Book review, movie criticism

Saturday, September 28, 2019

John Ford, The long voyage home (1940)


John Ford, The long voyage home (1940)


  Το «Μακρύ ταξίδι πίσω στην πατρίδα» γυρίστηκε το 1940. Πολεμική ταινία, η Αμερική δεν είχε μεν μπει ακόμη στον πόλεμο όμως βοηθούσε τους συμμάχους, όπως ήδη είχε αρχίσει να βοηθάει τους κινέζους μετά την επίθεση που δέχτηκαν από τους ιάπωνες.
  Τα πολεμικά είναι αγαπημένο μου είδος, αλλά όχι σε πρώτη προτεραιότητα. Αποφάσισα να δω την ταινία όταν διάβασα ότι στηρίζεται σε τέσσερα θεατρικά του Ευγένιου Ο’ Νηλ, ένα από τα οποία της δίνει και τον τίτλο.
  Του Ο’ Νηλ μετέφρασα τρία βιβλία για έναν τυπογράφο που σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να κάνει και εκδόσεις, μια και το κόστος θα μειωνόταν αφού θα τα τύπωνε ο ίδιος. Μου τα ζήτησε γιατί του είχαν συστήσει, όπως μου είπε, τον Ο’ Νηλ σαν καλό συγγραφέα. Τελικά, όπως διαπίστωσα, τον είχε μπερδέψει με τον γνωστό παιδαγωγό του Σάμερχιλ. Του πρότεινα και εγώ το «Ιστορικό μυθιστόρημα» του Λούκατς. Κανένα δεν εκδόθηκε γιατί, αφού είχε εκδώσει ήδη ένα βιβλίο του Φρόιντ, ίσως και κάποιο άλλο, κατάλαβε ότι η προώθηση είναι μια δύσκολη ιστορία για την οποία δεν ήταν ικανός. Πολύ αργότερα ανακάλυψα ότι ένας άλλος εκδοτικός οίκος (Παγκόσμιες Εκδόσεις-Μπούρας) εξέδωσε το «Παράξενο ιντερλούδιο» (Τα άλλα δυο ήταν «Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» και «Ο πόθος κάτω απ’ τις φτελιές»), στον οποίο είχε πουλήσει, κοψοχρονιά φαντάζομαι, τα χειρόγραφα. Στενοχωρέθηκα που δεν εκδόθηκε τελικά ο Λούκατς, του Ο’ Νηλ εκδόθηκαν από άλλους εκδοτικούς οίκους, από άλλους μεταφραστές, αργότερα.
  Υποθέτω ότι τα τέσσερα θεατρικά έχουν να κάνουν με τα τέσσερα μέρη στα οποία χωρίζεται η ταινία. Στο πρώτο μέρος, το πλοίο ετοιμάζεται να αποπλεύσει από τις Δυτικές Ινδίες για τη Βαλτιμόρη. Οι ναύτες, με την ανοχή του καπετάνιου, διασκεδάζουν με μια παρέα γυναίκες που τους επισκέπτεται στο πλοίο, με φρούτα αλλά και ποτά, παρά τη ρητή απαγόρευση του καπετάνιου. Δεν θα αργήσουν να τσακωθούν, καθώς ξύνουν τη μύτη τους για καυγά, κυρίως όμως για να ξεμουδιάσουν. Οι φιλικές τους σχέσεις δεν διαταράσσονται. Στο δεύτερο, αφού φορτώνουν πολεμικό υλικό για να το μεταφέρουν στην Αγγλία, σαλπάρουν. Μια φουρτούνα θα τραυματίσει θανάσιμα ένα ναύτη. Το πτώμα του θα ριχτεί στη θάλασσα, με το τελετουργικό που έχουμε δει και σε άλλα έργα. Στο τρίτο, υποψιάζονται έναν συνάδελφό τους ως γερμανό πράκτορα. Στο τέλος θα αποκαλυφθεί ότι το κουτί που κουβαλάει δεν περιείχε παρά γράμματα της γυναίκας του, ολότελα συγκινητικά. Οι τύψεις τους θα κορυφωθούν όταν πέφτει θύμα του βομβαρδισμού από ένα γερμανικό αεροπλάνο. Δεν το βλέπουμε, απλά βλέπουμε τις βόμβες που σκάνε στη θάλασσα και τις σφαίρες που γαζώνουν το πλοίο. Στο τέταρτο, έχουν πιάσει στεριά. Σε ένα κέντρο παραγγέλλουν να τους παίξουν τραγούδια, ιρλανδικά τραγούδια. Είναι σχεδόν όλοι τους Ιρλανδοί. Καθόλου περίεργο, αφού και ο Ο’ Νηλ έχει ιρλανδική καταγωγή. Το Ο’ δείχνει άσφαλτα την καταγωγή για τους Ιρλανδούς, όπως το Μακ για τους Σκοτσέζους και το άκης για τους κρητικούς (Δερμιτζάκης).
  Ο Όλι (όχι, δεν είναι ο Όλιβερ Χάρντι, είναι ο Τζων Γουέιν) είναι σουηδός. Είναι ο μόνος που επί τέλους αποφασίζει να μην ξαναμπαρκάρει αλλά να γυρίσει στην πατρίδα και να αγοράσει μια φάρμα. Όμως τον παγιδεύουν άνδρες ενός κακόφημου πλοίου που λόγω της κακής του φήμης δυσκολεύονται να βρουν ναύτες. Τον μεθάνε, τον παίρνουν μαζί τους και τον ανεβάζουν στο πλοίο. Όμως θα το αντιληφθούν οι φίλου του και θα τους τον πάρουν αφού παίξουν ξύλο μαζί τους. Ένας τους όμως, που έχει μείνει αναίσθητος από ένα κτύπημα στο κεφάλι, θα μείνει, γιατί στο μεταξύ το πλοίο έχει αποπλεύσει. Αργότερα ένας από τους παλιούς συντρόφους του θα διαβάσει ότι το πλοίο αυτό τορπιλίστηκε.
  Το φιλμ που κέρδισε κάμποσα βραβεία είναι προδρομικό της αισθητικής των film noir και του «Πολίτη Κέην», διαβάζω στη βικιπαίδεια. Περίμενα περισσότερες πολεμικές σκηνές, αλλά παρ’ όλα αυτά μου άρεσε.

Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, Διαβολιάδα


Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, Διαβολιάδα (μετ. Άλκης Πατσιούρας), Πλέθρον 1990, σελ. 199


  Όταν διαβάσω το βιβλίο ενός συγγραφέα ο οποίος είναι από τις κορυφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας θέλω να συνεχίσω και με άλλα του έργα. Το καλοκαίρι διάβασα τη «Λευκή φρουρά» του Μπουλγκάκοφ και συνέχισα, επιστρέφοντας στην Αθήνα, με την «Διαβολιάδα».
  H «Διαβολιάδα» είναι εντελώς διαφορετική από τη «Λευκή φρουρά», παρόλο που γράφηκαν την ίδια εποχή, το 1924 ή λίγο πριν. Η «Λευκή φρουρά» είναι ένα ρεαλιστικό μυθιστόρημα που περιγράφει τις τελευταίες μέρες του Κιέβου πριν πέσει στα χέρια των μπολσεβίκων μέσα από τα μάτια μιας οικογένειας και κάποιων αξιωματικών. Η «Διαβολιάδα» είναι μια νουβέλα με το γκροτέσκο χιούμορ του Γκόγκολ (Πρέπει να ξαναδιαβάσω τις «Νεκρές ψυχές»).  
  Τις περιπέτειες ενός δημόσιου υπαλλήλου αφηγείται στην ιστορία του, μια σπαρταριστή σάτιρα της γραφειοκρατίας, η οποία, φαίνεται, επιβιώνει σε όλα τα καθεστώτα. Πριν τρεις μήνες είδαμε μια κουβανέζικη ταινία, το «Θάνατο ενός γραφειοκράτη», που επίσης σατιρίζει τη γραφειοκρατία.
  Πριν παραθέσω αποσπάσματα από τον Μπουλγκάκοφ να παραθέσω ένα απόσπασμα-ορισμό του γκροτέσκο από την ωραία εισαγωγή του Αλέξη Ζήρα.
  «…γκροτέσκο…είναι… το λογοτεχνικό είδος στο οποίο εκφράζεται η συνύπαρξη του κωμικού με κάποια άλλο (ή κάποια άλλα) στοιχείο, που όμως κατ’ αρχήν είναι αταίριαστο με το κωμικό: το δραματικό, ας πούμε, ή το λυρικό» (σελ. 9).
  Εδώ το κωμικό συμβιώνει με το δραματικό, αλλά και με κάποιο άλλο, το φανταστικό, το οποίο είναι πολύ πιο έντονο στην επόμενη νουβέλα του Μπουλγκάκοφ που περιλαμβάνεται στον ίδιο τόμο, τα «Μοιραία αυγά». Ο Μπουλγκάκοφ ήταν θαυμαστής του H.G. Wells, διαβάζω στη βικιπαίδεια.
  Και τώρα τα αποσπάσματα.
  «-Πώς δηλαδή δεν ανάβουν; (τα σπίρτα. Αντί να τους δώσουν το μισθό τούς πλήρωσαν στη δουλειά σε είδος). Τρόμαξε ο Κοροτκόφ και όρμησε στο δωμάτιό του. Εκεί, μη χάνοντας καιρό, άρπαξε ένα κουτάκι, το αποσφράγισε με θόρυβο και δοκίμασε το πρώτο σπίρτο. Αυτό έβγαλε με συριγμό μια πρασινωπή φλόγα, τσάκισε κι έσβησε…» (σελ. 18).
  Και το επόμενο σπίρτο δεν ήταν καλύτερο.
  Και θυμήθηκα το ανέκδοτο που κυκλοφόρησε την εποχή της χούντας. Κρατικό μονοπώλιο, είχαν κυκλοφορήσει σπίρτα που δεν άναβαν, ακριβώς όπως τα σπίρτα το Κοροτκόφ.
  Αγοράζει κάποιος ένα κουτί σπίρτα, το ανοίγει, ανάβει ένα για το τσιγάρο που είχε ήδη στο στόμα του και μετά πετάει το κουτί. -Μα καλά, γιατί το πετάς; του λέει ο φίλος του που τον συνόδευε. -Ξέρεις, από όλα τα σπίρτα που έχει ένα κουτί ανάβει μόνο ένα. Εγώ το πέτυχα με την πρώτη.
  «-…το όνομά του είναι Σκελέ-ερ; (το όνομα του καινούριου διευθυντή).
  Στο άκουσμα της φοβερής λέξης οι της υπηρεσίας σκόρπισαν προς όλες τις κατευθύνσεις και σε κλάσμα δευτερολέπτου βρισκόντουσαν καθισμένοι στα τραπέζια, σαν τα κοράκια στα τηλεγραφικά σύρματα» (σελ. 25).
  Υπάρχουν κάμποσες τέτοιες κωμικές μεταφορές.
  Και μια ακόμη: «…ανασηκώθηκε στο ένα του πόδι, σαν τον πελαργό στη στέγη» (σελ. 38).
  Επίσης:
  «Μέσα από το φαρδύ μαύρο μανίκι έβγαλε μια δεσμίδα άσπρων φύλλων κι αυτά σκόρπισαν και κάθισαν πάνω στα τραπέζια σαν τους γλάρους στα βράχια της ακτής» (σελ. 52).
  Στην ανάρτησή μου για τη «Λευκή φρουρά» παρέθεσα ένα απόσπασμα που θεώρησα ότι ήταν από εκείνα που άρεσαν στον Στάλιν. Διαβάζοντας τη «Διαβολιάδα» πιστεύω ότι του άρεσε και το χιούμορ του Μπουλγκάκοφ, γι’ αυτό και τον στήριξε παρόλο που ήταν αντικαθεστωτικός. Υποθέτοντας λοιπόν ότι είχε χιούμορ ο Στάλιν φαντάζομαι πως θα ξεκαρδίστηκε στα γέλια με την κωμωδία «Ο θάνατος του Στάλιν» βλέποντάς την από την κόλαση όπου θα βρίσκεται (κάποιοι, λίγοι βέβαια, είναι πεπεισμένοι ότι βρίσκεται στον παράδεισο).
  «-Βοήθεια! μούγκρισε ο Σκελέερ, αλλάζοντας την ψιλή φωνή με την πρώτη του χάλκινη μπάσα. Παραπατώντας, γκρεμοτσακίστηκε κάτω με το κεφάλι. Το κτύπημα δεν έμεινε χωρίς συνέπειες: μεταμορφωμένος σε μαύρο γάτο με φωσφορίζοντα μάτια πετάχτηκε ξανά πίσω, διέσχισε ορμητικά κι αθόρυβα το πλατύσκαλο, μαζεύτηκε σαν σβώλος και, πηδώντας πάνω στην ποδιά του παραθύρου, χάθηκε μέσα από το σπασμένο τζάμι και τις αράχνες» (σελ. 46).
  Δείγμα του φανταστικού που λέγαμε.
  «Έχω μια θεια στην Πολτάβα στις 43 μοίρες πλάτος και 5 μοίρες μήκος» (σελ. 51).
  Δεν χρειάζεται σχόλιο.
  Στα «Μοιραία αυγά» κυριαρχεί το φανταστικό.
  Ο καθηγητής Πέρσικοφ έχει κάνει μια φοβερή εφεύρεση: μπορεί να εκκολάπτει αυγά από τα οποία, τα εκκολαπτόμενα όντα, γίνονται τεραστίων διαστάσεων. Όμως δυο παρτίδες αυγά μπερδεύονται. «Την παραγγελία σας για αυγά φιδιών και στρουθοκαμήλων αυτοί την έστειλαν στο σοβχόζ, ενώ τα κοτίσια σε σας από λάθος» (σελ. 145). Το τι ακολούθησε θυμίζει ταινία καταστροφής. Υπάρχει στο youtube η ρώσικη κινηματογραφική μεταφορά της νουβέλας, όμως δυστυχώς χωρίς υπότιτλους.
  «Ο βάτραχος σάλεψε αδύναμα το κεφάλι και στα μάτια του, που έσβηναν, διάβαζες ευκρινέστατα τα λόγια -καθάρματα είσαστε, να τι…» (σελ. 69).
  Πιθανότατα και ο Μπουλγκάκοφ ήταν κατά της χρησιμοποίησης ζώων για επιστημονικούς σκοπούς.
  «… η πολυαγαπημένη σκουφάτη (κότα)…» (σελ. 87).
  Έχω αναρτήσει στο blog μου μια εύθυμη κατωχωρίτικη ιστορία με σκουφάτα κοτόπουλα (ελπίζω να συμπεριληφθεί σε μια επόμενη έκδοση του βιβλίου μου «Εύθυμες κατωχωρίτικες και άλλες ιστορίες). Όποιος δεν βαριέται μπορεί να τη διαβάσει εδώ.
  «Πρόκειται άραγε για Πανούκλα των Πουλερικών;» (σελ. 90).
  Είχε ξεσπάσει μια τέτοια πανούκλα πριν κάποια χρόνια, ξεκινώντας νομίζω από την Αγγλία. Παρέθεσα το απόσπασμα για να παραθέσω και τη μαντινάδα:
  Αυτή η αρρώστια των πουλιών μ’ έχει ανησυχήσει
  μη μου ψοφήσει το πουλί που μού ’δωκε η φύση
  Το διήγημα «Το σπίτι ελπίτ-εργατοκοινόβιο» μου θύμισε τα καθ’ ημάς με την κρίση. Εκεί, δεν υπήρχε πετρέλαιο για τα καλοριφέρ. Εδώ υπήρχε πετρέλαιο αλλά ήταν τόσο ακριβό που δεν το αγόραζε κανείς και προτιμούσαν να χρησιμοποιούν τα τζάκια. Η Αθήνα είχε βρωμίσει από τον καπνό. Στο εργατοκοινόβιο όμως, μεσοτοιχιά με το τζάκι, υπήρχε μια αποθήκη με βενζίνα, που άρπαξε φωτιά.
  Στην «Κινέζικη ιστορία» που έχει υπότιτλο «Έξι εικόνες στη θέση διηγήματος» έχουμε τις περιπέτειες ενός οδοιπόρου, ολότελα γκροτέσκα. Οι κινέζοι έχουν μακραίωνη παράδοση στο γκροτέσκο. Και ο Κάφκα έχει γράψει κινέζικες ιστορίες.
  Με τις «Περιπέτειες του Τσίτσικοφ» ο Μπουλγκάκοφ αποτίει φόρο τιμής στον Γκόγκολ. Παραθέτουμε ένα απόσπασμα.
  «Όνομα; Πάβελ. Πατρώνυμο; Ιβάνοβιτς. Επώνυμο; Τσίτσικοφ. Αξίωμα; Πρόσωπο του Γκόγκολ. Με τι ασχολιόταν πριν την επανάσταση; Εμπόριο νεκρών ψυχών. Ποια η στρατολογική κατάσταση; Ούτε αυτή ούτε η άλλη, ούτε κι ο διάβολος ξέρει ποια. Σε ποιο κόμμα ανήκει; Συμπαθών (τίνος όμως, άγνωστο). Ποινικό μητρώον; Κυματοειδές ζιγκ-ζαγκ. Διεύθυνση; Στρίβοντας δεξιά στην αυλή, στον τρίτο όροφο να ρωτήσετε στο γραφείο πληροφοριών τη χήρα αξιωματικού Χουφτάλκινα κι αυτή ξέρει» (σελ. 193).
  Απολαυστικότατος ο Μπουλγκάκοφ, θα διαβάζω ό,τι δικό του πέφτει στα χέρια μου. Ελπίζω κάποια στιγμή να βρω το αριστούργημά του «Ο μετρ και η Μαργαρίτα» εκεί που βρίσκεται καταχωνιασμένο και να το ξαναδιαβάσω. Δεν είχε την τύχη να το δει εκδομένο, καθώς το εξέδωσε η χήρα του 26 χρόνια μετά το θάνατό του. Ούτε και ο Καζαντζάκης ευτύχησε να δει εκδομένο το δικό του αριστούργημα, την «Αναφορά στο Γκρέκο».
 

Wednesday, September 25, 2019

Claudio Giovannesi, Η μεγάλη νύχτα της Νάπολης (La paranza dei bambini, 2019)


Claudio Giovannesi, Η μεγάλη νύχτα της Νάπολης (La paranza dei bambini, 2019)


  Από αύριο στους κινηματογράφους.
  «Η συμμορία των παιδιών» είναι περίπου η μετάφραση του ιταλικού τίτλου.
  Άτυπος αρχηγός της ο Νικόλας. Παρακολουθούμε την πορεία της εξέλιξής της από την αρχή, όταν ο Νικόλας διαμαρτύρεται για τα λεφτά που δίνει η μητέρα του στη συμμορία των μεγάλων για προστασία, μέχρι την ένοπλη δράση της.
  Δεν μου αρέσουν έργα με αρνητικούς ήρωες. Θέλω θετικούς ήρωες με τους οποίους θα μπορούσα να ταυτιστώ, και αν υποφέρουν να τους συμπονέσω. Δεν θα βρω όμως τέτοιους στην ταινία.
  Η ταινία είναι μεταφορά από μυθιστόρημα.
  Τα ιταλικά μου δεν είναι και τόσο καλά, έτσι αποφάσισα να διαβάσω μόνο το τελευταίο κεφάλαιο.
  Τελειώνει με τον θάνατο και την κηδεία του μικρού αδελφού του Νικόλα. Οι εφημερίδες γράφουν για τη «συμμορία των παιδιών», γύρω στα δεκαπέντε όλοι τους.  
  Η ταινία τελειώνει με τη συμμορία να πηγαίνουν κάπου με τις μηχανές τους, οπλισμένοι. Θα πάρουν εκδίκηση.
  Το έχω ξαναγράψει, περί ορέξεως κολοκυθόπιτα, εσάς μπορεί να σας αρέσει η ταινία. 


Juan Vera, Απρόσμενος έρωτας (El amor menos pensado, 2018)


Juan Vera, Απρόσμενος έρωτας (El amor menos pensado, 2018)


  Από αύριο στους κινηματογράφους.
  Το ζευγάρι, όταν φεύγει ο γιος τους για σπουδές, περνάει κρίση. Δεν καλοκαταλαβαίνουν τι μπορεί να φταίει, όμως αποφασίζουν να χωρίσουν. Κάνουν σχέσεις, όμως δεν τους κάθονται και πολύ καλά. Ο γιος αντιδράει παρατώντας τις σπουδές του για να γνωρίσει, λέει, τον κόσμο. Ξεκινάει από το Βιετνάμ, από την πατρίδα της φίλης του.
  Δίπλα τους και άλλα ζευγάρια, φίλοι τους, περνάνε επίσης κρίση. Ο Juan Vera προσπαθεί να δώσει διάφορες καταστάσεις που οδηγούν τα ζευγάρια στο χωρισμό. Η συζυγική απιστία βέβαια είναι μια από τις κύριες αιτίες.
  Υπάρχουν ειδολογικές αφηγηματικές αναμονές. Τι θα κάνει το ζευγάρι στο τέλος, θα ξανασμίξουν;
  Στην κωμωδία, η αναμονή είναι ότι θα ξανασμίξουν. Στο δράμα, είναι πως δεν θα ξανασμίξουν.  
  Η ταινία είναι κωμωδία, και romance βέβαια.
  Συνήθως αντιγράφω τσιτάτα από βιβλία. Εδώ αντιγράφω από τους υπότιτλους. Το είπε ο Πασκάλ: Η δυστυχία ενός ανθρώπου προέρχεται από το ότι δεν μπορεί να μείνει μόνος σε ένα δωμάτιο.
  Οι ερμηνείες των Ricardo Darín και Mercedes Morán, εξαιρετικές.
  Αξίζει να τη δείτε.
 


Μιχαήλ Σόλοχωφ, Ο ήρεμος Ντον


Μιχαήλ Σόλοχωφ, Ο ήρεμος Ντον (μετ. Ρίτα Μπούμη-Παπά, Γιολάντα Πεγκλή) Το Βήμα, βιβλιοθήκη του κόσμου, 2010, Α΄τόμος σελ. 416, Β΄τόμος σελ. 347.


  Ο «Ήρεμος Ντον» ήταν ένα μυθιστόρημα που ήθελα πάντα να διαβάσω, όμως πάντα κάποιο άλλο βιβλίο έπαιρνε προτεραιότητα. Αποφάσισα να το διαβάσω οπωσδήποτε μόλις επέστρεφα στην Αθήνα όταν είδα την ομώνυμη ταινία του Ιβάν Πράβοφ με την ευκαιρία της προβολής της σε επανέκδοση.
  Στην ανάρτηση που έκανα βλέπω ότι είχα μαντέψει σωστά, μόνο μια γραμμή της ιστορίας παρουσιάζει η ταινία, την ερωτική. Όμως ένα μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος έχει να κάνει με τον εμφύλιο που ακολούθησε την οκτωβριανή επανάσταση και που δίχασε τους Κοζάκους.
  Νομίζω ότι ο «Ήρεμος Ντον», που γραφόταν επί 14 χρόνια (1926-1940), είναι ένα από τα χωρίς τέλος μυθιστορήματα, όπως ο «Τρίστραμ Σάντι» και ο «Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες», που ο θάνατος των συγγραφέων τους έβαλε το τέλος και όχι οι ίδιοι οι συγγραφείς. Στον «Ήρεμο Ντον» δεν ήταν ο θάνατος αλλά, μπορώ να υποθέσω, ο παγκόσμιος πόλεμος. Κι αυτό γιατί την ιστορία με τον σοβιετικό εμφύλιο θα μπορούσε να τη συνεχίσει. Ο Σόλοχωφ την σταματάει στην εκτέλεση των μπολσεβίκων από τους αντεπαναστάτες, σε ένα απογοητευτικό unhappy end, ενώ φαντάζομαι θα μπορούσε να συνεχίσει την ιστορία του. Τη συνεχίζει ο Sergei Gerasimov  στην τριμερή ταινία που γύρισε το 1957-1958. Στο διαδίκτυο διαβάζω ότι μεγάλο μέρος της βασίζεται σε ανέκδοτο υλικό. Αν δεν παρενέβη στο σενάριο ο ίδιος ο Σόλοχωφ γράφοντας τη συνέχεια, φαντάζομαι το υλικό αυτό αναφέρεται σε μεταγενέστερα ιστορικά γεγονότα από αυτά με τα οποία τελειώνει το μυθιστόρημα. Όπως και να έχει, ο Γερασίμωφ προτίμησε να μην τελειώσει με το unhappy end της εκτέλεσης, το οποίο τοποθετεί κάπου στο δεύτερο μέρος της ταινίας του.
  Στη βικιπαίδεια διαβάζω ότι η ομώνυμη όπερα του Ivan Dzerzhinsky χαρακτηρίστηκε ως υπόδειγμα σοσιαλιστικού ρεαλισμού.  Μήπως και το μυθιστόρημα;
  Δεν το νομίζω. Θα το χαρακτήριζα καλύτερα ως μυθιστόρημα σοσιαλιστικού νατουραλισμού γιατί ο κεντρικός ήρωας, ο Γρηγόρης, δεν μπορεί να θεωρηθεί θετικός ήρωας, ήρωας προς μίμηση, όπως επιτάσσει ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός, αλλά ένας ήρωας τόσο με θετικά όσο και με αρνητικά. Αυτός ο νατουραλισμός είναι απόλυτος στην αρχή, ενώ αργότερα μετριάζεται, καθώς κάνουν την εμφάνισή τους και εντελώς θετικοί ήρωες, όπως ο Μπουντσούκ και η Άννα στο δεύτερο ρομάντζο του μυθιστορήματος, μπολσεβίκοι αγωνιστές.
  Αναφερθήκαμε στην πλοκή μιλώντας για την ταινία του Ivan Pravov, που γυρίστηκε το 1930. Ας ξαναπούμε δυο λόγια, συμπληρώνοντας.
  Ο Γρηγόρης την πέφτει στην Αξίνια, όμως φαίνεται δεν είναι και τόσο μεγάλος ο έρωτάς του αφού κάποια στιγμή της ζητάει να χωρίσουνε. Οι γονείς του ετοιμάζονται να τον παντρέψουν με την Νατάλια. Ωραία κοπέλα η Νατάλια, όμως δεν έχει τη φλόγα της Αξίνιας. Θα ξαναρχίσει σχέση μαζί της προς απελπισία της Νατάλιας και των γονιών του. Τελικά θα το σκάσει μαζί της και θα πάνε να δουλέψουν στο πλουσιόσπιτο του στρατηγού Λιστνίτζκι. Εκεί, όταν ο Γρηγόρης θα βρίσκεται στο μέτωπο μετά την έκρηξη του πολέμου, ο Ευγένιος, ο γιος του Λιστνίτζκι, θα την πέσει στην Αξίνα η οποία θα ενδώσει. Η ταινία του Πράβοφ τελειώνει εκεί που ο Γρηγόρης κτυπάει άγρια τον Ευγένιο και φεύγει, ενώ η Αξίνια τρέχει πίσω του εκλιπαρώντας τον.
  Στη συνέχεια όμως, την οποία ο Σόλοχωφ έγραψε μετά την ταινία, η Αξίνια και ο Γρηγόρης ζουν ένα φλογερό έρωτα μέσα στη δίνη του εμφύλιου, που θα τους χωρίσει για μεγάλα χρονικά διαστήματα.
  Πολλά επεισόδια του τρίτου μέρους δεν υπάρχουν στο μυθιστόρημα, όπως ο θάνατος της Αξίνιας. Στην τελευταία σκηνή, που απουσιάζει από το μυθιστόρημα, τον βλέπουμε, επιστρέφοντας μετά το θάνατό της, να αγκαλιάζει το γιο του, το αρσενικό από τα δίδυμα που έκανε με την Νατάλια όταν ξαναγύρισε κοντά της μετά τα όσα έγιναν στο σπίτι των Λιστνίτζκι.
  Και τώρα κάποια αποσπάσματα.
  «Σιμώνοντας το σπίτι, ο Γρηγόρης είδε την Αξίνια που πήγαινε προς αυτούς. Κρατούσε ένα κομμάτι άχυρο στα δάχτυλά της, και μόλις είδε τον Γρηγόρη, χαμήλωσε το κεφάλι της.
-Γιατί σάστισες έτσι; Μπας κι είμαστε τσίτσιδοι; Φώναξε ο Μίτκα πειραχτικά. Φραουλίτσα μου πικρούτσικη» (σελ. 50).
  Είχε συνευρεθεί με τον Γρηγόρη σε μια στιγμή αδυναμίας, αλλά πίστευε ότι δεν θα υπήρχε συνέχεια.
  «Την αγκύλωνε μια σκούπα που ’χε κλέψει απ’ το χαγιάτι μπαίνοντας, γιατί, σύμφωνα με το έθιμο του τόπου, για να μη ναυαγήσει ένα συνοικέσιο έπρεπε η προξενήτρα να κλέψει μια σκούπα απ’ το σπίτι της νύφης» (σελ. 77).
  Συναντήσαμε πολλά τέτοια λαογραφικά. Το παρακάτω το διαβάσαμε σε υποσημείωση:
  «Οι χωρικοί στη Ρωσία σημαδεύουν με πίσσα την εξώπορτα του σπιτιού ενός ατιμασμένου κοριτσιού» (σελ. 138).
  Δεν ξέρω αν το κάνουν και σήμερα.
  Ένα σύντομο: «Μα το ψωμί, αυτός είναι!» (σελ. 89). Εμείς λέμε «μα το Θεό».
  «Σ’ άλλους καιρούς, οι δουλοπάροικοι που δεν άντεχαν τη σκλαβιά το ’σκαζαν απ’ τους αφέντες τους κι έρχονταν να εγκατασταθούν στον Ντον. Αργότερα αυτοί οι αντάρτες, ας πούμε, ονομάστηκαν Κοζάκοι» (σελ. 158).
  Μάθαμε και για την καταγωγή των Κοζάκων.
  «Είχαν ακόμα αφήσει πίσω τους τον αδιόρθωτο κλέφτη αλόγων Μαξίμ Γκριάσνωφ, που είχε προσχωρήσει στους Μπολσεβίκους απ’ τις πρώτες μέρες των ασυνήθιστων ταραχών με την ελπίδα να ζήσει πριγκιπικά» (σελ. 162).
  Ο Σόλοχωφ σκιαγραφεί με αρκετά μελανά χρώματα, δηλαδή νατουραλιστικά, τους συμπατριώτες του, Κοζάκους του Ντον. Υπάρχουν αρκετά παρόμοια αποσπάσματα.
  «Το χορτάρι σκεπάζει τους τάφους κι ο χρόνος σκεπάζει τον πόνο»  (σελ. 163).
Травой зарастают могилы, — давностью зарастает боль, γράφει το ρώσικο κείμενο. Για μια φορά η μετάφραση ξεπερνάει το πρωτότυπο, με τον κανονικό ανάπαιστο (άτονη-άτονη-τονιζόμενη συλλαβή).
  Στο youtube βρήκα και δυο σήριαλ, δυστυχώς χωρίς υπότιτλους. Το ένα είναι του Σεργκέι Ουρσούλιακ,14 σαραντάλεπτα επεισόδια, γυρισμένο το 2015, το άλλο του Σεργκέι Μποντάρτσουκ, 7 πενηντάλεπτα επεισόδια, που το ολοκλήρωσε ο γιος του και κυκλοφόρησε το 2005. Θα ήθελα να τα δω κάποια στιγμή.

Shohei Kotaki, The admiral (2011)


Shohei Kotaki, The admiral (2011)


  Είχαμε ένα καθηγητή Κωτάκη, όμως ο Σοχέι είναι γιαπωνέζος. «Ο ναύαρχος» δεν είναι άλλος από τον Isoroku Yamamoto.
  O ναύαρχος Γιαμαμότο είναι ένας θρύλος, και όχι μόνο για τους Γιαπωνέζους. Οδήγησε το γιαπωνέζικο ναυτικό στις πρώτες μεγάλες του νίκες. Για αυτόν ήξερα ότι είχε πει στον αυτοκράτορα πως για τους πρώτους έξι μήνες υπόσχεται νίκες, για μετά όμως δεν μπορούσε να υποσχεθεί. Επίσης ήξερα ότι καταρρίφθηκε από τους Αμερικάνους το αεροπλάνο που τον μετέφερε, όταν έσπασαν τον κωδικό του μηνύματος που ανακοίνωνε την πτήση του. Αυτό που δεν ήξερα είναι ότι ήταν αντίθετος με τον πόλεμο και τη συμμαχία με τους ναζί και τους φασίστες. Στο τέλος όμως υπερίσχυσαν οι ιέρακες, μετά από τις πρώτες σαρωτικές νίκες των ναζί. Ακόμη είχε ζητήσει να ενημερωθούν οι Αμερικάνοι για την κήρυξη του πολέμου μισή ώρα πριν την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ. Αυτό έγινε τελικά μετά από μια ώρα. Δικαιολογήθηκαν οι της πρεσβείας ότι καθυστέρησαν στην αποκρυπτογράφηση του μηνύματος. Επίσης δεν ήξερα ότι ο Χίτλερ στο «Ο αγών μου» μιλούσε περιφρονητικά για τους γιαπωνέζους· για την ακρίβεια δεν το θυμόμουν, γιατί το βιβλίο το διάβασα.
  «Φύλαγε τα ρούχα σου για να ’χεις τα μισά» σκέφτηκα, και γι’ αυτό δεν έγραψα κριτική. Έγραψα μόνο τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους που βρήκα. Θυμάμαι επίσης την έκπληξή μου, πώς οι Εβραίοι που το διάβασαν δεν ανησύχησαν όταν κατέλαβε την εξουσία. Αν είχαν ανησυχήσει (κάποιοι σίγουρα είχαν) θα τα μάζευαν και θα μετανάστευαν. Όμως αξίζει να ψάξω να βρω το απόσπασμα αυτό.
  Τελικά το βρήκα. Αντιγράφω από την αγγλική μετάφραση:
 If, from to-day onwards, the Aryan influence on Japan were to cease, and if we suppose that Europe and America were to collapse, then the present progress of Japan in science
and technique might still last for a short duration; but within a few decades the inspiration would dry up, and native Japanese character would triumph, while the present civilization
would become fossilized and fall back into the sleep from which it was aroused about seventy years ago, by the impact of Aryan culture.
  Πιο κάτω γράφει ότι και ο παλιός τους πολιτισμός προέρχεται από εξωτερικές επιδράσεις.
  Ακόμη υποστηρίζει σε αρκετά σημεία ότι οι Εβραίοι επιδιώκουν την εξαφάνιση της Ιαπωνίας. Επίσης ότι, ενώ μπορούν να διαβρώνουν τους Ευρωπαίους, δεν μπορούν να το κατορθώσουν αυτό με τους Γιαπωνέζους.
  Το καλοκαίρι που ήμουν στην Κρήτη ανακάλυψα τη βιογραφία του σε Βίπερ. Την είχα αγοράσει σε ανύποπτο χρόνο, προφανώς από κάποιο καροτσάκι. Δεν τη διάβασα όμως γιατί πρόσεξα ότι είχα μόνο τον πρώτο τόμο. Αν κάποια στιγμή βρω και το δεύτερο θα τη διαβάσω.
  Βιογραφική περισσότερο η ταινία, με όχι πάρα πολλές πολεμικές σκηνές, μου άρεσε ιδιαίτερα, και προ παντός η εξαιρετική ερμηνεία του Koji Yakusho.
    

Monday, September 23, 2019

Fatih Akin, Το χρυσό γάντι (Der goldene Handschuh, 2019)


Fatih Akin, Το χρυσό γάντι (Der goldene Handschuh2019)


  Μπορεί η βικιπαίδεια να χαρακτηρίζει το έργο ως thriller drama, όμως το IMDb το χαρακτηρίζει ως crime, drama, horror. Τελευταίο βέβαια το horror, όμως εγώ έχω πει, αφότου έφυγα στη μέση της δημοσιογραφικής προβολής του «Σπιτιού του Τζακ», ότι horror δεν ξαναβλέπω. Όμως ο Φατίχ Ακίν είναι από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες, έχω δει όλα του τα έργα, και έτσι αμφιταλαντευόμουνα. Την τελευταία στιγμή αποφάσισα να το δω.
  Το έργο είναι μεταφορά μυθιστορήματος που βασίζεται πάνω σε αληθινή ιστορία, αυτή του Fritz Honka ο οποίος μεταξύ 1970-1975 σκότωσε τουλάχιστον τέσσερις πόρνες.
  Δεν μετάνιωσα που το είδα, όπως δεν μετάνιωσα που είδα και τον «Δράκο του Ντίσελντορφ» του Φριτς Λανγκ. Δεν μου αρέσει να βλέπω έργα με αρνητικούς ήρωες, και προπαντός βέβαια σήριαλ κίλερς, όμως τους ήρωές τους, και ο Λανγκ και ο Ακίν, τους παρουσιάζουν με ελαφρυντικά. Αυτά στην ταινία του Λανγκ παρουσιάζονται στην απολογία του, ενώ στην ταινία του Ακίν κυρίως σε μια καμπή της πλοκής.
  Το έργο θα μπορούσε να ονομαστεί «Οι βλαβερές συνέπειες του ποτού» κατά το «Οι βλαβερές συνέπειες του καπνού» του Τσέχωφ. Όλοι οι θαμώνες του «Χρυσού γαντιού», του μπαρ στην περιοχή με τις πόρνες, πίνουν ασταμάτητα. Ο Χόνκα φαίνεται διέπραττε τους φόνους του κάτω από την επήρεια του αλκοόλ.
  Κάποια στιγμή αποφάσισε να κόψει το ποτό – η καμπή της πλοκής που λέγαμε. Τα κατάφερε, χαιρόμαστε γι’ αυτό, όμως ορισμένες κακές συμπτώσεις τον έκαναν να ξανακυλήσει.
  Εξαιρετική η ερμηνεία του Χάιντς Στρουνκ, αλλά και των γυναικών στο ρόλο των πορνών.
  Και σ’ αυτή την ταινία ο Φατίχ Ακίν βάζει τον φίλο του τον Αδάμ Μπουσδούκο σε ένα μικρό ρόλο, καθώς και κάποιους άλλους Έλληνες. Είναι η οικογένεια των μεταναστών που ζουν στο από κάτω διαμέρισμα.
  Η ταινία, διαβάζω, είναι η πρώτη του Φακίν που χαρακτηρίζεται ως ακατάλληλη για θεατές κάτω των 18 ετών. Η σκηνή του στραγγαλισμού ήταν ιδιαίτερα σκληρή. Εγώ όταν βλέπω τέτοιες σκηνές κάνω μια οιονεί αποστασιοποίηση. Σκέφτομαι ότι την σκηνή αυτή τη βλέπει ο κάμεραμαν πίσω από την κάμερά του, για δεύτερη, τρίτη, τέταρτη κ.λπ. φορά, ώστε να ξεφύγω από τον ιλουζιονισμό της πραγματικότητας που μας μεταδίδει η ταινία.
  Αν δεν έχετε μεγάλη αντιπάθεια για τις ταινίες horror θα σας τη συνιστούσα, εφόσον βέβαια έλθει και στις αίθουσες και δεν μείνει στις νύχτες πρεμιέρας. Για εσάς βέβαια που αγαπάτε τις ταινίες τρόμου δεν τίθεται καθόλου ζήτημα.
     

Friday, September 20, 2019

Pawel Maslona, Κρίσεις πανικού (Atak paniki, 2017)


Pawel Maslona, Κρίσεις πανικού (Atak paniki, 2017)


  Από χθες στους κινηματογράφους.
  Comedy, drama, χαρακτηρίζει την ταινία το IMDb. Εγώ θα την χαρακτήριζα καλύτερα horror, πράγμα που εξηγεί και τη χαμηλή βαθμολογία της (6,1). Οι περισσότερες horror ταινίες έχουν πολύ χαμηλή βαθμολογία, υποθέτω γιατί πολλοί δεν αγαπούν ιδιαίτερα το είδος. Εγώ καθόλου.
  Μπα, κρίσεις πανικού δεν βλέπουμε, αλλά και στις επτά ιστορίες, τις οποίες παρακολουθούμε κομματιαστά, η κορύφωσή τους θα μπορούσε να είναι μια υστερική κρίση.
  Σε όλες;
  Όχι, στη μια απ’ αυτές βλέπουμε τον άντρα και τη γυναίκα, η οποία μόλις έχει υπογράψει την αίτησή του για διαζύγιο (τον είχε εγκαταλείψει), να κάνουν ένα αποχαιρετιστήριο σεξ. Όμως η αγωνία, από την πλευρά του άνδρα, ήταν εμφανής, μήπως δεν την έπειθε τελικά. Η φιλενάδα του με την οποία σκοπεύει να παντρευτεί είναι έγκυος, θα υπήρχε μεγάλο πρόβλημα.
  Ιστορίες αγωνίας θα μπορούσαμε να τις χαρακτηρίσουμε όλες, μιας αγωνίας που τύφλα να έχει η αγωνία των horror.
  Πρόκειται για μια οπωσδήποτε ενδιαφέρουσα ταινία με εξαιρετικές ερμηνείες, παρόμοια δεν έχετε δει και ίσως να μην δείτε, γι’ αυτό ίσως θα άξιζε να τη δείτε. Όμως φροντίστε να είστε σε καλή διάθεση, γιατί μπορεί να σας ρίξει ψυχολογικά.

Jacques Demy, Οι δεσποινίδες του Ροσφόρ (Les demoiselles de Rochefort, 1967)


Jacques Demy, Οι δεσποινίδες του Ροσφόρ (Les demoiselles de Rochefort, 1967)



  Από χθες στους κινηματογράφους, σε επανέκδοση.
  Χαριτωμένο μιούζικαλ, σαν τα δικά μας του Δαλιανίδη της ίδιας εποχής, αν και χωρίς το ελληνικό χιούμορ. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο δυο αδελφές, η Κατρίν Ντενέβ και η Φρανσουάζ Ντορλεάκ, της οποίας ο τραγικός θάνατος σε τροχαίο τόσο συγκλόνισε, την ίδια χρονιά που γυρίστηκε η ταινία.
  Η πλοκή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον με τις απιθανότητές της, σαν κωμωδία της Κρητικής Αναγέννησης. Ο ζωγράφος που υπηρετεί τη θητεία του στο ναυτικό θα ζωγραφίσει την ιδανική γυναίκα της ζωής του, όπως τη φαντάζεται. Όμως δεν είναι ολόφτυστη η Κατρίν Ντενέβ;
  Όχι, δεν σκοπεύει να φτιάξει δεσμό παρά μόνο με αυτή την ιδανική γυναίκα, όταν και αν κάποτε τη συναντήσει.
  Αυτό μου θύμισε το παρακάτω ανέκδοτο.
  -Αποφάσισα να μην παντρευτώ παρά μόνο αν έβρισκα την ιδανική γυναίκα της ζωής μου. Και κάποτε τη βρήκα.
  -Και την παντρεύτηκες;
  -Όχι. Δυστυχώς ζητούσε κι αυτή τον ιδανικό άνδρα.
  Το παρακάτω δεν είναι ανέκδοτο, είναι πραγματική ιστορία. Δεκαετία του ’80, δηλώνει ένας φοιτητής:
  -Δεν θα παντρευτώ παρά μόνο αν συναντήσω μια γυναίκα με την ομορφιά της Ούρσουλας Άντρες και το μυαλό της Ρόζας Λούξεμπουργκ.
  Αν πω τώρα ότι έμεινε ανύπαντρος θα με κατηγορήσετε ότι ακολουθώ το στερεότυπο «όμορφη αλλά χωρίς μυαλό», όπως τα ανέκδοτα με τις ξανθιές (τα κυκλοφορούν από ζήλεια οι μελαχρινές). Όμως πραγματικά δεν ξέρω.

Wednesday, September 18, 2019

Γιάννης Ν. Ζουγλάκης, Ήτανε Θε μου μια φορά


Γιάννης Ν. Ζουγλάκης, Ήτανε Θε μου μια φορά… Βιβλιοεπιλογή-Γιώργος Αναστασάκης 2018, σελ. 305

  Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα, στο τρίτο τεύχος της «Βαϊνιάς» και στην «Ιεράπετρα 21ος αιώνας», 18-7-2019

  Σε τέταρτη έκδοση κυκλοφορεί το βιβλίο του Γιάννη Ζουγλάκη «Ήτανε Θε μου μια φορά». Οι δυο πρώτες εκδόσεις γίνανε από την «Ιεράπετρα 21ος αιών», το 2017, ενώ η τρίτη και η τέταρτη από τον εκδοτικό οίκο «Βιβλιοεπιλογή».
  Έχουμε ήδη παρουσιάσει το προηγούμενο βιβλίο του Γιάννη Ζουγλάκη που έχει τίτλο «Βαϊνιά, νοσταλγική διαδρομή στο χρόνο», στην Παγκρήτια Ένωση στις 21 Μαρτίου 2005. Το «Ήτανε Θε μου μια φορά» αποτελεί κατά κάποιο τρόπο συνέχειά του. 
  Ξεφυλλίζουμε το βιβλίο για να σημειώσουμε τα κύρια θέματά του και να παραθέσουμε κάποια αποσπάσματα που υπογραμμίσαμε.
  Τον πρόλογο υπογράφει ο Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, όλοι τον ξέρετε. Ανάμεσα στα άλλα γράφει:
  «Ο Γιάννης Ζουγλάκης περιγράφει γεγονότα και καταστάσεις που έζησε φέρνοντας στην επιφάνεια προσωπικά βιώματα, αρκετά από τα οποία ξεπερνούν το φράγμα της ατομικότητας καθώς αντικατοπτρίζουν την κρητική ζωή των τελευταίων ογδόντα χρόνων με τις μετακατοχικές στερήσεις και τις συμφορές που συσσώρευσε η ιταλογερμανική κατοχή και ο εμφύλιος» (σελ. 14).
  Τα αρχικά κεφάλαια είναι κεφάλαια αναμνήσεων, μέσα από τις οποίες ο Ζουγλάκης ανασυστήνει τη Βαϊνιά των παιδικών του χρόνων. Σε ένα οδοιπορικό-επιστροφή στην πατρίδα περιγράφει τη συγκίνησή του βλέποντας γνώριμα τοπία, αλλά και έργα που έκανε ο πολιτιστικός σύλλογος του χωριού.  
  Ποια είναι η «Αγία τετράδα της κατοχής»; Είναι η φυλλάδα, τα κουκιά και η κριθινοκουλούρα». Μ’ αυτά έζησαν τότε οι Βαϊνιώτες. Διαβάζω:
  «Είναι αλήθεια ότι τα κουκιά δεν είχαν πολλούς φίλους, κυρίως μεταξύ των παιδιών» (σελ. 36).
  Άκουσα τη μητέρα του φίλου μου του Αντώνη να λέει στις γειτόνισσες, ότι ο γιος της τρώει όλα τα όσπρια εκτός από τα κουκιά. Εμένα μου αρέσουν, αλλά είναι πανάκριβα. Προτιμώ τα φρέσκα, σκορδάτα. Ο πατέρας μου φύτευε κάθε χρόνο κουκιά στο περβόλι μας.
   Διαβάζω:
  «Άμα έχεις λάδι και ψωμί δεν φοβάσαι την πείνα» (σελ. 41).
  Το ξέρω σε καλύτερη εκδοχή από τον πατέρα μου: «Ο που ’χει λάδι και ψωμί έχει όλα τα καλά του Θεού».
  Τα επόμενα κεφάλαια είναι λεξιλογικός πλούτος. Ο Ζουγλάκης χρησιμοποιεί κρητικές λέξεις, πολλές από τις οποίες έχουν πέσει σήμερα σε αχρηστία, δίνοντας σε υποσημείωση τη σημασία τους. Τις δίνει με αρίθμηση, και στην τελευταία βλέπουμε τον αριθμό 714.
  Μια από τις λέξεις αυτές είναι και η «λούτα», που σε υποσημείωση μας λέει ότι είναι η γουρούνα. Και θυμάμαι στο γυμνάσιο που κάποιος καθηγητής μας είπε τη λέξη «γουρούνα» κι εμείς γελάσαμε. Έδειξε να εκπλήσσεται. -Γιατί γελάτε; Δηλαδή εσείς πώς τη λέτε; Και πετάγεται ένας συμμαθητής μου: «λούτα». Όλη η τάξη ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Αυτό το «λούτα» ηχούσε αρκετά κωμικά στα αυτιά μας, αφού την ατάκα μιας χωριανής μου, της Σπυριδολενιάς (γυναίκας του Σπυρίδου) τη λέγαμε για χρόνια και γελάγαμε: «Ωρή Αννιά, άμε ωρή τη λούτα στο νερό να σκατατολοήσει». Δεν έμαθα ποτέ τι σημαίνει αυτό το «σκατατολογώ», αλλά το διέσωσε αυτή η ατάκα.
  Ο Ζουγλάκης δεν ανακαλεί μόνο το παρελθόν, μιλάει και για το παρόν και τις επιπτώσεις του στην κοινωνία, τόσο την τοπική όσο και την ευρύτερη. Αξίζει να παραθέσω κι εγώ τις δυο πρώτες στροφές από ένα σατιρικό ποίημα του Σουρή που παραθέτει.

Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ’ όλη τη γη μοναδικό
εκατό να ξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;

Να τρέφει όλους τους αργούς
να ’χει επτά πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;  

  Ο Ζουγλάκης αφηγείται και πολλές αστείες ιστορίες, σαν τις δικές μου εύθυμες κατωχωρίτικες. Παραθέτω τον παρακάτω διάλογο.
  «-Εγώ εθάρρου ότι αλλαξόσυρνες μιαολιά από τον κουζουλομανώλη, μα εσύ πετροβολάς.
  -στη μπάντα μη σε κουτουλήσει το βούι… του είπε με ειρωνικό βλέμμα…» (σελ. 145).
  Σε υποσημείωση ο Ζουγλάκης μας εξηγεί την πειρακτική σημασία αυτής της φράσης.
  Θα παραθέσω κι εγώ δικές μου αναμνήσεις, μια και δεν προβλέπεται να γράψω τη συνέχεια του βιβλίου μου «Το χωριό μου: από την αυτοκατανάλωση στην αγορά».
  Όταν κάποιος στην παρέα μας έλεγε ότι είδε ένα όνειρο, εμείς σχολιάζαμε ειρωνικά: «Ντα θωρούνε τα βούγια όνειρο»;
  Και μια ακόμη.
 Όταν έκανε κάποιος ωτοστόπ σ’ ένα φορτηγατζή, αυτός του έλεγε: «Δεν παίρνω κοπρά». Φυσικά έπρεπε να είναι φίλος του για να μην παρεξηγήσει. Και βέβαια τον έπαιρνε. Εκείνη την εποχή δεν φόρτωναν κοπρά όλα τα φορτηγά, γιατί η καρότσα ήθελε μετά πολύ καθάρισμα.
  Το κεφάλαιο «Οι ξεπαπούτσωτοι» με συγκίνησε ιδιαίτερα γιατί με γέμισε αναμνήσεις. Συνειδητοποίησα ακόμη πόσο πλούσιο ήταν το χωριό μου, γνωστό άλλωστε σ’ όλη την περιφέρεια, διαβάζοντας ότι πολλά παιδιά στη Βαϊνιά περπατούσαν ξεπαπούτσωτα γιατί οι γονείς τους ήταν πολύ φτωχοί για να τους αγοράσουν παπούτσια. Θυμάμαι μόνο ένα συμμαθητή μου που περπατούσε χωρίς παπούτσια όλο το χρόνο. Οι υπόλοιποι ξεπαπουτσωνόμασταν από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο, γιατί μας άρεσε να νοιώθουμε τα πόδια μας γυμνά πάνω στο χώμα. Βέβαια το κατακαλόκαιρο ήταν πρόβλημα να περπατάμε στο δρόμο, καθώς η άσφαλτος ζεμάταγε από τη μαύρη πίσσα. Ευτυχώς που στην άκρη υπήρχε χώμα, αν και όχι σε όλα τα σημεία.
  Διαβάζω:
  «Ο φίλος του αυτός, δεν μπόρεσε να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του και ο δανειστής εστράφη κατά του εγγυητού, με αποτέλεσμα να χάσει ό,τι είχε και δεν είχε» (σελ. 175).
  Ένας φίλος μου την πάτησε μ’ αυτό τον τρόπο. Και θυμάμαι τον πατέρα μου που συχνά μου παράγγελνε να μη μπω ποτέ εγγυητής.
  Διαβάζω: «Τολμούμε σήμερα να αφήσομε τις πόρτες των σπιτιών μας ή των αποθηκών μας ξεκλείδωτες και μάλιστα με τα κλειδιά στις κλειδαριές, όπως κάναμε τότε; (σελ. 190).
  Σήμερα τις έχουμε διπλοκλειδωμένες και πάλι οι κλέφτες τις παραβιάζουνε. Συμβουλή μου: βάλετε συναγερμό στα σπίτια σας.
  Κορυφαία, πράγμα που επισημαίνει και ο Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, είναι τα δυο κεφάλαια για τη Σοφία, μια γυναίκα που θα την χαρακτηρίζαμε σήμερα περιθωριακή. Στο πρώτο ο Ζουγλάκης δίνει το λόγο στην ίδια τη Σοφία.
  «Γιατί η σκουπιδολαγνεία μου, που αποτελεί το ηρεμιστικό της ψυχής μου, γίνεται αιτία κοινωνικού πολέμου εναντίον μου. Τον θεωρώ δικαιολογημένο, αλλά αναποτελεσματικό και πάνω από τις δυνάμεις μου, αφού, από τα σκουπίδια προμηθεύομαι και τις τροφές για τα απροστάτευτα γατάκια που είναι οι πιο πιστοί μου σύντροφοι» (σελ. 196).
  Στο επόμενο κεφάλαιο ο Ζουγλάκης απευθύνεται σ’ αυτήν σ’ ένα εφέ αποστροφής, μια και ήδη είχε αποδημήσει εις Κύριον.
  «Νομίζω επίσης, ότι δεν θα απομακρυνθώ πάρα πολύ από την πραγματικότητα, εάν ισχυρισθώ ότι είχες κληρονομήσει την ψυχική απάθεια και την αταραξία των Στωικών και τον τρόπο ζωής από τον κυνικό Διογένη, που όταν ρωτήθηκε “τίνες των ανθρώπων ευγενέστατοι;” έδωσε την παρακάτω απάντηση: “εκείνοι που καταφρονούν τον πλούτο, τη δόξα, την απόλαυση, τη ζωή και δεν πτοούνται από τη φτώχεια, την αδοξία, τον πόνο και τον θάνατο”» (σελ. 199).
  Ο σατιρικός Γιουβενάλης, τον οποίο παραθέτει ο Ζουγλάκης, γράφει. «…οι Έλληνες δεν φέρονται σαν απατεώνες, αλλά οι απατεώνες φέρονται σαν Έλληνες» (σελ. 217).
  Μήπως απ’ αυτόν το έκλεψε ο Τσώρτσιλ, που είπε παραφράζοντάς το, «Άλλοτε λέγαμε ότι οι Έλληνες μάχονται σαν ήρωες, τώρα λέμε ότι οι ήρωες μάχονται σαν Έλληνες».
  Και θυμήθηκα πάλι τον πατέρα μου που έλεγε συχνά ότι οι ρωμιοί είναι μπαταξήδες.
  Δυστυχώς δεν μπορώ να παραθέσω άλλα σχετικά αποσπάσματα, γιατί η βιβλιοκριτική αυτή ήδη έχει φτάσει σε μάκρος.
  Ενδιαφέρων τέλος είναι ο «Κατάλογος με τα ονόματα και τις δημευμένες περιουσίες των επαναστατών που πέθαναν χωρίς κληρονόμους και των φυγάδων». Από τους επτά που αναφέρει για το χωριό μου οι περισσότεροι είναι φυγάδες. Στο επόμενο κεφάλαιο παραθέτει τα ονόματα αυτών που σκοτώθηκαν στην επανάσταση του ’21. Από το χωριό μου ήσαν εννιά.
 Για την Επισκοπή αναφέρει και ένα Νικολή Τιμουρτζή, που σε σημείωση ο Σταυρινίδης, ο μεταφραστής των τουρκικών αρχείων από τον οποίο παίρνει τα στοιχεία ο Ζουγλάκης, γράφει: Δερμιτζάκης, υφίσταται, έφυγε. Σπίτι 1 κ.λπ.
  Μήπως εμείς οι Δερμιτζάκηδες παλιά λεγόμασταν Τιμουρτζήδες; Τιμούρ, υπόψη, είναι ο Ταμερλάνος. Σε ένα ρώσικο σήριαλ που έβλεπα παλιά, ένα πρόσωπο λεγόταν Τιμούρ.
  Διαβάζω: «… όλα τα μουσουλμανικά επίθετα έχουν κατάληξη σε -άκης» (σελ. 256), και λίγο πιο κάτω ο Ζουγλάκης παραθέτει ένα σωρό τούρκικα ονόματα που τελειώνουν σε -άκης. Είχα διαβάσει ότι οι τούρκοι πρόσθεσαν στα επίθετά μας το -άκης σαν υποτιμητικό, πράγμα που ο κατάλογος αυτός διαψεύδει, όπως και ο κατάλογος με τα ονόματα των χριστιανών από τα οποία λίγα τελειώνουν σε -άκης. Δεν αποκλείεται όμως οι τούρκοι αυτοί να ήταν απόγονοι εκμουσουλμανισμένων χριστιανών.
  Εξαιρετικό το βιβλίο αυτό του Ζουγλάκη, η τέταρτη έκδοσή του μαρτυρεί ότι είναι ένα μίνι μπεστ σέλερ για τα τοπικά δεδομένα. Εύχομαι να είναι καλοτάξιδο.  
 

Wim Wenders, Lisbon story (1994)


Wim Wenders, Lisbon story (1994)


  Επέλεξα να μη γράψω για την επόμενη ταινία του Βέντερς αλλά για την «Λισαβονέζικη ιστορία» μια και, όπως διαβάζω στον σύνδεσμο της βικιπαίδειας, αποτελεί εν μέρει συνέχεια της «Κατάστασης των πραγμάτων». Και εδώ έχουμε την αναζήτηση, όμως όχι του παραγωγού αλλά του σκηνοθέτη. Το ίδιο πρόσωπο και στους δυο ρόλους, ο Patrick Bauchau, που και στις δυο ταινίες έχει το όνομα Φρίντριχ. Τον αναζητεί ο μηχανικός ήχου.
  Και οι δυο ταινίες εκφράζουν τις αισθητικές αντιλήψεις του Βέντερς εκείνης της εποχής. Η εικόνα είναι το παν, το στόρι είναι η πρόφαση. Βλέπουμε εικόνες από τη Λισαβώνα καθώς την περιδιαβαίνει σε αναζήτηση του Φρίντριχ, καταγράφοντας όμως ταυτόχρονα ήχους από διάφορες πηγές. Συχνή παρέα του τέσσερα παιδιά, τρία κορίτσια και ένα αγόρι. Το αγόρι και το ένα κορίτσι (μπορεί και δυο, δεν θυμάμαι) φιλμάρουν συνεχώς με τις βιντεοκάμερές τους. Θα δούμε και σε μια σύντομη εμφάνιση τον μεγάλο πορτογάλο σκηνοθέτη Μανουέλ ντε Ολιβέιρα, καθώς και ένα λαϊκό συγκρότημα, τους Madredeus. Εξαιρετική η τραγουδίστριά τους, και πανέμορφη, το λέει και ο μηχανικός ήχου. Κάποια στιγμή όμως σκέφτηκα ότι τώρα θα είναι πενηντάρα και μελαγχόλησα. Δεν εποίησε τα πάντα εν σοφία. Θα μπορούσε να μας καθηλώνει εμφανισιακά στην ηλικία των τριάντα, και μετά ας μας έπαιρνε οπότε ήθελε.
  Τον Φρίντριχ θα τον συναντήσει μόλις δεκαπέντε λεπτά πριν τελειώσει η ταινία, και θα τον πείσει να συνεχίσει την ταινία του, που είχε αποφασίσει να την παρατήσει.
  Νόμιζα ότι θα τη βαριόμουνα την ταινία, όμως όχι. Ένας λόγος είναι ότι υπάρχουν άφθονες πινελιές χιούμορ, κυρίως στην αρχή.
  Συμφωνώ με τον Syd Field, πλοκή με το απαραίτητο σασπένς είναι η σίγουρη συνταγή για την επιτυχία. Εδώ η πλοκή είναι υποτυπώδης και το σασπένς του να βρεθεί ο Φρίντριχ πολύ αδύναμο. Όμως ο Βέντερς κάνει εδώ ένα μεγάλο συμβιβασμό: εγκαταλείπει το ασπρόμαυρο του οποίου είναι λάτρης για το έγχρωμο. Αλλά είχε ήδη κάνει το συμβιβασμό και σε σχέση με την πλοκή, με την ταινία του «Παρίσι-Τέξας», η οποία γυρίστηκε μετά την «Κατάσταση των πραγμάτων» και γνώρισε μεγάλη επιτυχία.
  Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την ταινία «Η κατάσταση των πραγμάτων».
 

Tuesday, September 17, 2019

Monday, September 16, 2019

Aleksandr Buravskiy (Александр Буравский), Leningrad (Ленинград, 2009)


Aleksandr Buravskiy (Александр Буравский), Leningrad (Ленинград, 2009)

 

  Ο χωροχρόνος είναι το πολιορκημένο Λένινγκραντ. Όμως οι πολεμικές σκηνές είναι ελάχιστες, τις περισσότερες τις βλέπουμε στην αρχή. Η ταινία παρουσιάζει κυρίως το δράμα των κατοίκων που υπέφεραν από την πείνα. Ο ανεφοδιασμός δύσκολος, οι μερίδες που δίνονταν με κουπόνια συνεχώς μειώνονταν, η ζωοφαγία (εξαντλημένα άλογα) και η ανθρωποφαγία άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους. Ευτυχώς κάποια στιγμή η λίμνη πάγωσε οπότε μπορούσαν να τη διασχίσουν φορτηγά εφοδιάζοντας έτσι την πόλη με τρόφιμα. Όμως στο μεταξύ πάνω από ένα εκατομμύριο κάτοικοι είχαν πεθάνει.

  Το φόντο αυτό μας δίνεται μέσα από την ιστορία μιας αγγλίδας δημοσιογράφου που παγιδεύτηκε στο Λένινγκραντ. Μια στρατιωτικίνα θα της προσφέρει καταφύγιο. Και αρχίζει μια περιπέτεια, αρχικά γιατί καταγράφηκε ως νεκρή και στη συνέχεια γιατί οι αρχές έμαθαν ότι είναι κόρη ενός λευκοφρουρού στρατηγού, βγάζοντας αμέσως το συμπέρασμα ότι είναι κατάσκοπος.

  Είδαμε και το δίλλημα μιας μάνας, ποιο από τα δυο παιδιά της να σώσει, δίλημμα πάνω στο οποίο στηρίζεται η ταινία του Φενγκ Σιαογκάνγκ «Aftershock».

  Και η δημοσιογράφος είχε δίλημμα, να φύγει ή να μείνει για να φροντίσει τον μικρό, μεγαλοφυία στο σκάκι, αυτόν που είχε αποφασίσει να «θυσιάσει» η μητέρα του για χάρη της αδελφής του.

  Ακούσαμε για κάποια δευτερόλεπτα μια συμφωνία του Μπετόβεν, όμως εγώ περίμενα να ακούσω την 7η συμφωνία του Ντμίτρι Σοστακόβιτς, την επονομαζόμενη «Του Λένινγκραντ», που η δεύτερη εκτέλεσή της έγινε στο πολιορκημένο Λένινγκραντ στις 9 Αυγούστου 1942 και μεταδόθηκε παγκόσμια ραδιοφωνικά, με «υπόκρουση» βόμβες που έσκαγαν.  

  Αξίζει να το σημειώσω αυτό: Ψάχνοντας το αγγλικό λήμμα της βικιπαίδειας διαβάζω ότι, όταν ρωτήθηκε αν πιστεύει στο Θεό, απάντησε: Όχι, και λυπάμαι πολύ γι’ αυτό.

  Ας γράψω και αυτό εδώ:

 Όσοι με διαβάζουν ξέρουν ότι κάποιες φορές αυτοβιογραφούμαι.

  Τέλη δεκαετίας του ’70. Σαν μέλος ενός αριστερού γκρουπούσκουλου έκανα μια εκδήλωση στο «Κέντρο Ζωής και Πολιτισμού» που είχαμε στη Δάφνη, μαζικός φορέας, υποτίθεται αχρωμάτιστος πολιτικά. Στην εκδήλωση αυτή χρησιμοποίησα την 7η συμφωνία του Σοστακόβιτς. Τιμωρήθηκα με επίπληξη γιατί, λέει, χρωμάτισα πολιτικά το κέντρο.

Ήταν μια εποχή που φοβόμασταν και τη σκιά μας. Αδρανειακό φαινόμενο, πριν λίγο είχε πέσει η δικτατορία.