Monday, June 4, 2018

Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, Το πλουσιόπαιδο


Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, Το πλουσιόπαιδο (μετ. Μένης Κουμανταρέας), Κέδρος 1996, σελ. 93


  Ο συγχωρεμένος ο Κουμανταρέας δεν έκανε μόνο τη μετάφραση, έγραψε «Μια εξομολόγηση αντί προλόγου» και «Ένα υστερόγραφο». Θα παραθέσουμε αποσπάσματα και απ’ αυτά.
  Η νουβέλα γράφηκε μετά τον «Υπέροχο Γκάτσμπυ». Όπως και σ’ αυτόν έτσι και εδώ ο Φιτζέραλντ χρησιμοποιεί έναν ενδοδιηγητικό-ετεροδιηγητικό αφηγητή, που όμως η συμμετοχή του στην πλοκή είναι απείρως μικρότερη από ό,τι στον Γκάτσμπυ. Πιστεύω ότι θα μπορούσε να λείπει τελείως και η αφήγηση να είναι τριτοπρόσωπη. Εγώ πράγματι ξέχασα καθώς προχωρούσα στην ανάγνωση ότι πρόκειται για πρωτοπρόσωπη αφήγηση, το θυμήθηκα πολύ αργότερα, όταν επανεμφανίστηκε ο αφηγητής μέσα στην πλοκή.
  Ο χαμένος έρωτας, η σπαταλημένη ζωή, είναι και εδώ το θέμα. Ο Άνσον δεν εκτιμά τις κοπέλες που τον αγάπησαν, και στο τέλος μένει παρέα με τη μοναξιά του. Καθόλου δραματικό το τέλος του σε σχέση με του Γκάτσμπυ, όμως πιο τραγικό· όπως του Οιδίποδα, ο οποίος δεν αυτοκτονεί αλλά περιφέρεται το υπόλοιπο της ζωής του τυφλωμένος από το ίδιο του το χέρι, με συνοδό την κόρη του.
  Τα λέει πολύ ωραία ο Κουμανταρέας και θα παραθέσω αποσπάσματά του, εκτός βέβαια από τα αποσπάσματα του κειμένου, όπως κάνουμε πάντα.
  «Για όποιον δεν έχει ζήσει στην πόλη, η πεζογραφία του Σκοτ Φιτζέραλντ είναι αδιανόητη. Σπάνια η μοναξιά της μεγαλούπολης και ο εκπεσμός μιας φθίνουσας αριστοκρατίας του πλούτου έχουν δοθεί με τόση διεισδυτικότητα και λεπτότητα» (σελ. 12).
  «…καταδίκαζε όσους κατασπαταλούσαν την ελευθερία που ο πλούτος τους χάριζε. Θαύμαζε την κάστα αυτή μόνο στην καλύτερη εκδοχή της: όταν η ευμάρεια συνοδευόταν από χάρη και καλλιέργεια» (σελ. 90).
  Όταν σε κάποιο βίντεο στο youtube άκουσα ότι ο Κωστής Παπαγιώργης «δεν συμπαθούσε την ποίηση», πήρα θάρρος και άρχισα να το δηλώνω κι εγώ, δημόσια πια: μόνο ποιήματα φίλων διαβάζω. Διαβάζοντας την παρακάτω παράγραφο του Κουμανταρέα, πήρα καινούριο θάρρος: «…είχα δηλώσει στους φίλους μου: ξέρετε, αυτός ο συγγραφέας δεν μου πάει» (σελ. 9).
  Ο συγγραφέας που δεν του πήγαινε τότε ήταν ο Φιτζέραλντ. Απεναντίας του πήγαινε πολύ ο Φώκνερ, που εμένα «δεν μου πάει».
  Στις αναρτήσεις μου για ταινίες δηλώνω ανοικτά ότι ο τάδε σκηνοθέτης δεν μου πάει, και προπαντός το τάδε είδος: δεν συμπαθώ για παράδειγμα καθόλου τις ταινίες τρόμου.
  «Πάντα είχα μια περιέργεια ανάμεικτη με θαυμασμό για τα γράμματα των μεγάλων συγγραφέων» (σελ. 10).
  Εγώ δεν είχα τέτοια περιέργεια, αλλά όποια έπεσαν στα χέρια μου τα διάβασα. Δεν έκανα ακόμη την ανάρτηση, αλλά διάβασα τα «Γράμματα στη Μίλενα» του Κάφκα.
  «Χρειάστηκε, όμως, να σπάσω το χέρι μου για να κάνω και το στερνό βήμα: να τον μεταφράσω» (σελ. 11-12).
  Θα παραφράσω για τη δική μου περίπτωση: «Χρειάστηκε, όμως, να σπάσω το χέρι μου για να αποφασίσω να γράψω το βιβλίο μου «Περιβάλλον, διατροφή και ποιότητα ζωής». Οι πόνοι ήσαν αφόρητοι, κάπως έπρεπε να τους αντιμετωπίσω. Με το που μου ήλθε η ιδέα στο μυαλό πέρασαν οι μισοί πόνοι. Βέβαια μου πήρε τρία χρόνια να το τελειώσω γιατί είχα και τη φροντίδα του νεογέννητου γιου μου, μια και ως καθηγητής είχα περισσότερο χρόνο στη διάθεσή μου.
  Και από τη νουβέλα:
  «Έφτασε στο σημείο ν’ αναρωτιέται μήπως έπρεπε να είχε παντρευτεί την Ντόλι. Ούτε καν η Πόλα δεν τον είχε αγαπήσει τόσο, κι είχε αρχίσει να μαθαίνει πόσο σπάνια, σε μια μόνη ζωή, συναντάει κανείς το αληθινό αίσθημα» (σελ 59).
  Θυμήθηκα την κρητική παροιμία: «Ο που διαλέγει πάει από διαλεγμάτου» (το διάλεγμα, γενική όχι διαλέγματος αλλά διαλεγμάτου στα κρητικά. Ακόμη θυμάμαι μια τέτοια γενική από τον πατέρα μου, που με ξένισε όταν την άκουσα: «αυτή η αρρώστια είναι του αιμάτου».  
  «Στα είκοσι εννιά του, η βασικότερη μέριμνα του Άνσον ήταν η μοναξιά του που μέρα με τη μέρα μεγάλωνε» (σελ. 70).
  Επίσης: «Του ήταν ανυπόφορο ότι θα περνούσε το απόγευμα μόνος» (σελ. 77).
  Η μοναξιά είναι ο κύριος πρωταγωνιστής της νουβέλας, μαζί με τον Άνσον.
  Έχω σταματήσει να αγοράζω βιβλία λόγω κρίσης, αλλά ό,τι πέσει στα χέρια μου του Φιτζέραλντ θα το διαβάσω. Έχω ήδη διαβάσει τα δυο κορυφαία του και ένα μικρό τόμο με διηγήματα.
  Και οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι.
Το πώς κι αν τα κατάφερνα με το σπασμένο χέρι (σελ. 13)
Φύτρωναν στο κεφάλι του μ’ έναν αστείο τρόπο (σελ. 19)
Και παραλίγο να ’πεφτε από το κάθισμά του (σελ. 26)
Στο κάτω κάτω της γραφής ήταν της γνώμης ότι (σελ. 30, εδώ έχουμε διασκελισμό).
Των μέσων που διέθετε η οικογένειά του (σελ. 35)
Εκείνην περισσότερο παρά τον εαυτό του (σελ. 39)
Ν’ αναμειχθεί απρόσκλητος σε ξένες υποθέσεις (σελ. 60)



No comments:

Post a Comment