Book review, movie criticism

Sunday, August 9, 2015

Laurence Sterne, Τρίστραμ Σάντι



Laurence Sterne, Τρίστραμ Σάντι (μετ. Έφη Καλλιφατίδη), Gutenberg 1992, σελ. 743

  Ας ξεκινήσουμε ανορθόδοξα, παραθέτοντας ένα απόσπασμα από την εισαγωγή, την οποία υπογράφει η μεταφράστρια ΈφηΚαλλιφατίδη: «Τι μένει; Το γέλιο. Η χαρά της ζωής. Ανάμεσα στη γέννηση και στο θάνατο, ο Sterne ανακηρύσσει το γέλιο πανάκεια απέναντι σ’ όλες τις συμφορές της ζωής».
  Το σχόλιό μου θα είναι μια παράφραση ενός γνωστού σλόγκαν: Γελάτε γιατί χανόμαστε.
  Και πάμε στο ίδιο το βιβλίο.
  Όπως θα καταλάβατε ήδη από το απόσπασμα το οποίο παραθέσαμε, πρόκειται για κωμωδία. Μια κωμωδία όμως η οποία είναι γραμμένη επίσης με ανορθόδοξο τρόπο. Ο Τρίστραμ Σάντι είναι ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, όμως ελάχιστα μιλάει για τον εαυτό του. Τα περισσότερα που λέει για τον ίδιο αναφέρονται στις συνθήκες πριν και κατά τη γέννησή του. Κύριο πρόσωπο του έργου είναι ο θείος Τόμπι, ένας καλοκάγαθος και αξιαγάπητος εργένη.  
  Δεν πρόλαβε να μιλήσει περισσότερο για τον Τρίστραμ που είναι η περσόνα του εαυτού του, τον πρόλαβε ο θάνατος. Το σχέδιό του ήταν να γράφει δυο τόμους το χρόνο, όμως το βιβλίο έμεινε ημιτελές, όπως και ο «Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» του Ρόμπερτ Μούσιλ.
  Παρέκβαση:
  Ψάχνοντας την ανάρτησή μου για να παραθέσω τον σύνδεσμο την ξαναδιάβασα, και φυσικά βρήκα πράγματα που είχα ξεχάσει. Λυπάμαι που δεν έγραφα και για τα έργα που είχα διαβάσει παλιά, όπως και για τις ταινίες που είχα δει. Ευτυχώς που μετά ήλθε το κίνητρο: έστω κι αν με διαβάζουν μόνο δέκα άτομα στο blog μου αξίζει να γράφω.
  Και ο «Τρίστραμ Σάντι» είναι γεμάτος παρεκβάσεις. Γι’ αυτές γράφει ο Στερν:
  «Οι παρεκβάσεις είναι, χωρίς αμφιβολία, η λιακάδα· - είναι η ψυχή και η ζωή του διαβάσματος· -βγάλτε τες απ’ αυτό το βιβλίο, ας πούμε, -είναι σαν να πετάτε και το ίδιο το βιβλίο· - ένας παγερός ατέλειωτος χειμώνας θα βασιλέψει σε κάθε του σελίδα· δώστε τες ξανά στο συγγραφέα·- και προβάλλει καμαρωτός σα γαμπρός, -χαιρετά τα πλήθη· σας χαρίζει την ποικιλία και δεν αφήνει την όρεξή σας να κορεστεί» (σελ. 78).
  Κι εγώ κάνω συχνές παρεκβάσεις στα κείμενά μου. Κάποιες φορές είναι ένα σχετικό ανέκδοτο που μου έρχεται στο μυαλό (ναι, έχω κι εγώ την ίδια αντίληψη με τον Λώρενς για το γέλιο).
  Και για του λόγου το αληθές:
  Είναι εκτενές το απόσπασμα (σελ. 723-724) και γι’ αυτό θα το δώσω περιληπτικά.
  Ο θείος Τόμπι τραυματίστηκε σε μια πολιορκία «στον βουβώνα» (εμείς θα λέγαμε στα αχαμνά). Έμεινε τρία χρόνια στο κρεβάτι ώσπου καβάλησε το ΞΥΛΙΝΟ ΑΛΟΓΑΚΙ, που δεν είναι παρά η μεταφορά που χρησιμοποιεί ο Στερν για να δηλώσει κάθε ανόητο πάθος, που όμως είναι ευεργετικό για την ψυχική υγεία, που παρασύρει και τη σωματική. Το πάθος που ανέπτυξε ο θείος Τόμπι ήταν η ενασχόλησή του με τα οχυρωματικά έργα. Μάλιστα με τη βοήθεια της ορντίναντσας του έστησε σε μικρογραφία, σε ένα μικρό κομμάτι γης, το οχυρό και τα οχυρωματικά του έργα στην πολιορκία του οποίου πληγώθηκε. Η χήρα Γουάντμαν στην οποία τον προξενεύουν, θέλει να είναι σίγουρη ότι δεν έχει μείνει ανίκανος. Τον ρωτάει διερευνητικά πού πληγώθηκε. Αυτός της δείχνει το σημείο στα οχυρωματικά έργα. Η χήρα ντράπηκε να διευκρινίσει τι ακριβώς εννοούσε.
  Και το ανέκδοτο που θυμήθηκα.
  Ο κύριος οδηγεί, η γυναίκα κάθεται δίπλα του. Κάποια στιγμή του λέει.
  -Αν σου δείξω σε ποιο σημείο έκανα εγχείρηση στο στήθος μου, θα μου δώσεις 10 ευρώ;
  -Μα και βέβαια.
  Ανοίγει την μπλούζα της και του δείχνει μια ουλή στο αριστερό βυζί της. Αυτός της δίνει τα 10 ευρώ. Και σε λίγο:
  -Αν σου δείξω πού έκανα εγχείρηση σκωληκοειδίτιδα θα μου δώσεις 20 ευρώ;
  -Φυσικά, της απαντάει.
  Αυτή κατεβάζει τη φούστα της και του δείχνει στην κοιλιά της την τομή.
  Μετά από κάμποση ώρα.
  -Αν σου δείξω πού έκανα αφαίρεση πολύποδα της μήτρας θα μου δώσεις 100 ευρώ;
  Πολλά τα λεφτά, αλλά τα άξιζαν.
  -Και βέβαια θα σου τα δώσω, δείξε μου.
  Εκείνη την ώρα το αυτοκίνητο περνούσε έξω από τον Ευαγγελισμό.
  -Εκεί, του λέει, στον Ευαγγελισμό, και του δείχνει το νοσοκομείο.   
  Όμως να κλείσουμε με τις παρεκβάσεις.
  Ο θάνατος με την αρρώστια που προηγήθηκε ήταν η αιτία που τα έργα των δυο αυτών μεγάλων συγγραφέων έμειναν ημιτελή. Τελικά μόνο 9 τόμοι εκδόθηκαν ενώ ο Στερν ήλπιζε ότι θα έγραφε δυο τόμους το χρόνο, μέχρι να γεράσει.
  Το έργο το διάβασα όταν ήμουν στο νοσοκομείο (της Ιεράπετρας, όχι στον Ευαγγελισμό), πιο πάνω έγραψα αυτά που θυμόμουν, καλύτερα να συνεχίσω με παράθεση αποσπασμάτων.
  Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο θα παραθέσω πάλι ένα απόσπασμα από την εισαγωγή:
  «…ο μεγαλύτερος κριτικής της εποχής, ο δόκτωρ Τζόνσον, έλεγε: -Τίποτε το αλλόκοτο δεν μπορεί να διαρκέσει αιώνια. Ο Τρίστραμ Σάντι δεν άντεξε» (πρώτη σελίδα).
  Το έχω ξαναγράψει σε σχέση με τη λογοτεχνία, «περί ορέξεως κολοκυθόπιτα». Όποιος την όρεξή του την αναγορεύει σε κριτικό θέσφατο, ε, θα αντιμετωπίσει κάποια στιγμή και τις συνέπειες. Ο Τρίστραμ Σάντι άντεξε, σε πείσμα της κριτικής οξυδέρκειας του Τζόνσον.
  Δεν θα πρέπει να ήταν ο μόνος που είχε αυτή τη γνώμη γιατί ο Λώρενς, αυτό το θυμάμαι, κάνει αρκετά σαρκαστικά σχόλια για τους κριτικούς.
  Το «Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα» είναι σε χαμηλό υφολογικό επίπεδο, όχι όμως και το λατινικό που συναντάω στην επόμενη υπογράμμισή μου στο βιβλίο: De gustibus non est disputandum.
  Αλήθεια, για τον «Δον Κιχώτη» τι γνώμη είχε ο Τζόνσον; Ο Στερν υποκλίνεται, αρκετές φορές μέσα στο έργο του, στον Θερβάντες.
  «…Είναι γνωστό ως επιμονή, όταν είναι δικαιολογημένο, και ως ξεροκεφαλιά, όταν είναι αδικαιολόγητο» (σελ. 49).
  Το δικαιολογημένο ή το αδικαιολόγητο θα κριθεί βέβαια από το αποτέλεσμα. Όμως όλοι αποφαίνονται εκ των προτέρων γι’ αυτό το αποτέλεσμα, κρίνοντας τον ενεργούντα ως ξεροκέφαλο ή ως επίμονο.
  Αλήθεια, ο Τσίπρας ήταν ξεροκέφαλος ή επίμονος στη διαπραγμάτευση;
  «Ο Πλίνιος ο Νεότερος δηλώνει ότι ουδέποτε διάβασε βιβλίο οσοδήποτε κακό, χωρίς να έχει κάποιο όφελος» (σελ. 63).
  Σίγουρα, αν το όφελος δεν ξεπερνά τη ζημιά από το χάσιμο του χρόνου για το διάβασμά του. Με την προϋπόθεση βέβαια ότι θα διαβάσεις ένα άλλο, καλύτερο βιβλίο. Γιατί αν είναι τον χρόνο αυτό να τον σπαταλήσεις βλέποντας τηλεόραση…
  «Σας παρακαλώ, πώς λεγόταν εκείνος ο άνθρωπος, -διότι γράφω τόσο βιαστικά που δεν προλαβαίνω να θυμηθώ ή να ψάξω…» (σελ. 68).
  Έτσι είμαι κι εγώ. Δεν ψάχνω πέρα από τη google. Βέβαια αν στην εποχή του Στερν υπήρχε google δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι θα έψαχνε κι αυτός-μόνο στη google.  
  Διαβάζουμε:
  «Αν και όλ’ αυτά μας πήραν αρκετό χρόνο στην αφήγηση, στην πραγματικότητα δεν διήρκεσαν πολύ περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν ο Γαμίκουλους να βγάλει το κάστανο και να το πετάξει με δύναμη στο πάτωμα-και ο Γιόρικ να σηκωθεί από την καρέκλα του και να το πάρει» (σελ. 364).
  Είναι μια σπάνια περίπτωση, κατά την οποία ΧΑ>ΧΙ (ο χρόνος της αφήγησης είναι μεγαλύτερος από το χρόνο της ιστορίας. Σχεδόν πάντα είναι το αντίθετο, ενώ είναι ίσος στους διαλόγους). Μια τέτοια περίπτωση βρήκα και στον «Λόρδο Τζιμ» του Κόνραντ.
  Αυτός είναι ο Λώρενς Στερν, και αυτός ο Τρίστραμ Σάντι. Εξαιρετικοί και οι δυο.
  Είδαμε και την ταινία Tristram Shandy: a cock and bull story (2005), μια κωμωδία που κινείται σε δυο επίπεδα: το ένα είναι το βιβλίο του Στερν που υποτίθεται ότι γυρίζεται σε ταινία, και το άλλο είναι οι σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στους ηθοποιούς που συμμετέχουν στο γύρισμα. Λεπτό, έξυπνο, αλλά και κατά τόπους χοντροκομμένο χιούμορ. Πολύ καλή ταινία.
  Και μια σημείωση: το όνομα του συγγραφέα το βάζω πάντα με λατινικούς χαρακτήρες, εδώ και καιρό, ακόμη και αν στο βιβλίο είναι στα ελληνικά, όπως σ’ αυτό εδώ. Έτσι μπορούν να βρουν οι μηχανές αναζήτησης το κείμενό μου. Προχθές είδα ένα σχόλιο στην ανάρτησή μου για μια ιρανική ταινία. Ποιος έκανε το σχόλιο; Ο εγγονός του σκηνοθέτη, που ψάχνοντας για τον παππού του στο διαδίκτυο έπεσε πάνω στην ανάρτησή μου.
Post a Comment