Saturday, August 18, 2012

Του τάφου, 25η ιστορία, Από γενιά πάει το βασιλίκι



Του τάφου, 25η ιστορία, Από γενιά πάει το βασιλίκι

  Ο ξάδελφός μου ο Κωστής που μου είπε την ιστορία, όπως και πολλές άλλες από αυτές που έχω γράψει, δεν έχει γεννηθεί ακόμη. Ο μεγάλος του αδελφός είναι τριών χρονών. Αρκετά μεγάλος για να μπορεί να ξεπορτίζει, και να λαχταρίζει η μάνα του κάθε φορά που αργεί να γυρίσει.
  Έχουν ένα περβόλι ακριβώς πίσω από το νεκροταφείο, στη Μακρυλιά, κοντά στους Μεσελέρους, βορειοδυτικά της Ιεράπετρας. Πηγαίνει συχνά με τον πατέρα του και ποτίζουν.
  Το χωριό είναι φτωχό, το ίδιο και το νεκροταφείο. Δεν διαθέτει κτίσμα για να βάζουν τα κόκκαλα των νεκρών μετά την εκταφή τους από τις άρκλες. Ο νεκροθάφτης τα πετάει σε μια τροχαλιά (σωρός από πέτρες), σε μια γωνιά του νεκροταφείου.
  Εκείνη τη μέρα ο γιος γυρνάει νυχτιασμένα στο σπίτι. Αλλά κρατάει στα χέρια του και δυο τρόπαια, ένα σε κάθε χέρι.
  -Τι είναι αυτά που κρατάς στα χέρια σου παιδί μου; του λέει τρομαγμένη η μητέρα του.
  -Τσουκάκια μαμά, να βάζουμε τις ελιές.
  Τα τσουκάκια, μου εξηγεί ο ξάδελφος γιατί δεν ξέρω τη λέξη, είναι κάτι σαν φλασκιά.
  Όμως ο μικρός είχε κάνει λάθος. Δεν ήταν τσουκάκια. Ήταν δυο νεκροκεφαλές, που τις είχε μαζέψει από την τροχαλιά του νεκροταφείου.
  -Δεν είναι τσουκάκια παιδί μου, μόνο να τα πας αμέσως εκεί που τα βρήκες, του λέει ο πατέρας του.
  -Είσαι στα καλά σου που θα στείλεις το παιδί νυχτιάτικα στο νεκροταφείο; του λέει η γυναίκα του.
  -Τώρα που είναι μικρός είναι ευκαιρία. Έτσι δεν θα φοβηθεί ποτέ του τους πεθαμένους.
  Ούτε και ο ίδιος φοβότανε. Και μου διηγείται ο ξάδελφος και τη δική του ιστορία.
  Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν οι πλαστικές σωλήνες του νερού που υπάρχουν σήμερα, με τις οποίες μεταφέρουν το νερό στα περβόλια. Τότε το μετέφεραν με τους «καταπότες», μικρά χαντάκια. Ο νεροφόρος, ή αλλιώς σουριοτζής, στα τούρκικα, ήταν υπεύθυνος για την κατανομή του νερού. Ειδοποιούσε τους χωριανούς πότε ήταν η σειρά τους να πάρουν το νερό. Και ο χωριανός έπρεπε να πάει στο περβόλι του λίγο πριν τελειώσει το πότισμά του ο γείτονας, για να το πάρει με τη σειρά του. Αυτό γινόταν σε όλα τα χωριά, όπως και στο δικό μας.
  Βρίσκει λοιπόν ο νεροφόρος το Ζαχάρη στο καφενείο και του λέει: «Στις δώδεκα τα μεσάνυχτα να πας να βάλεις το νερό στο περβόλι σου στο νεκροταφείο».
  Ο Ζαχάρης λίγο πριν τα μεσάνυχτα φεύγει από το καφενείο και πηγαίνει στο σπίτι. Ενημερώνει τη γυναίκα του ότι θα αργήσει, παίρνει τη σκαλίδα και το φενέρι (φανάρι) και κινά για το περβόλι. Ποτίζει τα μποστανικά και τα δέντρα, και όταν τελειώνει το πότισμα ξεκινάει να φύγει.
  Όμως τι είναι αυτές οι τρεις άσπρες σκιές δίπλα στην πόρτα του νεκροταφείου;
  Δεν φοβάται, γιατί καταλαβαίνει για τι πρόκειται.
  Κάνει να προσπεράσει, και οι σκιές αυτές τον περικυκλώνουν.
  -Αμέτε στο γέρο το διάολο, και αφήστε με να περάσω.
  Τίποτα αυτές. Άρχισαν να γυρνάνε γύρω γύρω του. Ξαφνικά μια σκιά σκύβει και του σβήνει το φενέρι. Ο Ζαχάρης σηκώνει τότε τη σκαλίδα, έτοιμος να την κατεβάσει στο πιο κοντινό κεφάλι.
  -Σταμάτα Ζαχάρη, και εμείς είμαστε.
  Ξεμασκαρεύτηκαν οι χωριανοί του, που νόμιζαν ότι θα τον τρόμαζαν. Είχαν μείνει με τα σώβρακα (η 19η ιστορία έχει τον τίτλο «Το άσπρο σώβρακο») και τις φανέλες, κάτασπρα και τα δυο. Έτσι φάνταζαν σαν άσπρες σκιές μέσα στο σκοτάδι. Και μια άσπρη σκιά μέσα στο σκοτάδι τι άλλο μπορεί να είναι παρά φάντασμα;
  -Έπρεπε εγώ από την αρχή να σας καταφέρω μια στην κεφαλή, αλλά έχετε χάρη.
  Θα μπορούσε να το είχε κάνει. Βέβαια αυτοί ήσαν τρεις και αυτός ένας, όμως ποιος τολμάει να τα βάλει με έναν που δεν φοβάται τα φαντάσματα;

No comments:

Post a Comment