ιζαμπέλ Αλιέντε, ζωή και πνεύματα (μετ. Βασίλης Ιατρίδης) Ωκεανίδα 2000, σελ. 319

  Είναι η πιο πρωτότυπη βιογραφία που έχω διαβάσει: μια εναλλαγή συνέντευξης και αφήγησης. Έτσι, κατά κάποιο τρόπο, η βιογραφία αυτή είναι ταυτόχρονα και μια αυτοβιογραφία.
  Δεν χρειάζεται να συστήσω την Αλιέντε. Όσοι θα θελήσουν να διαβάσουν αυτό το κείμενο ασφαλώς θα την ξέρουν αρκετά καλά. Εγώ να πω μόνο πως με τα έργα της βελτίωσα τα ισπανικά μου. Διάβασα στο πρωτότυπο το «Σπίτι των πνευμάτων», το «Περί έρωτος και σκιάς», την «Εύα Λούνα» και τις «Ιστορίες της Εύας Λούνα». Με περιμένει ακόμη ο Ζορρό, που αγόρασα πέρυσι στην έκθεση βιβλίου στο Ζάππειο και δεν αξιώθηκα ακόμη να διαβάσω, και η Αφροδίτη, και τα δυο στα ισπανικά. Και βέβαια το τέταρτο βιβλίο που αγόρασα στο πανηγύρι της αγίας Γλυκερίας, το «Η ονειρεμένη πατρίδα μου», στα ελληνικά αυτό.
  Τα ισπανικά της Αλιέντε μού ήταν πιο εύκολα από του Μάρκες, παρόλο που το πρώτο ισπανικό βιβλίο που διάβασα ήταν το «100 χρόνια μοναξιάς». Στη συνέντευξή της η Αλιέντε λέει ότι αποφεύγει τους ιδιωματισμούς στα έργα της, ώστε οι αφηγήσεις της «να μην τοποθετούνται σε χρόνο πολύ ακριβή και χώρο συγκεκριμένο» (σελ. 306). Φαντάζομαι ότι τόσο η αποφυγή ιδιωματισμών όσο και η αποφυγή μακροσκελών φράσεων με διευκόλυναν πάρα πολύ στην ανάγνωση. Όχι σαν το «Φθινόπωρο ενός πατριάρχη» του Μάρκες, που είχα τη φαεινή ιδέα να το αγοράσω στα ισπανικά, και που η μόνη τελεία που συναντάει κανείς βρίσκεται στο τέλος του έργου (τελικά το διάβασα στα ελληνικά).
  Με έκπληξη μαθαίνω ότι το αριστούργημά της, «Το σπίτι των πνευμάτων», δεινοπάθησε μέχρι να βρει εκδότη. Να είναι μόνο ζήτημα γούστου; Το χειρόγραφο δεν εμπνέει και τόση εμπιστοσύνη. Ένας από την τριμελή επιτροπή του διδακτορικού μου, διαβάζοντάς το και εκδομένο (Gutenberg 2000), νόμιζε ότι είχα κάνει μεγάλες τροποποιήσεις. Όμως το κείμενο ήταν ακριβώς όπως το είχε διαβάσει όταν το πήρε για την υποστήριξη, με ελάχιστες φραστικές τροποποιήσεις. Όμως, άλλο να διαβάζεις χειρόγραφο (τώρα πια δακτυλόγραφο) και άλλο εκδομένο βιβλίο. Την ίδια περιπέτεια πέρασε και ο Οδυσσέας, το βιβλίο του Τζόυς, όπως και ο αρχετυπικός ήρωάς του: περιπλανήθηκε σε επτά εκδότες πριν γίνει δεκτός από τον όγδοο.
  Όμως ας πάμε στο βιβλίο παραθέτοντας αποσπάσματα, όπως έχει γίνει πια ο καθιερωμένος τρόπος που γράφω τις βιβλιοκριτικές μου. Διαβάζω:
  «Κάποτε μ’ έλεγαν ψεύτρα, τώρα που κερδίζω τη ζωή μου μ’ αυτά τα ψέματα, κατέληξα να είμαι συγγραφέας» (σελ. 116). Για την ακρίβεια πεζογράφος. Γιατί και εγώ είμαι συγγραφέας, αλλά καθώς δεν ξέρω να λέω ψέματα έχω γράψει ελάχιστα πεζογραφήματα. Όλα σχεδόν τα βιβλία μου είναι μελέτες ή δοκιμιακά.
  Και μια αποφθεγματική φράση: «Το μόνο που σου μένει είναι αυτό που δίνεις». Είναι όμορφη για το οξύμωρο σχήμα της, και φυσικά περικλείει αρκετή αλήθεια.
  Νόμιζα ότι οι μουσουλμάνοι έχουν τα πρωτεία στην κακομεταχείριση της γυναίκας, και με έκπληξη διαβάζω εδώ ότι οι ινδοί, όχι απλά δεν πάνε πίσω, αλλά κυριολεκτικά τους ξεπερνάνε. Οι «κακοί» αποικιοκράτες άγγλοι απαγόρεψαν την πρακτική να καίγεται η σύζυγος του νεκρού (όχι, θα την άφηνε ζωντανή να την πηδήξει άλλος!), όμως στο παρασκήνιο φαίνεται πως συμβαίνουν ακόμη χειρότερα. «Το πιο συνηθισμένο οικιακό ατύχημα στην Ινδία είναι ν’ αρπάξει φωτιά μια νιόπαντρη γυναίκα και να καεί. ‘Χύνεται’ πάνω της βενζίνη και καίγεται σαν ζωντανός δαυλός, μπροστά στον σύζυγο και στην πεθερά, που μένουν πια ελεύθεροι για να αναζητήσουν άλλη σύζυγο και άλλη προίκα» (σελ. 151).  Βέβαια και στη Δύση υπάρχει αυτή η πρακτική, αν και σπανιότατα, αλλά όχι με τόσο βάρβαρο τρόπο.
  Διαβάζουμε:
  «…εγώ είμαι πολύ ζηλιάρα: αν τον τσακώσω να κοιτάζει καμιά ξανθιά, θα τον σκοτώσω» (ο λόγος για τον δεύτερο άντρα της). Πάντα είχα την υποψία ότι τα ανέκδοτα με τις ξανθιές τα βγάζουν οι μελαχρινές, από ζήλεια. Οι άντρες που τα διαδίδουν το κάνουν είτε από μια υπερβολική αίσθηση του χιούμορ που καμιά φορά φτάνει τη διαστροφή, όπως συμβαίνει με μένα, είτε από εκδικητικότητα, γιατί κάποια ξανθιά δεν τους προτίμησε.
  «Τι είναι αυτό που ανάβει το πάθος; Η ίδια η φαντασία, υποθέτω. Τι το σβήνει; Η ρουτίνα, αν κανείς δεν προσέξει, και η φτώχεια. Νομίζω ότι εμπόδια όπως η απόσταση, η διαφορά τάξεων, ηλικίας ή ράτσας, οι πρόγονοι… όλ’ αυτά μπορούν να ξεπεραστούν» (σελ. 220).
  Μάλλον έτσι είναι όπως τα γράφει η Ιζαμπέλ, δεν ξέρω εσείς τι γνώμη έχετε.
  Η Αλιέντε, πριν χωρίσει με τον πρώτο της σύζυγο, τον εγκατέλειψε κάποτε για κάποιον μουσικό. Και φυσικά εγκατέλειψε και τα παιδιά της. Όμως υπήρξαν προβλήματα σε αυτή τη σχέση, γιατί μετά από λίγους μήνες ξαναγύρισε. Κατά την απουσία της συνέβη το παρακάτω περιστατικό:
  «Όσο για την Πάουλα, έβγαλε δυο φρονιμίτες και της έγραψαν βάλιουμ για να την ανακουφίσουν. Ο Νικολάς είδε ότι η αδερφή του δεν πήγαινε στο σχολείο και σκέφτηκε ότι αν έπαιρνε κι εκείνος τα χάπια, θα μπορούσε να μείνει στο σπίτι. Πήρε ένα χάπι, δεν αισθάνθηκε τίποτα, πήρε δεύτερο, τίποτα, και συνέχισε ώσπου άδειασε το μπουκαλάκι. Παραλίγο να τον χειρουργήσουν στο κεφάλι, με το φόβο ότι είχε αιμάτωμα στον εγκέφαλο, που μπορεί να είχε προκληθεί από κάποιο πέσιμο. Για καλή μας τύχη σε δυο μέρες ο Νικολάς ξύπνησε και συνήλθε αμέσως. Δεν νομίζω ότι αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, αλλά σίγουρα, ασυνείδητα, προσπαθούσε να με τιμωρήσει επειδή τον είχα εγκαταλείψει» (σελ. 237). 
  Η τελευταία περίοδος φαίνεται ελάχιστα πειστική. Πήρε ένα μπουκάλι βάλιουμ όχι για να αυτοκτονήσει αλλά για να την τιμωρήσει; Με ποιο τρόπο, αν όχι αυτοκτονώντας; Πιστεύω ότι πρόκειται για απόπειρα αυτοκτονίας που απέτυχε. Ξέρω μια ανάλογη περίπτωση. Ο δεκαοχτάχρονος νεαρός αυτοκτόνησε. Από τότε, εδώ και χρόνια, η μητέρα του φοράει μαύρα.
  Στο παρακάτω απόσπασμα η Αλιέντε αναφέρεται στον παππού της, που της έλεγε: «Είναι ανώφελο να τρέχεις μέσα στο τρένο. Η πορεία μας είναι χαραγμένη, έχει την κατεύθυνσή της, την ταχύτητά τη, δεν μπορούμε να την αλλάξουμε. Ακόμα κι αν τρέχουμε μέσα στο τρένο, θα φτάσουμε ακριβώς την ίδια ώρα στον ίδιο τόπο» (σελ. 272).
  Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με τις κυλιόμενες σκάλες. Συνεχώς με παραμερίζουν βιαστικοί, ανεβαίνοντας ή κατεβαίνοντας, άλλοτε λέγοντας συγνώμη, άλλοτε όχι. Και σίγουρα θα φτάσουν γρηγορότερα στον προορισμό τους. Εκτός κι αν σκοντάψουν, κατά το γνωστό απόφθεγμα.
  Εδώ μιλάει η Σαπάτα: «Στη λογοτεχνία υπάρχουν ανταγωνισμοί, ζήλιες, χτυπήματα, τρικλοποδιές… είναι μια κλίκα αρκετά περίεργη» (σελ. 278-279). Ο Καζαντζάκης υπήρξε θύμα μιας τέτοιας κλίκας. Είναι γνωστό πόσο τον διέβαλαν για να μην πάρει το Νόμπελ.
  Δεν φανταζόμουν ότι οι μυθιστοριογράφοι μπορούν να ταυτίζονται τόσο πολύ με τους ήρωές τους. Η Σαπάτα λέει πάλι πως «Ο Γκαρσία Μάρκες είπε ότι τη μέρα που έπρεπε να σκοτώσει το συνταγματάρχη Αουρελιάνο Μπουεντία έκλαιγε δυο ώρες» (σελ. 310-311).
  Γενικά δεν σχολιάζω τις μεταφράσεις, μπορεί να είναι λίγο καλύτερες ή λιγότερο καλές, και αυτό δεν εξαρτάται πάντα από την ικανότητα του μεταφραστή αλλά από το πόσο προσπαθεί να κερδίσει στη μονάδα τη χρόνου. Καθώς δεν είναι καθόλου καλοπληρωμένη δουλειά, δεν μπορεί να αμφιταλαντεύεται επ’ αόριστον σε μεταφραστικούς γρίφους. Όμως εδώ με ξένισε η γενική «της συγγραφέα», που τη συνάντησα κάμποσες φορές. Είναι πια τόσο καθαρευουσιάνικο το «της συγγραφέως»;
  Δεν θα τελειώσω με αυτή την παρατήρηση για τη μετάφραση, αλλά παραθέτοντας ένα θαυμάσιο απόσπασμα, αρκετά μακροσκελές (βαριέμαι να το αντιγράψω, θα το σκανάρω), που αναφέρεται στις διαφορές ανάμεσα σε διήγημα και μυθιστόρημα. Δεν γράφω σε έντυπο, και το blogspot προς το παρόν μου αφήνει απεριόριστο χώρο, και σκέφτηκα ότι είναι κρίμα να μην το παραθέσω.

Τι διαφορά υπάρχει ανάμεσα στην τεχνική του μυθιστο­ρήματος και του διηγήματος;
Ορισμένες φορές έχω πει ότι το μυθιστόρημα είναι σαν να κεντάς ένα χαλί με πολλά νήματα και χρώματα· εί­ναι ένα σύνολο από λεπτομέρειες· είναι υπόθεση υπο­μονής. Εγώ κεντάω στα τυφλά, αλλά κάποια μέρα δί­νω μια και γυρίζω το χαλί και βλέπω το σχέδιο από την καλή. Με λίγη τύχη, η ομορφιά του συνόλου εξαφανί­ζει τα ελαττώματα. Ένα διήγημα, αντίθετα, μοιάζει σαν να ρίχνεις ένα βέλος: υπάρχει μία και μόνη ευκαιρία, και γι' αυτό απαιτείται το σταθερό χέρι του επιδέξιου το­ξότη: κατεύθυνση, δύναμη, ταχύτητα, καλό μάτι. Πόσες χιλιάδες διηγήματα έχεις διαβάσει και πόσα μπορείς να θυμηθείς; Δίχως αμφιβολία, όσο άσχημο κι αν είναι το μυθιστόρημα, πάντα μπορείς να πεις τι λέει. Το μυθι­στόρημα ξετυλίγεται σιγά σιγά, σχεδόν από μόνο του, και σου αποκαλύπτει τα μυστήριά του. Στο διήγημα πρέπει να ξέρεις όλα όσα θα συμβούν πριν γράψεις την πρώτη γραμμή, για να μπορέσεις να δώσεις την έντα­ση και το απαιτούμενο ύφος. Πρέπει να διαβάζεται μια κι έξω· αν ο αναγνώστης το διακόψει και το αφήσει, το διήγημα δεν λειτουργεί πια. Είναι πιο κοντά στην ποί­ηση παρά στο μυθιστόρημα, δεν έχει ούτε χρόνο, ούτε τόπο, τίποτα δεν πρέπει να περισσεύει ούτε να λείπει, όλα τα ελαττώματα φαίνονται. Το μυθιστόρημα γίνεται με στερεά επιχειρήματα, πρόσωπα καθαρά και υπομονή. Το διήγημα είναι υπόθεση ύφους. Γράφεται με έμπνευση και καλή τύχη (σελ. 165).

 
   

No comments:

Post a Comment