Book review, movie criticism

Thursday, August 10, 2017

Gennaro Nunziante, Sole a Catinelle (Και ο θεός να βάλει το χέρι του, 2013)

Gennaro Nunziante, Sole a Catinelle (Και ο θεός να βάλει το χέρι του, 2013)




  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Κάλιο αργά παρά ποτέ, ανακάλυψαν επί τέλους τον Gennaro Nunzuante και τον Checco Zalone, οι οποίοι έκαναν τέσσερις από τις πιο καταπληκτικές κωμωδίες που είδα ποτέ. Η μια προβλήθηκε επίσης πρόσφατα, το «Τι όμορφη μέρα».
  Το δίδυμο εδώ είναι πατέρας και γιος. Ο πατέρας βρίσκεται σε διάσταση με τη μητέρα του, αφού οδήγησε το νοικοκυριό τους σε πλήρη χρεοκοπία, αγοράζοντας με πίστωση ελπίζοντας ότι οι δουλειές του (πωλητής ηλεκτρικών σκουπών) θα πήγαιναν πάντα καλά. Αλλά σταμάτησαν να πηγαίνουν όταν του τέλειωσαν οι συγγενείς.
  Υπόσχεται στο γιο του να τον πάει διακοπές αν πάρει σε όλα τα μαθήματα δέκα. Σπάει ο διάολος το πόδι του και παίρνει πράγματι δέκα. Τι να κάνει; Τον παίρνει για διακοπές. Πού; Σε ένα χωριό όπου βρίσκεται μια θεία του που είχε να τη δει χρόνια. Τσιγκούνα η θεία του, θα αρχίσουν τα πρώτα προβλήματα με τον μικρό. Είναι έτοιμος να τον εγκαταλείψει πηγαίνοντας για διακοπές με κάτι φίλους της μητέρας του, αλλά δεν το αντέχει βλέποντάς τον να κλαίει. Και η τύχη τους χαμογελάει. Η γνωριμία με μια πλούσια γυναίκα, που βρίσκεται σε διάσταση με τον άντρα της, θα τους κάνει να περάσουν υπέροχες διακοπές. Πώς έγινε η γνωριμία; Ο γιος του έκανε παρέα με το γιο της, που λόγω των ψυχολογικών του προβλημάτων είχε ένα χρόνο να μιλήσει και χάρη σ’ αυτή την επαφή μίλησε.
  Εν τάξει, να μη σας πούμε όλη την υπόθεση, σας υποσχόμαστε ότι αν την δείτε την ταινία θα γελάσετε με την καρδιά σας.

    Να μην το ξεχάσουμε, υπάρχει και ένα μήνυμα στην ταινία: Sole a catinelle, ήλιος στη βροχή. Ακόμη και στις μεγαλύτερες αναποδιές πάντα λάμπει η ελπίδα. Κοντολογίς, ποτέ δεν πρέπει να χάνουμε την αισιοδοξία μας.  

Lina Wertmüller, Mimi il metallurgico ferito nell’ onore (Μίμης ο σιδεράς, 1972)



Lina Wertmüller, Mimi il metallurgico ferito nell’ onore (Μίμης ο σιδεράς, 1972)



  Από σήμερα σε επανέκδοση στο Ζέφυρο.
  Θυμάμαι πόσο μου άρεσε όταν την πρωτοείδα. Τεταρτοετής φοιτητής, σε ένα θερινό σινεμά κοντά στο σπίτι μου, στην αρχή της Ιπποκράτους. Και η σκηνή που οι δυο απατημένοι εκδικούνται μου έμεινε αξέχαστη.
  Ο Μίμι από απολυμένος εργάτης ορυχείου στην πατρίδα του (ψήφισε λάθος κόμμα) βρίσκεται εργάτης στης οικοδομές στο Τορίνο. Θα βρεθεί μπλεγμένος, αλλά θα ξεμπλέξει και θα βρεθεί βιομηχανικός εργάτης, μεταλλουργός. Οι απειλές και οι υποσχέσεις της μαφίας έπιασαν τόπο.
  Τη γυναίκα του, την ντροπαλή Ροζαλία, την άφησε στην Κατάνια. Εδώ θα τα φτιάξει με την Φιόρε, θα κάνουν μάλιστα και ένα παιδί. Όμως η μαφία τον θέλει πίσω στην Κατάνια, και εκεί τα πράγματα περιπλέκονται. Πρέπει να κρύψει τη Φιόρε. Αλλά, απαίτηση της Φιόρε, δεν θέλει να έχει σεξουαλικές σχέσεις με τη γυναίκα του. Προφασίζεται τον κουρασμένο. Αυτή, παρατημένη, θα ενδώσει στην πολιορκία του ενωμοτάρχη και θα μείνει έγκυος. Όταν το μαθαίνει ο Μίμι, γίνεται έξαλλος, ξεχνώντας ότι την έχει ήδη κερατώσει ο ίδιος. Μανιασμένος ουρλιάζει ότι την κεράτωσε κι αυτός. Το μαχαίρι που του πέταξε πέρασε ξυστά δίπλα του και καρφώθηκε στην πόρτα. Αρπάζει άλλο, και προσπαθεί να τον μαχαιρώσει.
  Η ταινία απολαυστικότατη, αλλά πικρό το τέλος. Τα θέματα που πραγματεύεται είναι ο συμβιβασμός και ο πουριτανισμός, ο έρωτας και η απιστία, και πρώτα απ’ όλα η αίσθηση περί τιμής, ενώ το πολιτικό βρίσκεται σε δεύτερο πλάνο.

Marc Williams, A family man (Ο σύμβουλος, 2016)



Marc Williams, A family man (Ο σύμβουλος, 2016)
 

  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Το λέω πολλές φορές στους φίλους μου για να το εμπεδώσω και ο ίδιος: δεν μπορείς να έχεις και την πίττα σωστή και το σκύλο χορτάτο.
  Ο Gerard Butler είναι ένας επιτυχημένος κεφαλοκυνηγός (αναζητεί ταλέντα για διάφορες επιχειρήσεις), και μάλιστα αν ανεβάσει το σκορ του θα γίνει ο διευθυντής της εταιρείας. Αν, γιατί υπάρχει και μια αντίζηλος που μπορεί να τον προλάβει.
  Η γυναίκα του η Gretchen Mol δεν εργάζεται, ασχολείται με την ανατροφή των παιδιών.
  Κακό πράγμα να μην εργάζεται η γυναίκα, γιατί καθώς είναι μόνη όλη μέρα στο σπίτι νοιώθει να της λείπει ο άντρας της, και του γκρινιάζει. Όμως ποιος κουβαλάει για το σπίτι; Ποιος δάνεισε τον αδελφό της όταν χρειαζόταν λεφτά;
  Τα πράγματα θα ανατραπούν όταν ο μικρός γιος τους (έχουν και μια πιο μικρή κόρη) παθαίνει λευχαιμία. Θα αμελήσει τη δουλειά του για να βρίσκεται κοντά του στο νοσοκομείο. Και όταν πέφτει σε κώμα και ο γιατρός τους συμβουλεύει να μιλάνε για να ακούει τη φωνή τους, θα τηλεφωνεί στους πελάτες του από το νοσοκομείο, καθισμένος δίπλα στο κρεβάτι του.
  Υπάρχει όμως και ένα άλλο θέμα στην ταινία, που θα αναπτυχθεί προς το τέλος της. Αυτό είναι η παροιμία «Κάνε καλό και ρίξε το στο γιαλό». Αποκαλύπτοντας το θέμα αυτό νομίζω ότι μπορεί κανείς να καταλάβει αν το τέλος είναι happy ή unhappy.
  Εξαιρετικός ο Gerard Butler στο ρόλο του, αλλά και η Gretchen Mol. Εξαιρετικός και ο Willem Dafoe («Ο τελευταίος πειρασμός») στον δεύτερο ρόλο του προϊσταμένου του Gerard. Κάποιοι μπορεί να θεωρήσουν την υπόθεση μελό, αλλά εμένα μου αρέσουν τα μελό, αρκεί να είναι καλοπαιγμένα.  

Eleanor Coppola, Paris can wait, (Το Παρίσι μπορεί να περιμένει, 2016)

Eleanor Coppola, Paris can wait, (Το Παρίσι μπορεί να περιμένει, 2016)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Πάλι θα μιλήσω για τη σύμπτωση. Πριν λίγες μέρες είδαμε την ταινία του Michael Winterbottom «Ταξίδι στην Ισπανία» (θα αναρτήσουμε για την ταινία στις 24 Αυγούστου, όταν θα αρχίζει να παίζεται στους κινηματογράφους), με την οποία «Το Παρίσι μπορεί να περιμένει» έχει ένα κοινό σημείο: το φαγοπότι. Ταξιδεύοντας στην Ισπανία οι δυο ήρωες, γευματίζοντας σε διάφορα εστιατόρια, συζητάνε για διάφορα (κινηματογράφο, λογοτεχνία, κ.ά), ενώ βλέπουμε τα γκαρσόνια να κουβαλάνε συνεχώς λαχταριστούς μεζέδες. O Αrnaud Viard, συνεργάτης του Alec Baldwin, προθυμοποιείται να πάει με το αμάξι του την Diane Lane, τη γυναίκα του, στο Παρίσι, μια και αυτή, εξαιτίας ενός προβλήματος με το αυτί της, δεν μπορεί να ταξιδέψει με το αεροπλάνο. Δεν βιάζεται να πάνε, σε αντίθεση με αυτή. Στο δρόμο θα σταματήσουν πολλές φορές (κάθε ώρα, λέει, πρέπει να σταματάνε για να ξεκουράζεται) για να φάνε (πάλι τα γκαρσόνια με λαχταριστά φαγητά) αλλά και για να την ξεναγήσει σε ενδιαφέρονται μέρη. Είδαμε και το μουσείο Λιμιέρ, με τις πρώτες κάμερες των αδελφών που ήσαν οι εφευρέτες της έβδομης τέχνης.
  Εξαιρετικός ο Arnaud Viard στο ρόλο του. Χαλαρός, φλερτάρει όχι ιδιαίτερα διακριτικά την Diane. Χαρακτηριστικό είναι το επεισόδιο που τους χαλάει το αμάξι. Ξαφνικά αρχίζει να βγάζει καπνούς. Οποιοσδήποτε άλλος θα αναστατωνόταν, αυτός καθόλου. Παίρνει την Diane και πάνε στην παρακείμενη όχθη ενός ποταμού να κάνουν πικνίκ. Και όταν επιστρέφουν τι γίνεται; Είναι ανίκανος να προσδιορίσει τη βλάβη. Η Diane αναλαμβάνει, βλέπει ότι είναι κομμένος ο ιμάντας του ventilataire, βγάζει την κάλτσα της και με αυτή τον αντικαθιστά μέχρι να φτάσουν στο πλησιέστερο συνεργείο.

  Soft comedy, χαριτωμένη, μας άρεσε.     

Δήμος Αβδελιώδης, Το δένδρο που πληγώναμε (1986)



Δήμος Αβδελιώδης, Το δένδρο που πληγώναμε (1986)
 

  Από σήμερα στους κινηματογράφους σε επανέκδοση.
  Μια ακόμη ταινία νοσταλγίας, όχι μόνο της γενέθλιας γης όπως «Η εαρινή σύναξη των αγροφυλάκων» η οποία ήλθε μετά, αλλά και των παιδικών χρόνων. Εδώ η πλοκή είναι υποτυπώδης. Το δένδρο που πληγώνανε, το μαστιχόδενδρο, δεν έχει καμιά σχέση. Πιασάρικος τίτλος, όμως πιο ταιριαστός θα ήταν «Τα παιδιά χρόνια», αυτός που έδωσε ο Μαξίμ Γκόρκι στην πρώτο τόμο της τρίτομης αυτοβιογραφίας του.
  Κεντρικά πρόσωπα είναι ο αφηγητής και ο φίλος του. Κάποια στιγμή οι σχέσεις τους διαταράχθηκαν, όμως αποκαταστάθηκαν γρήγορα. Ήλθε το καλοκαίρι, και μαζί με άλλα παιδιά άρχισαν να επιδίδονται στις συνηθισμένες «διαολιές», που μου θύμισαν και τα δικά μου παιδικά χρόνια. Σχεδόν όλα όσα είδα στην ταινία τα κάναμε κι εμείς. Είδα τις σφεντόνες (κάπου έχω αφηγηθεί τη δική μου ιστορία με τον αγροφύλακα του χωριού), τα τσουρλιά, τη μακρά γαϊδούρα, το κορόιδεμα του τρελού του χωριού, την κλεψά.
  Θυμάμαι, λέγαμε, «Πάμε στην κλεψά;», όπως θα λέγανε άλλοι αργότερα «πάμε πλατεία;». Συνήθως συμφωνούσε η παρέα. Πηγαίναμε τότε στα περβόλια και τρώγαμε από τα δένδρα, ό,τι βρίσκαμε. Ποτέ δεν κρατάγαμε τσάντες, ποτέ δεν γεμίζαμε τις τσέπες, τρώγαμε όσο μας έκανε κέφι και φεύγαμε.
  Δεν πηγαίναμε πάντα στην κλεψά. Μια φορά, θα ήμασταν τότε πεντέξι χρονών, μας λέει ο φίλος μου ο Αντώνης να πάμε στου Βασιλικιώτη το περβόλι, που είναι φίλος του, να φάμε τζάνεργια. Πήγαμε, κόψαμε, φάγαμε, όταν ξαφνικά ακούμε τη θεία την Αθηνά (ήταν σαν θεία μου, τόσο με αγαπούσε) να ξεφωνίζει «Ωρέ κερατάδες, στου ανθρώπου τη τζανεριά; Εγώ θα σασε καταστέσω, θα το πω του Κυδώνη (ο Κυδώνης ήταν ο αγροφύλακας). Εγώ, που εκείνη τη στιγμή ήμουν πάνω στην τζανεριά, γκρεμοτσακίστηκα κάτω. Άρχισα να έχω αμφιβολίες. –Μα εμένα είναι φίλος μου, να επιμένει ο Αντώνης. Ο Βασιλικώτης, που το σπίτι του ήταν λίγο πιο πάνω, κάθε φορά που περνούσε και τον έβλεπε, του φώναζε «Ήντα κάνει ο φίλος μου το Αντωνιό».
  Είδα και το ξεσμήλιωμα των σφηκών (όμως αυτές που είδα στην ταινία και χαρακτηρίστηκαν σαν σφήκες εμείς τους ξέραμε ως σβούρους, που το τσίμπημά τους προκαλούσε πολύ περισσότερο πόνο από ό,τι το τσίμπημα της σφήκας).
  Και θυμήθηκα μια σκηνή από τα μαθητικά μου χρόνια. Μπαίνει μέσα ο καθηγητής και εμείς κάναμε ζζζζζζζζζζ. Και ο καθηγητής οργισμένος: «Ποιος κάνει ωρέ τη σφήκα, να γενώ σβούρος να τονε πνίξω». Βέβαια δεν κάναμε τη σφήκα, κάναμε το ζουζουνητό της μέλισσας.
  Εδώ θα ήθελα να παραθέσω ένα απόσπασμα από ένα κείμενο που έγραψα για την «Ιλιάδα».
  «Οι παρομοιώσεις είναι άφθονες, και έχουν κυρίως να κάνουν με την αγροτική και την ποιμενική ζωή αλλά και τις δυνάμεις της φύσης. Λιοντάρια, αγριόχοιροι και ελάφια εμφανίζονται συχνά σ’ αυτές. Όμως μια μου άρεσε ιδιαίτερα.
«Αὐτίκα δὲ σφήκεσσιν ἐοικότες ἐξεχέοντο
εἰνοδίοις, οὓς παῖδες ἐριδμαίνωσιν ἔθοντες
— αἰεὶ κερτομέοντες ὁδῷ ἔπι οἰκί' ἔχοντας
νηπίαχοι· ξυνὸν δὲ κακὸν πολέεσσι τιθεῖσι.
τοὺς δ' εἴ περ παρά τίς τε κιὼν ἄνθρωπος ὁδίτης
κινήσῃ ἀέκων, οἳ δ' ἄλκιμον ἦτορ ἔχοντες
πρόσσω πᾶς πέτεται καὶ ἀμύνει οἷσι τέκεσσι» (Π 259-265).
  Και χύθηκαν (οι Αχαιοί) σαν σφήκες που ’χουν σε δρόμο τη σφηκιά τους, κι’ έχουν συνήθεια τα παιδιά να τις ερεθίζουν συνεχώς πειράζοντας, τα ανόητα, επειδή κάμανε τη φωλιά τους στο δρόμο· και φέρνουν έτσι κακό ομαδικό σε άλλους αθώους ανθρώπους. Και αν κανείς διαβάτης τις ξεσηκώσει άθελά του, μόνο που πέρασε δίπλα τους, εκείνες με γενναία καρδιά όλες μαζί πετούνε μπροστά και τα παιδιά τους υποστηρίζουν.
  Εν τάξει, δεν θα το ’λεγα ανοησία, αλλά παιδική σκανδαλιά. Κάποτε, όταν ήμουν μικρός, μας κυνήγησαν άγρια και από τότε δεν το ξανάκανα».  
  Τέλος είδαμε και μια σκηνή από το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα». Η Ιουλιέτα, δεκατριάχρονη όπως και στον Σαίξπηρ, ήλθε για διακοπές με τους δικούς της, από την Αθήνα ίσως. Το τέλος δεν ήταν happy, αλλά ούτε και τραγικό όπως στον Σαίξπηρ, ίσως γιατί ο Ρωμαίος ήταν μόνο έντεκα χρονών. Απλούστατα με το τέλος του καλοκαιριού έφυγε με τους γονείς της από το χωριό. Ο Ρωμαίος μας, απελπισμένος, πήρε από πίσω το αυτοκίνητο. Έκοψε δρόμο, όμως δεν κατάφερε να το προφτάσει.
  Πάρα πολύ ωραία ταινία, πολυβραβευμένη.
  Αφού είδαμε την «Εαρινή σύναξη των αγροφυλάκων» να όψει της επανέκδοσης του «Δένδρου που πληγώναμε», είπαμε να δούμε και τη «Νίκη της Σαμοθράκης», σχηματίζοντας έτσι μια συνολική εικόνα για τον Αβδελιώδη.

Rodrigo Sorogoyen, Que dios nos perdone (May god save us, Κανείς δεν μπορεί να μας σώσει, 2016)

Rodrigo Sorogoyen, Que dios nos perdone (May god save us, Κανείς δεν μπορεί να μας σώσει, 2016)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Το θρίλερ αυτό είναι αλλιώτικο από τα άλλα. Υπάρχει ο serial killer ο οποίος τελικά θα εντοπισθεί και θα συλληφθεί, όχι πριν φάει ένα γερό μπερντάχι, αν και όχι τόσο δυνατό ώστε να του στερήσει τη ζωή, όπως έκανε στις πέντε γυναίκες πριν τις βιάσει. Όμως η ταινία δεν εστιάζει μόνο στην αναζήτησή του, αλλά και στην προσωπογραφία των δύο αστυνομικών, του Velarde και του Alfaro, που προσπαθούν να τον εντοπίσουν. Και όχι μόνο. Δίνει και μια εικόνα της αστυνομίας ρεαλιστική, όχι την εξιδανικευμένη που βλέπουμε σε τέτοιου είδους έργα, με τις αντιθέσεις, τις κακίες, την εκδικητικότητα που επικρατούν ανάμεσα στα μέλη της.
  Ο Alfaro είναι παρορμητικός, βίαιος στις ανακρίσεις αλλά και με τους συναδέλφους του. Αυτό δεν είναι περίεργο, τέτοιος είναι και ο Jean Reno στην ταινία του Gérard Krawczyk, «Wasabi» (Κληρονομώ την κόρη μου, 2001). Όμως ο Alfaro θα αντιμετωπίσει μια οικογενειακή κρίση που τον φέρνει στα όρια της συντριβής. Όσο για τον Velarde, ποιος σκηνοθέτης θα διανοείτο να παρουσιάσει έναν αποτελεσματικότατο αστυνομικό τραυλό; Αντιμετωπίζει ειρωνικά σχόλια για τον τραυλισμό του, και κάποια στιγμή ακόμη και από τον αρχηγό όταν, κατά την αντίληψή του, τα έκαναν θάλασσα με τον συνάδελφό του.

  Υπάρχει κάτι κοινό που τον συνδέει με τον σήριαλ κίλερ, όμως αυτό θα το μάθετε στο τέλος αν πάτε να δείτε την ταινία, που εμένα μου άρεσε πάρα πολύ.  

Wednesday, August 9, 2017

Gérard Krawczyk, Wasabi (Κληρονομώ την κόρη μου, 2001)



Gérard Krawczyk, Wasabi (Κληρονομώ την κόρη μου, 2001)


  Συγκινητική η κωμωδία «Κληρονομώ την κόρη μου» του Gérard Krawczyk, (ο πρωτότυπος τίτλος είναι Wasabi, κάτι σαν τη δική μας τυροκαυτερή, γιαπωνέζικη αυτή), όπως και οι «Σπεσιαλίστες», στην οποία πρωταγωνιστεί επίσης ο Ζαν Ρενό. Στους σπεσιαλίστες είχαμε τη συγκινητική προσπάθεια του Ζεράρ Ντεπαρντιέ να μείνει κοντά στον Ζαν Ρενό, νιώθοντάς τον σαν φίλο, παρά τις προσπάθειες που κάνει εκείνος να τον ξεφορτωθεί. Εδώ έχουμε την συγκινητική συνάντηση πατέρας και κόρη, που αγνοούσαν ο ένας την ύπαρξη του άλλου.
  Η μητέρα της Γιούμι τον έδιωξε, πριν από δεκαεννέα χρόνια. Ποτέ δεν κατάλαβε το γιατί. Ένας γιαπωνέζος συμβολαιογράφος τον πληροφορεί για το θάνατό της και του λέει ότι τον αφήνει κηδεμόνα της κόρης τους. Δεν θα πει αμέσως στην ατίθαση έφηβη ότι είναι ο πατέρας της. Αλλά κάποια στιγμή θα το μάθει, καθώς τα πράγματα περιπλέκονται. Ο θάνατος της φίλης του ήταν δολοφονία. Και φυσικά δεν θα κάνω σπόιλερ αν πω ότι στο τέλος ο δολοφόνος της θα το πληρώσει.
  Υπέροχη κωμωδία, με εξαιρετικούς στους ρόλους τους ο Ζαν Ρενό σαν πατέρας, η Ryôko Hirosue σαν κόρη και ο Michel Muller σαν συνάδελφός του αστυνομικός.