Tuesday, March 20, 2018

Αζίζ Νεσίν, Ο Ζήσης ζει και δε ζει


Αζίζ Νεσίν, Ο Ζήσης ζει και δε ζει (μετ. Παν. Αμπατζής) Δωρικός 1991, σελ. 328


  Νόμιζα ότι το αγόρασα το 1991, τη χρονιά που εκδόθηκε, μια και την ίδια χρονιά εκδόθηκε – κι ας γράφει 1990 – από τον ίδιο εκδοτικό οίκο και το δικό μου βιβλίο «Η λαϊκότητα της κρητικής λογοτεχνίας». Είδα όμως ότι έγραφε τιμή 12 ευρώ, άρα το πήρα αργότερα. Δεν νομίζω ότι το αγόρασα, πιθανότατα μου το έκανε δώρο ο Αριστείδης ο Κλάδος, καλή του ώρα όπου κι αν είναι.
  Έχω διαβάσει κάποια βιβλία του Αζίζ Νεσίν. Την εποχή της δικτατορίας και μετά τα έργα του ήταν must, ιδιαίτερα «Ο καφές και η δημοκρατία».
  Μου αρέσουν τα βιβλία που έχουν χιούμορ. Θυμάμαι που διάβασα για τρίτη φορά τον «Καλό στρατιώτη Σβέικ», σαν παυσίπονο, τότε που φοιτητής έκανα εγχείρηση ρινικού διαφράγματος, για να ξεχνάω τους πόνους.
  Και, να μην ξεχάσω να το γράψω και αυτό, ενώ υπάρχουν ένα σωρό ταινίες που είναι κωμωδίες, τα χιουμοριστικά βιβλία είναι σταγόνα στον ωκεανό.
  Διηγήματα τα περισσότερα, τα έπαιρνα μαζί μου τότε που έκανα χειμερινό μπάνιο, τις λιακάδες που μπορούσα να κάνω ηλιοθεραπεία, και τα διάβαζα ξαπλωμένος στην αμμουδιά. Σίγουρα όχι το καταχείμωνο, αλλά φθινόπωρο ή άνοιξη καιρού.
  Πέρασα μια ίωση που για πρώτη φορά με έριξε στο κρεβάτι, εδώ και εφτά χρόνια που αποφάσισα να κάνω εμβόλιο. Πώς να περάσω την ώρα μου; Είπα να ξαναδιαβάσω τον «Οδυσσέα» του Τζόυς αλλά μετά άλλαξα γνώμη και είπα να διαβάσω κάτι πιο ευχάριστο. Στο «ράφι των τύψεων» πήρε το μάτι μου το «Ο Ζήσης και ζει και δε ζει» και το κατέβασα αμέσως. Θυμήθηκα πόσο μου άρεσαν τα βιβλία του Αζίζ Νεσίν.
  Και όχι μόνο σε μένα. Ψάχνοντας τώρα το βιογραφικό του στη βικιπαίδεια διαβάζω χωρίς καμιά έκπληξη ότι ήταν ίσως ο μόνος τούρκος συγγραφέας που ζούσε από τα βιβλία του.
  Εν τάξει, ο Κεμάλ έκανε πολλά για την Τουρκία, αλλά η γραφειοκρατία είναι ένα τέρας που δεν δαμάζεται καθόλου εύκολα, όποιο καθεστώς κι αν είναι στην εξουσία.
  Ένας Κάφκα με χιούμορ είναι ο Νεσίν σ’ αυτό το βιβλίο. Ο Ζήσης βρήκε το διάβολό του με μια παράλογη εξουσία που του λέει ότι δεν ζει. Όμως μόνο όταν τη βολεύει. Όταν είναι να πληρώσει φόρους ή να πάει στο στρατό, τότε ζει. Και βέβαια, καθώς το βιβλίο είναι χιουμοριστικό, δεν έχει το οικτρό τέλος του Joseph K. Έκανε καιρό στη φυλακή, όμως αποφυλακίσθηκε με αρκετά λεφτά στην τσέπη του. Και είχε μια γυναίκα και ένα παιδί να τον περιμένει.
  Το βιβλίο τυπικά είναι μυθιστόρημα, όμως κάθε κεφάλαιο διαβάζεται και σαν ξεχωριστό διήγημα καθώς αποτελείται από σχεδόν αυτόνομα επεισόδια από τη ζωή του, που ο Ζήσης αφηγείται κάθε βράδυ στους συγκρατούμενούς του.
  Να μη σας κουράσω παινεύοντάς το, να παραθέσω αποσπάσματα.
  Ξεφυλλίζω τις υπογραμμίσεις μου, και πέφτω πάνω σε δυο ανθρωπολογικά στοιχεία. Το πρώτο, αρραβώνιαζαν τα παιδιά από μικρά. Το δεύτερο, η διαδικασία της συμφωνίας των προικιών. «…Σύμφωνα με τα καθιερωμένα του χωριού μας, ο πατέρας της νύφης έπρεπε να κατηγορήσει το γαμπρό και ν’ ανεβάσει στα ουράνια την κόρη του. Ο πατέρας του γαμπρού έπρεπε να κάνει το αντίθετο. Με τα αστεία αυτά όλοι γελούν και σιγά-σιγά αρχίζει το παζάρι» (σελ. 45).
  Το ξέρουμε αυτό το έθιμο, δεν είναι μόνο τουρκικό, ούτε καν μόνο μουσουλμανικό. Το έχω ξανασυναντήσει σε δράματα. Όμως εδώ έχουμε κωμωδία, και η Ανσέ και ο Ζήσης που τους αρραβώνιασαν μικρούς ερωτεύτηκαν ο ένας τον άλλο, και στο τέλος, όπως είπαμε, τους βλέπουμε παντρεμένους με παιδί.
  «Είχαμε έναν πολύ καλό λοχαγό. Ήταν γνωστός στο σύνταγμα σαν ο αξιωματικός που έδερνε λιγότερο. Έδερνε μια φορά την εβδομάδα ή κάθε δέκα μέρες. Μα το στρατιώτη που έδερνε τον σακάτευε στο ξύλο» (σελ. 52).
  Γι’ αυτό αν γίνει πόλεμος θα μας πάρουν φαλάγγι οι τούρκοι. Θα κοιτάξουν να βγάλουν το άχτι τους για το ξύλο που τρώνε πάνω μας.
  «(σε προεκλογική εκστρατεία) Το πλήθος αυτό που βλέπεις δεν είναι τίποτα. Θα μπορούσε να είναι δεκαπλάσιο. Θα δώσουν είκοσι πέντε λίρες σε κάθε άτομο. Ο δημογέροντας το κράτησε μυστικό. Αν το φανέρωνε, όλο το χωριό θα έτρεχε να τους υποδεχτεί. Ο δημογέροντας το είπε μονάχα στους δικούς του ανθρώπους. Εγώ το πληροφορήθηκα, έτρεξα κι ήρθα» (σελ. 100).
  Σε μας εδώ, θυμάμαι, πλήρωναν τα εισιτήρια για να πάνε να ψηφίσουν στον τόπο καταγωγής τους όπου πολλοί, για λόγους πατριωτισμού, είχαν αφήσει τα εκλογικά τους δικαιώματα (εγώ, πριν τα μεταφέρω στην Αθήνα, ψήφιζα έτσι κι αλλιώς εδώ σαν δημόσιος υπάλληλος). Πάντως, αυτό το να σε πληρώνουν για να συμμετέχεις στις προεκλογικές συγκεντρώσεις άκουσα ότι γίνεται με αλλοδαπούς, χωρίς να αποκλείονται βέβαια και οι ντόπιοι.   
  Ο Ζήσης είναι καταχωρημένος στα μητρώα ως νεκρός, σκοτωμένος σε μια μάχη, και από εκεί ξεκινάνε οι περιπέτειές του, γιατί δεν μπορεί να βγάλει ταυτότητα, και χωρίς ταυτότητα δεν μπορεί να πάει σχολείο, δεν μπορεί να βρει δουλειά, ούτε να πάρει μια κληρονομιά.
  «Έπαψα πια να δίνω σημασία στο δικαστήριο, στη δίκη. Τι θα πετύχαινα τάχα αν έδινα σημασία; Βρε ηλίθιε, είπα μέσα μου, είσαι σε θέση, βρε ανόητε, να ξέρεις καλύτερα από το κράτος, αν ζεις ή δε ζεις; Χρόνια τώρα επιμένεις ότι ζεις κι έρχεσαι ενάντια στο κράτος… Βάλθηκες ρε άμυαλε να διαψεύσεις το κράτος; Για να σου λένε, χρόνια τώρα, ότι δε ζεις, θα πει ότι δε ζεις. Δώσε τέλος στη ζωή σου ν’ αληθέψουν τα επίσημα έγγραφα» (σελ. 123).
  Θα προσπαθήσει αλλά δεν θα τα καταφέρει. Το δηλητήριο είναι ληγμένο, το γκάζι δεν λειτουργεί, το σκοινί που αγόρασε για να κρεμαστεί είναι σάπιο και σπάζει, και δεν θυμάμαι τι άλλο. Όμως αργότερα παρά λίγο να πεθάνει από κάτι που έφαγε σε ένα εστιατόριο και ήταν χαλασμένο.
  Και θυμήθηκα.
  Έχοντας μόλις τελειώσει το Λύκειο πήγαμε στο Ηράκλειο για να καταθέσουμε τα χαρτιά για τις πανελλαδικές. Έπρεπε να μείνουμε μια βραδιά. Το βράδυ έφαγα σε ένα εστιατόριο. Θυμάμαι, γεμιστά. Ξενύχτισα στην τουαλέτα. Τροφική δηλητηρίαση. Ευτυχώς που ήταν μόνο διάρροια, δεν χρειάστηκε να πάω στο νοσοκομείο (τότε ήταν μόνο το Βενιζέλειο, δεν υπήρχε το πανεπιστημιακό).
  Κάπου πιο κάτω διαβάζουμε επίσης:
  «Ο δικηγόρος είχε ισχυρισθεί πως επίσημα και νομικά δε ζούσα. Η κυβέρνηση με θεωρούσε πεθαμένο. Πώς μπορούσα να επιμένω ότι ζω και να διαψεύσω την Υπηρεσία Έκδοσης Δελτίων Ταυτότητας του κράτους; Φυσικά η κυβέρνηση ήξερε καλύτερα από μένα» (σελ. 318).
  Επίσης:
  «-Πού ακούστηκε τα τρένα να φτάνουν στην ώρα τους;
-Τότε σε τι χρησιμεύουν τα δρομολόγια;
-Αν δεν υπάρχουν τα δρομολόγια, πώς θα ξέρουμε πόση καθυστέρηση έχει το τρένο;» (σελ. 214).
  Ο Νεσίν δεν αφήνει τίποτα να μην το σατιρίσει από την πολιτική, την οικονομική, την κοινωνική ζωή, κυριολεκτικά τίποτα. Βέβαια τα πιο απολαυστικά επεισόδια που καταλαμβάνουν και τις περισσότερες σελίδες αναφέρονται στη γραφειοκρατία.
  Και ένα γλωσσολογικό.
  Λέμε «ξεμωραμένος». Στο βικιλεξικό διαβάζω ότι είναι μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεμωραίνομαι. Εδώ όμως διαβάζω «… η μια όμως ήταν ξαναμωραμένη» (σελ. 262). Έτσι υποθέτω λοιπόν ότι το ξεμωραμένος είναι παραφθορά του ξαναμωραμένος, που σημαίνει αυτός που γίνεται ξανά μωρό.
  Ο μεταφραστής, Παναγιώτης Αμπατζής, γράφει αλλού «νταβούλια» και όχι νταούλια. Έχει ένα ενδιαφέρον βιογραφικό, μπορείτε να το διαβάσετε στο διαδίκτυο.
  «Οι περισσότεροι μουσουλμάνοι στον κόσμο έχουν προγόνους που έγιναν μουσουλμάνοι με την απειλή του σπαθιού» (σελ. 282).
  Το είδα και στην ταινία του σενεγαλέζου σκηνοθέτη Ousmane Sebène «Ceddo» (1977). 
  Απολαυστικότατος ο Αζίζ Νεσίν, θα διαβάσω σιγά σιγά και άλλα του βιβλία που έχω αδιάβαστα.
  Και θυμήθηκα μια προσωπική ιστορία.
  Ζητάω από τη γραμματεία του πανεπιστημίου πιστοποιητικό σπουδών για την αναβολή. Έκανα τη βλακεία να μην το διαβάσω, πιστεύοντας ότι αυτά που έγραφε ήταν τα τυπικά.
  Και όντως ήταν τα τυπικά, όμως με ένα λάθος. Μου το διαβάζει ο στρατολόγος στο στρατολογικό γραφείο Αγίου Νικολάου.
  -Εδώ γράφει: Η δεσποινίς Δερμιτζάκης Χαράλαμπος…
  -Σας φαίνομαι για δεσποινίς; Αν είμαι δεσποινίς, τότε γιατί να πάω στο στρατό; Οι γυναίκες δεν κάνουν στρατιωτική θητεία. Να με διαγράψετε λοιπόν από τους στρατολογικούς σας καταλόγους.
  -Με δουλεύεις; μου λέει, εγώ βλέπω ότι είσαι άντρας, άρα λάθος έκανε η υπάλληλος της γραμματείας του πανεπιστημίου.
  -Ωραία, του λέω, τότε να σβήσουμε το Δεσποινίς και να γράψουμε Κύριος.
  -Δεν γίνεται να διορθώσουμε με το χέρι, είναι παράνομο.
  -Τι παράνομο; Αφού είναι ολοφάνερο το λάθος. Μπορεί ένας Δερμιτζάκης Χαράλαμπος να είναι δεσποινίς; Κανείς δεν θα σας κατηγορήσει.
  -Εδώ είμαστε κράτος, και μάλιστα στρατός, ο κανονισμός είναι σαφής, δεν μπορούν να γίνονται διορθώσεις με το χέρι, είναι παράνομο, πρέπει να ξαναγραφεί.
  -Μα… επέμενα εγώ.
  Τίποτα αυτός.
  Είχα το λόγο μου που επέμενα. Το σκάω στο τέλος.
  -Δεν προλαβαίνω να βγάλω καινούριο, η προθεσμία λήγει αύριο, θα πρέπει να πληρώσω πρόστιμο μετά.
  -Τι να σου κάνω.
  -Και πόσο είναι το πρόστιμο;
  -500 δραχμές.
  Τον παραπάνω διάλογο τον διάνθισα κατά το πνεύμα το Αζίζ Νεσίν. Όμως ακόμη το φυσώ και δεν κρυώνει για εκείνες τις 500 δραχμές που πλήρωσα, ποσό πάρα πολύ μεγάλο για την εποχή, 1969. Έφαγε και το ανάλογο βρισίδι η γραμματέας που μου έδωσε αυτό το πιστοποιητικό. Και βέβαια μούντζωσα τον εαυτό μου που δεν του έριξα μια ματιά όταν το πήρα. Από τότε ότι πιστοποιητικό παίρνω το κοιτάζω. Δεν έχω καμιά διάθεση να την ξαναπάθω, παρόλο που όλα αυτά τα χρόνια όλα τα πιστοποιητικά που πήρα ήταν σωστά γραμμένα.

No comments:

Post a Comment