Saturday, August 18, 2012

Του τάφου, 24η ιστορία, Το περβόλι



Του τάφου, 24η ιστορία, Το περβόλι


Εις μνήμην Μανώλη Ψαρουδάκη, που μου την αφηγήθηκε πέρυσι το καλοκαίρι (2012)
 

  Ο πατέρας πέθανε πριν ένα μήνα περίπου. Ο μεγάλος γιος είναι απαρηγόρητος. Του λείπει ο πατέρας. Και ο μικρός είναι απαρηγόρητος, αλλά δεν κάνει κι έτσι.
  Πώς έτσι.
  Πηγαίνει κάθε μέρα, μα κάθε μέρα, στο νεκροταφείο. Κουβαλάει μαζί του μια μπουκάλα ρακή και δυο τρία ταπεράκια με μεζέδες. Ρακομεζέδες: τυρί, ελιές, παξιμαδάκια, ντομάτα, αγγούρι, και ό,τι άλλο βρεθεί. Στρώνει πάνω στον τάφο του πατέρα του, βγάζει και δυο ποτηράκια και τα γεμίζει ρακή. Σηκώνει το ένα, «Στην υγειά σου πατέρα», το κατεβάζει μονορούφι. Σηκώνει και το άλλο, «Στην υγειά σου γιε μου», και το χύνει πάνω στο μάρμαρο του τάφου. Είναι ήδη μεθυσμένος. Πιο πριν τα έχει πιει, κατά το συνήθειο, με τους φίλους του.
  Ο μικρός αδελφός κάποτε τον παρακολούθησε. Είδε τι έκανε. Δεν τον ενόχλησε. Σεβάστηκε τον πόνο του. Έλα όμως που είχε και υποχρεώσεις, και με το να μπεκροπίνει με τον πατέρα του τις είχε παραμελήσει.
  Στα Ξεράμπελα, μια περιοχή στην Επισκοπή, είχαν ένα περβόλι που είχε αναλάβει αυτός να το ποτίζει. Από τότε όμως που πέθανε ο πατέρας ούτε που ξαναπάτησε εκεί. Ο μικρός αδελφός είχε κι αυτός τις δουλειές του, αλλά τι να κάνει, να ξεραθούν τα μποστανικά; Πήγαινε και τα πότιζε. Όμως ένοιωθε πνιγμένος μέχρι το λαιμό.
  Μια μέρα δεν άντεξε. Πηγαίνει και κρύβεται πίσω από τον τάφο. Όπου να ’ναι θα σκάσει μύτη ο αδελφός.
  Και πράγματι να τος σε λίγο. Στρώνει πάλι πάνω στον τάφο, βγάζει τα ταπεράκια, τα ποτηράκια και τη ρακή.
  -Στην υγειά σου πατέρα.
  -Στην υγειά σου παιδί μου.
  Όμως αυτό το «Στην υγεία σου παιδί μου» δεν το είπε ο ίδιος, δεν πρόλαβε. Το είπε ο αδελφός του που ήταν κρυμμένος πίσω από τον τάφο.
  Ήταν τόσο το μεθύσι του που δεν κατάλαβε τίποτα. Γιατί, αν ήταν ξεμέθυστος, θα το είχε βάλει στα πόδια. Και συνεχίζει ο πατέρας:
  -Είσαι καλά παιδί μου;
  -Καλά πατέρα.
  -Και η μητέρα σου καλά;
  -Καλά κι αυτή πατέρα.
   Ψέματα. Όχι πως δεν ήταν καλά η γυναίκα, αλλά δεν μπορούσε να ξέρει. Είχε ένα μήνα να πατήσει να τη δει.
  -Και το περβόλι μας στα Ξεράμπελα καλά είναι;
  -Καλά πατέρα.
  -Πηγαίνεις κάθε μέρα και το ποτίζεις;
   Εδώ κόμπιασε λίγο.
  -Ναι πατέρα.
  Και μαζεύει αμέσως τα πιατικά, καβαλάει το μηχανάκι του και φεύγει. Ο μικρός αδελφός τον παίρνει από πίσω με τη δική του μηχανή.
  Μα πού πηγαίνει;
  Στα Ξεράμπελα. Ποτίζει το περβόλι και μετά φεύγει. Ο αδελφός πάλι τον παρακολουθεί.
  Δεν έκανε λάθος.
  Πηγαίνει στη μητέρα του.
  -Βρε καλώς τον κανακάρη μου, σαν τα χιόνια.
  -Καλά είσαι μάνα;
  Την ιστορία τη λέει ο αδελφός του, αλλά με ένα τρόπο που ξεκαρδίζεσαι στα γέλια. Έτσι με διαβεβαίωσε ο φίλος χωριανός που μου τη διηγήθηκε. Εσείς βέβαια δεν έχετε ξεκαρδιστεί στα γέλια, αλλά δυστυχώς έτσι είναι με τον γραπτό λόγο. Διαβάσετε μια κωμωδία, και μετά πηγαίνετε να τη δείτε στο θέατρο. Πότε θα γελάσετε περισσότερο;

No comments:

Post a Comment