Book review, movie criticism

Thursday, October 19, 2017

Darren Aronofsky, Mother! (Μητέρα, 2017)

Darren Aronofsky, Mother! (Μητέρα, 2017)


Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Drama, horror, mystery, χαρακτηρίζει την ταινία το IMDb. Έχω δηλώσει ότι οι ταινίες τρόμου δεν μου αρέσουν, όμως ο Χαβιέρ Μπαρδέμ είναι ένας πολύ καλός ηθοποιός και η Τζένιφερ Λώρενς πολύ όμορφη και, όπως την είδα στην ταινία που η κάμερα συνεχώς εστιάζει σ’ αυτήν, επίσης πολύ καλή ηθοποιός. Τέλος, το «The wrestler» του Αρονόφσκι μου άρεσε πολύ.
  Η ταινία ξεκινάει αργά, αλλά καταλήγει σε ένα δαιμονικό κρεσέντο. Πάλι θα κάνω την παρομοίωση με το Jo-Ha-Kyu του θεάτρου Νο.
  Ο Χαβιέρ είναι ποιητής, αλλά η έμπνευσή του φαίνεται να έχει σταματήσει. Η επίσκεψη ενός θαυμαστή του με τη γυναίκα του θα είναι καταλυτική. Θα τους φιλοξενήσουν. Οι δυο γιοι τους που θα «εισβάλλουν» κυριολεκτικά στο σπίτι τους και θα τους ανακατώσουν, αλλά και η εγκυμοσύνη της γυναίκας του θα επιδράσουν καταλυτικά. Θα του ξαναέλθει η έμπνευση και θα γράψει ένα αριστούργημα. Και θα πλακώσουν οι θαυμαστές.
  Παραθέτω την αρχή από το βιογραφικό του στη βικιπαίδεια: He has received acclaim, and generated controversy, for his often surreal, disturbing films.
  Πραγματικά αυτή η πλημμύρα από τους θαυμαστές και οι σκηνές που επακολουθούν μόνο στη σφαίρα του φανταστικού θα μπορούσαν να συμβούν.

  Το τέλος της ταινίας μου θύμισε το τέλος του «Funny games» του Michael Hanecke. Όσοι το έχετε δει και δείτε και την ταινία του Αρονόφσκι θα καταλάβετε. 

Joseph Kosinski, Only the brave (Ριψοκίνδυνοι άνδρες, 2017)

Joseph Kosinski, Only the brave (Ριψοκίνδυνοι άνδρες, 2017)


Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Μόλις δυο μέρες πιο πριν είχαμε δει το «Χωρίς αγάπη» του Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ, όπου μάθαμε πώς κινούνται οι ομάδες αναζήτησης εξαφανισμένων ατόμων, κυρίως σε ανοικτούς υπαίθριους χώρους. Στην ταινία «Only the brave» μάθαμε πώς δουλεύουν οι πυροσβέστες.
  Έκανα κι εγώ τον πυροσβέστη, καλοκαίρι του 1987. Πήρε φωτιά η Θριπτή και έτρεξα κι εγώ (τι διάβολο οικολόγος ήμουνα) να βοηθήσω. Πήρα πραγματικά μια γεύση. Τροχάδην να περάσουμε το μέτωπο της φωτιάς, όμως από ένα σχετικά πλατύ δρόμο. Μελισσοκόμοι δίπλα μας να τρέχουν να φορτώσουν σε φορτηγάκια τις κυψέλες, να σώσουν τις μέλισσές τους.
  Βέβαια, μου στοίχισε. Δεν ξέρω αν ήταν το νερό που ήπια από κάποιο βαρέλι ή η ζέστη στο στήθος και η κρυάδα στην πλάτη που μου προκάλεσαν, είπε η γιατρός, μια απλή ιοσούλα. Εγώ για πρώτη φορά έκανα το λάθος να μην πάρω αντιβίωση, με αποτέλεσμα να πάθω μια καραμπινάτη στρεπτοκοκκική λοίμωξη και να κοντέψω να πεθάνω. Ένα χρόνο έκανα μπενατούρ (πενικιλίνη αργής απορρόφησης), μια το μήνα, για να αποφύγω τον ρευματικό πυρετό. Από τότε δεν είχα πια καμιά διάθεση να συμμετάσχω σε δασοπυρόσβεση.
  Το έχω ξαναγράψει, συχνά το στόρι είναι το πρόσχημα για να αναδειχθεί το φόντο. Αυτό που δεν έγραψα είναι πως συχνά το στόρι είναι εξίσου συναρπαστικό. Και το στόρι εδώ είναι οι ιστορίες των δύο κεντρικών ηρώων, του αρχηγού της ομάδας που δεν θέλει να κάμει παιδί γιατί ξέρει ότι θα του λείπει ο μπαμπάς του, και του νεαρού, που από ανεπρόκοπος ναρκομανής γίνεται ένας περιποιητικός μπαμπάς. Και η ταινία κορυφώνεται με την πυρκαγιά στο βουνό Granite.

  Ταινία από κάθε άποψη συναρπαστική, με ένα συγκλονιστικό τέλος. 

Νίκου Καβουκίδη, Μνήμες (2017)



Νίκου Καβουκίδη, Μνήμες (2017)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους
  Πρόκειται για ένα εξαιρετικό ντοκιμαντέρ που αναφέρεται στην ιστορική περίοδο 1936-1951. Καλύπτει την περίοδο από τη δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά μέχρι και δυο χρόνια μετά τον εμφύλιο, τότε που τέλειωσαν οι θανατικές εκτελέσεις των καταδικασμένων σε θάνατο από τα έκτακτα στρατοδικεία.
  Βλέπουμε κινηματογραφημένα στιγμιότυπα της εποχής, με τη φωνή του σκηνοθέτη να είναι σχεδόν απούσα. Τα στιγμιότυπα αυτά σχολιάζονται με αποσπάσματα από κορυφαίους συγγραφείς και ποιητές μας. Θυμάμαι τους Οδυσσέα Ελύτη, Γιάννη Ρίτσο, Γιώργο Σεφέρη, Νικηφόρο Βρεττάκο, Μέλπω Αξιώτη, Ι.Μ.Παναγιωτόπουλο, Νίκο Παππά, υπήρξαν κι άλλοι που δεν μπορώ να τους φέρω στη μνήμη μου.
  Όσοι θεωρήσουν ότι το τμήμα το εμφύλιου είναι μικρό, μπορούν να δουν το «Τι κι αν έπεσε ο Γράμμος, εμείς θα νικήσουμε» του Κώστα Σταματόπουλου, που παίζεται ακόμη στους κινηματογράφους.

Andrei Zvyagintsev, Нелюбовь (Loveless, Χωρίς αγάπη, 2017)

Andrei Zvyagintsev, Нелюбовь (Loveless, Χωρίς αγάπη, 2017)


   Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Ο Αντρέι Σβιάγιντσεφ είναι από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες. Έχω δει και τις τέσσερις προηγούμενες ταινίες του. Στην τελευταία μου ανάρτηση για τον «Leviathan» μπορείτε να βρείτε τους συνδέσμους και για τις άλλες ταινίες του. Μετέθεσα προγραμματισμένο ιατρικό ραντεβού για να μη χάσω το «Χωρίς αγάπη» στη δημοσιογραφική προβολή.
  Πριν ξεκινήσω να γράφω αυτό το σημείωμα διαβάζω τις αναρτήσεις μου για τα προηγούμενα έργα του. Και μου άρεσαν, όπως μου άρεσαν και τα έργα του. Αντιγράφω ένα απόσπασμα από την ανάρτησή μου για την «Εξορία».
  «Ο λόγος στον Σβιάγκιντσεβ είναι περιορισμένος, τα πλάνα μακρόσερτα, ένας συγκρατημένος Αγγελόπουλος, ή μάλλον μια διαδοχή του Ταρκόφσκι. Εικαστικός όσο δεν παίρνει με τα θαυμάσια πλάνα της εξοχής (να θυμίσουμε την «Επιστροφή», την προηγούμενη ταινία του), αναρωτιέμαι αν θα μπορούσε να γυρίσει μια ταινία αποκλειστικά σε αστικά περιβάλλοντα. Υπέροχα συμβολιστικός δείχνοντας τον Άλεξ στο αμάξι του, σταματημένος μπροστά στο σπίτι του Ρόμπερτ ενώ βρέχει καταρρακτωδώς, μας υποβάλλει τα αισθήματα που νιώθει μετά το θάνατο της γυναίκας του».
  Το «συμβολιστικός» είναι μια σκέψη που έκανα βλέποντας το πρώτο πλάνο, αργόσερτο, της ταινίας «Χωρίς αγάπη», με τον μικρό γιο να επιστρέφει από το σχολείο στο σπίτι του χωρίς να βιάζεται. Τα εικαστικά πλάνα με τις παραδείσιες φυλλωσιές των δένδρων που είδαμε στην «Επιστροφή» έχουν χαθεί, όπως και από τα άλλα έργα του. Γκρίζοι κορμοί δένδρων με ξεραμένα κλαδιά (αργότερα θα προστεθεί και το χιόνι) υποβάλλουν συμβολιστικά το κλίμα της ταινίας.
  Η θεματική εμμονή στην αποξένωση των ανθρώπων που είδαμε στα προηγούμενα έργα είναι και εδώ κυρίαρχη. Ο γάμος του ζευγαριού δεν είναι μια σχέση αγάπης. Η γυναίκα αφέθηκε σε μια κατά τα άλλα ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη για να ξεφύγει από τη μέγαιρα μάνα της, που κουβαλάει κι αυτή το σταυρό της. Ο άνδρας επιδίωξε το γάμο, γιατί στην εταιρεία που δουλεύει το αφεντικό, «φονταμενταλιστής» χριστιανός, θέλει οι υπάλληλοί του να είναι παντρεμένοι. Το παιδί είναι το μεγάλο θύμα, που θα το δούμε αργότερα να κλαίει ακούγοντας τους καυγάδες τον γονιών του. Και οι δυο έχουν εξωσυζυγικές σχέσεις, και μάλιστα η κοπέλα του άνδρα είναι έγκυος. Όμως δεν θέλει να χωρίσει γιατί κινδυνεύει η θέση του στην εταιρεία. Ο φίλος της γυναίκας δεν δείχνει ιδιαίτερα ενθουσιασμένος, όμως...  (οι τελίτσες για να μην τα λέμε όλα, έχω την τάση να κάνω σπόιλερ γιατί μόνο έτσι μπορώ να μιλήσω αποτελεσματικά για μια ταινία, αλλά δεν θέλω να προδώσω και την κάρτα διαπίστευσης που μου εμπιστεύθηκαν για να βλέπω τις δημοσιογραφικές προβολές).
  Η ταινία χωρίζεται σε δυο μέρη. Το πρώτο μέρος είναι drama, το δεύτερο crime. Ο γιος τους προφανώς το έσκασε, δεν άντεχε, όμως γιατί δεν επιστρέφει όπως τόσα παιδιά που το σκάνε από το σπίτι τους; Η αστυνομία και μια εθελοντική οργάνωση αναλαμβάνουν το ψάξιμο. Κάποια στιγμή θα βρεθεί ένα πτώμα. Και εδώ έχουμε ένα εφέ έκπληξης, ενδοκειμενικό, αλλά μας περιμένει και ένα ακόμη, η διάψευση μιας αφηγηματικής προσμονής η οποία μας έχει καλλιεργηθεί ειδολογικά και καλύπτει όλο αυτό το δεύτερο μέρος.
  Εξαιρετικός σκηνοθέτης ο Σβιάγκιντσεφ, ξέρει να επιλέγει μουσική. Σε ένα από τα προηγούμενα έργα του είχε μουσική του Φίλιπ Γκλας, ενώ εδώ πήρε το μάτι μου στα γράμματα τέλους τον Άρβο Περτ. Ο μινιμαλισμός με τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα υπογραμμίζει το ζοφερό του κλίματος της ταινίας.
  Βαθιά απαισιόδοξος ο Σβιάγκιντσεφ, και μάλιστα όπως κι εγώ. Για τον εαυτό μου έχω γράψει ότι είμαι απαισιόδοξος ιδιοσυγκρασιακά (ίσως κάποια γονίδια, γι’ αυτό βλέπω το ποτήρι μισοάδειο και όχι μισογεμάτο), κοινωνικά (βλέποντας το τι συμβαίνει γύρω μου, αλλά και από τις ιστορικές μου γνώσεις) και μεταφυσικά (τη μεταφυσική απαισιοδοξία μου την μετέφερα στο μυθιστόρημά μου «Το μυστικό των εξωγήινων»). Ίσως αυτός είναι ο λόγος που αγαπώ τα ανέκδοτα, τις κωμωδίες, και γενικά το χιούμορ, έχοντάς τα σαν αντίβαρο.
  Σκέφτομαι τώρα, η απαισιοδοξία έχει μια αξία επιβίωσης. Οι αισιόδοξοι έλεγαν: «Καλός ο μισθός μου, καλά πάμε, ας πάρω ένα δάνειο να χτίσω μια εξοχικάρα». Οι απαισιόδοξοι έλεγαν: «Καλός ο μισθός μου, καλά πάμε, να πάρω ένα δάνειο να χτίσω μια εξοχικάρα; Όμως αν στραβώσουν τα πράγματα; Δεν κάθομαι καλύτερα στ’ αυγά μου;».
  Οι μαύρες πεταλούδες στο Μάντσεστερ γλίτωσαν από τα πουλιά που έτρωγαν τις άσπρες πεταλούδες. Οι κορμοί των δέντρων στην περιοχή είχαν μαυρίσει από την κάπνα των εργοστασίων, έτσι τα πουλιά εντόπιζαν εύκολα τις άσπρες πεταλούδες που κάθονταν πάνω σ’ αυτούς, όχι όμως και τις μαύρες. Πριν τη βιομηχανική επανάσταση τα πράγματα ήσαν αντίστροφα.
  Δεν ξέρω τι γονίδια κουβαλάει ο Σβιάγκιντσεφ, αλλά την κοινωνική του απαισιοδοξία μπορεί να την κατανοήσει κανείς. Τη μεταφυσική όμως όχι, αν δεν την ομολογήσει. Και την ομολογεί στο «Λεβιάθαν».  
 


Saturday, October 14, 2017

Ali Hatami, Toghi (The ring-necked dove, 1971)

Ali Hatami, Toghi (The ring-necked dove, 1971)


  Έχουμε δει μια ακόμη ταινία του Ali Hatami, τη «Haji Washington».
  Το θέμα του έργου το συναντήσαμε για πρώτη φορά στην τραγωδία της Κρητικής Αναγέννησης «Βασιλεύς ο Ροδολίνος». Για την τραγωδία αυτή γράφω σχετικά στο βιβλίο μου «Η λαϊκότητα της κρητικής λογοτεχνίας» (Για όσους ενδιαφέρονται μπορούν να το κατεβάσουν από εδώ). 
  «Η δεύτερη μεγάλη λυρική τραγωδία που έχει να μας παρουσιάσει το Κρητικό θέατρο είναι ο «Βασιλιεύς ο Ροδολίνος», του Ιωάννη Ανδρέα Τρώιλου. Για πρότυπό του έχει τον «Βασιλιά Τορρισμόντο» του Τορκουάτο Τάσσο, ο οποίος με τη σειρά του δανείστηκε το θέμα του από Αγγλοσαξωνικούς μύθους».
  Βλέποντας την ταινία του Χαταμί υποπτεύομαι ότι η προέλευση των μύθων αυτών ίσως βρίσκεται στον μουσουλμανικό κόσμο. Και αυτό γιατί ένα από τα δυο κύρια πρόσωπα είναι ο βασιλιάς της Περσίας Τρωσίλος, που «παρακαλεί το φίλο του Ροδολίνο, βασιλιά της Μέμφιδας, να τον βοηθήσει να παντρευτεί την Αρετούσα την οποία ο πατέρας της, ο Ρήγας της Καρχηδόνας, δεν θέλει να του δώσει, γιατί παλιά είχε λεηλατήσει τη χώρα του. Ο Ροδολίνος τη ζητάει από τον πατέρα της σαν δική του γυναίκα, πρόταση που γίνεται δεκτή».
  Τι γίνεται στη συνέχεια;
  Ας δώσουμε την περίληψη που παραθέσαμε.
  «Επιστρέφοντας στη χώρα του, το πλοίο τους πέφτει πάνω σε θαλασσοταραχή, και βουλιάζει κοντά σε ένα ερημικό ακρογιάλι. Σύρονται μισοπεθαμένοι στην ακτή, και ερωτεύονται ο ένας τον άλλο. Ο Ροδολίνος όμως κατόπιν νιώθει τύψεις που πρόδωσε την εμπιστοσύνη του φίλου του, και αγωνιά για τη στάση που θα κρατήσει όταν μάθει το γεγονός. Αποφεύγει να ξανακάνει έρωτα με την Αρετούσα, ρίχνοντάς την έτσι σε τρομερές αμφιβολίες. Ο θάνατος είναι μόνιμα στη σκέψη του. Όταν έρχεται μάλιστα και ο φίλος του, η αγωνία του κορυφώνεται. Σκέπτεται να του δώσει γυναίκα την αδελφή του Ροδοδάφνη σαν εξιλέωση και για να κατευνάσει τη σίγουρη οργή του. Η Αρετούσα ξαφνικά καταλαβαίνει ότι προοριζόταν για τον Τρωσίλο, και πιστεύει ότι ο μόνος λόγος που ο Ροδολίνος την κράτησε κοντά του ήταν για να κληρονομήσει το βασίλειο του πατέρα της. Απελπισμένη αποφασίζει να πιει δηλητήριο για να αυτοκτονήσει.
Αμ είντα κάμνω;.. Γιαντ' αργώ;.. Τι πράμα μπλιο ανιμένω;...
Φοβούμαι ακόμη;..  Ή αγαπώ τον τόσο αγαπημένο;...
  Ο Ροδολίνος τη βρίσκει λίγο πριν ξεψυχίσει.
Πεθαίνει ανταλλάσοντας λόγια αγάπης με τον αγαπημένο της, που μη αντέχοντας τον πόνο, θα αυτοκτονήσει αμέσως μετά στο πλάι της. Ο Τρωσίλος, συντριμμένος από τη θλίψη καθώς μαθαίνει ότι στάθηκε η αιτία να πεθάνει ο καλύτερός του φίλος και η γυναίκα που αγαπά, αυτοκτο­νεί κι αυτός».
  Στην ταινία του Hatami ο θείος του Μορτέζα, ο Μουσταφά, τον παρακαλεί να ζητήσει για γυναίκα του την Μαριάμ. Όμως, όπως και στην τραγωδία του Τρώιλου, οι δυο νέοι τα φτιάχνουν.
  Έρωτας με την πρώτη ματιά;
  Στην περίπτωση του Μορτέζα ναι. Καθώς οι γυναίκες δεν παρουσιάζονται στους άνδρες, πρώτη φορά τυχαίνει να τη δει χωρίς το τσαντόρ. Όμως η Μαριάμ τον είχε δει από πριν και τον είχε αγαπήσει.
  Οι δυο νέοι παντρεύονται, αλλά δεν τολμούν να το πουν στον Μουσταφά. Αυτός όταν μαθαίνει για τη σχέση τους γίνεται έξω φρενών, όμως η διάθεσή του καλμάρει όταν η Μαριάμ του δείχνει το πιστοποιητικό του γάμου τους.
  Το toghi είναι ένα περιστέρι που φέρνει γρουσουζιά. Και θα την φέρει πράγματι. Η Μαριάμ θα δολοφονηθεί, και το ίδιο θα συμβεί και στον Μορτέζα.
  Πολύ ωραία ταινία, με ένα μουσικό θέμα εξαιρετικό στις σκηνές της φυγής και της καταδίωξης. Η Behrouz Vossoughi, ένας από τους σταρ του προεπαναστατικού ιρανικού κινηματογράφου (τον θυμόμαστε στην πρώτη ταινία-σταθμό του Masud Kimai «Gheisar», 1969), ήταν εξαιρετικός. Τρυφερότατη η Afarin Obeisi (την είδαμε και στο «The willow tree» του Majid Majidi και στο «The hidden half» της Tahmineh Milani) και στιβαρός ο Naser Malek Motiee, που βλέπω ότι έπαιζε επίσης στο «Gheisar».
  Σύντομα θα αναρτήσουμε και για τη «Μητέρα».  


Thursday, October 12, 2017

Ficarra e Picone, L’ ora legale (Τα παράπονα στο δήμαρχο, 2017)

Ficarra e Picone, Lora legale (Τα παράπονα στο δήμαρχο, 2017)


  «Τα παράπονα στο δήμαρχο» είναι μια απολαυστικότατη κωμωδία με τους Ficarra και Picone, οι οποίοι γράφουν, σκηνοθετούν και παίζουν οι ίδιοι στα έργα τους.
  Τον παλιό δήμαρχο τον έχουν βαρεθεί, καιρός για αλλαγή. Ψηφίζουν τον ιδεαλιστή καθηγητή που, όταν εκλέγεται, αποφασίσει να εφαρμόσει όλα όσα υποσχέθηκε στο προεκλογικό του πρόγραμμα. Όμως οι συμπολίτες του ενοχλούνται. Η νομιμότητα και οι κανονισμοί δεν τους βολεύουν, συνειδητοποιούν ότι με τον παλιό δήμαρχο ήταν καλύτερα, καθώς ανεχόταν την ασυδοσία τους. Έτσι συνωμοτούν ώστε να τον κάνουν να παραιτηθεί.
  Θα τα καταφέρουν;
  Η κωμωδία συχνά στηρίζεται στην υπερβολή, και τα εφέ υπερβολής εδώ ήταν άφθονα, και σκορπούσαν το γέλιο. Να το ξαναγράψω, ένα βασικό κριτήριο για μένα για να μου αρέσει μια κωμωδία είναι το πόσο γελάω. Βέβαια υπάρχουν και κωμωδίες που δεν γελάς αλλά απλά χαμογελάς, και πολλές  είναι πολύ καλύτερες. Τέτοιες είναι για παράδειγμα οι κωμωδίες του Woody Allen, που τον θεωρώ κορυφαίο. Αλλά τις πρώτες δεν τις βλέπω καθόλου με περιφρόνηση, κάθε άλλο μάλιστα.  
  Θα το γράψω επί τη ευκαιρία, θεωρώ τα πολιτικά ανέκδοτα στην πλειοψηφία τους κρύα. Όμως θα γελάσω με ένα έξυπνο ανέκδοτο έστω και αν πολιτικά με βρίσκει αντίθετο.
  Γιατί επί τη ευκαιρία;
  Γιατί το θέμα αυτής της κωμωδίας μου έφερε στο νου το «Μαζί τα φάγαμε». Η παροιμία λέει ότι «από την κεφαλή βρωμεί το ψάρι», όμως στα «Παράπονα στο δήμαρχο» φαίνεται το αντίθετο, ότι πρωτίστως «βρωμεί» ο λαός, πράγμα που δεν με βρίσκει σύμφωνο.
  Παρ’ όλα αυτά το στέκι «Αμπάριζα» στο Γαλάτσι (Λυσίου και Γαλακηδών) θα προβάλει αυτή την ταινία την Κυριακή στις 8.30. Τους βλέπω να έχουν πέσει στην ίδια λούπα με την Αλκυονίδα που προβάλει την ταινία του Βίταλι Μάνσκι «Under the sun».   

Ξέχασα να το γράψω, το σημειώνω τώρα, μου θύμισε τον «Εχθρό του λαού» του Ίψεν.

  

Terry George, The promise (Η μεγάλη υπόσχεση, 2016)

Terry George, The promise (Η μεγάλη υπόσχεση, 2016)


Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Έχουμε γράψει για μια ακόμη ταινία του Terry George, τη «Hotel Rwanda», που αναφέρεται στη γενοκτονία των τούτσι. Στη «Μεγάλη υπόσχεση» βλέπουμε μια άλλη γενοκτονία, αυτή των αρμενίων.
  Το έχω ξαναγράψει, πολλές φορές το στόρι είναι το πρόσχημα για να αναδειχθεί το φόντο, όπως π.χ. στην ταινία «The last face» του Σον Πεν, όπου το ερωτικό στόρι ήταν το πρόσχημα για να αναδειχθεί ένα κορυφαίο πρόβλημα της μαύρης Αφρικής, οι εμφύλιοι από τους οποίους σπαράζεται, με τα μεγάλα θύματα, όπως πάντα, τους αμάχους.
  Λίγο πριν γράψω όμως αυτές τις γραμμές έκανα τη σκέψη, μια σκέψη που έχει να κάνει με την εμμονή μου με την πρόσληψη και με αυτό που γράφω συχνά, «Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα»: τις δυο ταινίες τις προσέλαβα εγώ έτσι, δηλαδή είδα το ερωτικό στόρι σαν πρόσχημα. Σε κάποιον όμως που θα πει «χέστηκα για τους εμφύλιους της Αφρικής, χέστηκα για τη γενοκτονία των αρμενίων», το ερωτικό στόρι μπορεί να μην του αρέσει, και επειδή το τοποθετεί σε πρώτο πλάνο φυσικά δεν θα του αρέσει και η ταινία.
  Και βέβαια, να το γράψω επί τη ευκαιρία, το αν θα μας αρέσει ένα έργο εξαρτάται και από άλλους παράγοντες, και όχι μόνο από το «κείμενο».
  Μια γυναίκα, δύο άντρες. Την αγαπούν και οι δυο, αυτή όμως αγαπάει τον ένα. Ο ένας είναι αρμένιος, ο άλλος αμερικανός δημοσιογράφος. Αυτή είναι αρμένισα, αλλά έζησε πολλά χρόνια στο Παρίσι.
  Όλα τα ερωτικά τρίγωνα κάποια στιγμή έχουν μια κατάληξη. Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσε να βρει καλύτερη κατάληξη γι’ αυτό το ερωτικό τρίγωνο ο σκηνοθέτης απ’ αυτή που βρήκε.
  Όσοι είδατε την «Μαχαιριά» του Φατίχ Ακίν και σας άρεσε θα πρέπει να δείτε και την «Μεγάλη υπόσχεση». Βέβαια το εντυπωσιακό στη «Μαχαιριά» είναι ότι ένας τούρκος καταδικάζει τα εγκλήματα των συμπατριωτών του.
  Στην ταινία υπάρχουν και δυο τούρκοι «καλοί». Έπρεπε να υπάρχουν, για να αδυνατίσουν το ιμαγκολογικό στερεότυπο που έχουμε για διάφορους λαούς: οι κακοί τούρκοι, οι κακοί γερμανοί… Καλοί άνθρωποι και κακοί άνθρωποι υπάρχουν σε όλους τους λαούς, όπως και σε όλες τις τάξεις και τα στρώματα.

  Στο IMDb συνήθως δεν βάζω βαθμολογία, παρά μόνο αν η ταινία μου αρέσει πάρα πολύ. Μετάνιωσα που έβαλα 7, έπρεπε να βάλω 8. Τώρα που την ξανασκέφτομαι, είναι εξαιρετική. 

Vitaly Mansky, Under the sun (В лучах Солнца, 2015)



Vitaly Mansky, Under the sun (В лучах Солнца, 2015)


Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Θα ξεκινήσω προκλητικά: βλέπω με δυσπιστία κάθε κατηγορία εναντίον ενός καθεστώτος στο οποίο την εξουσία την έχει η «Δικτατορία του προλεταριάτου», και το οποίο είναι a priori εχθρός των ΗΠΑ. Καθώς είμαι απλοϊκός ρεαλιστής στη φιλοσοφία, είμαι το ίδιο απλοϊκός ρεαλιστής και στην πολιτική (στους οικολόγους ήμουν με τους realos και όχι με τους fundos), αλλά και σε πολλά πράγματα ακόμη. Πιστεύω για παράδειγμα πολύ στο αρχαιοελληνικό ρητό «το μη χείρον βέλτιστον».
  Η δικτατορία του προλεταριάτου έγινε για τους φτωχούς. Φτωχός συνταξιούχος κι εγώ, καταγόμενος από φτωχή αγροτική οικογένεια, δεν έχω διάθεση να δαιμονοποιήσω τα κομμουνιστικά καθεστώτα, αυτά που υπάρχουν. Εξάλλου βλέπω τα δυο μέτρα και τα δυο σταθμά. Οι ΗΠΑ που δαιμονοποιούν την Βόρεια Κορέα έχουν αγκαλιάσει τη Σαουδική Αραβία, «ένα από τα πιο αντιδραστικά, θεοκρατικά καθεστώτα που έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου», για το οποίο σήμερα διάβασα πάλι φοβερά πράγματα. Θυμάμαι την πατάτα που έκανε πρόσφατα η εκστρατεία δυσφήμισης της Βόρειας Κορέας με το γνωστό βίντεο που «έδειχνε» υποτίθεται το αποτρόπαιο πρόσωπο του καθεστώτος και το οποίο ήταν απόσπασμα από μια κωμωδία, αξίζει να το δείτε.
  Καλό θα ήταν να διαβάσετε τον σύνδεσμο της βικιπαίδειας στον οποίο παραπέμπω στον τίτλο. Εδώ θα δώσω μια περίληψη σχολιάζοντας ταυτόχρονα κάποια πράγματα.
  «Ο Μάνσκι είχε την ιδέα» διαβάζω «ενός έργου που θα τοποθετείτο σε μια χώρα παρόμοια με τη Σοβιετική Ένωση. Φανταζόταν το έργο σαν μια «μηχανή του χρόνου» στη Σοβιετική Ένωση κάτω από το καθεστώς του Στάλιν, και σαν μέσο για μια καλύτερη κατανόηση της ιστορίας της χώρας του».  
  Απευθύνθηκε στις βορειοκορεάτικες αρχές που του έδωσαν την άδεια. Όμως επέβλεπαν πολύ στενά τα γυρίσματα και έβλεπαν τα φιλμ, διαγράφοντας ό,τι δεν ενέκριναν. Με κρυφές ψηφιακές κάμερες όμως ο Μάνσκι πήρε άλλα 46 λεπτά φιλμ (οι βορειοκορεάτες ενέκριναν 60 λεπτά), και αυτή τη συνολική κόπια είδαμε στην Αλκυονίδα στην αβάν πρεμιέρ. Όπως ήταν φυσικό, αυτό προκάλεσε την αγανάκτηση των βορειοκορεάτικων αρχών και ζήτησαν την απαγόρευση της προβολής της ταινίας από το υπουργείο εξωτερικών της Ρωσίας που ήταν συμπαραγωγός, πράγμα που δεν έγινε δεκτό.
  Η ταινία παρακολουθεί την οκτάχρονη Ζιν μι και την οικογένειά της στην Πιονγιάνγκ, καθώς προετοιμάζεται για την εισδοχή της, μαζί με άλλα παιδιά, στην «Παιδική Ένωση Κορέας» κατά την «Ημέρα του λαμπρού αστεριού», την ημέρα των γενεθλίων του ηγέτη της χώρας Κιμ Γιονγκ Ιλ.
  Δεν είδαμε τίποτα το φοβερό. Στο απαγορευμένο footage είδαμε να δείχνονται οι σκηνοθετικές οδηγίες, κάτι που γίνεται γενικά σε ντοκιμαντέρ, στα οποία ένα μέρος είναι στημένο. Είδαμε και την μικρούλα να αγωνίζεται να μην την πάρει ο ύπνος, κάτι που θα συνέβαινε σε κάθε κοριτσάκι σε κάθε χώρα που θα το υποχρέωναν να ακούσει την ομιλία ενός μεγαλόσχημου.
  Αυτό βέβαια που με ενόχλησε είναι η προσωπολατρία. Ήταν πολύ έντονη, εντελώς αντίθετη με τα δημοκρατικά μας αισθήματα, και επίσης εντελώς αντίθετη με τις εικονοκλαστικές μου πεποιθήσεις.
  Όμως αξίζει να δείτε την ταινία. Δίνει μια εικόνα της σύγχρονης Βόρειας Κορέας, με ανθρωπολογικά στοιχεία. Δεν ήξερα ότι τρώνε καθισμένοι στο πάτωμα, σε χαμηλά τραπέζια. Αυτό το χαμηλό τραπέζι, το «σοφρά», τον πρόλαβα κι εγώ στο σπίτι της γιαγιάς μου. Δεν ξέρω αν είναι κάτι παραδοσιακό ή κατάλοιπο από την γιαπωνέζικη κατοχή, που κράτησε από το 1910 μέχρι το 1945.
  Τα μαρξιστικά μου διαβάσματα εγχάραξαν πολύ έντονα στη συνείδησή μου την ταξική διαστρωμάτωση της κοινωνίας. Διάβασα κάπου ότι σε μια ευρωπαϊκή χώρα έγινε δημοψήφισμα για ένα πρόγραμμα για τους μη προνομιούχους. 70% ψήφισαν κατά. Απλή λογική: η πίττα είναι συγκεκριμένη, αν δώσουμε στους φτωχούς θα μειωθεί το δικό μας κομμάτι. Οι κάθε είδους εκλογικεύσεις που μπορεί να ανέπτυξαν εκείνοι που ήσαν κατά του προγράμματος δεν έχουν κανένα νόημα, το βασικό κίνητρο, συνειδητό ή ασυνείδητο, είναι που μετράει. Άκουσα ανάλογα επιχειρήματα κατά του νόμου που ψηφίστηκε πρόσφατα, όλοι οι ανασφάλιστοι να έχουν πρόσβαση στη δημόσια υγεία (μην λυπάστε, μόλις βγει ο Κούλης, γιατί αυτός θα βγει, θα τον καταργήσει, όπως κατάργησε και ο Τραμπ ένα πρόγραμμα του Ομπάμα για τους μη προνομιούχους).
  Σκέφτομαι: ένας άστεγος, ένας που ψάχνει στους σκουπιδοτενεκέδες για φαγητό, που η πρόσβασή του στην υγεία είναι μόνο στα επείγοντα, δεν θα προτιμούσε ένα δικτατορικό καθεστώς που θα του εξασφάλιζε στέγη, τροφή και μια στοιχειώδη υγειονομική περίθαλψη;
  Βέβαια οι δικτατορίες της πλουτοκρατίας δεν νοιάζονται για τους μη προνομιούχους. Ο δικτάτορας της Αϊτής παπα-Ντοκ καταλήστεψε τη χώρα του. Οι κομουνιστικές δικτατορίες σίγουρα έχουν κάποια μέριμνα, μεγαλύτερη ή μικρότερη, ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνατότητες.
  Υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρέσεις. Ο Μεταξάς, την ώρα που φυλάκιζε κομμουνιστές και φιλελεύθερους αστούς έφτιαχνε το ΙΚΑ, ώστε να έχουν ένα ελάχιστο εισόδημα οι εργαζόμενοι στα γεράματά τους.
  Εγώ, φτωχός συνταξιούχος όπως είπα και καταγόμενος από φτωχή αγροτική οικογένεια δεν βλέπω την Βόρεια Κορέα με την απέχθεια που προσπαθεί να μας εμφυσήσει η αμερικανοκίνητη προπαγάνδα. Αλλά, σαν μικροαστός διανοούμενος, δεν θα ήθελα να με κανένα τρόπο να πάω να ζήσω εκεί, έχοντας τον φόβο ότι κάποια στιγμή θα κινδύνευα να με μπουζουριάσουν και να με χώσουν στη φυλακή.
  Να σχολιάσω ένα απόφθεγμά μου, παράφραση ενός σαρδόνιου σχολίου του F.H. Bradley πάνω σε μια ρήση του Leibniz. «Η δημοκρατία είναι το καλύτερο των δυνατών πολιτευμάτων, και κάθε κακό σ’ αυτήν είναι αναγκαίο κακό». Σίγουρα είναι το καλύτερο πολίτευμα για μας τους μικροαστούς διανοούμενους, αλλά και για την συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού μιας χώρας, όμως όχι για το σύνολο. Ένας πεινασμένος άστεγος χέστηκε για τις πολιτικές ελευθερίες που παρέχει.