Book review, movie criticism

Saturday, October 20, 2007

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία


Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία.

Τελειώνοντας την ανάγνωση του μυθιστορήματος μού ήλθε στο νου αυτός ο χαρακτηρισμός: αφηγηματικό ζάπινγκ. Γράφοντας την εποχή του μεταμοντερνισμού ο Φώκνερ χρησιμοποιεί διαφορετικές αφηγηματικές τεχνικές σε κάθε ένα από τα τέσσερα κεφάλαια του έργου. Στο πρώτο έχουμε τη λεγόμενη «stream of consciousness», τη ροή της συνείδησης στον εσωτερικό μονόλογο ενός διανοητικά καθυστερημένου νέου. Μου θύμισε τον «Λούσια» του Νίκου Χουλιαρά. Στο δεύτερο έχουμε επίσης τον εσωτερικό μονόλογο του ενός από τους δυο αδελφούς του. Διαταραγμένη προσωπικότητα, ο αδελφός αυτός θα αυτοκτονήσει. Με εξαίρεση το θαυμάσιο και σχετικά εκτενές μέρος όπου αφηγείται την περιπέτειά του με το μικρό κοριτσάκι των Ιταλών εμιγκρέδων, η αφήγηση αποτελείται από σύντομα σπαράγματα μνήμης και θραύσματα σκέψεων. Στο τρίτο μέρος ο Φώκνερ εγκαταλείπει τον μοντερνισμό για τον μεταμοντερνισμό της διαυγούς αφήγησης, σαν αυτής του μυθιστορήματος των κλασικών του 19ου αιώνα, αν και έχουμε επίσης πρωτοπρόσωπη αφήγηση, όχι ενός ατόμου διαταραγμένου ψυχικά αλλά ενός σχετικά ισορροπημένου ατόμου, γι αυτό και με περισσότερη συνοχή. (Ψυχικά ισορροπημένου, γιατί ηθικά, άστα να πάνε στο διάβολο. Έβαλε χέρι στα λεφτά της ανηψιάς του, μέχρι που αυτή του τα βούτηξε, παίρνοντας για τόκο και τις δικές του οικονομίες). Στην τριτοπρόσωπη αφήγηση, την κυρίαρχη αφήγηση του ρεαλιστικού μυθιστορήματος, επιστρέφουμε στο τέταρτο μέρος, με εστίαση στο πρόσωπο της μαύρης υπηρέτριας, «του μόνου θετικού προσώπου του μυθιστορήματος», όπως γράφει το αυτί του εξωφύλλου. (Αλλά για στάσου, δηλαδή ο ΑΜΕΑ είναι από χέρι αρνητικός;)
Ο χρόνος της αφήγησης είναι ένα ζιγκ ζαγκ. Μετά το πρώτο μέρος που επιγράφεται «Απριλίου 7η, 1928» έχουμε μια αναδρομή 18 χρόνων με τίτλο «Ιουνίου 2α, 1910. Στο τρίτο μέρος πηγαίνουμε μια μέρα πριν από το πρώτο μέρος, την «Απριλίου 6η, 1928» για να πηδήσουμε στο τέταρτο στην «Απριλίου 8η, 1928». Τουλάχιστον το τέλος είναι στη σωστή του θέση.
Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές μου έρχεται η σκέψη μήπως το κίνημα του μεταμοντερνισμού οφείλεται στο φαινόμενο του εθισμού. Ο κόσμος, συγγραφείς και αναγνώστες, είχαν βαρεθεί πια να διαβάζουν και να γράφουν όπως τον 19ο αιώνα, και αναζήτησαν νέους τρόπους γραφής. Ίσως να υπερβάλλω, αλλά ένα άρθρο του Άρθουρ Καίσλερ με τίτλο «Ο εθισμός στην τέχνη», το οποίο διάβασα μαθητής, με εντυπωσίασε ιδιαίτερα, και έχω την τάση να το χρησιμοποιώ σαν ερμηνευτικό pass- partout σε πολλά φαινόμενα. Και επειδή κάθε αλλαγή δεν σημαίνει αναγκαστικά και πρόοδο (στο νου μου, σαν εκπαιδευτικός, μου έρχονται οι κατά καιρούς διατυμπανιζόμενες μεταρρυθμίσεις στην παιδεία), γι αυτό και το κίνημα του μοντερνισμού δεν ρίζωσε, και οι συγγραφείς σήμερα έχουν επιστρέψει στην αφηγηματική διαύγεια των κλασικών (αν μπορούσαν ας έκαναν και αλλιώς, τα βιβλία τους θα έμεναν στα αζήτητα.)
Το έργο πραγματεύεται την πτώση μιας οικογένειας του Αμερικανικού Νότου. Και μου έρχεται μια ακόμη σκέψη: Γιατί μαγεύονται οι συγγραφείς τόσο με την «πτώση»; Η λέξη «Πτώση» υπάρχει σαν τίτλος σε έργο του Καμύ, και βρίσκεται επίσης στον τίτλο ενός έργου του Έντγκαρ Άλλαν Πόε («Η πτώση του οίκου των Άσερ»). Αλλά η ιστορία με την πτώση ξεκινάει πιο παλιά, από τις τραγωδίες, με την πτώση του οίκου των Ατρειδών και των Λαβδακιδών. Ο Τόμας Μαν μας αφηγήθηκε επίσης την πτώση των Μπούντενμπρουκς», και ο Μάρκες την πτώση μιας άλλης οικογένειας στα «Εκατό χρόνια μοναξιάς». Υπάρχουν κι άλλες, κάπου έχω ξαναγράψει, δεν θυμάμαι πού. Και τώρα που ξαναδιαβάζω αυτό το κείμενο για να το διορθώσω θυμάμαι και το «Μυστικό της κοντέσας Βαλαίρενας» του Ξενόπουλου.
Διαβάζοντας τη βιογραφία του συγγραφέα (καταθλιπτικός και αλκοολικός) κάνω τη σκέψη ότι οι Αμερικανοί πεζογράφοι είναι, σαν τους καταραμένους ποιητές, καταραμένοι πεζογράφοι. Πρόσφατα διάβασα ένα δείγμα από δυο απ’ αυτούς. Ξεκινώντας από τον «Τρούμαν», έχοντας σαν ερέθισμα την ομώνυμη κινηματογραφική ταινία αλλά και ένα ντοκιμαντέρ στο κανάλι της βουλής, διάβασα το «Πρόγευμα στο Τίφανις» και μια αρκετά εκτενή βιογραφία. Στη συνέχεια Κερουάκ. Ερέθισμα: ένα βιογραφικό ντοκιμαντέρ, πάλι στο κανάλι της βουλής. Αντίδραση: «Στο δρόμο», από τη βιβλιοθήκη του Βήματος. Φίτζεραλντ δεν έχω διαβάσει ακόμη, αλλά ξέρω για τη ζωή του. Και κοίτα να δεις άγνοια, ξαναδιαβάζοντας τώρα στη Wikipedia τη βιογραφία του, είδα ότι αυτούς τους πεζογράφους τους χαρακτήρισαν συλλήβδην ως «η χαμένη γενιά». Ο Χέμινγουεη φαινόταν ο πιο ισορροπημένος, αλλά και αυτός δεν την γλύτωσε. Σαν τον Τζακ Λόντον αυτοκτόνησε. Και πρόσφατα διάβασα στη «Θεραπεία του Σοπενάουερ» του Ίρβιν Γιάλομ (αργότερα θα γράψω δυο λογάκια και γι αυτήν) ότι ο Χεμινγουέη είχε δηλώσει «Εμένα ο ψυχαναλυτής μου είναι η γραφομηχανή μου». Για πολλά χρόνια φαίνεται ότι αυτός ο ψυχαναλυτής τον στήριζε, όμως στο τέλος τον πρόδωσε. Βρισκόταν στην Κούβα όταν πήρε ένα κυνηγετικό όπλο και τίναξε τα μυαλά του στον αέρα, στα εξήντα δύο του.
Ρε μπας και το keyboard στο κομπιούτερ μου είναι ο δικός μου ψυχαναλυτής; Αν ναι, να πάρω ένα καλύτερο, έτσι, για σιγουριά. Και αυτό βέβαια καλό είναι, ασύρματο, αλλά φτηνιάρικο.

Μπάμπης Δερμιτζάκης 20-10-2007
Post a Comment