Book review, movie criticism

Sunday, June 25, 2017

Paolo Sorrentino, La grande bellezza (The great beauty Η τέλεια ομορφιά, 2013)

Paolo Sorrentino, La grande bellezza (The great beauty Η τέλεια ομορφιά, 2013)


  Η αναζήτηση της τέλειας ομορφιάς είναι που εμπόδισε τον Gep Gambardella, συγγραφέα ενός μόνο μυθιστορήματος (όπως κι εγώ, ίσως προς το παρόν, για άλλους λόγους) να γράψει και άλλο. Αυτό, στην ταινία του Πάολο Σορεντίνο «Η τέλεια ομορφιά».
  Η ταινία δεν έχει ένα στόρι αλλά έχει ένα συνδετικό ιστό, το πρόσωπο του Gep Gambardella. Γύρω του υφαίνονται επεισόδια, στα περισσότερα από τα οποία συμμετέχει, με το φανταστικό και το ποιητικό να διεισδύει συχνότατα σ’ αυτά. Επεισόδια στα οποία σατιρίζεται καλοπροαίρετα, με λεπτό χιούμορ, μια μπουρζουαζία χωρίς καμιά γοητεία, διακριτική ή μη.
  Συνήθως το κάνω στα βιβλία, να παραθέτω αποσπάσματα και να τα σχολιάζω.
  -Τι δουλειά κάνεις;
  -Είμαι πλούσια.
  -Πολύ ωραία δουλεία.
  Μόνο που δεν είναι για τον καθένα. Πολύ θα ήθελα να την έκανα κι εγώ.
  Και θυμήθηκα τον παρακάτω διάλογο.
  -Τι δουλειά κάνετε;
  -Σύζυγος καθηγητρίας.
  Την είχα καθηγήτρια τη σύζυγό του.
  Επίσης.
  Μιλάει ο Gep.
  Η πιο σημαντική ανακάλυψη που έκανα λίγες μέρες αφότου συμπλήρωσα τα 65 χρόνια είναι πως δεν μπορώ πλέον να χάνω χρόνο κάνοντας πράγματα που δεν μου αρέσει να κάνω.
  Αυτή την ανακάλυψη την έκανα εγώ πριν κλείσω τα 60.
  Και ένας ακόμη διάλογος.
  -Πώς είναι η σούπα σου Geppino;
  -Η σούπα είναι ωραία. Γιατί με είπες Geppino; Εδώ και αιώνες δεν με φωνάζουν έτσι.
  -Γιατί οφείλεις κάθε τόσο, έχεις την υποχρέωση, να κάνεις τον άλλο να νιώσει όπως όταν ήταν παιδί.
  Το κάνω, με μια φίλη, χωρίς να το νοιώθω όμως σαν υποχρέωση ή ότι το οφείλω.
  Πρόκειται για μια ταινία αλλιώτικη από τις άλλες. Μια ταινία που άρεσε πολύ, κρίνοντας από τη βαθμολογία του IMDb, 7,7. Και εμένα μου άρεσε πολύ, και πρέπει να ευχαριστήσω το Βλάσση που μου τη συνέστησε.


  

Ted Cotcheff, Weekend at Bernie’s (Τρελό γουικέντ στου Μπέρνι, 1989)

Ted Cotcheff, Weekend at Bernie’s (Τρελό γουικέντ στου Μπέρνι, 1989)


  Απολαυστική, ξεκαρδιστική, υπέροχη κωμωδία.
  Οι δυο νεαροί υπάλληλοι μιας ασφαλιστικής εταιρείας ανακαλύπτουν ότι μια αποζημίωση πληρώθηκε τέσσερις φορές. Τρίβουν τα χέρια τους από ικανοποίηση, θα το πουν στο αφεντικό και θα εισπράξουν το μπράβο, μαζί με την προοπτική της ανέλιξης. Αυτός γίνεται πολύ διαχυτικός μαζί τους και τους καλεί να περάσουν το σαββατοκύριακο στη βίλα του. Πού να φανταστούν ότι είχε σκοπό να τους δολοφονήσει. Όμως το μεγάλο αφεντικό της μαφιόζικης οργάνωσης στην οποία ανήκει έχει άλλα σχέδια. Έχει λέει γίνει φιλόδοξος, πηδάει και τη φιλενάδα του, καλύτερα είναι να βγάλουν αυτόν από τη μέση.
  Έτσι και γίνεται. Μόνο που οι δυο νεαροί δεν θέλουν να αποκαλυφθεί ο θάνατός του, και τον κουβαλάνε εδώ και εκεί σαν να είναι ζωντανός, τάχα μεθυσμένος, στο μεγαλύτερο μέρος της ταινία. Μου θύμισε πολύ τη νουβέλα του Ζόρζε Αμάντου «Ο διπλός θάνατος του Τσιν-τσιν του μπέκρα», που και εκεί περιφέρουν τον νεκρό σαν να είναι ζωντανός. Τον βάζουν σε μια βάρκα, όμως κάποια στιγμή θα γλιστρήσει μέσα στο νερό και θα τον χάσουν. Έτσι συντελείται ο δεύτερος θάνατός του. Οι δυο νεαροί όμως δεν θα τον χάσουν παρόλο που και σ’ αυτούς θα πέσει στη θάλασσα, τον έχουν γερά δεμένο με σκοινί.
  Τι κωμωδία θα ήταν αν δεν υπήρχε και το ρομάντζο. Ο συνεσταλμένος νεαρός θα κατακτήσει τελικά την καρδιά της συναδέλφου του που περίμενε πώς και πώς, όμως θα συμβούν πολλά επεισόδια, που δεν θα θέσουν βέβαια στα σοβαρά σε δοκιμασία τη σχέση τους – κωμωδία έχουμε – εμάς όμως θα μας κάνουν να γελάσουμε πολύ.

  Ναι, της έβαλα 9 στο IMDb.

Saturday, June 24, 2017

Luis Buñuel, Fievre monte a El Pao (Ο πυρετός ανεβαίνει στο Ελ Πάο, 1959)

Luis Buñuel, Fievre monte a El Pao (Ο πυρετός ανεβαίνει στο Ελ Πάο, 1959)


   Από προχθές στους  κινηματογράφους.
  Δεν είναι από τις πιο γνωστές ούτε από τις καλύτερες ταινίες του Μπουνιουέλ, αλλά Μπουνιουέλ είναι αυτός. Όταν κάποιος είναι κορυφαίος σκηνοθέτης ή συγγραφέας θέλω να δω/να διαβάσω όλα του τα έργα. Κανένα δεν θα είναι κακό.
  «Ο πυρετός ανεβαίνει στο Ελ Πάο», που κυκλοφόρησε με τον πιασάρικο αλλά παραπλανητικό τίτλο «Στον πυρετό της ηδονής» το 1959 στην Ελλάδα είναι ένα έργο πολιτικό. Βλέπουμε και εδώ το γνωστό μοτίβο «μια γυναίκα δύο άντρες». Η γυναίκα είναι η Ινές. Ο άνδρας είναι ο Ραμόν, ο γραμματέας του συζύγου της, κυβερνήτη ενός νησιού «Μακρόνησος», που έχει όμως και ποινικούς. Όταν ο κυβερνήτης δολοφονείται τα φτιάχνει με τη γυναίκα του. Είναι νέος και ιδεαλιστής, και φιλοδοξεί να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής των κρατουμένων. Όμως στη μέση μπαίνει ο αδίστακτος Αλεχάντρο, που δολοπλοκεί για να κερδίσει την Ινές που δεν τον θέλει. Και μέσα σ’ όλα αυτά έχουμε και μια εξέγερση των κρατουμένων, των ποινικών κρατουμένων.

  Η ταινία μας άρεσε, δείτε την.

Friday, June 23, 2017

Κώστας Σταματόπουλος, Τι κι αν έπεσε ο Γράμμος, εμείς θα νικήσουμε (2017)

Κώστας Σταματόπουλος, Τι κι αν έπεσε ο Γράμμος, εμείς θα νικήσουμε (2017)


  Από χθες στο Στούντιο και στην Αλκυονίδα, με δωρεάν είσοδο για τους πάνω από 65 και κάτω των 17.
  Το ντοκιμαντέρ είναι είδος που αγαπώ και έτσι είχα μεγάλη λαχτάρα να δω το «Τι κι αν έπεσε ο Γράμμος, εμείς θα νικήσουμε». Το ντοκιμαντέρ αυτό δείχνει την ιστορία του εμφύλιου παρουσιάζοντας άγνωστο κινηματογραφικό υλικό που τραβήχτηκε από τους οπερατέρ του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, αλλά και από αρχεία της ΕΡΤ. Συναρπαστικό καθ’ αυτό, μου θύμισε πράγματα που είχα ξεχάσει, και έμαθα πράγματα που αγνοούσα. Για παράδειγμα δεν ήξερα ότι ο Πωλ Ελυάρ είχε πάει στο Γράμμο (ή μήπως ήταν στο Βίντσι; Δεν θυμάμαι), και ένα μήνυμά του μεταδιδόταν από τις ντουντούκες των στρατιωτών του ΔΣΕ στους στρατιώτες του εθνικού στρατού. Και βέβαια η παρουσία γυναικών στις τάξεις του ΔΣΕ από μόνη της εντυπωσιάζει. Οι επόμενες στρατιωτίνες θα είναι στον στρατό του Ισραήλ, αν δεν κάνω λάθος. Δεν ξέρω αν είχε σειρά η Αμερική ή κάποιο άλλο κράτος, αλλά είδα ένα ντοκιμαντέρ που αναφερόταν στους βιασμούς αμερικανών στρατιωτίνων από συναδέλφους τους. Στο ντοκιμαντέρ του Σταματόπουλου ακούστηκε η μαρτυρία ότι ποτέ δεν παρενοχλήθηκαν σεξουαλικά οι συντρόφισσες. Ακόμη κι αν είναι υπερβολή, το υψηλό φρόνιμα των ανδρών του ΔΣΕ θα ήταν αποτρεπτικό για μια τέτοια συμπεριφορά.
  Το έργο είναι παραγωγή της κεντρικής επιτροπής του ΚΚΕ. Να ξεκαθαρίσω, δεν υπήρξα ποτέ μέλος του ΚΚΕ. Ψηφοφόρος υπήρξα μόνο μια φορά, στις πρώτες εκλογές μετά την μεταπολίτευση, τότε που υπηρετούσα ως έφεδρος ανθυπολοχαγός στη Λάρισα. Ψήφισα, θυμάμαι, τον Λουλέ. Και η μικρή αριστερή οργάνωση στην οποία οργανώθηκα στη συνέχεια μετεξελίχθηκε σε οικολογική. Προϊόν της στράτευσής μου στο οικολογικό κίνημα υπήρξαν τα βιβλία μου «Περιβάλλον, διατροφή και ποιότητα ζωής», «Οικολογία και δημοκρατία» και «Ο χορός της βροχής: Οικολογικά παραμύθια και διηγήματα».  
Μετά τη συμμετοχή μου στους οικολόγους-εναλλακτικούς το 1990, η σχέση μου με την πολιτική είναι πια αυτή του απλού ψηφοφόρου. Απογοητευμένος, έπαψα να θέλω να σώσω τον κόσμο. Εξάλλου δεν ήμουν πια νέος. Ο Καζαντζάκης, που φέτος γιορτάζουμε τα 60 χρόνια από το θάνατό του, γράφει κάπου: τότε που ήμουν νέος· και νέος θα πει να θέλεις να σώσεις τον κόσμο.
  Όσοι φοβούνται μήπως πέσουν θύμα της κομμουνιστικής προπαγάνδας δεν είναι ανάγκη να δουν την ταινία. Όσοι θέλουν να γνωρίσουν μια εικόνα της σύγχρονης ιστορίας μας, θα ικανοποιηθούν αφάνταστα από αυτό το ντοκιμαντέρ. Ελπίζουμε, για όσους το μετανιώσουν που δεν το είδαν, να αναρτηθεί στο youtube

Thursday, June 22, 2017

Zach Braff, Going in style (Εκδίκηση με στυλ, 2017)

Zach Braff, Going in style (Εκδίκηση με στυλ, 2017)


Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Η ταινία είναι remake της ομώνυμης ταινίας που γύρισε ο Martin Brest το 1979.
  Τρεις ηλικιωμένοι φίλοι έχουν οικονομικά προβλήματα. Η εταιρεία που δούλευαν μεταφέρει τις δραστηριότητές της στο Βιετνάμ και η σύνταξή τους πάει περίπατο.
  Παρένθεση: Είναι αλήθεια αυτό; Δεν υπάρχει ΙΚΑ στην Αμερική; Ο συνταξιούχος παίρνει τη σύνταξή του από την επιχείρηση στην οποία δούλευε; Εντελώς κουφό. Κλείνει η παρένθεση.
  Του Μάικλ Κέην μάλιστα κινδυνεύουν να του πάρουν το σπίτι. Όμως κατά διαβολική σύμπτωση τυχαίνει να βρίσκεται στην τράπεζά του όταν μπουκάρουν μέσα οι ληστές. Και του μπαίνουν ιδέες. Η τράπεζα πάει να του πάρει το σπίτι βασισμένη στα ψιλά γράμματα της δανειακής σύμβασης, γιατί να μην την εκδικηθεί ληστεύοντάς την;
  Θα πείσει τους φίλους του. Θα πείσει και τον γαμπρό του να βοηθήσει. Και θα διαπράξουν τη ληστεία.
  Η ταινία χαρακτηρίζεται στο ΙΜDb comedy, crime. Είναι άφθονα τα κωμικά επεισόδια και οι χιουμοριστικές ατάκες, και βέβαια η ταινία είναι και crime, με τις δυο ληστείες. Κορυφαίο είναι το επεισόδιο με το κοριτσάκι που δεν ήταν καθόλου μαρτυριάρα.
  Παρεμπιπτόντως, το πρόβλημα με τις τράπεζες που αντιμετωπίζουν τα τελευταία χρόνια οι αμερικάνοι το πραγματεύεται και ο Ramin Bahrani στην ταινία του «99 homes».
  Η ταινία τελειώνει με ένα ύμνο στη φιλία. Ο Μόργκαν Φρίμαν πρέπει να κάνει επειγόντως μεταμόσχευση νεφρού. Όμως πού να βρεθεί δότης; Θα προθυμοποιηθεί ο φίλος του ο Κρίστοφερ Λόιντ να του δώσει το δικό του.
  Και βέβαια δεν γίνεται κωμωδία χωρίς γάμο. Ο Κρίστοφερ Λόιντ είναι που θα παντρευτεί, σε ένα ευτυχισμένο happy end.
  Καθώς είμαι ιδιοσυγκρασιακά συγκριτολόγος όπως παρατήρησε ένας καναδός καθηγητής, είδα και την ταινία του Martin Brest. Comedy, crime, drama, τη χαρακτηρίζει το IMDb, όμως οι χαρακτηρισμοί αυτοί θα έπρεπε να είναι με αντίστροφη σειρά. Γέλασα ελάχιστα, δύσκολα θα μπορούσα να τη χαρακτηρίσω κωμωδία. Φυσικά είναι crime αφού έχουμε τη ληστεία, αλλά κυρίως είναι δράμα, ένα υπαρξιακό δράμα της γεροντικής ηλικίας. Δεν είναι μόνο τα οικονομικά προβλήματα με την κατάθλιψη που τα συνοδεύει, είναι και η κατάθλιψη των ίδιων των γηρατειών. Διασκεδάζουν την ανία τους καθισμένοι σε ένα παγκάκι στο πάρκο, παρακολουθώντας τους άλλους. Μόλις όμως αποφασίζουν να διαπράξουν τη ληστεία η διάθεσή τους αλλάζει, έχουν πια ένα στόχο στη ζωή.
  Το να βάζεις στόχους στη ζωή σου είναι η βασική αρχή της υπαρξιστικής ψυχοθεραπείας, θεμελιωτής της οποίας υπήρξε ο Victor Frankl, του οποίου το βιβλίο «Mans search for meaning» διάβασα πριν πάρα πολλά χρόνια.
  Όμως δεν θα τους έλθουν όλα ρόδινα. Στο τέλος της ταινίας οι δυο θα είναι νεκροί και ο τρίτος θα βρεθεί στη φυλακή. Θα αρνηθεί να αποκαλύψει πού έχει τα κλεμμένα, πράγμα που θα είχε σαν αποτέλεσμα μια ελαφρύτερη ποινή.
  Ο Μαρξ είχε πει για το προλεταριάτο ότι θα κάνει την επανάσταση γιατί δεν έχει να χάσει παρά τις αλυσίδες του. Οι δυο της παρέας, και στις δυο ταινίες, πείθονται από το επιχείρημα του τρίτου να διαπράξουν τη ληστεία ότι δεν έχουν να χάσουν τίποτα. Στη φυλακή θα έχουν δωρεάν διαμονή και φαγητό, και καλύτερη ιατρική περίθαλψη από αυτή που έχουν τώρα.
  Εξαιρετικές ταινίες και οι δυο, αν και εγώ πρέπει να πω ότι η προτίμησή μου είναι στην κωμωδία.  

  

Andrzej Żuławski, L’ important c’ est d’ aimer (Σημασία έχει ν’ αγαπάς, 1975)

Andrzej Żuławski, L’ important c’ est d’ aimer (Σημασία έχει ν’ αγαπάς, 1975)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους, σε επανέκδοση.
  Μια γυναίκα, δύο άντρες, γνωστό το μοτίβο, πάνω στο οποίο ο Ζουλάφσκι έφτιαξε μια καταπληκτική ταινία την οποία ξαναείδα με μεγάλη συγκίνηση.
  Ο Ναντίν, η γυναίκα, ο Ζακ, ο άντρας της που κυριολεκτικά την τράβηξε από το βούρκο, και ο Σερβέ, ο άντρας που θα την ερωτευθεί.
  Σημασία δεν έχει το σεξ, έχει το «ν’ αγαπάς». Για ένα πήδημα ήθελε τον Σερβέ, ο οποίος όμως δεν της έκανε τη χάρη γιατί την είχε ερωτευτεί. Θα χρηματοδοτήσει μια παράσταση του «Ερίκου του 3ου» του Σαίξπηρ για να παίξει η Ναντίν, με τον όρο να μην το μάθει. Αυτή θα το μάθει, και θα πάει να του δοθεί για δεύτερη φορά, «για να βγάλει το χρέος». Αυτός και πάλι θα αρνηθεί. Δεν την θέλει για ένα πήδημα, τη θέλει δική του.
  Και ο Ζακ, ο άντρας της; Θεωρώ ότι είναι σεναριακή αστοχία να μας τον πρωτοπαρουσιάσουν σχεδόν γελοίο. Όχι όμως και στα επόμενα επεισόδια, που κατακτάει την συμπάθειά μας. Όταν μάθει ότι η Ναντίν δεν τον αγαπάει πια και ότι στην καρδιά της έχει βάλει άλλον άντρα θα αυτοκτονήσει.
  Άλλη σεναριακή αστοχία: Τα χάπια σε ρίχνουν σε βαθύ ύπνο από τον οποίο δεν ξυπνάς. Κάποια που ξέρω ξύπνησε μετά από τρεις μέρες έχοντας μουσκεμένα τα σεντόνια του κρεβατιού. Σε σπασμούς επιθανάτιας αγωνίας σε ρίχνει για παράδειγμα το παραθείο, με το οποίο αυτοκτόνησε ένας χωριανός μου, όταν εγώ ήμουν μικρός.
  Προς στιγμήν σκέφτηκα ότι το έργο θα είχε το ίδιο τέλος με το «Δωμάτιο με θέα» (1985), με το φάντασμα του νεκρού να μπαίνει ανάμεσα στους δυο ερωτευμένους. Μάλιστα κάποια στιγμή έδωσε αυτή την εντύπωση.
  Όμως όχι, το έργο έχει χάπι εντ, και μάλιστα προετοιμάστηκε εντυπωσιακά με ένα επεισόδιο στην αρχή της ταινίας.
  Έχω ξανακάνει την παρακάτω σκέψη, την οποία έχω καταθέσει γράφοντας μια κριτική για το βιβλίο της Μαρίνας Νεμάτ «Η φυλακισμένη της Τεχεράνης», έργο αυτοβιογραφικό. Οι συγγραφείς εστιάζουν στους κεντρικούς ήρωες, πράγμα που από μόνο του οδηγεί τις συμπάθειες των αναγνωστών σ’ αυτούς. Αναρωτήθηκε όμως κανείς αναγνώστης πόσο απελπισμένος μπορεί να ένοιωθε ο λόρδος Τσάτερλι που του έκλεψε τη γυναίκα του ο κηπουρός του; Συλλογίστηκε την απελπισία του κυρίου Μποβαρύ, βλέποντας τη γυναίκα του, που τον είχε απατήσει, να πεθαίνει; Άραγε ο θεατής, φτάνοντας στο τέλος της ταινίας του Ζουλάφσκι, θα συλλογιστεί πάνω στον απελπισία του Ζακ, που αυτοκτόνησε γιατί η γυναίκα που αγαπούσε όχι μόνο έπαψε να τον αγαπάει αλλά αγάπησε άλλον άντρα; Ο οποίος μάλιστα, πριν αυτοκτονήσει, πούλησε ότι είχε και δεν είχε, όπως ο άνδρας της Νεμάτ στη «Φυλακισμένη της Τεχεράνης», και έβαλε τα χρήματα στο λογαριασμό της.
  Για μένα το έργο έχει τίτλο «Σημασία δεν έχει μόνο ν’ αγαπάς, αλλά και ν’ αγαπιέσαι».

  

Luc Besson, The big blue (Απέραντο γαλάζιο, 1988)

Luc Besson, The big blue (Απέραντο γαλάζιο, 1988)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Μια ταινία για να επανεκδίδεται σημαίνει ότι είναι καλή. Το επιβεβαίωσα για μια ακόμη φορά βλέποντας το «Απέραντο γαλάζιο», ταινία του 1988.
  Το θέμα είναι οι ελεύθερες καταδύσεις. Το στόρι βασίζεται πάνω στην ιστορία δύο δυτών, φίλων. Όμως, όπως διαβάζουμε στον σύνδεσμο που παραθέτω (είναι στα ελληνικά), υπάρχει μεγάλη απόκλιση από την πραγματική τους ζωή. Ευτυχώς που επισημαίνεται η διαφορά.
  Για εμάς τους έλληνες η ταινία έχει ένα πρόσθετο ενδιαφέρον γιατί πολλές σκηνές της γυρίστηκαν στην Ελλάδα, στην Αμοργό και στη Χίο. Επίσης στην Αντίμπ, που κάποιοι θα ξέρουν ότι εκεί έμενε ο Καζαντζάκης στα τελευταία χρόνια της ζωής του, και στην Ταορμίνα της Σικελίας.
  Καταδύσεις, δελφίνια, ένας έρωτας, και…
  Αλλά ας μην αποκαλύψουμε το τέλος, που δεν έχει σχέση με την πραγματική ιστορία των δυο δυτών.

  Πέρα από τις συναρπαστικές σκηνές θα πρέπει να σημειώσουμε και τη θαυμάσια ερμηνεία των τριών ηθοποιών που ερμηνεύουν τους κεντρικούς ήρωες. Αξίζει να τη δείτε. 

Monday, June 19, 2017

Ηράκλειτος Άπαντα

Ηράκλειτος Άπαντα (μετ. Τάσος Φάλκος-Αρβανιτάκης) Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Ζήτρος 1999, σελ. 339


  Η φιλοσοφία ήταν η πρώτη μου αγάπη την οποία παράτησα για την λογοτεχνία. Τώρα στη λογοτεχνία κάνω αρκετές απιστίες με το σινεμά. Αλλά ας μην επεκταθώ, έχω ξαναγράψει σχετικά.
  Ο κύριος Βαγγέλης στη «Λέσχη ανάγνωσης Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι» θα μας μιλήσει για τον Ηράκλειτο στην επόμενη συνάντηση. Μας είπε να διαβάσουμε μόνο τα αποσπάσματα που βρίσκονται στα «Άπαντα», όπου εκτός από τον πρόλογο του μεταφραστή υπάρχει και το κείμενο για τον Ηράκλειτο του W.K.C. Guthrie. Εγώ προτίμησα να διαβάσω όλο το βιβλίο.
  Πριν ξεκινήσω πρέπει να πω ότι στα νιάτα μου ήμουν εικονολάτρης ενώ τώρα είμαι εικονοκλάστης. Και την φιλοσοφία έχω πάψει να την εκτιμώ ιδιαίτερα. Δεν μου έχει προσφέρει τίποτα στην κοσμοαντίληψή μου (Weltanschauung το λένε οι γερμανοί). Η επιστήμη έχει ανατρέψει σχεδόν όλες τις αντιλήψεις τους, εκτός βέβαια αυτά που είναι εκτός του δικού της πεδίου όπως είναι η ηθική. Κανείς δεν θα συμφωνήσει σήμερα με την αντίληψη του Ηράκλειτου ότι η αρχή του κόσμου είναι η φωτιά, ούτε με τον Θαλή που υποστήριζε ότι η αρχή του κόσμου είναι το νερό, για να αναφέρουμε μόνο αυτούς τους δυο. Φυσικά θαυμάζουμε την δύναμη και την τόλμη της σκέψης τους να απορρίψουν τις θεολογικές ερμηνείες που κυριαρχούσαν στην εποχή τους.
  Θα γράψω ό,τι θεωρώ σημαντικό από αυτά που συγκράτησε η μνήμη μου για την Ηράκλειτο και μετά θα προχωρήσω σε σχολιασμό αποσπασμάτων.
  Γεννήθηκε στην Έφεσο, που εκείνη την εποχή ήταν υπό την κυριαρχία των Περσών. Λέγεται μάλιστα ότι είχε φιλικές σχέσεις με τον Δαρείο. Καταγόταν από βασιλική οικογένεια. Ήταν σκοτεινός, περισσότερο προφήτης-ποιητής παρά συστηματικός όπως ο Αριστοτέλης. Ούτε ο Σωκράτης καταλάβαινε όλα όσα έγραφε, υπέθετε όμως, όπως κάνουν και όσοι δεν καταλαβαίνουν κάτι, ότι ήταν σημαντικά και αυτά που δεν καταλάβαινε. Η βασική του ρήση που είναι σε όλους γνωστή είναι ότι «τα πάντα ρει», όλα βρίσκονται σε συνεχή αλλαγή. Η ρήση του το «δεν μπορούμε να μπούμε δυο φορές στο ίδιο ποτάμι» είναι ένα εφέ υπερβολής για να υπογραμμίσει την συνεχή αλλαγή, που φαίνεται πιο καθαρά στη ροή των νερών ενός ποταμού. Περιφρονούσε το πλήθος, πράγμα που δεν πρέπει να μας εκπλήσσει με βάση την βασιλική του καταγωγή. Είμαι περίεργος τι αντίληψη είχε για αυτόν ο Μαρξ, αλλά δεν θα το ψάξω.
  Και προχωρώ σε αποσπάσματα από το βιβλίο.
  «Αν διάλεξα να κάνω έναν πρόλογο και όχι μια εισαγωγή, είναι γιατί σε μια εισαγωγή μιλάμε όσο μπορούμε αντικειμενικά για το θέμα με όρους καθαρά επιστημονικούς. Αντίθετα σε έναν πρόλογο επιτρέπεται να μιλήσουμε για την προσωπική μας σχέση με το θέμα, με κάποιο μέτρο βέβαια» (σελ. 4).
  Δεν ήξερα τη διαφορά, ίσως ούτε κι εσείς.
  «Ονομάζοντας τον πόλεμο πατέρα και βασιλιά πάντων ο Ηράκλειτος σκόπιμα θυμίζει τους τίτλους του Ομήρου για τον Δία. Έτσι, υποστηρίζει ότι ο πόλεμος και όχι ο Δίας, είναι ο υπέρτατος θεός» (σελ. 234).
  Σύμπτωση: Πάνω σ’ αυτήν ιδέα γράφτηκε το σενάριο για την ταινία «Wonder woman» που είδαμε πρόσφατα.
  Ο λόγος για τον κυκεώνα:
  «Γινόταν με ένα κύπελλο κρασί, μέσα στο οποίο ανακάτευαν κριθάρι και τριμμένο τυρί» (σελ. 237). Όχι κριθάρι, αλλά κριθαράλευρο. Δοκίμασα τη συνταγή. Έγραψα σχετικά στην παρουσίαση της «Ιλιάδας».
  Και πιο κάτω:
  «Ακόμα και ο κυκεώνας, έλεγε, διαλύεται, όταν δεν κινείται» (ίδια σελίδα). Αυτό μου θύμισε την έννοια της εντροπίας και τον θερμικό θάνατο του σύμπαντος. Το σύμπαν διατηρείται στη ζωή από την αρνητική εντροπία, χοντρικά την κίνηση.
  Όμως ακόμη πιο πολύ το παρακάτω απόσπασμα:
  «.. “Και ονομάζει το πυρ ένδεια και κορεσμό (απόσπ. 65). Ένδεια είναι, κατ’ αυτόν, η δημιουργία του κόσμου, ενώ η εκπύρωση είναι κορεσμός: γιατί η φωτιά όταν επέλθει θα κρίνει τα πάντα και θα τα κυριέψει”. Η πρόταση “η φωτιά είναι ένδεια και κορεσμός” έχει χροιά γνησιότητας, επειδή ο Ηράκλειτος πίστευε ότι η φωτιά αγκάλιαζε όλα τα αντίθετα…» (σελ. 267).
  Και κάποια αποσπάσματα του Ηράκλειτου που ξεχώρισα:
  27. «Τους ανθρώπους τους περιμένουν μετά τον θάνατό τους όσα ούτε ελπίζουν ούτε φαντάζονται».
  Προσυπογράφω απόλυτα αυτή του την αντίληψη.
  42. «Τον Όμηρο αξίζει να τον διώξουν απ’ τους αγώνες και να τον ραπίσουν, καθώς και τον Αρχίλοχο».
  Διαφωνώ απόλυτα με αυτή του την αντίληψη.
  43. «Περισσότερο κι απ’ την πυρκαγιά πρέπει κανείς να κατασβήνει την έπαρση».
  Δεν ξέρω τον τρόπο.
  53. «Ο πόλεμος είναι πατέρας των πάντων και των πάντων βασιλιάς. Κι άλλους τους αναδείχνει θεούς κι άλλους ανθρώπους, άλλους τους κάνει δούλους κι άλλους ελεύθερους».
  Τα ίδια λέει και ο Θουκυδίδης.
  60. «Ο δρόμος προς τα πάνω και προς τα κάτω είναι ένας και ο αυτός». Είναι μια ακόμη έκφραση της ενότητας των αντιθέτων, την οποία εξέφρασε μουσικά ο πρόωρα χαμένος Γιάννης Χρήστου με το έργο του «Εναντιοδρομία».
  Αυτά για τον Ηράκλειτο.
  Και ένας ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος:

Αλλά αυτοί που έζησαν στα τρυφερά τους χρόνια (σελ 16).

Sunday, June 18, 2017

Albert Camus, Η πτώση, Ο μύθος του Σίσυφου και Ο ξένος

Albert Camus (1913-1960)


Albert Camus, Η πτώση, Ο μύθος του Σίσυφου και Ο ξένος

Aλμπέρ Καμύ, Η πτώση (μετ. Νίκη Καρακτίτσου-Ντούζε, Μαρία Κασαμπαλόγλου-Ρομπλέν), Καστανιώτης-FAQ, 2010, σελ. 89.

  Πριν κάμποσες βδομάδες πήρα από τις εκδόσεις Καστανιώτη για να παρουσιάσω από το Λέξημα τη βιογραφία του Καμύ από τον Ολιβιέ Τοντ. Ογκώδες βιβλίο, το άφησα για αργότερα. Άρχισα να το διαβάζω χθες. Όμως πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε και η «Πτώση», από μια σειρά εβδομαδιαίων κυκλοφοριών που έχουν γίνει τελευταία της μόδας. Έτσι είπα, πριν αρχίσω τη βιογραφία, να διαβάσω αυτό το έργο του Καμύ για να έχω μια πρόσφατη εικόνα της γραφής του.
  Αργά ξεκίνησα να διαβάζω λογοτεχνία, στα σαράντα μου, και είναι πολλοί οι συγγραφείς για τους οποίους θα ήθελα να είχα διαβάσει περισσότερα έργα. Μέχρι τότε τα διαβάσματά μου ήταν κυρίως θεωρητικά. Όμως είχα διαβάσει τον «Ξένο», φοιτητής νομίζω, ένα βιβλίο που με εντυπωσίασε. Δεν κατάφερα να διαβάσω τον «Επαναστατημένο άνθρωπο», που ήταν πολύ της μόδας τα χρόνια της μεταπολίτευσης. Και ο «Μύθος του Σίσυφου» βρίσκεται κάπου στο «ράφι των τύψεων», νομίζω και η «Πανούκλα».
  Αφήγημα χαρακτηρίζεται στο εξώφυλλο το έργο αυτό του Καμύ. Χαρακτηρισμός γενικός και ασαφής, αφού σχεδόν κάθε πεζογραφικό είδος σε τελευταία ανάλυση είναι ένα αφήγημα. Σίγουρα δεν είναι νουβέλα, σίγουρα δεν είναι μυθιστόρημα.
  Αμέσως από τις πρώτες σελίδες το έργο αυτό μου θύμισε το «Υπόγειο» του Ντοστογιέφσκι, έργο που διάβασα πρόσφατα και για το οποίο έχω γράψει στο blog μου.
  Πρόκειται για ένα έργο εξομολογήσεων, όπως και το «Υπόγειο». Ο ήρωας εξομολογείται τα της ζωής του και του χαρακτήρα του. Ο αφηγηματικός τρόπος μόνο διαφέρει. Στο «Υπόγειο» η αφήγηση είναι εγκιβωτισμένη, με εκείνη την παλιά τεχνική της «εύρεσης χειρογράφων». Εδώ βρισκόμαστε μάρτυρες μιας εξομολόγησης, εξομολόγησης που κάνει ο Ζαν Μπατίστ Κλαμάνς, δικηγόρος, σε έναν πελάτη του. Κάθε κεφάλαιο είναι και μια συνάντηση. Ακούμε μόνο το λόγο του Ζαν Μπατίστ.  Έτσι ο χρόνος της ιστορίας είναι κατακερματισμένος στα δύο, στο χρόνο της αφήγησης του ήρωα που δίνει και την αίσθηση της συγχρονικότητας που δίνει και ο κινηματογράφος, σαν να είμαστε μάρτυρες αυτών των εξομολογήσεων τη στιγμή που γίνονται, και στο χρόνο των επεισοδίων τα οποία αφηγείται.
  Ο Ζαν Μπατίστ έχει πολλά κοινά με τον ήρωα του «Υπογείου». Είναι και αυτός μια ψυχοπαθολογική προσωπικότητα. Στην αρχή μας δίνεται η εντύπωση ότι πρόκειται για τον ήρωα ενός άλλου Ζαν Μπατίστ, του Ζαν Μπατίστ Ποκλέν, του επονομαζόμενου Μολιέρου, τον Ταρτούφο. Μας εξομολογείται μια ευσέβεια και μια καλοσύνη που όμως είναι πέρα για πέρα υποκριτικές. Αργότερα διαπιστώνουμε ότι πρόκειται για μια εντελώς διαταραγμένη προσωπικότητα, που είναι περίπου ο περίγελος των άλλων. Φτάνουν μέχρι το σημείο να του βάζουν και τρικλοποδιές, όπως υποπτεύεται ο ήρωάς μας. Δεν έχει φίλους. Είναι γεμάτος από συμπλέγματα ενοχής. Έχει φαντασιώσεις μεγαλείου.
  Ενώ το πρώτο μέρος του «Υπογείου» το βρήκα εξαιρετικά βαρετό γιατί δεν ήταν τίποτα άλλο παρά εξομολογήσεις, ενώ αντίθετα το δεύτερο ήταν συναρπαστικό γιατί υπήρχε δράση, εδώ μένουμε μόνο στο πρώτο μέρος, στις εξομολογήσεις.
  Αυτό που δεν κάνει ανιαρές τις εξομολογήσεις του Ζαν Μπατίστ είναι το ότι δεν περιορίζεται μόνο στους αυτοχαρακτηρισμούς και στην αυτοανάλυση. Αφηγείται και αρκετά επεισόδια από την προσωπική του ζωή, σαν σύντομα διηγήματα, πολλά από τα οποία φωτίζουν την προσωπικότητά του. Επί πλέον υπάρχουν αρκετά δοκιμιακά αποσπάσματα, πολλά από τα οποία μας γοητεύουν με την πρωτοτυπία τους. Υπάρχουν αποσπάσματα για τη δουλεία, για την αυτοκτονία, για τον Χριστό, για τη δικαιοσύνη κ.ά. τα οποία συμπλέκονται βέβαια με την περίπτωσή του. Διαβάζουμε για παράδειγμα:
  «Ξέρω πως δεν έχω φίλους. Είναι πολύ απλό: το ανακάλυψα τη μέρα που σκέφτηκα να σκοτωθώ για να τους σκαρώσω μια πετυχημένη φάρσα, για να τους τιμωρήσω κατά κάποιο τρόπο» (σελ. 47).
  Ο (ας μη γράψω το όνομά του) είχε φίλους. Όμως δεν ξέρω τι τον ώθησε να τους κάνει ίσως την πιο μακάβρια πρωταπριλιάτικη φάρσα που έγινε ποτέ, νομίζω πριν δέκα ακριβώς χρόνια. Τους είχε προειδοποιήσει κιόλας ότι θα τους έκανε μια φοβερή φάρσα, «που θα τους έπιανε όλους». Οι φίλοι του περίμεναν με ανυπομονησία. Διασκεδάσανε την παραμονή, σε μια ταβέρνα. Ξημερώματα γύρισε σπίτι και ήπιε ένα μπουκάλι φυτοφάρμακο. Ένα φυτοφάρμακο με το οποίο ο θάνατος είναι ακαριαίος. Την επομένη οι φίλοι του έμειναν με ανοικτό το στόμα από την κατάπληξη. Έγραψα μια «αφήγηση» γι αυτό, όμως σεβάστηκα τη θέληση της οικογένειας, δεν τη δημοσίευσα.
  Στη βιογραφία του διαβάζω ότι ο Καμύ ταξίδεψε αρκετά. Φυσικά ήλθε και στην Ελλάδα. Στην «Πτώση» διαβάζουμε το παρακάτω απόσπασμα:
  «Στο ελληνικό αρχιπέλαγος… εμφανίζονταν αδιάκοπα καινούρια νησιά στον ορίζοντα, ολόγυρά μας. Η άδεντρη ράχη τους διέγραφε τα όρια του ουρανού, η βραχώδης παραλία τους ξεχώριζε καθαρά πάνω στη θάλασσα. Καμιά πιθανή σύγχυση∙ στο λαγαρό φως όλα ήταν σημεία αναφοράς του χώρου. Κι από το ένα νησί στο άλλο, πάνω στο μικρό μας καράβι που ωστόσο θαρρείς και σερνόταν, είχα την εντύπωση ότι αναπηδούσα, ασταμάτητα, μέρα νύχτα, πάνω στη ράχη των μικρών δροσερών κυμάτων, μ’ έναν καλπασμό όλο αφρούς και γέλια. Από τότε η Ελλάδα πλανιέται κάπου μέσα μου, στα όρια της μνήμης μου, ακατάπαυστα… Πριν εμφανιστούμε στα ελληνικά νησιά, θα ’πρεπε να πλυθούμε πολύ καλά. Ο αέρας εκεί είναι αγνός, η θάλασσα και η απόλαυση καθάριες» (σελ. 60-61).
  Παρά το ότι η αφήγηση είναι ένας χείμαρρος αναμνήσεων και εξομολογήσεων, υπάρχει ένας αφηγηματικός ιστός, ένα επεισόδιο στη ζωή του ήρωα που φαίνεται να τον κατατρύχει. Μια κοπέλα έπεσε από μια γέφυρα του Σηκουάνα. Ο Ζαν Μπατίστ είχε προσπεράσει όταν άκουσε το πλαφ πάνω στα νερά. Δεν ενδιαφέρθηκε, ούτε καν να ειδοποιήσει την αστυνομία. Το τέλος του αφηγήματος ρίχνει ίσως το πιο άπλετο φως στην διαταραγμένη αυτή προσωπικότητα: «‘Ω κοπέλα, πέσε πάλι στο νερό, για να μου δοθεί, μια δεύτερη φορά, η ευκαιρία να σώσω και τους δυο μας!’ Δεύτερη φορά, ε, τι απερισκεψία! Για φανταστείτε, αγαπητέ μετρ, να παίρναν τα λόγια μας στα σοβαρά. Θα ’πρεπε τότε να το κάνουμε. Μπρρρ…! Το νερό είναι τόσο κρύο! Αλλά δεν χρειάζεται ν’ ανησυχούμε! Είναι πολύ αργά τώρα, θα είναι πάντα πολύ αργά. Ευτυχώς!».
  Ο Καμύ σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα το 1960, σε ηλικία 47 χρονών. Ο Ζαν Πωλ Σαρτρ, άσπονδος φίλος του, δέκα χρόνια μεγαλύτερός του, χαιρέτησε τη βράβευση. Ο Σαρτρ πήρε το Νόμπελ το 1963, σε ηλικία 53 χρονών. Αν είχε πεθάνει στα 47 του όπως και ο Καμύ, δεν θα είχε προλάβει να το πάρει. Αλλά, εδώ που τα λέμε, αρνήθηκε να το πάρει. Βέβαια η διάκριση είναι που μετράει, αν και ο Σαρτρ με το ανάστημά του ξεπερνάει το Νόμπελ.
  Ο Καμύ έχει μια διαυγή, λαγαρή πρόζα, που παρά την ανυπαρξία μύθου τραβάει τον αναγνώστη, σε αντίθεση με τον ήρωα του «Υπόγειου» στο πρώτο μέρος, που φαίνεται να παραληρεί. Η φίλη μου η Ελένη η Στασινού που διάβασε κι αυτή το βιβλίο εκφράστηκε με ενθουσιασμό γι αυτό.
  Όμως πόσο τραβάει πραγματικά τον αναγνώστη; Γιατί επιλέχτηκε για τη σειρά το αφήγημα, και όχι τα δυο μυθιστορήματα, «Ο ξένος» και «Η πανούκλα»; Μήπως γιατί αυτά τα δεύτερα πουλάνε ενώ η «Πτώση» κόλλησε; Αν όντως έτσι συμβαίνει, μπορεί να φταίει γι αυτό ο ειδολογικός χαρακτηρισμός. Είναι γνωστό για παράδειγμα ότι μόνο το μυθιστόρημα πουλάει, όχι το διήγημα, ο φίλος μου ο Ανδρέας Μήτσου το ξέρει αυτό πολύ καλά. Πιθανόν να μην πουλάει και το αφήγημα. Βέβαια η αξία ενός λογοτεχνήματος δεν μπορεί να καθοριστεί μόνο από το πόσο πουλάει. Αλλά εγώ έχω πάψει προ πολλού να αποφαίνομαι για την αξία ενός λογοτεχνήματος ή μιας ταινίας. Λέω απλά αν μου άρεσε ή όχι. Και αυτό το αφήγημα του Καμύ μου άρεσε πολύ.

Alber Camus, Ο μύθος του Σίσυφου (μετ. Βαγγέλη Χατζηδημητρίου), Γαλαξίας 1971, σελ. 159

  Τελικά μου πέσανε μαζεμένα. Η προ-προηγούμενη ανάρτησή μου ήταν για το «Κουτσό» του Χούλιο Κορτάσαρ, ένα καλό βιβλίο που όμως εμένα δεν ήταν του γούστου μου. Σε σημείωση του μεταφραστή διαβάζω: «Ο Μύθος του Σίσυφου καθιέρωσε τον Καμύ στην παγκόσμια σκέψη σαν στοχαστή πρώτου μεγέθους». Εμένα όμως δεν μου άρεσε. Το αγόρασα φοιτητής και δεν μπόρεσα να το διαβάσω. Το ξαναέπιασα πέρυσι ή πρόπερσι και πάλι, έμεινα μόνο στο πρώτο κεφάλαιο. Όμως αυτή τη φορά είπα ότι θα επιμείνω. Σ’ αυτό συνετέλεσε βέβαια και αυτό που διάβασα στον Tristram Shandy: «Ο Πλίνιος ο Νεότερος δηλώνει ότι ουδέποτε διάβασε βιβλίο οσοδήποτε κακό, χωρίς να έχει κάποιο όφελος» (σελ. 63)». Και βέβαια το βιβλίο αυτό του Καμύ δεν είναι κακό, όμως εκπέμπει σε ένα μήκος κύματος που αδυνατούν να συλλάβουν οι δικές μου αντένες. Και βέβαια είχα κάποιο όφελος, έστω και πιέζοντας τον εαυτό μου να το διαβάσω μέχρι τέλους, και δεν ήταν μόνο για κάποιες ρήσεις του Νίτσε που παραθέτει. Διάβασα με ενδιαφέρον τα κεφάλαια στα οποία σχολιάζει δυο άλλους συγγραφείς, τον Κάφκα και τον Ντοστογιέφσκι.
  Όταν ο θεματικός άξονας ενός βιβλίου ή απλά ενός επιχειρήματος μου είναι ξένος, δεν έχει νόημα να το συζητήσω ή να το σχολιάσω, αφού η διαφωνία ξεκινάει από τα θεμέλια. Η έννοια του παράλογου μου είναι ξένη, και θα εξηγήσω γιατί.
  Παράλογο είναι κάθε τι που έρχεται σε αντίθεση με τη λογική. Όμως ποια λογική; Για τους ισλαμιστές της ISIS η ανατίναξη των δυο αρχαίων ναών στην Παλμύρα είναι εντελώς λογική, σύμφωνη με το Κοράνι. Το ίδιο και η καταστροφή των αρχαιοελληνικών ναών για τους πρώτους χριστιανούς, σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη. Αυτά όμως, σύμφωνα με τη δική μας λογική, μας φαίνονται παράλογα.
  Να το κάνω πιο κατανοητό; Είναι κατά τη δική μου λογική (και όχι μόνο) παράλογο το να ψηφίζεις Νέα Δημοκρατία, το κόμμα το κατ’ εξοχήν υπεύθυνο για τη σημερινή κρίση. Γι’ αυτούς όμως που θα το ψηφίσουν δεν είναι.
  Βέβαια η αντίρρησή μου βρίσκεται και στον τρόπο γραφής. Θέλω σε ένα δοκιμιακό έργο οι προτάσεις να έχουν τη συνεκτικότητα των κρίκων μιας αλυσίδας και όχι να είναι χαλαρά συνδεμένες, όπως οι στίχοι ενός ποιήματος.
  Αυτά για τον δοκιμιογράφο Καμύ. Ίσως να προσπάθησα να διαβάσω και τον «Επαναστατημένο άνθρωπο», δεν θυμάμαι, νομίζω όχι. Όμως με ενθουσίασε ο «Ξένος» που διάβασα στα νιάτα μου, ενώ η «Πτώση» που διάβασα πριν πέντε χρόνια μου άρεσε, όμως όχι όσο ο «Ξένος».
  Να το ξαναπώ άλλη μια φορά, περί ορέξεως κολοκυθόπιτα;
  Και τώρα κάποια αποσπάσματα.
  «Οι Έλληνες πίστευαν – περίεργο για μια τόσο προικισμένη φυλή – πως οι θεοί αγαπούσαν τους ανθρώπους που πέθαιναν νέοι. Αυτό δεν είναι αλήθεια…» (σελ. 71).
  Υπάρχει μεγαλύτερη παρηγοριά για τον απαρηγόρητο γονιό που πέθανε το παιδί του; Και βέβαια αυτό δεν είναι αλήθεια (ακόμη κι αν υπήρχαν θεοί), αλλά είναι ένας μύθος ολότελα παρηγορητικός. Το θέμα το έχω πραγματευθεί στο δεύτερο βιβλίο μου «Η αναγκαιότητα του μύθου».
  «…τον Ρουσσώ που έπεφτε κάτω περπατώντας στα τέσσερα ή τον Νίτσε που φερόταν κτηνωδώς στη μητέρα του» (σελ. 79).
  Να κάτι που δεν ήξερα για τον Νίτσε. Διαβάζοντας όμως τα παρακάτω, αποκαταστάθηκε πάλι στη συνείδησή μου: «Εκείνο που έχει σημασία, λέει ο Νίτσε, δεν είναι η αιώνια ζωή, είναι η αιώνια ζωντάνια» (σελ. 94). Επίσης:
  «Τέχνη και μόνο τέχνη, λέει ο Νίτσε, έχουμε την τέχνη για να μην πεθάνουμε απ’ την αλήθεια» (σελ. 107).
  Ποιαν αλήθεια;
  «Και το ένα τούτο δεν υπάρχει». Ο Καζαντζάκης στη θέση της τέχνης τοποθετεί τον αγώνα.
  Και ένα ανέκδοτο:
  «Ξέρουμε την ιστορία του τρελού που ψάρευε μέσα σε μια μπανιέρα· ένας γιατρός με δικές του ιδέες για τις ψυχιατρικές μεθόδους τον ρώτησε αν τσιμπάει τίποτε, και δέχτηκε την αυστηρή απάντηση: -Όχι ανόητε, αφού ψαρεύω μέσα σε μια μπανιέρα» (σελ. 150).
  Και θυμήθηκα.
  Πρέπει να πήγαινα στο γυμνάσιο, αλλά ήμασταν στην αυλή του δημοτικού σχολείου του χωριού μου. Είχαμε περικυκλώσει έναν καθυστερημένο – κουζουλό στα κρητικά - νεαρό από ένα διπλανό χωριό και συζητάγαμε μαζί του κοροϊδεύοντάς τον διακριτικά, με γέλια και φωνές. Κάποια στιγμή αυτός μας φωνάζει αγανακτισμένος: - Σωπάτε μωρέ μη μας περάσουνε για κουζουλούς.
  Αλήθεια, ποια διαφορά έχει ο κουζουλός από τον παράλογο;

Αλμπέρ Καμύ, Ο ξένος (μετ. Νίκη Καρακίτζου-Ντούζε και Μαρία Κασαμπάλογλου-Ρομπλέν), Καστανιώτης 1998, σελ. 140

  Δεν έχω διαβάσει μόνο τη βιογραφία του (Ολιβιέ Τοντ, «Αλμπέρ Καμύ, μια ζωή»), αλλά και την «Πτώση» και το «Μύθο του Σίσυφου». Τώρα ξαναδιάβασα για δεύτερη φορά (την πρώτη πρέπει να ήμουν φοιτητής) τον «Ξένο».
Στη βιβλιοκριτική μου για την «Πτώση» έγραψα: «Ο Καμύ έχει μια διαυγή, λαγαρή πρόζα, που παρά την ανυπαρξία μύθου τραβάει τον αναγνώστη».
  Την ίδια διαυγή, λαγαρή πρόζα ξαναβλέπω και στον «Ξένο». Υπάρχει όμως μια κεφαλαιώδης διαφορά: εδώ υπάρχει μύθος, μύθος με σασπένς που κρατάει αδιάπτωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον.
  Υπάρχει όμως και μια μεγάλη ομοιότητα: και ο Κλαμάνς και ο Μερσώ του «Ξένου» είναι αρνητικοί ήρωες. Ο Κλαμάνς μένει αδιάφορος στην αυτοκτονία μιας κοπέλας (πέφτει από μια γέφυρα και ούτε που γυρνάει να δει), ενώ ο Μερσώ ξεφορτώθηκε τη μητέρα του σε ένα γηροκομείο.
  Το ότι ξεφορτώθηκε τη μητέρα του τον κάνει άσπλαχνο γιο, και δεν είναι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος. Το ότι όμως πυροβολεί χωρίς αποχρώντα λόγο έναν άραβα, αυτό τον παρουσιάζει και διαταραγμένο.
  Είναι ο Μερσώ ο αντιπροσωπευτικός ήρωας του παράλογου;
  Είχα σχολιάσει λίγο το παράλογο γράφοντας για το «Μύθο του Σίσυφου», εδώ όμως θα γράψω δυο λόγια ακόμη.
  Το παράλογο δεν είναι αντικειμενική κατηγορία, είναι υποκειμενική. Το να μην πιστεύεις στο Θεό, όπως ο Μερσώ, για πολλούς είναι παράλογο, όχι όμως για τον ίδιο, και για αρκετούς άλλους. Υπάρχει βέβαια και μια εξαίρεση, ποιος είναι αυτός που είπε credo, quia absurdum est; (Πιστεύω γιατί είναι παράλογο). Ας το ψάξω στη google.
Το βρήκα, είναι μια παράφραση κάτι παρόμοιου που είπε ο Τερτυλλιανός.
  Αυτοί που βρίσκουν τον κόσμο παράλογο και τον αντιμετωπίζουν αδιάφορα σίγουρα υποφέρουν από μια νευρωσική διαταραχή. Τέτοιος είναι ο Μερσώ, που όταν η φίλη του τού ζητάει να παντρευτούνε, λέει «και δεν παντρευόμαστε;». Για πολλά που τον ρωτάνε μας λέει περίπου ότι ούτε κρύο του κάνει ούτε ζέστη, τον αφήνουν αδιάφορο, όπως η πρόταση του γείτονα να γίνουν φίλοι.
  Χωρίς να είμαι ψυχίατρος (θα ρωτήσω απόψε το φίλο μου το Μανόλη να μου το επιβεβαιώσει) πιστεύω ότι είναι καταθλιπτικός. Το να βρίσκεις τον κόσμο χωρίς νόημα είναι σύμπτωμα κατάθλιψης, που μπορεί να οδηγήσει στην αυτοκτονία. Βέβαια δεν είναι καταθλιπτικοί όλοι όσοι μιλάνε σήμερα για το «παράλογο», που έχει περιβληθεί με το λούστρο της φιλοσοφίας και της λογοτεχνίας (Με δυσκολία διάβασα τον «Μύθο του Σίσυφου», και το «Περιμένοντας τον Γκοντό» τον είδα – και τον διάβασα – από περιέργεια, την ίδια περιέργεια με την οποία διάβασα τον Οδυσσέα του Τζόυς, και φυσικά από «επαγγελματική» υποχρέωση, σαν φιλόλογος με διδακτορικό στην αφηγηματολογία, που μάλιστα πατάει και στο θέατρο).
  Όμως ο Καμύ επεξεργάζεται μια έξυπνη πλοκή για να δοκιμιογραφήσει. Έπρεπε να καταδικάσει με κάποιο τρόπο τον ήρωά του σε θάνατο. Έτσι επινοεί διάφορα επεισόδια στα οποία εμπλέκεται ο Μερσώ με διάφορους, που σχεδόν όλα τον επιβαρύνουν στη δίκη.
  Και το δοκίμιο;
  Είναι ένας «πλατωνικός» διάλογος με τον παπά για την ύπαρξη του θεού και τη μετά θάνατο ζωή, που τον βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα. Τελικά κάτι ήξερε ο Πλάτωνας που τις φιλοσοφικές του αντιλήψεις τις εξέθετε σε θεατρική μορφή.
  Τελικά μου άρεσε το έργο;
  Μου άρεσε, παρά τον αρνητικό ήρωα. Έχω ξαναγράψει ότι, χωρίς να είμαι οπαδός του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, έργα με τέτοιους ήρωες όπως το «Άρωμα» του Patrick Zuskind, δεν μου αρέσουν. Ο διάλογος αυτός, η λαγαρή πρόζα, το σασπένς, βάρυναν πολύ στο να μου αρέσει, και μάλιστα πάρα πολύ, σε αντίθεση με τα άλλα δυο έργα του που διάβασα.
  Όμως ας το ξεφυλλίσουμε για να σχολιάσω τυχόν υπογραμμίσεις.
«-Η μητέρα σας είναι;… -Ναι. -Ήταν μεγάλη; Απάντησε: -Έτσι κι έτσι, γιατί δεν ήξερε ακριβώς την ηλικία της» (σελ. 27).
  Τέτοιος γιος!!! Αργότερα σε ίδια ερώτηση θα πει «γύρω στα εξήντα».
  «Τη βοήθησα ν’ ανέβη στη σαμπρέλα και μ’ αυτή την κίνηση άγγιξα το στήθος της» (σελ. 30).
  Θυμήθηκα κι εγώ, φοιτητής, που ανέβαινα σε μια σαμπρέλα ρόδας αυτοκινήτου και ανοιγόμουνα σε αρκετή απόσταση από την παραλία της Ιεράπετρας. Όταν με καψάλιζε αρκετά ο ήλιος επέστρεφα.
  Όχι, δεν θυμάμαι να βοήθησα καμιά να ανέβη στη σαμπρέλα μου, και πολύ περισσότερο να της άγγιξα το στήθος.
  Αυτά για τον Καμύ, ίσως διαβάσω και άλλο έργο του.  
 Η Ηα

Saturday, June 17, 2017

Alex Kurtzman, The mummy (Η μούμια, 2017)

Alex Kurtzman, The mummy (Η μούμια, 2017)


  Από προχθές στους κινηματογράφους, και στην πατρίδα μου την Ιεράπετρα.
  «Η μούμια» έχει κάποια κοινά στοιχεία με τη «Wonder woman» που είδαμε πρόσφατα. Αφηγηματικά, κινείται επίσης σε δυο χρονικά επίπεδα: της αρχαίας Αιγύπτου και της σημερινής εποχής, στο μετά Σαντάμ Ιράκ. Διακρίνουμε επίσης ίχνη χιούμορ στο πρώτο μισό της ταινίας, και βέβαια ένα ερωτικό αίσθημα, εδώ σαφέστατο, που όμως δεν ευοδώνεται. Και οπωσδήποτε δράση, άφθονη δράση με τα συνακόλουθα σασπένς. Και βέβαια το μανιχαϊστικό δίπολο «το καλό versus το κακό».
  Καλός είναι ο Τομ Κρούζ και η Τζένη, κακιά είναι η αιγύπτια πριγκίπισσα που σκότωσε τον πατέρα, τη μητέρα της και τον μικρό της αδελφό. Για τιμωρία την μουμιοποίησαν ζωντανή και την έθαψαν στη μακρινή Μεσοποταμία, όπως έλεγαν εκείνη την εποχή οι Έλληνες το Ιράκ. Κακός είναι και ο Σετ, ο αιγυπτιακός θεός του θανάτου.
  Έχω γράψει για έργα που αναφέρονται στην αυτοθυσία της γυναίκας για χατίρι του άνδρα («Άλκιστις», «Νόρμα», «Αντίο παλλακίδα μου» κ.ά.), με τελευταία την κριτική μου για την «Καταιγίδα» (1965) του Κώστα Ανδρίτσου. Πάντα σημειώνω ότι δεν έχω υπόψη μου έργα με το αντίστροφο, δηλαδή ο άνδρας να αυτοθυσιάζεται για τη γυναίκα. Και τελικά πέφτω πάνω στην «Μούμια», όπου βλέπουμε τον Τομ Κρουζ να αυτοθυσιάζεται για να φέρει στη ζωή την Τζένη.
  Δεν είμαι φαν του είδους αλλά την είδα ευχάριστα, αν και οι κλειστοφοβικοί εσωτερικοί χώροι του δεύτερου μισού της ταινίας με ψυχοπλάκωσαν. Μπορώ να υποθέσω όμως ότι είναι μια καλή ταινία για τους λάτρεις του είδους.

   H HΗηη

Friday, June 16, 2017

Nicole Garcia, From the land to the moon (Mal de pierres, Illusion of love, Όλα όσα αγαπήσαμε, 2016)

Nicole Garcia, From the land to the moon (Mal de pierres, Illusion of love, Όλα όσα αγαπήσαμε, 2016)

  Από χθες στους κινηματογράφους.
  Από όλους αυτούς τους τίτλους ο πιο κατάλληλος ίσως είναι ο γαλλικός «Πέτρες στα νεφρά» (θα δείτε παρακάτω) και ακόμη πιο κατάλληλος η «Ψευδαίσθηση του έρωτα».
  Την ταινία θα μπορούσαμε να τη χωρίσουμε σε τρία μέρη. Το πρώτο είναι μια «Μαντάμ Μποβαρύ». Αν η μαντάμ Μποβαρύ ήταν μια περίπτωση οριακής (borderline) συναισθηματικής διαταραχής, η Γαβριέλα έχει περάσει το όριο. Όχι όμως πάρα πολύ.
  Ένα άτομο που αγαπάει την αποκρούει. Ο Μποβαρύ ο δικός της είναι ένας ισπανός μετανάστης που ξέφυγε από τον εμφύλιο (η υπόθεση διαδραματίζεται το 1950). Οι δικοί της έχουν αντιληφθεί πως την κοιτάζει. Του την προσφέρουν, μαζί με μια στήριξη οικονομική για την επαγγελματική του σταδιοδρομία. Θα δεχθεί· με τη συμφωνία, όπως του δηλώνει, ο γάμος τους να είναι λευκός. Καμιά αντίρρηση, υπάρχουν κι άλλες γυναίκες· αυτές που πληρώνεις. Κάποια στιγμή αυτή, από περιέργεια; θα υποδυθεί το ρόλο μιας τέτοιας γυναίκας.
  Το δεύτερο μέρος είναι ένα «Μαγικό βουνό». Η Γαβριέλα έχει πέτρες στα νεφρά και θα πάει σε ένα θέρετρο στην Ελβετία για θεραπεία. Εκεί θα πλεχτεί ένα ειδύλλιο με έναν βαριά τραυματία ανθυπολοχαγό, από τον πόλεμο της Ινδοκίνας. Όταν τον παίρνουν από το θέρετρο τρέχει απελπισμένη να προλάβει το νοσοκομειακό. Δεν θα τα καταφέρει.
  Το τρίτο μέρος είναι η ψευδαίσθηση του έρωτα, που εμείς πάλι θα το ονομάζαμε η δύναμη του έρωτα. Πόσα πράγματα μπορεί να κάνει ένας άντρας για τη γυναίκα που αγαπά;

  Εντυπωσιακά συγκινητικό το τέλος, δεν πρέπει να χάσετε αυτή την ταινία. Η Μαριόν Κοτιγιάρ είναι εξαιρετική στο ρόλο της, αλλά και ο Λουί Γκαρέλ. 

Thursday, June 15, 2017

Francesco Amato, Lasciati andare (Ο γιατρός έχει τρεχάματα 2017)

Francesco Amato, Lasciati andare (Ο γιατρός έχει τρεχάματα 2017)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Στις περισσότερες ταινίες που έχω δει και φιγουράρει ένας ψυχίατρος, αποτελεί πάντα αντικείμενο διακωμώδησης. Ο Ελία δεν ήταν δυνατόν να αποτελέσει εξαίρεση. Παρακολουθούμε πολλά σχετικά χιουμοριστικά επεισόδια, ιδιαίτερα στην αρχή.
  Χωρισμένος, με προβλήματα υγείας, πρέπει κάτι να κάνει, και γρήγορα μάλιστα. Η συμβουλή του γιατρού του είναι να πάει σε γυμναστήριο και να χάσει κιλά.
  Παρένθεση: πώς λέγεται το γυμναστήριο στα ιταλικά; Παλαίστρα. Δεν μπορώ να πω ότι με εξέπληξε ιδιαίτερα, οι ιταλοί είναι απόγονοι των ρωμαίων που εκστασιάζονταν με τους μονομάχους. Κλείνει η παρένθεση.
  Εκεί θα συναντήσει την Κλαούντια. Είναι γυμνάστρια. Και η γυμνάστρια αυτή θα του αλλάξει τη ζωή. Θα αδυνατίσει, θα πάψει να είναι τσιγκούνης, και θα αρχίσει να ενδιαφέρεται πάλι για το σεξ. Ξανάνιωσε, έγινε άλλος άνθρωπος.
  Όχι, δεν θα το κάνει μαζί της, εξάλλου το μυαλό του είναι στην γυναίκα του, με την οποία βρίσκεται σε μια φιλική διάσταση. Του πλένει τα ρούχα, βγαίνουν μαζί, κ.ά. Η αμοιβαία ζήλεια – να, βγαίνει κι αυτή με κάποιον – θα αναζωπυρώσει το ενδιαφέρον του ενός για τον άλλο. Δεν χρειάζεται να πούμε τη συνέχεια, την καταλαβαίνει εύκολα κανείς.
  Όμως η υπόθεση έχει και αστυνομική πλοκή, που ξεκινάει μάλιστα από την αρχή. Ένας τραυλός ληστής μετράει τα βήματα για να ξέρει ακριβώς πού έθαψε τα κλοπιμαία. Μπερδεύεται, δεν είναι σίγουρος. Η Κλαούντια θα τα ανακαλύψει, ένας φουκαράς πελάτης θα βρεθεί δεμένος σε μια ντουλάπα και ο Ελία τα χρειάστηκε όταν ο τραυλός τον απειλούσε με το όπλο του να του πει πού είναι τα κλοπιμαία.
  Να μην τα πούμε όλα, θα κλείσω λέγοντας ότι γέλασα πάρα πολύ με αυτή την κωμωδία· και για μένα το πόσο γελάω είναι αποφασιστικό κριτήριο αξιολόγησης.

  Κα βέβαια δεν είναι το μόνο. Η ερμηνεία του Toni Servillo και της Verónica Echegui στους κύριους ρόλους ήταν εξαιρετική.

Κλειώ Φανουράκη, Ξα μου (2017)

Κλειώ Φανουράκη, Ξα μου (2017)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Μετά το δεκαπεντάλεπτο «Φτου, ξελευτερία για όλους» (2010) και την δωδεκάλεπτη «Μήδεια» (2012) η Κλειώ Φανουράκη (διδάκτωρ θεατρολογίας) μας δίνει την πρώτη της ταινία μεγάλου μήκους που έχει τίτλο «Ξα μου».  
  Τo «Ξα μου» κινείται σε δυο επίπεδα: σε ένα διαχρονικό και σε ένα συγχρονικό. Το διαχρονικό είναι η Κρήτη ανά τους αιώνες. Αναφορά στο Μίνωα, ξενάγηση σε κάποιους αρχαιολογικούς χώρους, η αμπελουργία, το ψάρεμα, η κτηνοτροφία. Το συγχρονικό είναι η Ελλάδα της κρίσης και της ανεργίας. Τα δυο αυτά παντρεύονται με μια έξυπνη πλοκή, ώστε το ντοκιμαντερίστικο να μη μοιάζει σαν τέτοιο, και η πλοκή να τοποθετείται μέσα σε ένα χωροχρονικό πλαίσιο που είναι από μόνο του ενδιαφέρον.
  Ο Τζόνυ είναι, ή μάλλον ήταν, διευθυντής σε μια αλυσίδα ξενοδοχείων. Τώρα είναι απολυμένος και ψάχνει για δουλειά. Δεν είναι εύκολη υπόθεση να βρει δουλειά αντίστοιχη με τα προσόντα του. Περνάει την ώρα του παίζοντας διαδικτυακά παιχνίδια. Η γυναίκα του, υψίφωνος, του συμπαραστέκεται.
  Η ανεργία δεν είναι το μόνο πρόβλημα. Κάποιοι δεν έχουν να φάνε. Η Άννα Φόνσου, guest star, του κλέβει τη τσάντα του με τα ψάρια που κουβαλούσε. Ήταν το βραβείο του σε μια παρτίδα σκάκι που κέρδισε, μια βραδιά με παραγάδι και όλη η ψαριά δική του. Μεγαλόψυχα θα της δώσει λίγα ψάρια. Αυτή θα τα πάρει και θα φύγει τρέχοντας.
  Κάνοντας παρέα με τους κρητικούς αρχίζει σιγά σιγά να καταλαβαίνει ότι η δουλειά, η οποιαδήποτε τίμια δουλειά, δεν είναι ντροπή. Ένας φίλος του κρητικός τον παίρνει μαζί τους στο μάζεμα των σταφυλιών. Το μεροκάματο; Ανάλογα με την προκοπή που θα δείξει. Δεν θα δεχθεί λεφτά, λέει, για την πρώτη μέρα.
  Και άλλη προοπτική δουλειάς του ανοίγεται, σε ένα μιτάτο. Θα συνδυασθεί με προώθηση σε ξενοδοχειακούς πελάτες. Έχει και μια προσφορά για διευθυντής σε ένα ξενοδοχείο, φυσικά με χαμηλότερο μισθό. Τα σκέφτεται όλα αυτά.
  Ο γιος του, υποψήφιος φοιτητής, δεν έχει ενδοιασμούς: θα δουλέψει ντελιβεράς. Οι νέοι είναι τελικά πιο ευπροσάρμοστοι στις νέες συνθήκες.
  Η Κρήτη ξεχειλίζει στην ταινία. Αυθεντικοί κρητικοί διάλογοι, και βέβαια μουσική.
  Ακούσαμε και την ατάκα: «Εσείς οι κρητικοί νομίζετε ότι η Κρήτη είναι το κέντρο της γης».
  Εδώ να πούμε ότι οι κινέζοι μας έχουν ξεπεράσει. Zhong guo σημαίνει «η χώρα του κέντρου».
  Θυμήθηκα και το ανέκδοτο.
  -Μπαμπά, τι θα πει σωβινιστής;
  -Σωβινιστής παιδί μου είναι αυτός που πιστεύει ότι η πατρίδα του είναι καλύτερη από την Κρήτη.
  Ήταν ευχάριστη έκπληξη για μένα να ακούσω στο τέλος της ταινίας μαντινάδες σε μια μελωδία που με συνάρπασε όταν την πρωτάκουσα. Δεν ήταν πολύς καιρός που είχα αρχίσει να μαθαίνω λύρα, όμως βάλθηκα να μάθω τον σκοπό. Και τον έμαθα. Είναι από τους αγαπημένους μου.
  Και ένα δίδαγμα που εξάγεται από την ταινία: μην αφεθείτε εξαιτίας της κρίσης, πάντα υπάρχουν ευκαιρίες για δουλειά, αρκεί να χαμηλώσουμε λίγο τον πήχη. Ο Δαρβίνος το έχει πει: οι οργανισμοί που προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες επιβιώνουν.
  Ο Γιώργος Χωραφάς όπως και οι άλλοι ηθοποιοί ήταν εξαιρετικοί στις ερμηνείες τους. Αλλά και οι μη ηθοποιοί, οι ντόπιοι, έπαιζαν αυθεντικά τους ρόλους τους που ήταν ο ίδιος ο εαυτός τους, ρόλους που δεν θα τους είχαν παίξει καλύτερα επαγγελματίες ηθοποιοί.
  Πάρα πολύ μου άρεσε το «Ξα μου» και πιστεύω ότι θα αρέσει και σε σας. Τους κρητικούς ιδιαίτερα θα τους ενθουσιάσει. Εγώ σας συνιστώ ολόθερμα να πάτε να τη δείτε. Αν δεν θέλετε, ξα σας.
 

  

Wednesday, June 14, 2017

Maxim Gorki, Πρώτη αγάπη, Η μάνα, Στα ξένα χέρια.

Maxim Gorki (1868-1936)


Maxim Gorki, Πρώτη αγάπη, Η μάνα, Στα ξένα χέρια.

Μαξίμ Γκόρκι, Πρώτη αγάπη, μετ. Γιώργου Σημηριώτη, Κοροντζή 1980, σελ.104.

  Πριν λίγα χρόνια έγραψα μια μελέτη με τίτλο «Η πρώτη αγάπη του Ιβάν Τουργκένιεφ και του Ιωάννη Κονδυλάκη». Η σλοβένικη μετάφραση Prva ljubezen Ivana Turgenjeva in grskega pisatelja Ioannisa Kondilakisa σε μετάφραση από τα αγγλικά από τη Vera Troha  δημοσιεύτηκε στο Primerjalna Knjizevnost, (Comparative Literature), volume 28, Nr 1, Liubljana, June 2005, σ. 91-97. Από τότε κάνω συλλογή αφηγημάτων με τίτλο ή θέμα «Η πρώτη αγάπη». Μετά τα δύο διηγήματα του Τουργκένιεφ και του Κονδυλάκη ανακάλυψα ένα με τον ίδιο τίτλο του Αργύρη Εφταλιώτη. Ακόμη το τριακοστό πέμπτο κεφάλαιο της «Ισταμπούλ» του Ορχάν Παμούκ τιτλοφορείται επίσης «Πρώτη αγάπη». Ένα από τα διηγήματα που περιέχονται στον τόμο «Γεραπετρίτικη έκφραση 2010» με τίτλο «Το μνημόσυνο» του Λάζαρου Αντωνού έχει επίσης ως θέμα την πρώτη αγάπη.
  Προ ημερών, γυρνώντας από τη Ροζαλία με τον εκδότη μου τον Αλέξανδρο Δεσύλλα (εκδόσεις ΑΛΔΕ) και τη γραμματέα του Χριστίνα Καμπά, βρεθήκαμε μπροστά σε μια σειρά βιβλία που είχε απλώσει ένας νεαρός σε ένα πεζοδρόμιο. Καθώς είναι γραμμένο μέσα στα γονίδιά μου να χαζεύω βιβλία, όπως είναι γραμμένο μέσα στα γονίδια της γυναίκας να χαζεύει βιτρίνες με ρούχα, παπούτσια και κοσμήματα, σταμάτησα να ρίξω μια ματιά. Τα περισσότερα ήσαν θεατρικά έργα. Κοιτάζοντας διαδοχικά τους τίτλους έπεσα πάνω στο διήγημα του Γκόρκι. Ρώτησα πόσο κάνει, πέντε ευρώ μου απαντάει ο νεαρός. Το αγόρασα χωρίς δεύτερη κουβέντα.
  Το έχω ξαναγράψει, ο έρωτας αναδεικνύεται περισσότερο στη ματαίωσή του. Η ματαίωση θεριεύει το συναίσθημα, ενώ η πλήρωση το αποδυναμώνει. «Ένας χρόνος το περισσότερο» τραγουδάει ο Καρβέλας. Και στο διήγημα αυτό του Γκόρκι υπάρχει η πλήρωση, με το αναπόφευκτο τέλος.
  Όχι όμως από την αρχή. Ο δεκαεπτάχρονος νομίζω τότε Γκόρκι (ο μεταφραστής παραθέτει έξι στοιχεία για να αποδείξει ότι το διήγημα είναι αυτοβιογραφικό) ερωτεύεται μια μεγαλύτερή του κατά δέκα χρόνια γυναίκα. Η γυναίκα αυτή είναι όπως η γυναίκα στο διήγημα του Τουργκένιεφ: με μια ιστορία πίσω της γεμάτη έρωτες. Καρπός ενός από αυτούς τους έρωτες είναι μια μικρή κόρη. Συζεί με έναν άνδρα τον οποίο, όπως και ο Κονδυλάκης στο δικό του διήγημα, ο νεαρός Γκόρκι ζηλεύει αφάνταστα, και συνεχώς μιλάει γι’ αυτόν ειρωνικά. Της εξομολογείται τον έρωτά του αλλά αυτή, ενώ τον διαβεβαιώνει ότι και αυτή τον αγαπά, δεν τολμά να προχωρήσει σε σχέση μαζί του.
  Αν το διήγημα τέλειωνε εδώ, τότε θα ήταν όπως και τα διηγήματα του Τουργκένιεφ, του Κονδυλάκη, του Εφταλιώτη και του Αντωνού: διηγήματα μιας ανολοκλήρωτης πρώτης αγάπης. Τα πράγματα όμως δεν έγιναν έτσι. Μετά από λίγα χρόνια συναντιούνται, και συζούν. Και φυσικά η σχέση αυτή κάποια στιγμή θα τελειώσει. «Αυτό συνέβηκε εδώ και τριάντα χρόνια», μας τοποθετείται ο χρόνος της αφήγησης, αν και, πιθανόν, και παραδόξως ταυτόχρονα, το διήγημα να γράφηκε λίγο χρόνο αφότου διαδραματίστηκε  η ιστορία (όσο και να έψαξα στο διαδίκτυο δεν μπόρεσα να βρω στοιχεία για το διήγημα).  
  Παρεμπιπτόντως, και η ιστορία του Παμούκ κάποια στιγμή τέλειωσε. Η κοπέλα του έφυγε για την Ελβετία.  Της έστειλε πέντε γράμματα, δεν έλαβε καμιά απάντηση. Όλες οι πρώτες αγάπες δεν είναι και οι τελευταίες. Τουλάχιστον εγώ δεν έχω διαβάσει για καμιά αγάπη «πρώτη και τελευταία». Ούτε και ξέρω δηλαδή.
  Και το δεύτερο διήγημα, όπως μας λέει ο μεταφραστής, είναι αυτοβιογραφικό. Αυτό θα μπορούσαμε να το κατατάξουμε σε μια άλλη κατηγορία αφηγημάτων, όπου υπάρχει μια κοινωνική διαφορά ανάμεσα στους δυο ερωτευμένους. Επικεφαλής στη συγγραφή τέτοιων αφηγημάτων θα βάζαμε τον Ντέηβιντ Χέρμπερτ Λώρενς, και πρότυπο έργο τον «Εραστή της Λαίδης Τσάτερλι», που δεν είναι άλλος από τον κηπουρό της. «Η παρθένα και ο τσιγγάνος», το λέει ο τίτλος, είναι ένα διήγημα του ίδιου συγγραφέα που εντάσσεται στην ίδια κατηγορία. Στο διήγημά μας το αφύσικο ζευγάρι είναι ο καλλιεργημένος Γκόρκι και μια «γυναίκα του δρόμου» (και αυτό το διήγημα, κατά τον μεταφραστή, είναι αυτοβιογραφικό). Όμως εκείνα τα πρώτα φιλιά που του έδωσε εκείνη η γυναίκα «ήταν τα καλύτερα, γιατί εκείνα που πήρα μετά μου στοίχισαν πολύ και δεν μου έφεραν τίποτε καλό» (σελ. 64). Όσο για το τρίτο και τελευταίο διήγημα της συλλογής που έχει τίτλο «Ο ερημίτης», αναφέρεται σε κάποιον που κατηγορήθηκε άδικα για αιμομιξία, για να καταλήξει στην ερημιά. Τον επισκέπτονται όλοι οι ταλαιπωρημένοι για συμβουλές και παρηγοριά. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν τα ναρκωτικά, και για να γλιτώσει κανείς από τις ψυχικές εντάσεις έφευγε στην ερημιά ή στα μοναστήρια. Το «όπιο του λαού», ακόμη και σήμερα που τα ναρκωτικά έχουν τόση διάδοση, κοστίζει λιγότερο-ή μήπως περισσότερο;

Η μάνα του Γκόρκι και η μάνα της Περλ Μπακ

  Η «Μάνα» του Γκόρκι είναι ένα έργο που δεν το διάβασα τότε που έπρεπε, στα επικά χρόνια της χούντας και της μεταπολίτευσης. Αφενός γιατί δεν είχε πέσει στα χέρια μου και αφετέρου γιατί τα διαβάσματά μου εκείνη την εποχή ήταν δοκιμιακά, οι κλασικοί του μαρξισμού. Πάντα όμως έλεγα ότι κάποια στιγμή αυτό το μυθιστόρημα θα το διαβάσω. Ήταν η πιο μεγάλη τύψη στο «ράφι των τύψεων». Κατεβαίνοντας στην Κρήτη το είχα βάλει σε απόλυτη προτεραιότητα, επιστρέφοντας στην Αθήνα να το διαβάσω. Και με έκπληξη, εντελώς τυχαία, ανακάλυψα ότι το έχω και στην Κρήτη. Άλλο ένα διπλοαγορασμένο βιβλίο. 
  Δεν είχα διαβάσει τη «Μάνα», όμως είχα διαβάσει τα «Παιδικά χρόνια», στο πρωτότυπο. Πρόσφατα επίσης την «Πρώτη αγάπη» για την οποία έκανα μια ανάρτηση, ενώ τους «Αρταμάνοφ» που τους δανείστηκα από τον φίλο μου τον Μιχάλη για να τους διαβάσω σε αντιπαραβολή με το ρώσικο κείμενο δεν τα κατάφερα. Και δεν θυμάμαι πού τους έχω βάλει, για να τους επιστρέψω. Αλλά ας μη νοιώθω μεγάλες τύψεις, κι εγώ έχω δώσει βιβλία «δανεικά κι αγύριστα».  
  Διάβασα τη «Μάνα» και προσφέρθηκα να τη δωρίσω στον ανιψιό μου τον Μανώλη. –Την έχω, μου κάνει. Πάνω στην κουβέντα όμως προέκυψε ότι η μάνα που είχε ήταν η «Μάνα» της Περλ Μπακ. Ευτυχής σύμπτωση, σκέφτομαι, θα διαβάσω και αυτήν και μετά θα δω αν μπορώ να συγκρίνω τα δυο έργα.
  Η Περλ Μπακ πρέπει να διαβαζόταν πάρα πολύ στις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Το υποθέτω, γιατί στο βιβλιοπωλείο της Σοφίας της Αεράκης στην Ιεράπετρα είχαν φτάσει δυο βιβλία της που τα αγόρασα και τα διάβασα, το «Ανατολικός και δυτικός άνεμος» και «Κάτω από το βλέμμα του Βούδα». Μόλις σχόλαγα από το σχολείο, πριν κινήσω για το χωριό κατέβαινα με το ποδήλατό μου στο βιβλιοπωλείο της και κοίταζα τι καινούριο βιβλίο είχε έλθει. Ήταν πρακτορείο εφημερίδων και της έστελναν και βιβλία. Από εκεί αγόρασα σχεδόν όλα μου τα βιβλία, όσο ήμουν μαθητής.
  Τόσο η «Μάνα» του Μαξίμ Γκόρκι όσο και η «Μάνα» της Περλ Μπακ είναι από τα πιο πολυδιαβασμένα μυθιστορήματα. Έχουν αρκετά κοινά στοιχεία, περισσότερα από όσα μπορεί να υποδηλώνει ο κοινός τίτλος. Υπάρχουν βέβαια και οι διαφορές. Επειδή είμαι συγκριτολόγος από ιδιοσυγκρασία όπως με χαρακτήρισε ένας καναδός καθηγητής, ο Steven Tötösy de Zepetnek, ο πρώτος με τον οποίο αντάλλαξα email, κάπου το 1994, και ο οποίος μου δημοσίευσε ένα άρθρο μου στο Canadian review of Comparative Literature, το «Η τιμή και η ντροπή στο έργο του Κωνσταντίνου Θεοτόκη»,  αποφάσισα να τα παρουσιάσω συγκριτολογικά.
  Δεν ξέρω αν η Περλ Μπακ όταν έγραφε τη δική της «Μάνα» είχε υπόψη της τη «Μάνα» του Γκόρκι. Μπορεί το βιβλίο του Γκόρκι να εκδόθηκε το 1907, όμως το δικό της το έγραψε όταν ακόμη ήταν στην Κίνα και οι κομμουνιστές βρισκόταν κάτω από απηνή καταδίωξη. Ένα χρόνο μετά την έκδοση του βιβλίου της (1933), άρχισε η Μεγάλη Πορεία των Κινέζων κομμουνιστών μετά την κατάληψη της βάσης τους στο Τζιανγκ Σι, και την ίδια χρονιά η Περλ Μπακ επέστρεψε στις ΗΠΑ. Επίσης δεν θεωρώ πιθανό να διάβασε το βιβλίο σε κάποια από τα ταξίδια της στην Αμερική. Κάποιοι βιογράφοι της ασφαλώς θα ξέρουν καλύτερα.
  Ο Γκόρκι είναι ένας στρατευμένος αριστερός που έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια. Η Μπακ είναι κόρη ιεραποστόλων, και ζει σε μια ξένη χώρα. Και οι δυο «Μάνες» έχουν έναν άντρα που τις καταπιέζει, και κατά καιρούς τις δέρνει. Ο άντρας βέβαια της μάνας του Γκόρκι είναι πιο αγροίκος από τον άντρα της μάνας της Μπακ. Όμως κάποια στιγμή και οι δυο άντρες χάνονται από τη ζωή τους. Στον Γκόρκι σκοτώνεται, στην Μπακ εγκαταλείπει την οικογένειά του.
  Η μάνα του Γκόρκι έχει ένα γιο. Η μάνα της Μπακ έχει δυο γιους και μια κόρη, και είναι μισότυφλη από κάποια πάθηση των ματιών που αργότερα θα την οδηγήσει σε ολική τύφλωση.
  Ο γιος στον Γκόρκι, όταν πεθαίνει ο πατέρας του, αναλαμβάνει την πόζα και την αγριάδα του. Για λίγο όμως. Μέσα σε ένα κεφάλαιο ολοκληρώνεται η bildung του και γίνεται αριστερός. Ο μικρός γιος στην Μπακ θα ριζοσπαστικοποιηθεί μόνο προς το τέλος του μυθιστορήματος. Εξάλλου το μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος, μετά τη μάνα εστιάζει στον μεγαλύτερο γιο και την κόρη.  
  Η μάνα του Γκόρκι είναι περίπου ασεξουαλική. Αντίθετα η μάνα της Μπακ υποφέρει από την εγκατάλειψη του άντρα, και κάποια στιγμή θα ενδώσει στο φλερτ του επιστάτη. Θα μείνει έγκυος, όμως θα φροντίσει να κάνει αποβολή, και έτσι κανείς δεν θα μάθει για το παραστράτημά της εκτός από την ξαδέλφη της, που τη βοήθησε προμηθεύοντάς τη το σχετικό φάρμακο για να αποβάλει.
  Θαύμασα το πάθος του τριανταοκτάχρονου Γκόρκι, που χρησιμοποιεί το μυθιστόρημά του για επαναστατική προπαγάνδα. Ίσως είναι το καλύτερο μυθιστόρημα στρατευμένης λογοτεχνίας. Οι ήρωές του ρητορεύουν συνεχώς, και κάποια στιγμή παρασύρουν τη θρησκευόμενη μάνα να τους βοηθήσει στον αγώνα τους.
  Και σκέφτομαι πόσο διαφορετικά πρέπει να προσλήφθηκε το μυθιστόρημα αυτό το 1906, με την αποτυχία της εξέγερσης του 1905 εντελώς πρόσφατη, πόσο διαφορετικά το 1917, που οι σύντροφοι του Πάβελ κατέκτησαν την εξουσία, και πόσο διαφορετικά το 1989 με την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Και φυσικά και ενδιάμεσα, με τις σταλινικές δίκες, την εισβολή στην Ουγγαρία και στην Τσεχοσλοβακία, που οδήγησαν πολλούς κομμουνιστές να εγκαταλείψουν το κόμμα.   
  Η μάνα της Μπακ όμως δεν ριζοσπαστικοποιείται. Στο τέλος του έργου τη βλέπουμε να οδύρεται, καθώς ο γιος της εκτελείται ως κομμουνιστής.
  Στόχος του Γκόρκι είναι να κηρύξει τον επαναστατικό λόγο. Στόχος της Μπακ είναι να δείξει τη δυστυχισμένη ζωή μιας γυναίκας στην αγροτική Κίνα. Και οι δυο τους τα κατάφεραν περίφημα, αφού η «Μάνα» τους είναι από τα πιο πολυδιαβασμένα τους μυθιστορήματα.
  Μετά τη σύγκριση ας πούμε δυο λόγια ξεχωριστά για καθένα έργο.
  Και πρώτα πρώτα για την «Μάνα» του Γκόρκι.
  Ο Γκόρκι δεν περιορίζεται μόνο στο κήρυγμα. Μιλάει και για τις ψιλοαδυναμίες και τις αντιθέσεις των συντρόφων, τη δυσπιστία απέναντι στους διανοούμενους και στους πλούσιους κ.λπ, πράγμα που δίνει μεγάλη σοσιαλιστική ρεαλιστικότητα στην αφήγησή του. Επίσης δίνει όλο το φάσμα του επαναστατικού αγώνα, την παράνομη δουλειά, την απεργία, το πρωτομαγιάτικο συλλαλητήριο, τη φυλακή, τη δίκη, τη δραπέτευση.
  Ο Βσέβολοντ Πουντόβκιν, του οποίου είδαμε τη «Μάνα» (1926), ξεφεύγει αρκετά από τον Γκόρκι. Μεγάλος σκηνοθέτης, ήθελε να φτιάξει μια δική του μάνα στα πρότυπα της μάνας του Γκόρκι και όχι να την αντιγράψει πιστά. Με ένα γρήγορο ρυθμό χάρη στο μοντάζ, με αρκετές χιουμοριστικές σκηνές αλλά και πάρα πολλές επικές, με έντονη δράση, καθηλώνει τον θεατή, ακόμη και εκείνον που θα έβλεπε απρόθυμα μια βουβή ταινία.
  Θα κάνουμε όμως και κάποιες κριτικές παρατηρήσεις.    
  Και πρώτα για την «Μάνα» του Γκόρκι.
  Ο Αντρέας είναι ερωτευμένος με την Νατάσα. Θέλει να της το πει, όμως ο Παύλος τον αποτρέπει.
  «-…θα κάνετε παιδιά… θα χρειαστεί να δουλεύεις μονάχος… να δουλεύεις πολύ. Η ζωή σας θα γίνει σαν όλων των άλλων… για ένα κομμάτι ψωμί, για τα παιδιά, για το νοίκι… Για το κίνημα δεν θα υπάρχετε πια. Ούτε συ, ούτε κείνη!... Αν αγαπάς το μέλλον, πρέπει να τ’ απαρνηθείς όλα στο παρόν… Όλα!...
  -Ώστε να μην πω τίποτα;
  -Αυτό θα ’ναι το πιο τίμιο Αντρέα…
  -Δε λέω λέξη λοιπόν!» (σελ. 44-45).
  Αργότερα όμως ξεχνά τις συμβουλές που έδωσε στο φίλο του, και μπλέκεται σε ένα ειδύλλιο με τη Σάσα.
  Και για τη «Μάνα» της Μπακ:
  Παρόλο που η συγγραφέας έχει σαν στόχο να μας δείξει τα βάσανα της μάνας, δεν το καταφέρνει απόλυτα. Υπάρχουν κάποιες απιθανότητες στην πλοκή που, ή τραβάνε το χαλί κάτω από τα πόδια του ρεαλισμού, ή αφήνουν έκθετη τη μάνα. Μας φαίνεται αρκετά απίθανο ότι η μάνα κάλυπτε για τόσα χρόνια την απουσία του άντρα της λέγοντας ότι δουλεύει σε άλλη πόλη, χωρίς να έλθει να τους δει, στέλνοντας μόνο ένα γράμμα το χρόνο με κάποια χρήματα μαζί, γράμμα που το έστελνε η ίδια στον εαυτό της, τάχα από τον άντρα της. Ήταν δυνατόν να ξεγελιούνται τόσα χρόνια οι χωριανοί;
  Επίσης θα την χαρακτηρίσουμε σαν ουσιαστικά αδιάφορη μητέρα, που όσο και αν δείχνει να πονάει την κόρη της, δεν κάνει τίποτα για να της θεραπεύσει την αρρώστια των ματιών της. Κάτι πάει να κάνει, όταν είναι πια πολύ αργά. Επίσης την παντρεύει σαν το γουρούνι στο σακί, χωρίς να δει τον γαμπρό. Κάνει μήνες να πάει να τη δει, και όταν αποφασίζει να την επισκεφτεί, τη βρίσκει νεκρή· είχε πεθάνει την ίδια μέρα. Τότε βλέπει ότι την πάντρεψε με έναν καθυστερημένο. Η μάνα και ο μικρός της γιος φεύγουν πανικόβλητοι από αυτό το μέρος, από αυτή την οικογένεια αγριανθρώπων, φοβούμενοι για τη ζωή τους. Μόνο για τον μικρό της γιο φαίνεται να τρέφει αληθινά αισθήματα, που ο αιμομικτικός τους χαρακτήρας δεν κρύβεται από την Μπακ, υπενθυμίζοντας συνεχώς πόσο μοιάζει με τον άντρα της. Τέλος θεωρώ πολύ απίθανο να την φλέρταρε τόσο έντονα ο επιστάτης και όταν επί τέλους την κατάφερε να αρκεστεί μόνο σε αυτή τη μοναδική συνεύρεση, λες και είχε βάλει στοίχημα και μόλις το κέρδισε έπαψε να ενδιαφέρεται.
  Αν η Μπακ ήθελε να μου μεταδώσει τον έλεο για την «Μάνα», για την ταλαιπωρημένη της ζωή, δεν τα κατάφερε, τουλάχιστον στο βαθμό που θα ήθελε. Όμως περιγράφει με ζωηρό ρεαλισμό τη ζωή στην αγροτική Κίνα, σε μια από τις πιο κρίσιμες περιόδους της ιστορίας της.
  Να παραθέσουμε και κάποια αποσπάσματα.
  Και πρώτα πρώτα από τον Γκόρκι.
  «…-Κι η δεσποινίδα… τι μυαλωμένη! Τι είναι;
  -Δασκάλα! απάντησε ο Παύλος βηματίζοντας στο δωμάτιο.
  -Α! Γι’ αυτό είναι τόσο φτωχή!» (σελ. 33).
  Και τότε, και τώρα, ελπίζω όχι για πάντα.
  «…ο πλούσιος παραστράτησε μαθές κι αυτός» (σελ. 225).
  Μεγάλε Καζαντζάκη, τα ίχνη της επιρροής σου υπάρχουν παντού.
  «…συνδεμένοι μ’ όλους όσους δίνουν τη ζωή τους…» (σελ. 227).
  Ο Άρης Αλεξάνδρου γράφει όπως μιλάει, χρησιμοποιώντας και στον γραπτό λόγο την έλξη του αναφορικού, πράγμα σπάνιο σήμερα.
  «Μου κάνει μεγάλη χαρά να βλέπω το πρόσωπό σας, γιαγιάκα…» (σελ. 248).
  Γιαγιά να σε πουν τα παιδιά σου. Η μάνα δεν είχε πατήσει ακόμη τα σαράντα. Όμως ούτε που της περνάει από το μυαλό να διαμαρτυρηθεί. Δεν ξέρω όμως αν θα άρεσε στον τριανταοκτάχρονο τότε Γκόρκι να τον προσφωνήσει κανείς «παππού».
  Και από τη «Μάνα» της Μπακ.
  Μιλώντας για τη γιαγιά:
  «Ναι, αλλά είναι πολύ χρήσιμη ακόμα, για να μας φυλάει την πόρτα, κι ελπίζω ότι θα ζήσει μέχρι που να μεγαλώσει λίγο το κορίτσι» (σελ. 28).
  Και θυμάμαι τον πατέρα μου πόσο στενοχωρήθηκε που ο γιος μου, έκτη δημοτικού πια, μπορούσε να ανοίγει μόνος του την πόρτα γυρνώντας από το σχολείο, χωρίς να χρειάζεται τον παππού να του ανοίξει. Και τώρα που το σκέφτομαι, στο τέλος της ίδιας σχολικής χρονιάς πέθανε.
  «Κοπέλες υπάρχουν όσες θέλεις στο χωριό, γιατί ποτές μας δεν σκοτώνουμε τα κορίτσια όταν είναι μωρά, όπως κάνουν στις πόλεις…»  (σελ. 168).
  Ναι αλλά, όπως έγραψα σε μια προηγούμενη ανάρτηση, τα πουλάγανε.
  «…ο πατέρας της βιάζεται να την παντρέψει και δεν θα ζητήσει πολλά» (σελ. 168). Τελικά τα κορίτσια κάποιοι τα πουλούσανε και κάποιοι τα αγοράζανε.
  Ελπίζω να διαβάσω και άλλα έργα του Μαξίμ Γκόρκι και της Περλ Μπακ. Του Γκόρκι, τα άλλα δυο αυτοβιογραφικά του βιβλία. Της Περλ Μπακ, την «Καλή γη». Προς το παρόν το πρόγραμμά μου είναι να ξαναδιαβάσω τους μεγάλους κλασικούς. Σε λίγο τελειώνω το «Κόκκινο και το μαύρο» και θα συνεχίσω με το «Μοναστήρι της Πάρμας», που τα βρήκα και τα δυο εδώ στην Κρήτη.

  Maxim Gorky, Στα ξένα χέρια (μετ. Άρης Αλεξάνδρου) Το Βήμα 2009, σελ. 374

  Αυτή είναι η δεύτερη αυτοβιογραφική τριλογία που έχω υπόψη μου. Η άλλη είναι του Ελίας Κανέτι, από την οποία έχω διαβάσει και έχω παρουσιάσει στο blog του Λέξημα και από την Κυριακή και στο blog μου το τρίτο μέρος, «Το παιχνίδι των ματιών».
  Μάλλον τα είπα ανάποδα, είναι η πρώτη. Πριν τριάντα χρόνια διάβασα το πρώτο μέρος, στο πρωτότυπο, Детство, «Τα παιδικά χρόνια». Τώρα εδέησε να διαβάσω το δεύτερο μέρος, «Στα ξένα χέρια». Το τρίτο μέρος, «Τα πανεπιστήμιά μου», ελπίζω να το διαβάσω κάποια στιγμή. Πολύ θα ήθελα να διαβάσω και τα άλλα δυο μέρη της αυτοβιογραφίας του Κανέτι, θυμάμαι ότι μου άρεσε πολύ το τρίτο μέρος.
  Πριν λίγους μήνες διάβασα το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Αριστοτέλη Ράπτη «Στην κόψη του σπαθιού και του λογισμού», του οποίου μάλιστα υπήρξα και ένας από τους παρουσιαστές του στην Ιεράπετρα, πριν δεκαπέντε μέρες, και τρόμαξα βλέποντας πόσο δυστυχισμένα παιδικά χρόνια μπορεί να ζήσει κανείς. Βέβαια στη δική του περίπτωση ήταν η κατοχή, ο εμφύλιος. Ο Γκόρκι έζησε ακόμη πιο δυστυχισμένα παιδικά χρόνια. Τότε ήταν ο τσάρος. Αλλά ένα δυνατό μυαλό ποτέ δεν χάνεται.
  Εντύπωση μου έκανε το πόσο συχνά χρησιμοποιεί ο Γκόρκι τη λέξη «ανία». Μάλλον το πνεύμα της ανίας (ennui) στο γαλλικό «τέλος του αιώνα» (fin de siècle) έφτασε με κάποια καθυστέρηση και στη Ρωσία. Μόνο που εδώ εκφράστηκε με άλλο τρόπο. Η σκληρότητα απέναντι στους άλλους χωρίς σοβαρούς λόγους ή χωρίς κανένα λόγο, το να «σπάσεις πλάκα» μαζί τους, ήταν ένας τρόπος για να καταπολεμήσεις την ανία. Και βέβαια η βότκα και η κακομεταχείριση των γυναικών. Όμως δεν αποκλείεται η ανία αυτή να μην ήταν εισαγόμενη αλλά ενδημική στη ρώσικη ψυχή, στα κατώτερα στρώματα τουλάχιστον.
  Εντύπωση μου έκανε επίσης το πόσες δυσκολίες συναντούσε ο Γκόρκι για κάτι που για μας σήμερα φαίνεται απλό και αυτονόητο: να διαβάζει. Και επειδή δεν είχε σχεδόν ποτέ περιθώρια επιλογής, διάβαζε ό,τι έπεφτε στα χέρια του, και πάρα πολλά από τα βιβλία που διάβασε δεν του άρεσαν καθόλου. Όμως τι να κάνει, αυτά έβρισκε. Και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διάβαζε ήταν πολλές φορές δραματικές.
  «Φως δεν μου δίνανε, το κερί το παίρναν στο δωμάτιο, λεφτά ν’ αγοράσω κεριά δεν είχα, άρχισα το λοιπόν να μαζεύω κρυφά τις σταξιές από τα σπαρματσέτα που πέφτανε πάνου στα σαμντάνια, τις έβαζα σ’ ένα σαρδελοκούτι, έριχνα και λάδι απ’ την καντήλα και στρίβοντας ένα φιτίλι από κλωστές, άναβα τις νύχτες πάνω στη θερμάστρα μια φλόγα όλο καπνό… το φιτίλι βούλιαζε κάθε λίγο και λιγάκι μες στο λιωμένο υγρό που μύριζε άσκημα, ο καπνός έτσουζε στα μάτια μου, μα όλες αυτές οι αναποδιές ξεχνιόνταν μες στην ευχαρίστηση που δοκίμαζα βλέποντας τις εικόνες και διαβάζοντας τις λεζάντες» (σελ. 163).
  Από τους αγαπημένους του συγγραφείς είναι ο Πούσκιν και ο Λέρμοντοφ. «Διαβάζω αχόρταγα Τουργκιένιεβ… Τις Νεκρές ψυχές τις διάβασα ανόρεχτα, τις Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων το ίδιο» (σελ. 298-299). Αργότερα, διαβάζουμε σε υποσημείωση, ο Γκόρκι άλλαξε γνώμη για τις «Νεκρές ψυχές». Επίσης δεν γίνεται καμιά αναφορά στον Τολστόι. Να μην έπεσε κανένα βιβλίο στα χέρια του; Πιθανόν, αν σκεφτούμε ότι ο Γκόρκι, στο τέλος αυτού του δεύτερου τόμου, είναι μόλις δεκαπέντε χρονών.
  Η πρόσληψη είναι πράγματι μυστήριο πράγμα. Ο «Κανόνας» επηρεάζει, αλλά σίγουρα και η ηλικία. Και εγώ βίωσα κάτι παρόμοιο. Στα δεκαεφτά μου διάβασα τις πρώτες τέσσερις σελίδες από το «Πόλεμος και Ειρήνη» και το παράτησα γιατί δεν μου άρεσε. Το ξαναδιάβασα στα εικοσιεφτά μου, ξενυχτώντας στο νοσοκομείο της Ιεράπετρας όπου νοσηλευόταν η μητέρα μου με εγκεφαλικό, και το θεώρησα, και το θεωρώ ακόμη, σαν το καλύτερο μυθιστόρημα που έχει γραφεί ποτέ. Και με χαρά διαπίστωσα αργότερα ότι και ο Άρνολντ Χάουζερ, στο τετράτομο έργο του «Η κοινωνική ιστορία της τέχνης» έχει την ίδια γνώμη.
  Όμως ας παραθέσουμε κάποια αποσπάσματα, κατά τα ειωθότα.
  «-…Τι να σου πω, οι σκοπτσί δεν είναι βλάκες» (σελ. 108).
  Όχι, δεν μιλάει ο Γκόρκι, κάποιος άλλος μιλάει. Γιατί, διαβάζοντας σε υποσημείωση τι είναι αυτοί οι σκοπτσί, θα έλεγα ότι πιο βλάκες δεν μπορούν να υπάρξουν. «Σκοπτσί. Αυτοευνουχιζόμενοι. Θρησκευτική αίρεση στη Ρωσία». Αλήθεια, όταν λέει «αυτοευνουχιζόμενοι» τι εννοεί; Ότι γινόταν με τη συγκατάθεσή τους ή ότι ευνουχίζονταν αυτοί οι ίδιοι, με το ίδιο τους το χέρι;
  Άστο, ας μην το ψάξω καλύτερα.
  Είπα να το γράψω, να μην το γράψω…
  Τελικά αποφάσισα να το γράψω.
  «Οι Γραικοί είναι κάτι σαν τους Τούρκους» (σελ. 205).
  Έγραψα κάποτε ότι ο ρεαλισμός, όπως και η δημοκρατία, είναι μια σύντομη παρένθεση στην παγκόσμια ιστορία. Εξακολουθούμε να είμαστε με το ένα πόδι σ’ αυτή την παρένθεση, αλλά δεν ξέρω για πόσο. Το παρακάτω απόσπασμα είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό.
  «…όταν τους δηγιόμουνα κείνα που ’χα δει με τα μάτια μου, δε με πολυπιστεύανε, όλοι τους όμως αγαπούσαν τα τρομακτικά παραμύθια, τις μπερδεμένες ιστορίες. Ακόμα κι οι γεροντότεροι, προτιμάγανε φανερά τις φαντασίες απ’ την αλήθεια. Έβλεπα καθαρά πως όσο πιο απίθανα ήταν τα γεγονότα, όσο πιότερη φαντασία υπήρχε στη διήγηση, τόσο πιο προσεκτικά μ’ ακούνε οι άνθρωποι. Γενικά, η πραγματικότητα τους άφηνε αδιάφορους κι όλοι τους ρίχνανε στοχαστικές ματιές στα μελλούμενα, μη θέλοντας να δούνε τη φτώχεια και την ασκήμια του σήμερα» (σελ. 261).
    Είδα και τις τρεις ταινίες του Μαρκ Ντανσκόι, όλη την τριλογία (1938, 1939 και 1940), βραβευμένη με το βραβείο Στάλιν το 1941. Είναι τρομερό το πόσο δύσκολα παιδικά χρόνια πέρασε ο Γκόρκι. Και δεν είναι να απορεί κανείς που έγινε ένας από τους πιο ένθερμους θιασώτες της επανάστασης. Ο επαναστατικός του ζήλος βρίσκει τη πιο ολοκληρωμένη έκφρασή του στη «Μάνα», την οποία διαβάσαμε τώρα το καλοκαίρι.

  Πολύ μου άρεσε αυτή η τριλογία. Και πιο πολύ μου άρεσε γιατί κατά διαστήματα, καμιά φορά στο εντελώς άσχετο, ξεπεταγόταν και μια γάτα μέσα στο πλάνο.