Book review, movie criticism

Thursday, November 28, 2019

Agnés Varda, Varda by Agnés (2019).


Agnés Varda, Varda by Agnés (2019).


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Φέτος, στις 29 Μαρτίου, στα ενενήντα της, μας έφυγε η Αγνή Βάρδα. Πατέρας της ήταν ο Ευγένιος Βάρδας, μηχανικός, πρόσφυγας μικρασιάτης που κατέφυγε στο Βέλγιο με την οικογένειά του.
  Πριν φύγει πρόλαβε και γύρισε την τελευταία της ταινία στην οποία μιλάει για τη ζωή της, αλλά κυρίως για το έργο της. Την ελληνική της καταγωγή την μαθαίνουμε από την αρχή. Μας λέει η Varda ότι όταν ήταν στο Σαν Φρανσίσκο, για κάποιο φεστιβάλ, ένας φίλος της τής είπε ότι ίσως γνωρίζει ένα ζωγράφο Varda που ζει σε μια βάρκα. Μια Τετάρτη πήγαν να τον δούνε. Τόσο ενθουσιάστηκε από την συνάντηση, ώστε έκανε ένα φιλμάκι γι’ αυτόν, εντελώς πρωτοποριακό, από το οποίο μας παρουσίασε ένα μικρό τμήμα. Βάζει τον ζωγράφο και τη ρωτάει πρώτα στα γαλλικά, μετά στα αγγλικά, και τέλος στα ελληνικά, επαναλαμβάνοντας κάθε φορά τη σκηνή της συνάντησης: Είσαι η κόρη του Ευγένιου Βάρδα; Για να συνεχίσει γαλλικά: τότε είσαι ανιψιά μου. Την αρχή της ταινίας όπου υπάρχει αυτό το απόσπασμα μπορείτε να τη δείτε στο youtube.
   Η Varda μας μιλάει για τις ταινίες της. Για την ταινία της «Κλεό από τις 5 έως τις 7» μας λέει ότι γυρίστηκε μετά από πρόταση του παραγωγού, που όμως διέθετε πολύ περιορισμένη χρηματοδότηση. Η περίπτωση της ταινίας αυτής αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι ο χαμηλός προϋπολογισμός δεν εμποδίζει μια ταινία να είναι αριστούργημα. Τόσο αυτή όσο και η «Ευτυχία» προβλήθηκαν πρόσφατα σε επανεκδόσεις. 
  Αγνοούσα τις υπόλοιπες δραστηριότητες της Varda, όπως για παράδειγμα ότι ήταν έξοχη φωτογράφος. Ανάμεσα στις φωτογραφίες που πήρε (Ιονέσκο, Νταλί, Κατρίν Ντενέβ, Τσε Γκουεβάρα, κ.λπ.) ήταν και ενός Mario Prassinos. Να ρωτήσω τον φίλο μου τον Κώστα αν είναι συγγενής του.
  Έκανε επίσης και ντοκιμαντέρ. Πολύ θα ήθελα να δω το ντοκιμαντέρ με τους φτωχούς εκείνους που μαζεύουν από τα πεταμένα τρόφιμα, αλλά και εκείνους που μαζεύουν τις πατάτες που αφήνουν οι μηχανές συλλογής τους. Μου θύμισε το δικό μας ραντολόι (γράφω για αυτό στο βιβλίο μου «Το χωριό μου, από την αυτοκατανάλωση στην αγορά», αλλά να μην παραθέσω απόσπασμα, οι παλιοί τουλάχιστον θα θυμάστε την «Σταχομαζώχτρα» του Παπαδιαμάντη).
  Επίσης είναι και επινοητική καλλιτέχνις. Έκανε κι αυτή ραντολόι μαζεύοντας πατάτες, από τις οποίες έφτιαξε υπέροχα τρίπτυχα. Σε αρκετές από τις καλλιτεχνικές κατασκευές της χρησιμοποίησε κινηματογραφικό υλικό, με ένα εντελώς πρωτότυπο τρόπο. Είναι τόσο εντυπωσιακές οι κατασκευές της, που και μόνο γι’ αυτές θα σας συνιστούσα να δείτε την ταινία.
   
   

Monday, November 25, 2019

Άντον Τσέχοφ, Η ζωή μου

Άντον Τσέχοφ, Η ζωή μου (μετ. Αντρέας Σαραντόπουλος) Ζαχαρόπουλος 1979, σελ. 368

  Το ήξερα βέβαια ότι ο τίτλος ενός βιβλίου είναι πολύ σημαντικός για την κυκλοφορία του, όμως ο εκδότης μου μού τόνισε ότι είναι ΠΑΡΑ πολύ σημαντικός. Αυτός είναι και ο λόγος που τόσο διαφωνήσαμε για τον τίτλο της συλλογής διηγημάτων μου. Αυτός επέμενε να μπει το «Φραγκιό», εγώ ήθελα «Όνειρο εαρινής νυχτός». Υποχώρησα. Είχε δίκιο, ήταν πολύ πιασάρικος ο τίτλος του, όμως εγώ αντιμετώπισα κάποια προβλήματα με την οικογένεια του Φραγκιού.
  Ο Ζαχαρόπουλος όμως το παράκανε, βάζοντας ένα παραπλανητικό τίτλο για να τραβήξει αγοραστές. Εγώ βέβαια το βιβλίο το δανείστηκα από το φίλο μου το Γιώργη τον Μανιαδάκη.
  Ποια ήταν η παραπλάνηση;
  Νόμισα ότι ήταν η αυτοβιογραφία του Τσέχωφ, και γι’ αυτό το ξεκίνησα αμέσως μόλις τέλειωσα τον «Βέρθερο». Τελικά τίποτα τέτοιο. «Η ζωή μου» ήταν ένα από τα τέσσερα διηγήματα του βιβλίου.
  Διαβάζοντας και τις «Βασικές χρονολογίες της ζωής και της δράσης του Α.Π. Τσέχοφ» όπου αναφέρονται οι συναντήσεις του με τον Τολστόι συνειδητοποίησα ακόμη περισσότερο ότι αυτός και ο Τολστόι ήταν αδελφές ψυχές. Δεν είναι μόνο η κοινωνική τους δράση (ο Τσέχωφ έκτισε ένα σωρό σχολεία), αλλά και κάποιες κοινές θεματικές στα έργα τους.
  Στη «Ζωή μου» ο ήρωας εγκαταλείπει το μικροαστικό του βόλεμα, ή μάλλον το αριστοκρατικό του βόλεμα, και γίνεται απλός εργάτης, προς μεγάλη του απογοήτευση του πατέρα του που είναι ευγενής. Όμως και η κοπέλα που θαυμάζει την ασυμβίβαστη στάση του και τον παντρεύεται, δεν αντέχει και τον παρατάει. Και βέβαια μου θύμισε τον «Πάτερ Σέργιο» του Τολστόι, που κι αυτός παρατάει την αριστοκρατική ζωή του για να γίνει μοναχός.
  Για το επόμενο διήγημα έχω γράψει ήδη, καθώς εμπεριέχεται στη συλλογή «Διηγήματα» των εκδόσεων «Βιβλιοθήκη για όλους». Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα.
  Ο «Θάλαμος 6» είναι ο θάλαμος των τρελών. Ο γιατρός Αντρέι Εφίμιτς τους περιθάλπει. Από αυτούς ξεχωρίζει τον Ιβάν Ντμίτριτς, έναν μορφωμένο νέο που σκληρά κτυπήματα της μοίρας τον οδήγησαν στην ψυχολογική του κατάρρευση. Ο γιατρός που κάνει μια μονήρη ζωή τον επισκέπτεται συχνά, καθώς στην μικρή επαρχιακή πόλη που ζει δεν μπορεί να συναντήσει άλλον εξίσου πνευματώδη συνομιλητή. Μέσα από τις συνομιλίες τους ο Τσέχωφ εκθέτει αντιλήψεις για τα θεμελιώδη μεταφυσικά και υπαρξιακά προβλήματα που απασχολούν κατά καιρούς τους ανθρώπους, τις οποίες δεν θα μπορούσε να εκθέσει, τουλάχιστον τόσο εκτενώς, στα μικρότερα διηγήματά του, που η έκτασή τους σπάνια ξεπερνάει τις πέντε σελίδες. Έτσι διαβάζουμε για την αθανασία αλλά και για την στωική αυτάρκεια, για τα ανθρώπινα πεπρωμένα αλλά και για τη μοναξιά.
  Η μοναξιά δεν είναι μια αναπόδραστη υπαρξιακή συνθήκη όπως θέλουν οι υπαρξιστές φιλόσοφοι αλλά μια κατάσταση μακαριότητας. Δεν ξέρω κατά πόσο ο Τσέχωφ συνηγορούσε με τον ήρωά του, πάντως γράφει τις παρακάτω ιερόσυλες γραμμές:
  «Ο γιατρός σκέφτηκε πως ο Εωσφόρος είχε προδώσει το Θεό από τη λαχτάρα του για τη μοναξιά. Οι άγγελοι πετούσαν όλοι τσούρμο και δεν μπορούσαν να χαρούν αυτή την ψυχική μακαριότητα» (σελ. 67).
   Όμως αυτή η μοναξιά έχει πλήξει την ψυχική ισορροπία του γιατρού. Οι άλλοι αρχίζουν να βλέπουν με καχυποψία αυτά τα πολύωρα ξεμοναχιάσματα με τον τρελό. Το αποτέλεσμα είναι να καταλήξει και ο ίδιος τρόφιμος στον θάλαμο 6.
  Δεν αποκλείεται να επηρεάστηκε, συνειδητά ή ασυνείδητα, από αυτό το διήγημα ο Ken Kesey, που πάνω στο μυθιστόρημά του και τη θεατρική του διασκευή στηρίχτηκαν οι σεναριογράφοι για να γράψουν το σενάριο της «Φωλιάς του κούκου» που γύρισε ο Μίλος Φόρμαν».
  Το τρίτο διήγημα έχει τον τίτλο «Φώτα». Δημοσιευμένο το 1888, υποπτεύομαι ότι αποτέλεσε, αν όχι την πηγή έμπνευσης, σίγουρα μια από τις πηγές έμπνευσης της «Ανάστασης» του Τολστόι, που δημοσιεύτηκε έντεκα χρόνια αργότερα. Και εδώ ο ήρωας αποπλανεί την κοπέλα. Αυτή είναι φουλ ερωτευμένη μαζί του. Την εγκαταλείπει. Η κοπέλα βέβαια δεν γίνεται πόρνη, όπως η ηρωίδα του Τολστόι, ούτε έχει καμιά καταδίκη. Όμως ο ήρωας νιώθει αργότερα φοβερές τύψεις.
  «…δηλαδή τότε που οι τύψεις με ξανάφεραν στο Ν. όπου ειλικρινά μεταβλήθηκα μπροστά στην Κίσοτσκα, της ζήτησα σαν πιτσιρίκος συγνώμη κι έκλαψα μαζί της… [οι τελίτσες του Τσέχωφ]
  Ο Ανάνιεφ έκανε μια σύντομη περιγραφή της στερνής του συνάντησης με την Κίσοτσκα και σώπασε» (σελ. 239).  
  Κρίμα που ο Τσέχωφ ξεπέταξε κυριολεκτικά αυτό το επεισόδιο, το οποίο στον Τολστόι θα ήταν κορυφαίο και θα του είχε δώσει πολύ μεγάλη έκταση. 
  Και για το τελευταίο διήγημα έχω ήδη γράψει, καθώς εμπεριέχεται στη συλλογή «Διηγήματα», έκδοση του Βήματος. Παραθέτω επίσης το σχετικό απόσπασμα.
  «Το ίδιο παγιδευμένος είναι και ο Λάπτεβ στο τελευταίο διήγημα «Τρία χρόνια», όταν αναγκάζεται να αναλάβει την εμπορική επιχείρηση του πατέρα του, ο οποίος έχει γεράσει και έχει σχεδόν τυφλωθεί, ενώ ο αδελφός του, καταρρέοντας ψυχολογικά, έχει πεθάνει στο άσυλο από ανίατη ασθένεια. Άλλα η ψυχή του λαχταρούσε, όπως θα έλεγε και ο Καβάφης. Όμως μέσα στη μεγαλοαστική ρουτίνα της ζωής του θα καταφέρει τελικά να κερδίσει μια κάποια αγάπη από τη γυναίκα του, η οποία τον παντρεύτηκε χωρίς να τον αγαπά.
  Φέτα ζωής είναι αυτό το εκτενές διήγημα καθώς, χωρίς σασπένς, μας παρουσιάζει τις ζωές τόσο των αφεντικών όσο και των υπαλλήλων τους. Μαθαίνοντας κάτω από τι εξαθλιωμένες συνθήκες ζούσαν δεν απορούμε για την επιτυχία της οκτωβριανής επανάστασης.
  Διαβάζουμε:
  «…ένας Θεός ξέρει γιατί πάντα μετανιώνουμε για κάτι, πάντα λαχταράμε κάτι…» (σελ. 310).
  Οι περισσότεροι ήρωες του Τσέχωφ σχεδόν πάντα αμφιταλαντεύονται στις αποφάσεις τους, σχεδόν πάντα μετανιώνουν (τόσο ο Λάπτεβ όσο και η γυναίκα του έχουν μετανιώσει που παντρεύτηκαν, όπως και ο Αγκνιόφ στη «Βέροτσκα», που δεν ανταποκρίθηκε αμέσως στην αγάπη της παρά όταν ήταν πια αργά). Η απογοήτευση και η έλλειψη κάθε ελπίδας τους χαρακτηρίζει επίσης. «Όπως κι να ’χει το πράγμα θα αναγκαστούμε να αποχαιρετίσουμε κάθε σκέψη για ευτυχία… Δεν υπάρχει. Δεν την ένιωσα ποτέ, και υποθέτω ότι δεν υπάρχει καν. Κι όμως, μια φορά στη ζωή μου ένιωσα ευτυχισμένος, όταν καθόμουν τη νύχτα κρατώντας το παρασόλι σου» (σελ. 320), λέει ο Λάπτεβ στη γυναίκα του.
  Και θυμήθηκα μια μαντινιάδα που άρεσε πολύ στον Μανόλη τον Πρατικάκη, και μας την είπε σε μια μάζωξη στο σπίτι του:
  Η ευτυχία είντα θαρρείς πως είναι κατά βάθος;
  Λίγες στιγμές απ’ τη ζωή που κάνει ο πόνος λάθος».
  Αυτό το διήγημα είναι τυπικά τσεχωφικό. Υπάρχει η αφηγηματική αναμονή ότι η γυναίκα του, μια και δεν τον αγαπά, θα τον κερατώσει. Όμως δεν συμβαίνει τίποτα τέτοιο. Η γυναίκα αποδέχεται αυτή τη ζωή, συμβιβάζεται, φοβάται ότι δεν θα βρει τίποτα καλύτερο (ίσως να διάβασε και την «Άννα Καρένινα»), φτάνει μάλιστα στο σημείο να αγαπήσει λίγο τον άντρα της, με την αγάπη των παντρεμένων έπειτα από χρόνια, μετά τον πρώτο τους έρωτα.
  Η σάτιρα είναι κυρίαρχη στα διηγήματα αυτά, και το ελαφρό χιούμορ ένα χαρακτηριστικό υφολογικό τους στοιχείο, ιδιαίτερα στο πρώτο διήγημα, πράγμα που μου άρεσε ιδιαίτερα. Ακόμη βλέπω έναν Τσέχωφ ιδιαίτερα αριστοτέχνη στις προσωπογραφίες των ηρώων του, ενώ ένα μεγάλο μέρος το αφιερώνει σε πλατωνικές συζητήσεις πάνω σε διάφορα θέματα.
  Και τώρα κάποια αποσπάσματα.
  «Μέσα σ’ όλη την πόλη δεν ήξερα ούτ’ ένα τίμιο άνθρωπο. Ο πατέρας μου δεχόταν «λαδώματα» και φανταζόταν πως αυτό γίνεται από σεβασμό στη σοφία του· οι μαθητές, για να περνάνε τις τάξεις, έπεφταν στα πόδια των δασκάλων τους-κι αυτοί τους έπαιρναν γενναία ποσά· η σύζυγος του στρατιωτικού διοικητή δεχόταν χρήματα από κληρωτούς, ακόμη και τραπεζώματα… τις μέρες της στρατολογίας λαδωνόντουσαν και οι γιατροί, ενώ ο αστίατρος και ο κτηνίατρος έκαναν το ίδιο με τους χασάπηδες και τους ταβερνιάρηδες…» (σελ. 21).
  Το εφέ αυτό της απαρίθμησης κρατάει μισή σελίδα, ενώ η άλλη μισή συνεχίζεται με σχόλια πάνω στο λάδωμα.
  «Κάποια γυναίκα έσκουζε και, σαν για ειρωνεία, ούρλιαξε στην καπνοδόχο ο αέρας στον ίδιο τόνο» (σελ. 96).
  Ένα δείγμα του λεπτού χιούμορ του Τσέχωφ.
  «…τιμωρήθηκε με μαστίγωμα…» (σελ. 122).
  Τελικά λάθος συμπέρασμα έβγαλα από την υποσημείωση στις «Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων», ότι δηλαδή όταν έγραφε το βιβλίο ο Ντοστογιέφσκι το μαστίγωμα είχε καταργηθεί.
  «Κι αν θεωρήσουμε πως ο σκοπός της ιατρικής είναι ν’ ανακουφίσει τον πόνο με τα φάρμακα, τότε γεννιέται αθέλητα το ερώτημα: γιατί να τον ανακουφίσουμε; Πρώτο, λένε ότι ο πόνος οδηγεί τον άνθρωπο στην τελειότητα, και δεύτερο, αν ο άνθρωπος μάθει πραγματικά ν’ ανακουφίζει τον πόνο του με χάπια και σταγόνες, τότε θα πετάξει τελείως τη θρησκεία και τη φιλοσοφία όπου ως τώρα έβρισκε όχι μόνο προστασία από τη δυστυχία, μα ακόμη και ευτυχία. Ο Πούσκιν, πριν να ξεψυχήσει, πονούσε φοβερά, ο φουκαράς ο Χάινε έμεινε κατάκοιτος κάμποσα χρόνια παράλυτος» (σελ. 141).  
  Δεν τον αντέχω τον πόνο. Τώρα που είχα πρόβλημα με τη μέση μου πήρα ένα σωρό παυσίπονα και αντιφλεγμονώδη, ακόμη και το voltaren που αντενδείκνυται λόγω του αντιπηκτικού που παίρνω. Και επειδή, όσον αφορά την άλλη ζωή, πού ξέρεις, μπορεί και να υπάρχει, κάνω καλές πράξεις για να πάω στον Παράδεισο. Δεν θα άντεχα με τίποτα τα πυρωμένα τσιγκέλια και τις φωτιές της κόλασης.
  «Η ανταλλαγή της ύλης! Μα τι δειλία να παρηγοριέται κανείς με αυτό το υποκατάστατο της αθανασίας!... Μόνο ένας δειλός που ο φόβος του θανάτου είναι σ’ αυτόν πιο μεγάλος από την αξιοπρέπεια μπορεί να παρηγοριέται με την ιδέα πως το σώμα του θα ξαναζήσει με τον καιρό σ’ ένα χορτάρι, σε μια πέτρα…» (σελ. 148).
  Μεγάλο το θέμα της αθανασίας, ο Μίλαν Κούντερα έγραψε ολόκληρο βιβλίο μ’ αυτό τον τίτλο.
  «Και το γεγονός ότι εγώ είμαι ένας γιατρός και σεις ένας τρελός δεν είναι ζήτημα ούτε ηθικής, ούτε λογικής, αλλ’ απλώς και μόνο τύχης» (σελ. 154).
  Μπορεί να είναι και ζήτημα επιλογής. Κάποιοι επέλεξαν, αντί να βρίσκονται μπροστά από το γραφείο του ψυχίατρου, να είναι πίσω, καθισμένοι στην πολυθρόνα.
  «Να πάτε να κηρύξετε τη φιλοσοφία αυτή στην Ελλάδα όπου είναι ζεστά και μοσκοβολάει πορτοκάλι» (σελ. 160).
  Κάποιες από τις σελίδες αυτού του βιβλίου τις διάβασα κάτω από την πορτοκαλιά μας, στο σπίτι μου στο χωριό.
  «Η πραγματική ευτυχία είναι αδύνατη χωρίς τη μοναξιά» (σελ. 175).
  Για κάποιους ναι, για κάποιους άλλους όμως είναι σκέτη κόλαση η μοναξιά. Η μάνα μου παραπονιόταν ότι έχει «αμοναξά», καθώς το σπίτι μας είναι παράπαντα, μέσα στα περβόλια. Εγώ βέβαια το απολαμβάνω.
  «Θα σπουδάσει μουσική και θα μάθει καλούς τρόπους, θα παντρευτεί τον πρώτο τυχόντα έλληνα, θα ζήσει φτωχά κι ανόητα, χωρίς να δει άσπρη μέρα, θα γεννήσει χωρίς να ξέρει και η ίδια γιατί, ένα τσούρμο παιδιά, και θα πεθάνει. Τι ηλίθια ζωή!» (σελ. 211).
  Στις «Βασικές χρονολογίες της ζωής και της δράσης του Α.Π.Τσέχοφ» διαβάζω: «Γράφεται στην προκαταρκτική τάξη του ελληνικού ενοριακού σχολείου». Τους έλληνες τους ήξερε καλά.
  «Και οι λεύτερες κακά χειρόβολα, και οι παντρεμένες κακά δεμάτια» (σελ. 220).
  Σχεδόν πάντα παραθέτω παροιμίες και γνωμικά που συναντώ, ή ανάλογες αποφθεγματικές φράσεις.
  «Η Κίσοτσκα έβαλε πάνω στο τραπέζι ένα μπουκάλι με σαντορινιώτικο κρασί» (σελ. 221). Στη σελίδα 234 σαντορινιώτικο κρασί ήπιε ο αφηγητής. Όμως πρώτη φορά ακούω για σαντορινιώτικο κρασί. Δεν ξέρω εσείς.
  «Ο Αλεξέι έσκυψε και φίλησε το χέρι του πατέρα  του, κι ύστερα τον φίλησε στα χείλια.
  Στη δική μας κουλτούρα το φίλημα στα χείλη είναι μόνο ερωτικό.
  «Συνάντησες πεθαμένο, λένε, καλό σημάδι» (σελ. 322).
  Εμείς λέμε τίποτα;
   «-Όπως και νάρθουν τα πράγματα, θα χρειαστεί να εγκαταλείψουμε τις σκέψεις για ευτυχία, είπε κοιτάζοντας στο δρόμο. Λείπει η ευτυχία. Εγώ δεν την είχα ποτέ και ίσως δεν υπάρχει καθόλου» (σελ. 354).
  Αυτό είναι και το συναισθηματικό στίγμα των τεσσάρων μεγάλων θεατρικών έργων του Τσέχωφ, από τα οποία τον πρωτογνώρισα. Η λέξη-κλειδί γι’ αυτά, έγραψα κάπου, είναι η frustration, η ματαίωση, η εγκατάλειψη κάθε ελπίδας για ευτυχία. Το τέλος του «Θείου Βάνια» είναι χαρακτηριστικό.
  Είπαμε, Τσέχωφ θα διαβάζουμε, ό,τι πέφτει στα χέρια μας. Είναι κορυφαίος.
   
   
 

Γκαίτε, Βέρθερος


Γκαίτε, Βέρθερος, (μετ. Γεωργίας Αλεξίου-Πρωταίου) Εκδόσεις Δαρεμά, χχ, σελ. 176

  Τον «Βέρθερο» τον αγόρασα μαθητής αλλά, αν θυμάμαι καλά, τον διάβασα φοιτητής, σε αντίθεση με το «Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων», που το αγόρασα και το διάβασα μαθητής. Βλέπω ότι έχω πολύ περισσότερες υπογραμμίσεις και ότι έχω τσεκάρει τις σχετικές σελίδες, ώστε να μπορώ εύκολα να ανατρέχω σ’ αυτές όταν θελήσω. Όμως δεν γράφω την ημερομηνία που τον τέλειωσα μαζί με την υπογραφή μου, όπως συνηθίζω εδώ και πάρα πολλά χρόνια.
  Το βιβλίο, κι ας λέει η βικιπαίδεια, είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό, με εξαίρεση φυσικά την αυτοκτονία του Βέρθερου. Ο Γκαίτε το έγραψε σε ηλικία εικοσιτεσσάρων χρόνων, το εξέδωσε ανώνυμα, και γνώρισε τεράστια απήχηση. Να αναφέρουμε μόνο ότι κάποιοι αυτοκτόνησαν έχοντας τον «Βέρθερο» στο πλάι τους. Πολλοί, το μόνο βιβλίο που έχουν διαβάσει του Γκαίτε είναι ο Βέρθερος. Κι εγώ μόλις πριν τέσσερα χρόνια διάβασα τον «Φάουστ» ενώ πριν επτά χρόνια διάβασα ένα βιογραφικό επεισόδιο από τη ζωή του Γκαίτε δοσμένο με μυθιστορηματικό τρόπο, το «Ένας ερωτευμένος άνδρας». Όμως αξίζει να διαβάσετε περισσότερες λεπτομέρειες στη βικιπαίδεια για τον «Βέρθερο».  
  Το βιβλίο χωρίζεται σε πρώτο και δεύτερο «βιβλίο» και είναι επιστολικό. Όλες οι επιστολές του πρώτου βιβλίου έχουν ως αποδέκτη το φίλο του τον Γουλιέλμο. Οι επιστολές στο δεύτερο βιβλίο έχουν αποδέκτη όχι μόνο το φίλο του αλλά και τη Σαρλότα με την οποία είναι ερωτευμένος. Υπάρχει και αφήγηση του Γουλιέλμου για τις συνθήκες αυτοκτονίας του Βέρθερου, ενώ ταυτόχρονα υπάρχουν ανεπίδοτα σημειώματα με αποδέκτες τόσο την Σαρλότα όσο και τον άνδρα της τον Αλβέρτο.
  Το μοτίβο είναι πολύ γνωστό, μια γυναίκα δύο άντρες. Όμως η γυναίκα είναι αρραβωνιασμένη με τον Αλβέρτο (στο δεύτερο βιβλίο είναι πια παντρεμένη μαζί του), και ο Βέρθερος νοιώθει την απελπισία του χαμένου, που ξέρει ότι η αγαπημένη του, παρόλο που τον αγαπάει όπως θα αναφωνήσει στο τέλος («Όχι, δεν ξεγελιέμαι… εκείνη μ’ αγαπάει!» σελ. 65), όμως αγαπάει και τον άντρα της και είναι αποφασισμένη να του μείνει πιστή.
  Στο πρώτο μέρος κυριαρχούν τα ρομαντικά ξεσπάσματα του Βέρθερου που εκλύονται συχνά από τη θέα της φύσης, ενώ ταυτόχρονα καταθέτει και διάφορες σκέψεις, κυρίως για την αυτοκτονία που προσημαίνουν την αυτοκτονία του.
  Το πρώτο βιβλίο μου φάνηκε κάπως βαρετό, όμως το δεύτερο, ιδιαίτερα προς το τέλος, με συγκλόνισε.
  Υπάρχει μια εισαγωγή γραμμένη από τον Ρομέν Ρολάν. Είναι στη φιλοσοφία των δικών μου αποσπασμάτων: Ο Ρομέν Ρολάν παραθέτει αποσπάσματα, τα οποία όμως σχολιάζει εκτενέστατα. Να ξεκινήσω με κάποια που υπογράμμισα σ’ αυτή την εισαγωγή.
  «Τραβάτε πάντα προς την υπερβολή» (σελ. 12).
  «Παρατέντωσέ με κι ας σπάσω» είναι η τρίτη προσευχή της ψυχής στο «Φτωχούλη του Θεού» του Καζαντζάκη. Όμως οι πρόγονοί μας που τόσο θαυμάζει ο Γκαίτε έλεγαν «Μηδέν άγαν».
  «Δεν κάπνισα ποτέ, δεν έπαιξα ποτέ σκάκι, με μια λέξη δεν έκανα ποτέ τίποτα που να κλέβει καιρό» (σελ. 15).
  Τα τσιγάρα που κάπνισα στη ζωή μου είναι λιγότερα από ένα πακέτο, και αρνήθηκα πεισματικά να μάθω σκάκι, ακριβώς για τον ίδιο λόγο, για να μη μου κλέβει χρόνο.
  «Δεν ταξιδεύουμε για να φτάσουμε. Ταξιδεύουμε για να ταξιδεύουμε» (σελ. 20).
  Σε καμιά περίπτωση, πάντα ταξιδεύουμε για πάμε σε μιαν Ιθάκη. Κι ούτε ευχόμαστε να είναι μακρύς ο δρόμος, θέλουμε να φτάσουμε όσο γίνεται πιο σύντομα, γι’ αυτό παίρνουμε πάντα τα εξπρές μεταφορικά μέσα, αν μας το επιτρέπουν τα οικονομικά μας. Εγώ είμαι στη φιλοσοφία «απλοϊκός ρεαλιστής», και αυτά τα ευφυολογήματα δεν με συγκινούν. Στο μόνο που θα συμφωνήσω είναι ότι, κι αν δεν φτάσουμε στην Ιθάκη, παρά την απογοήτευση υπάρχει το κέρδος του ταξιδιού. Ένα παράδειγμα:  Παρόλη την απογοήτευση που δεν κατάφερες να πάρεις το διδακτορικό σου, είχες κέρδος, έμαθες τόσα πράγματα διαβάζοντας και ερευνώντας (Όχι, δεν είναι η περίπτωσή μου, εγώ το πήρα).
  «Έμαθα έτσι ότι ένας συγγραφέας με τη δεύτερη αλλαγμένη έκδοση του βιβλίου του, κι αν ακόμη την έχει μεταπλάσει πιο ποιητική, ζημιώνει το βιβλίο του» (σελ. 84).
  Όχι μόνο άλλαξε το βιβλίο του μετά από δεκατρία χρόνια (η πρώτη έκδοση ήταν το 1774), αλλά και ξέχασε να αφαιρέσει αυτή την παράγραφο που τον διαψεύδει. 
  «Γλίστρησα σιγά σιγά από την αριστοκρατική παρέα [«σιχαίνομαι μ’ όλη μου την καρδιά αυτή τη φάρα», θα γράψει μια σελίδα πιο πριν]. Κατέβηκα, μπήκα σε μια άμαξα και πήγα προς το Μ. για να δω εκεί από τη ραχούλα το λιοβασίλεμα και να διαβάσω στον Όμηρό μου το εξαίρετο άσμα, πώς ο Οδυσσέας φιλοξενείται από τον περίφημο γουρουνοβοσκό» (σελ. 111).
  Και σε άλλα τέσσερα σημεία ο Γκαίτε μιλάει για τον Όμηρό του, που ήταν ο αγαπημένος του μέχρι που ανακάλυψε τον Οσιάν, όπως θα διαβάσουμε παρακάτω.
  «Κι ακόμα, εκτιμάει πιο πολύ το μυαλό και το ταλέντο μου παρά την καρδιά που μ’ όλο τούτο είναι το καύχημά μου, μόνο αυτή είναι το ανάβρυσμα κάθε δύναμης, κάθε ευτυχίας και κάθε κακομοιριάς. Ω! αυτά που ξέρω μπορεί ο καθένας να τα ξέρει, την καρδιά μου την έχω μόνος εγώ» (σελ. 119).
  Απίστευτο!!! Μέτρησα 119 φορές τη λέξη «καρδιά». Φουλ ρομαντισμός, Sturm und Drang.
  «Όταν κατέβαζαν την κάσσα και τα σκοινιά από κάτω τρίξαν πένθιμα, όπως τα λάσκαραν και τα μαζεύαν πάλι. Μετά ρίχτηκε η πρώτη φλυαρία και το νεκροσέντουκο άφησε ένα πνιχτό ήχο» (σελ. 166).
  Φλυαρία; Βάλτε αντί για λ τ και τον τόνο στο α, και έχετε φτυαριά. Οι μεταφράσεις εκείνης της εποχής ολοφάνερα πάσχουν από επιμέλεια, αλλά εγώ προτίμησα να διαβάσω την ίδια έκδοση που διάβασα νέος, για τις αναμνήσεις και τους συνειρμούς.
  «…όμως καμιά αιωνιότητα δεν είναι ικανή να σβήσει την πύρινη ζωή που γεύτηκα στα χείλια σου και τηνε ζω βαθιά μου (ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος). Μ’ αγαπάει, αυτά τα χέρια την αγκάλιασαν. Αυτά τα χείλη τρεμουλιάζουν στα χείλια της απάνω. Το στόμα τούτο πώς παραληρούσε πλάι στο δικό της. Είναι δικιά μου, είσαι δικιά μου! Ναι, Σαρλότα, για παντοτινά» (σελ. 167).
  Είναι πεπεισμένος ότι τον αγαπάει, γι’ αυτό και είναι κατενθουσιασμένος. Όμως ταυτόχρονα ξέρει ότι ανήκει στον Άλμπερτ, και γι’ αυτό αποφασίζει να αυτοκτονήσει.
  «Πάω πρώτος στον πατέρα, στον πατέρα μου, στον πατέρα σου. Σ’ αυτόν θα παραπονεθώ κι αυτός θα με παρηγορήσει ώσπου να ’ρθεις. Και θα φτερουγίσω να σε υποδεχτώ. Και θα σ’ αρπάξω και θα μένω μαζί σου, κατάφατσα με το άπειρο, σ’ ένα αγκάλιασμα αιώνιο» (σελ. 168).
  Ερώτημα πρώτον: ο Αλβέρτος δηλαδή θα πάει στην κόλαση; Ακόμη κι αν πεθάνει αυτή πρώτη, όταν θα πεθάνει κι αυτός δεν θα τη διεκδικήσει;
  Ερώτημα δεύτερον: Έχουν φτερά οι ψυχές; Ήξερα ότι φτερά έχουν μόνο οι άγγελοι.
  Πεζά ερωτήματα, το έργο είναι ένα ποίημα, που όσοι δεν το έχετε διαβάσει πρέπει να το διαβάσετε. Με προσοχή όμως οι ερωτευμένοι νέοι, που η αγαπημένη τους τα έχει με άλλον. Εσείς οι μεγάλοι δεν κινδυνεύετε.
  Είδα και το «Μυθιστόρημα του Βέρθερου» του Max Ophüls. Ακολουθεί το μυθιστόρημα κάνοντάς το πιο ρομαντικό. Το τέλος όμως έρχεται αρκετά απότομα, σε αντίθεση με το μυθιστόρημα. Και το πιο σημαντικό, δεν υπάρχει τη σκηνή που ο Βέρθερος φιλάει την Σαρλότα.
  Είδαμε και την ταινία «Ο νεαρός Γκαίτε ερωτευμένος» (2010) του Philipp Stölz. Πιστεύοντας και αυτός ότι ο «Βέρθερος» είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικός, φτιάχνει μια ταινία «βιογραφική», με αρκετά επινοημένα στοιχεία βέβαια. Διατηρεί τα πραγματικά ονόματα: Goethe, με oe και όχι με ö, Charlotte και Kestner, ο αντίζηλός του. Μάλιστα μονομαχεί μαζί του (τι μανία που σου την είχαν με τη μονομαχία εκείνες τις εποχές!). Παράνομη η μονομαχία, ο Γκαίτε καταλήγει στη φυλακή, όπου γράφει τον «Βέρθερο» και τον στέλνει στην Σαρλότε. Αυτή τον δίνει σε κάποιον εκδότη. Γίνεται ανάρπαστος, και ο Γκαίτε πολιορκείται από θαυμαστές. Ξέρουμε βέβαια ότι δεν συνέβη τίποτα τέτοιο, ο «Βέρθερος» τυπώθηκε ανώνυμα, η ταυτότητα του Γκαίτε αποκαλύφθηκε αργότερα.
  Έχει κάμποσο χιούμορ η ταινία, ιδιαίτερα με τους φίλους του, και μας άρεσε η έξυπνη παράφραση των μεθυσμένων φίλων: Sturm und Drink. Αργότερα ο Γκαίτε χαρακτήρισε το κίνημα Sturm und Drang (Θύελλα και ορμή) ως νοσηρό. Τελικά όλος ο ρομαντισμός είναι λίγο πολύ νοσηρός, και προπαντός ο Μεσιάν που τόσο θαύμαζε στα νιάτα του.
  Είδαμε επίσης την τηλεταινία «Βέρθερος» (2008) του Uwe Janson. Ο Janson τοποθετεί την πλοκή στη σύγχρονη εποχή, και κάνει βέβαια αρκετές αλλαγές. Η πιο σημαντική, ο Βέρθερος αυτοκτονεί μπροστά στα μάτια της Σαρλότε, πάνω σε ένα χιονισμένο βουνό. Ακούμε και αρκετά αποσπάσματα από το βιβλίο. Ένα από αυτά είναι και το απόσπασμα που παράθεσα της σελίδας 167.
  Την ταινία την είδα στο youtube. Τα γερμανικά μου είναι στο επίπεδο του Mittelstufe, όμως το πρόβλημα δεν ήταν τόσο τα μέτρια γερμανικά μου όσο οι αυτοματοποιημένοι υπότιτλοι. Όσοι έχετε δει ταινία στο youtube με αυτοματοποιημένους υπότιτλους καταλαβαίνετε τι εννοώ. Πολύ συχνά είναι δύσκολο να καταλάβεις ποιος μιλάει, καθώς οι λέξεις πηγαίνουν στη σειρά. Ακόμη, καθώς είναι αυτοματοποιημένοι, δεν μεταφράζονται όλες οι λέξεις, ή μεταφράζονται λάθος. Για παράδειγμα, η Lotte έγινε δυο φορές Leute, άνθρωποι.
  Είπα ότι έχω και τις υφολογικές μου προτιμήσεις. Μια ταινία στην οποία η κάμερα κινείται ακατάπαυστα, σαν μεθυσμένη, με κουράζει. Όμως μου άρεσαν τα σούπερ gros plans, με την οθόνη να δείχνει από το πρόσωπο μόνο τα εκφραστικά του μέρη, από τα μάτια μέχρι τα χείλη.
  Παρακάτω παραθέτω τον σύνδεσμο, αλλά αν δεν ξέρετε καλά γερμανικά θα σας συμβούλευα να μην το προσπαθήσετε. Εγώ αμφιταλαντεύθηκα πριν αποφασίσω να τη δω. 
  Τις παραπάνω τρεις ταινίες μπορείτε να τις δείτε στο youtube: «Ο νεαρός Γκαίτε ερωτευμένος» (2010) «Το μυθιστόρημα του Βέρθερου» (1938) και «Βέρθερος» (2008). Όμως υπάρχουν και άλλες, που δεν μπορέσαμε να τις βρούμε.   
  Τον «Βέρθερο» (1986) του Pilar Mirό δεν τον βρήκαμε, ούτε και την τηλεταινία «Βέρθερος» (2010) του Benoît Jacquot. Ούτε και τον «Βέρθερο» (1990) του Håkan Alexandersson, ούτε και την τηλεταινία «Βέρθερος» (1993) του Pierre Cavassilas.
Ούτε και τον «Βέρθερο» (1927) του Milos Hajský, ούτε και τον «Βέρθερο» των Libor Dvorsky και Petr Weigl, τηλεταινία πάνω στην όπερα του Μασνέ. Ούτε και την μικρού μήκους «Βέρθερος» (1922) της Germaine Dulac, ούτε την τηλεταινία «Βέρθερος» (1978) του Dirk Sanders. Ούτε και τον μικρού μήκους «Βέρθερο» του Henri Pouctal, ούτε και τον «Βέρθερο» του Jacques Doillon. Ούτε και τον «Βέρθερο» (1976) του Egon Günther, ούτε και τον «Φτωχό Βέρθερο» (2007) του Nathan Luppino. Ούτε και την μικρού μήκους «The Werther effect» (2015), του Ludvig Juvodden. Ούτε την τηλεταινία «Βέρθερος» (1968) του Jean-Pierre Lajournade, ούτε και την τηλεταινία «Βέρθερος» (1980) του Jean Manceau.
  Αχ, βρε Βέρθερε, ενέπνευσες όχι μόνο τόσους αυτόχειρες, αλλά και τόσους σκηνοθέτες. 
  Είδα και την ομώνυμη όπερα του Μασνέ, για πρώτη φορά.
  Τελικά η όπερα δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να μείνει ολότελα πιστή στο μυθιστόρημα, γιατί έχει τις δικές της συμβάσεις. Διατηρεί όμως πάντα το βασικό αφηγηματικό σκελετό. Εξάλλου η όπερα είναι θέατρο, διάλογος, που στο μυθιστόρημα του Γκαίτε είναι ολότελα φτωχός. Είναι χαρακτηριστική η αρχή της όπερας, όπου βλέπουμε το τσούρμο με τα αδελφάκια της Σαρλότε να τραγουδάνε ένα χριστουγεννιάτικο ύμνο. Ακόμη: η Σοφία, η αμέσως μικρότερη αδελφή, ένα εύθυμο κορίτσι, φαίνεται τσιμπημένη με τον Βέρθερο, και κάνει ό,τι μπορεί να τον παρηγορήσει. Τις επιστολές προς την Σαρλότε τις διαβάζει η ίδια η Σαρλότε, και βέβαια στο τέλος ο Βέρθερος ξεψυχά στην αγκαλιά της.  
  Μπορείτε να τη δείτε με γαλλικούς υπότιτλους στο youtube. Υπάρχει και με ισπανικούς υπότιτλους.
  Δέστε και αυτό το δεκάλεπτο φιλμάκι στο youtube, αξίζει τον κόπο.