Book review, movie criticism

Saturday, September 29, 2018

Ridley Scott, Thelma and Louise (1991)


Ridley Scott, Thelma and Louise (1991)


  Και αυτή την ταινία σχολιάζει ο Syd Field στο βιβλίο του «Τα θεμέλια της σεναριακής γραφής» και είπα να την ξαναδώ. Και επί τη ευκαιρία για να το έχω πρόχειρο, να εφαρμόσω το αφηγηματικό σχήμα του Syd στην ταινία.
  Αρχή: Ετοιμάζονται για ένα διήμερο διακοπών. Σημείο ένα που εισάγει στο δεύτερο μέρος, η απόπειρα βιασμού της Θέλμας και ο φόνος του παρ’ ολίγον βιαστή από τη Λουίζ. Τρέχουν για το Μεξικό, το δεύτερο μέρος. Σημείο δύο που εισάγει στο τρίτο μέρος, εντοπίζονται από την αστυνομία και η προσπάθειά τους τώρα δεν είναι να φτάσουν στο Μεξικό αλλά πώς να τους ξεφύγουν.
  Παρεμπιπτόντως το ίδιο τριμερές αφηγηματικό σχήμα εφάρμοσα και στο διδακτορικό μου (μάλλον το δανείστηκα από τον Τσβετάν Τοντόροφ), σαν πιο απλό. Το πρώτο μέρος το ονόμασα κατάσταση ηρεμίας, το δεύτερο ανατροπή της κατάστασης ηρεμίας και το τρίτο αποκατάσταση της ηρεμίας, με τη μορφή της κάθαρσης, της λύσης, της σύλληψης των «κακών» κ.λπ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ο ηρωισμός των δύο γυναικών που τις εξυψώνει στη συνείδησή μας, καθώς προτιμούν να φουντάρουν με το αμάξι στον γκρεμό από το να πέσουν στα χέρια των αστυνομικών.
  Το είδος ταινιών που προτιμώ είναι το drama. Αυτή την ταινία την θυμόμουνα πάρα πολύ καλά και με μεγάλη μου χαρά την ξαναείδα.

Lana and Lilly Wachowski, Matrix (1999)


Lana and Lilly Wachowski, Matrix (1999)


  Και αυτή την ταινία σχολιάζει ο Syd Field στο βιβλίο του «Τα θεμέλια της σεναριακής γραφής» και είπα να την ξαναδώ.
  Για ποιο λόγο;
  Υπήρχε μια ιδέα μέσα στην ταινία την οποία είχα αναπτύξει στο μυθιστόρημά μου «Το μυστικό των εξωγήινων». Γράφηκε το 1990, το απέρριψαν τρεις εκδοτικοί οίκοι, το διάβασαν τέσσερις φίλοι οι δυο από τους οποίους επώνυμοι συγγραφείς (στους οποίους δεν άρεσε), αναρτήθηκε στο blog του Λέξημα με κλειστά τα σχόλια, αλλά κάποια στιγμή σε μια αναβάθμιση που έμειναν ανοικτά κάποια με συμβούλεψε να το μεταφράσω στα αγγλικά και να βρω ατζέντη. Φυσικά δεν έκανα ούτε το ένα ούτε το άλλο. Τελικά εκδόθηκε από τις εκδόσεις ΑΛΔΕ το 2014. Τώρα, αν με πιάσει το μεράκι, μπορεί να το κάνω σενάριο. Όχι βέβαια ότι πιστεύω πως θα γυριστεί ποτέ ταινία, αλλά έτσι, σαν άσκηση.
  Η ιδέα που είδα στο «Μάτριξ» και που είναι το κεντρικό θέμα στο βιβλίο μου βρίσκεται στη σκηνή με την μπαταρία. Αλλά ας μην την αναπτύξω εδώ, δεν είναι ο χώρος.
  Η ανθρωπότητα ολόκληρη έχει χακαριστεί από τον Μάτριξ και βρίσκεται υπό τον έλεγχό του. Κάποιοι ξέφυγαν και προσπαθούν να τον εξουδετερώσουν. Ο Μορφέας, ο επικεφαλής τους, πιστεύει ότι ο Κιάνου Ριβς (Neo, δηλαδή νέος το όνομά του στην ταινία) είναι ο εκλεκτός που θα οδηγήσει σε πέρας την αποστολή τους.
  Θα δούμε πολλές σκηνές δράσης, γρονθοκοπήματα, πυροβολισμούς και καταδιώξεις, που όμως βρίσκονται στη σφαίρα του φανταστικού με τις απιθανότητές τους. Στο βιβλίο διαβάζω ότι η ταινία «άνοιξε το δρόμο για την μελλοντική κατεύθυνση των ταινιών: τεχνολογία ενσωματωμένη σε μια κλασική, μυθολογική ιστορία που υπερβαίνει τη ζωή».
  Υποθέτω ότι όλοι την έχετε δει και σας άρεσε, όπως και σε μένα άλλωστε.
 

Michael Mann, Collateral (2004)


Michael Mann, Collateral (2004)


  Τελικά είπα να δω κάποιες από τις ταινίες που αναλύει ο Syd Field στο βιβλίο του «Τα θεμέλια της σεναριακής γραφής». Μια από αυτές ήταν και το «Collateral».
  Πολλές ταινίες τις έχω ξαναδεί χωρίς να τις θυμάμαι. Βλέποντας κάποιες σκηνές στο «Collateral» είμαι σίγουρος ότι την έχω ξαναδεί.
  Για να πω τη μαύρη αλήθεια, οι ταινίες thriller, crime, επιστημονική φαντασία και προπαντός τρόμου δεν είναι στις προτιμήσεις μου, αλλά χρησιμοποίησα σαν κίνητρο το βιβλίο για να δω κάποιες ταινίες που θεωρούνται πλέον κλασικές.
  Ο Τομ Κρουζ είναι πληρωμένος δολοφόνος. Μπαίνει σε ένα ταξί και το μισθώνει για πέντε στάσεις, όσες είναι και οι εκτελέσεις που θα κάνει. Οι τέσσερις είναι παράνομοι αλλά πρόθυμοι να συνεργαστούν με την αστυνομία και να καταθέσουν σε μια δίκη.
  Πολλά θα συμβούν, ο ταξιτζής θα εμπλακεί ενεργά καθώς κάποια στιγμή γίνεται όμηρος του Τομ Κρουζ όταν αποκαλύψει τι ακριβώς κάνει ο πελάτης του, και από φιλήσυχος που είναι θα εξελιχθεί σε έναν δυναμικό άντρα, που τελικά θα σώσει τη ζωή της τελευταίας στη λίστα, μιας εισαγγελέως που την είχε πάρει προηγουμένως στο ταξί και με την οποία είχαν μια πολύ φιλική συζήτηση. Φεύγοντας του άφησε την κάρτα της, μήπως ποτέ την χρειαστεί. Αυτό της έσωσε τη ζωή.
  Ναι, δεν μετάνιωσα που την είδα, πολύ καλή ταινία. 

Friday, September 28, 2018

Quentin Tarantino, Pulp fiction (2004)


Quentin Tarantino, Pulp fiction (2004)


  Ακόμη μια ταινία που σχολιάζει συχνά ο Syd Field στο βιβλίο του «Τα θεμέλια της σεναριακής γραφής» και είπα να τη δω – για τρίτη φορά, τουλάχιστον.
  Στην ταινία αυτή υπάρχουν τόσο συγκλονιστικά επεισόδια όσο και μπόλικος διάλογος, πράγματα που συνήθως στη ζυγαριά μιας ταινίας κλίνουν είτε προς τη μια μεριά είτε προς την άλλη.
  Ο Σάμιουελ Τζάκσον είναι λαλίστατος στο να εκφράζει την πίστη του στο θεό και να παραθέτει ένα απόσπασμα από τη Βίβλο κάθε φορά που πρόκειται να εκτελέσει κάποιον. Όμως στο τελευταίο επεισόδιο έχει αποφασίσει να παραιτηθεί, θα ακολουθήσει πια το δρόμο του Θεού, δεν μπορεί να αγνοήσει το θαύμα, οι σφαίρες δεν τον βρήκαν, «σαν από θαύμα». Έτσι θα τη χαρίσει στον επίδοξο ληστή και στη φίλη του.
  Αυτή είναι η πρώτη από τις τρεις ιστορίες που παρακολουθούμε στην ταινία, που συμπλέκονται. Και η δεύτερη:
  Ο Μπρους Γουίλις, πυγμάχος, θα τη σκάσει στο μεγάλο αφεντικό που θέλει να στήσει τον αγώνα, λέγοντάς του να πέσει κάτω στον πέμπτο γύρω. Το ότι ο αγώνας είναι στημένος θα διαρρεύσει, όλοι θα στοιχηματίσουν στον άλλο, αυτός θα βάλει ένα φίλο του να στοιχηματίσει σ’ αυτόν, και θα κάνουν γερή μπάζα. Αλλά βέβαια πρέπει να το σκάσει όσο γίνεται πιο γρήγορα.
  Τυχαία πέφτει πάνω στο αφεντικό. Κυνηγούνται, για να καταλήξουν σε ένα υπόγειο μαγαζί. Ο μαγαζάτορας «ψαρεύει» θύματα και τα βιάζουν μαζί με έναν σεκιουριτά. Ξεκινάνε με το αφεντικό, ενώ ένας δικός τους φυλάει τον Μπρους Γουίλις. Αυτός, πυγμάχος καθώς είναι, σπάει τις αλυσίδες και αφήνει αναίσθητο τον φρουρό του. Αρπάζει ένα σπαθί σαμουράι και ορμάει μέσα. Σώζει το αφεντικό. Έχουν πατσίσει. Όμως, του λέει, πρέπει να εξαφανιστεί από το Λος Άντζελες και να μη μιλήσει ποτέ σε κανένα για τον βιασμό του. Όσο για τον αιμόφυρτο σεκιουριτά, του υπόσχεται μεσαιωνικά βασανιστήρια πριν ξεψυχήσει.
  Οι σκηνές με τη φίλη του, γεμάτες ερωτικό αίσθημα, μου άρεσαν ιδιαίτερα.
  Η άλλη ιστορία είναι με τον Τζον Τραβόλτα που βγάζει τη γυναίκα του αφεντικού, κατά παραγγελία του, να διασκεδάσει. Όμως αυτή (Ούμα Θέρμαν) μαστουρώνεται και είναι ετοιμοθάνατη. Θα τη σώσουν την τελευταία στιγμή με ένα φίλο του. Θα συμφωνήσουν να κρατήσουν μυστικό το επεισόδιο, γιατί αλλιώς την έχουν και οι δυο βαμμένη.
  Στην ομάδα της κοινωνικής ανθρωπολογίας διαφωνώ συνέχεια με την αντίληψη ότι τα φύλα είναι κοινωνική κατασκευή. Όποιος έχει πουλί είναι άντρας, όποια έχει τρύπα είναι γυναίκα. Όσο για τις μη straight σεξουαλικές επιλογές, υπάρχουν απλά οι gay και οι lesbian.
  Φαίνεται όμως ότι το nigger μπορεί να είναι και κοινωνική κατασκευή. Θυμόμουνα την ατάκα την οποία παρέθεσα μόλις πριν λίγες μέρες στην κριτική μιας ταινίας, αλλά είχα ξεχάσει από ποια ταινία ήταν. Τώρα τη βρήκα, είναι από το «Pulp fiction». Το αφεντικό (Ving Rhames, μαύρος) λέει στον Μπρους Γουίλις: «Είσαι ο νέγρος μου». Το «νέγρος» όχι πια σαν φυλετικός προσδιορισμός αλλά σαν κοινωνικός, συνώνυμος του δούλου.
  Αν σας κάνει κέφι μπορείτε να την ξαναδείτε, φαντάζομαι όλοι την έχετε δει.
 

Samuel Maoz, Foxtrot (2017)


Samuel Maoz, Foxtrot (2017)



  Και σ’ αυτή την ταινία όπως και στο «Λίβανο» ο Maoz διεκτραγωδεί το δράμα του πολέμου. Με έναν έξυπνο τρόπο παρουσιάζει και άλλες παραμέτρους του, με μια έξυπνη πλοκή, παρόλο που κάποιοι μπορεί να έχουν ένσταση για το τυχαίο που θα δουν στη συνέχεια με το εφέ του απροσδόκητου.
  Οι γονείς είναι απαρηγόρητοι για τον θάνατο του γιου τους. Έπεσε για την πατρίδα, τους λένε. Υπηρετούσε σε ένα συνοριακό φυλάκιο.
  Το πρώτο θέμα της ταινίας είναι το πένθος για το θάνατο του γιου που υπηρετούσε στρατιώτης. Και στο τριακοστό λεπτό έχουμε την ανατροπή: λάθος, ήταν άλλος αυτός που σκοτώθηκε, οι στρατιωτικές αρχές μπερδεύτηκαν με τη συνωνυμία. Ο πατέρας είναι εξοργισμένος, απαιτεί να έλθει ο γιος του να τον δει, μπορεί να του λένε ψέματα.
  Και μεταφερόμαστε στα σύνορα, σε μια καντίνα όπου μένουν οι τέσσερις στρατιώτες. Αυτή βυθίζεται κάθε μέρα όλο και περισσότερο στη λάσπη. Το παρατηρούν μετρώντας τα δευτερόλεπτα που κάνει ένα κουτί να πάει από τη μια μεριά στην άλλη, που γίνονται όλο και λιγότερα.
  Πάλι τέσσερις στρατιώτες όπως και στον «Λίβανο», πάλι μέσα σε ένα κλειστό χώρο, μόνο που εδώ τους βλέπουμε να βγαίνουν και έξω, στο φυλάκιο.
  Και παρακολουθούμε πάλι το δράμα των αμάχων που περνάνε τα σύνορα. Βλέπουμε ένα ζευγάρι να στέκονται απελπισμένοι μέσα στη βροχή μέχρι να ολοκληρωθεί ο έλεγχος. Σκανάρουν την εικόνα και τη στέλνουν στο αρχηγείο, για να πάρουν τελικά την έγκριση clear και να τους αφήσουν να περάσουν.
  Όμως την τελευταία φορά τα πράγματα στραβώνουν. Τέσσερα άτομα επιβαίνουν στο αμάξι. Οι πίσω τραγουδάνε. Έρχονται ίσως από κάποιο γλέντι. Παίρνουν την έγκριση clear. Το φόρεμα της κοπέλας που βρίσκεται δίπλα στον οδηγό έχει πιαστεί στην πόρτα. Της το λένε. Ανοίγει την πόρτα για να το ελευθερώσει και ένα κουτί κυλάει έξω. «Χειροβομβίδα!!!» ουρλιάζει ένας στρατιώτης και ένας άλλος γαζώνει το αμάξι με σφαίρες. Η χειροβομβίδα τελικά ήταν ένα κουτί μπύρας.
  Φαντάζομαι ότι τα επεισόδια που αφηγείται ο Maoz είναι πραγματικά. Είναι αναπόφευκτο να συμβούν. Ένα παρόμοιο είδα σε ένα ντοκιμαντέρ, στο Ιράκ. Όλη η οικογένεια που επέβαινε στο αμάξι ξεκληρίστηκε εκτός από ένα παιδί. Το πήραν και το περιέθαλψαν στην Αμερική. Όταν επέστρεψε το σκότωσε η ιρακινή αντίσταση. Δεν θέλουν χάρες από τους αμερικανούς.
  Η συνέχεια;
  Κουκούλωσαν το γεγονός. Ένας γερανός πήρε το αμάξι με τα πτώματα, το έριξε σε ένα λάκκο και τον σκέπασαν με χώματα. Και οι τέσσερίς τους, αγνοούμενοι για πάντα.
  Και ξαναγυρνάμε στο σπίτι του στρατιώτη. Πάλι πένθος. Δημιουργείται το «σασπένς του πώς». Καταλαβαίνουμε ότι αυτή τη φορά ο στρατιώτης είναι νεκρός, απλά περιμένουμε να μάθουμε πώς πέθανε. Αυτό θα το δούμε στην τελευταία σκηνή του έργου, που είναι και η αρχική της ταινίας: Ένα αμάξι προχωράει στον επαρχιακό χωματόδρομο. Όμως το ατύχημα που θα ρίξει το αμάξι στον γκρεμό θα το δούμε μόνο στο τέλος. Παρόμοια αρχή και τέλος με τον «Λίβανο».
  Και πάλι μια ιστορία.
  Ο γιος αφηγείται στους συντρόφους του στην καντίνα την ιστορία μιας Βίβλου που περνούσε από γενιά σε γενιά, αιώνες τώρα. Η τελευταία ήταν από τον παππού που πέθανε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και που το έδωσε στη γιαγιά, η οποία το έδωσε στο γιο της, τον πατέρα του στρατιώτη. Αυτός την αντάλλαξε με ένα πορνοπεριοδικό, που μια φωτογραφία του τού είχε γίνει εμμονή. Όταν ο γιος του πήγε στο στρατό, παράγγειλε μέσω ίντερνετ το περιοδικό αυτό και του το έδωσε, με την παραγγελιά να μην το λερώσει με χυσίματα όπως έγινε με το δικό του. Η παράδοση έπρεπε να συνεχισθεί, όμως τη θέση της Βίβλου την πήρε τώρα το πορνοπεριοδικό.
  Ήταν εύκολο να γίνει η αλλαγή. Σε κάποιο σημείο της ταινίας ακούμε τον αδελφό του πατέρα να του λέει, προσπαθώντας να τον πείσει για κάτι, ότι έτσι κι αλλιώς είναι άθεοι.
  Είμαι περίεργος αν θα ξαναδώ ταινία του Maoz. Και από περιέργεια έψαξα στο λήμμα της βικιπαίδειας, στο controversy, και είδα ότι δικαιώνεται η περιέργειά μου. Αν και η ένσταση του υπουργείου πολιτισμού ήταν για το επεισόδιο με την νταλίκα και όχι για τη Βίβλο. 
  Να μην το ξεχάσω, τη Sarah Adler που υποδύεται τη μαμά την είδαμε πριν τρεις μήνες σε μια ακόμη εξαιρετική ταινία, την «Κρυφή συνταγή», τον δε Lior Asheknazi πριν ενάμισι μήνα στην ταινία «7 μέρες στο Έντεμπε».



Samuel Maoz, Lebanon (2009)


Samuel Maoz, Lebanon (2009)


  Την ταινία την είχα δει πριν χρόνια, αλλά την ξαναείδα. Ήθελα να δω το «Foxtrot» και, συγκριτολόγος καθώς είμαι, ήθελα να την συγκρίνω με την προηγούμενη ταινία του Maoz. Οι πολεμικές ταινίες είναι εξάλλου μέσα στις προτιμήσεις μου, αν και δεν έχω τόσο συχνά την πολυτέλεια να τις βλέπω, πάντα υπάρχουν άλλες πιο πάνω στη λίστα των προτεραιοτήτων μου, και πρώτα πρώτα βέβαια αυτές που θα είναι σε πρώτη προβολή, καινούριες ή σε επανέκδοση.
  Η ταινία αναφέρεται στην εισβολή των ισραηλινών στον Λίβανο, το 1982. Τέσσερις ισραηλινοί στρατιώτες βρίσκονται μέσα σε ένα τανκ. Έχουν εντολή να διαβούν τα σύνορα και να περιμένουν.
  Βλέπουν ένα αμάξι να προχωράει. Του ζητάνε να σταματήσει. Δεν σταματάει. Διστάζουν. Το αμάξι πλησιάζει. Τελικά είναι δυο «τρομοκράτες». Σκοτώνουν τον ένα, ο άλλος δραπετεύει μέσα στα δένδρα. Προλαβαίνουν και σκοτώνουν έναν δικό τους.
  Βλέπουν ένα φορτηγό. Αυτή τη φορά δεν έχει προειδοποίηση, βαράνε στο ψαχνό. Το φορτηγό ανατινάζεται. Στον αέρα σκορπίζονται καφάσια με κότες. Ο οδηγός έχει εκσφενδονισθεί έξω. Είναι με κομμένα πόδια και κλαίει. Δεν έχουν άλλη επιλογή από την ευθανασία.
  Μπαίνουν στην πόλη, που προηγουμένως είχε βομβαρδιστεί από την ισραηλινή αεροπορία. Υπάρχουν θύλακες αντίστασης. Οι «τρομοκράτες» βρίσκονται σε ένα κτίριο. Κρατάνε όμηρους μια οικογένεια. Πρέπει να εξουδετερωθούν. Η παράπλευρη απώλεια είναι ένα νεκρό κορίτσι. Η μητέρα του βγαίνει αλλόφρων έξω από το κτήριο.
  Οι στρατιώτες έχουν συλλάβει έναν σύριο στρατιώτη. Τους τον παραδίδουν για να τον μεταφέρουν. Τον δένουν μέσα στο τανκ. Ο φαλαγγίτης χριστιανός, σύμμαχός τους, που θα τους οδηγήσει έξω από την πόλη καθώς βρίσκονται σε περιοχή που ελέγχεται από τους σύριους, τον απειλεί με χίλια όσα. Ο σύριος, όταν φεύγει ο φαλαγγίτης, ουρλιάζει τρομοκρατημένος. Οι ισραηλινοί, μη ξέροντας αραβικά, δεν ξέρουν τι του είπε. Στην αρχή μάλιστα φαντάστηκαν ότι τον καθησύχαζε.
  Η κάμερα, σε όλη την ταινία, βρίσκεται μέσα στο τανκ από όπου παρακολουθούμε τις σκηνές. Ο Maoz δεν διεκτραγωδεί μόνο το δράμα των αμάχων, τις παράπλευρες απώλειες όπως χαρακτηρίζονται σε ένα πόλεμο, αλλά και των ίδιων των στρατιωτών. Όχι μόνο του σύριου αλλά και των ισραηλινών, με τους φόβους και τις αντιθέσεις τους, την αγωνία τους να ειδοποιήσουν τους δικούς τους ότι είναι καλά, η απώλεια των συντρόφων τους.
  Υπάρχει και η αφήγηση μιας μικροϊστορίας. Ένας από τους τέσσερις αφηγείται πως η καθηγήτριά του τον παρηγόρησε για τον θάνατο του πατέρα του όταν είδε τον ερεθισμό του καθώς τον αγκάλιαζε στοργικά αυνανίζοντάς τον.
  Η ταινία ξεκινάει δείχνοντας έναν αγρό με χρυσάνθεμα, για αρκετή ώρα. Τι πιο γαλήνιο θέαμα! Τελειώνει δείχνοντας το τανκ που κατάφερε να βγει έξω από την πόλη μέσα σ’ αυτόν τον αγρό. Η μουτζούρα της εικόνας.
  Μια ακόμη αντιπολεμική ταινία, δίπλα στις τόσες που υπάρχουν. Πρωτότυπη σαν σκηνοθετική σύλληψη, δείχνει τον ταλαντούχο σκηνοθέτη. Πέρασαν οκτώ χρόνια μέχρι να μας δώσει την επόμενη ταινία του. Με τέτοιο θέμα, ίσως δυσκολεύτηκε να βρει χρηματοδότη.    

Sydney Pollack, Three days of condor (1975)


Sydney Pollack, Three days of condor (1975)


  Αν το «Chinatown» είναι μια ταινία μυστηρίου, οι «Τρείς μέρες του κόνδορα» είναι μια ταινία αγωνίας.
  Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ δουλεύει στην American Literary Historical Society, που στην πραγματικότητα είναι παράρτημα της CIA. Έχει το κωδικό όνομα Κόνδωρ.
  Είχε τύχη βουνό! Ήταν η σειρά του να πάει να ψωνίσει το μεσημεριανό για τους συναδέλφους του. Επιστρέφοντας βρίσκει τα γραφεία γεμάτα πτώματα. Φεύγει τρέχοντας. Επικοινωνεί με τον προϊστάμενό του. Αρχίζει να υποπτεύεται ότι κάτι δεν πάει καλά. Τον ψάχνει να τον σκοτώσει η ίδια η CIA. Προσπαθεί να κρυφτεί. Ξεφεύγοντας μόλις την τελευταία στιγμή από τον υποψήφιο δολοφόνο του θα πέσει πάνω στη Φαίη Νταναγουέη. Θα την εξαναγκάσει να πάνε στο διαμέρισμά της. Θα την δέσει, αλλά θα καταλήξουν στις εξομολογήσεις και στο ίδιο κρεβάτι.
  Ποιο ήταν το μυστήριο που έκρυβε αυτή η υπόθεση;
  Μέσα στα πλαίσια της CIA υπήρχε μια άλλη ομάδα, μικρότερη, που σχεδίαζε ανατροπές κυβερνήσεων και δολοφονίες σε πετρελαιοπαραγωγές χώρες. Φυσικά μόνο οι υψηλά ιστάμενοι την γνώριζαν. Ο Κόνδωρ ανακάλυψε τα ίχνη της, δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν, και έκανε αναφορά. Και για να μην ξεσκεπαστεί η ύπαρξη αυτής της ομάδας αποφάσισαν να τους εξοντώσουν όλους, μισθώνοντας έναν επαγγελματία εκτελεστή, τον Μαξ φον Σίντοφ (τον θυμάστε στις ταινίες του Μπέργκμαν). Δηλαδή ένας από την CIA το αποφάσισε, οι άλλοι δεν είχαν ιδέα. Και βέβαια έπρεπε να στιγματίσει τον Κόνδορα, ώστε να ξεχυθεί όλη η CIA στο κατόπιν του.
  CIA μέσα στη CIA, επαγγελματίας εκτελεστής, αυτά συμβαίνουν μέχρι το 1974 που γράφεται το μυθιστόρημα, το οποίο μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη. Μετά σκέφτηκαν ότι δεν υπήρχε λόγος για τέτοια μυστικότητα. Είναι κοινό μυστικό ότι η ίδια η CIA και όχι μια μικρή ομάδα στο εσωτερικό της οργάνωνε στο εξής τα πραξικοπήματα και τις ανατροπές των κυβερνήσεων, με πιο χαρακτηριστική αυτή του Αλιέντε. Και βέβαια οι πραγματικοί δολοφόνοι (είδαμε το ντοκιμαντέρ για τους οικονομικούς), φαντάζομαι δεν χρειαζόταν πια να είναι «εξωτερικοί συνεργάτες», είναι κι αυτοί πράκτορες της CIA.
  Δεν νομίζω να έχω ξαναδεί ταινία που να ανεβάζει τόσο πολύ την αδρεναλίνη. Φαντάζομαι οι περισσότεροι την έχετε δει.

Roman Polanski, Chinatown (1974)


Roman Polanski, Chinatown (1974)


  Ένας συνονόματός μου με έβαλε στα αίματα και αποφάσισα πριν γράψω το σενάριο που μου πρότεινε, based on my true story, να διαβάσω βιβλία για το σενάριο. Όχι ότι δεν θα μπορούσα να το γράψω αμέσως, ξέρω αρκετά πράγματα. Πριν λίγα χρόνια διάβασα το σενάριο του «Καταδικασμένου» του Κουροσάβα βλέποντας παράλληλα την ταινία. Όμως την πρόταση σκέφτηκα να τη χρησιμοποιήσω σαν κίνητρο για να διαβάσω βιβλία για το σενάριο πριν καταπιαστώ με το δικό μου.
  Ο συγγραφέας του βιβλίου που διαβάζω τώρα και έχει τίτλο «Τα θεμέλια της σεναριακής γραφής» Syd Field αναφέρεται συχνά στο «Chinatown» και στις «Τρεις μέρες του Κόνδορα». Την πρώτη ήθελα από παλιά να την ξαναδώ. Η δεύτερη παίχτηκε το καλοκαίρι σε επανέκδοση, όμως δεν κατάφερα να την ξαναδώ και να γράψω και να γράψω γι’ αυτήν. Τώρα είναι ευκαιρία, σκέφτηκα.
  Το θέμα του «Chinatown» είναι ένα πραγματικό σκάνδαλο που ονομάστηκε The rape of Owens valley. Έγινε στις αρχές  του 20ου αιώνα αλλά ο Πολάνσκι το τοποθετεί στο 1937. Τα κύρια πρόσωπα της πλοκής είναι ο Τζακ Νίκολσον και η Φαίη Νταναγουέη. Το τρίτο πρόσωπο είναι ο Τζων Χιούστον.
  Ο Τζακ Νίκολσον είναι ιδιωτικός ντέτεκτιβ. Μια γυναίκα του ανέθεσε να ανακαλύψει την ερωμένη του συζύγου της. Όμως το πράγμα ήταν πιο περίπλοκο, η γυναίκα αυτή δεν ήταν η σύζυγός του. Όταν θα εμφανίζονται τα πτώματα θα ενδιαφερθεί ακόμη περισσότερο για την υπόθεση και θα αποκαλύψει το σκάνδαλο. Μαζί με το σκάνδαλο θα αποκαλύψει και μια ιστορία αιμομιξίας.
  Απαισιόδοξος ο Πολάνσκι, για μια ακόμη φορά το Κακό, φορέας του οποίου είναι ο πάμπλουτος Χιούστον (να μην ψάχνω τώρα το όνομά του στην ταινία), επικρατεί.
 

Thursday, September 27, 2018

Iram Haq, What will people say (Τι θα πει ο κόσμος, 2017)



  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Η κάμερα παρακολουθεί τη ζωή μιας νεαρής πακιστανής που έχει μεταναστεύσει στη Σουηδία με την οικογένειά της. Τα έχει με έναν σουηδό, αλλά όταν ο πατέρας της ανακαλύπτει τη σχέση τους γίνεται τούρκος από το κακό του. Δεν έχουν ολοκληρωμένες σχέσεις, αλλά ο πατέρας δεν πείθεται και την εξαποστέλει στο Πακιστάν, στην αδελφή του. Εκεί θα έχει άλλες περιπέτειες.
  Στην αρχή νόμισα ότι επρόκειτο για μια ταινία με θέμα «Τα σύνορα της αγάπης»: αυτή πακιστανή μουσουλμάνα, αυτός σουηδός χριστιανός. Μετά νόμισα ότι το θέμα ήταν η διαφορά των δύο πολιτισμών. Τελικά ούτε αυτό ήταν.
  Οι περισσότερες μουσουλμάνες κινηματογραφίστριες – τις ιρανές τις ξέρω καλά – έχουν συχνά, αν όχι σαν κύριο θέμα, οπωσδήποτε σαν δευτερεύον την καταπίεση της γυναίκας στο Ισλάμ. Θέμα κουλτούρας, θέμα σαρίας, όπως και να έχει το πράγμα η καταπίεση αυτή συχνά έχει τον αντίκτυπό της και στον άνδρα.
  Αυτό είναι το θέμα της ταινίας της πακιστανο-σουηδής Ιράμ Χάκ.   
  Ο πατέρας της την αγαπάει, όμως υπάρχει και το «τι θα πει ο κόσμος», που στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει και εντελώς πρακτικό αντίκτυπο, δεν έρχονται πια να ψωνίσουν από το μαγαζί του.
    Η ταινία με ψυχοπλάκωσε, αλλά ευτυχώς με αποζημίωσε το happy end. Υποθέτω ότι θα πάρει τα πιο πολλά αστεράκια. Αλλά αυτό θα το δω πριν αναρτήσω. (Τελικά «Ο πατέρας του στρατιώτη» πήρε πιο πολλά. Την είδα πριν τρία χρόνια, αλλά επειδή στην ανάρτηση που έκανα υπάρχει σπόιλερ δεν θα κοινοποιήσω ξανά).  
   

Tuesday, September 25, 2018

Wim Wenders, Land of plenty (2004)


Wim Wenders, Land of plenty (2004)


  «Η γη της αφθονίας» δηλώνει ο Βιμ Βέντερς ότι είναι η πιο πολιτική του ταινία. Σίγουρα επίσης είναι η πιο αισιόδοξη, με happy end.
  Η Αλίκη που είδαμε στις πόλεις επιστρέφει σαν Λάνα, εικοσάρα πια, στην Αμερική όπου γεννήθηκε, στην πατρίδα της, μετά από πολλά χρόνια παραμονής στην Αφρική με τη μητέρα της, ενώ τα δύο τελευταία χρόνια τα είχε περάσει στη Δυτική Όχθη, στην Παλαιστίνη. Κουβαλάει ένα γράμμα για το θείο της. Με τον θείο της θα αποτελέσουν το δίδυμο της πλοκής.
    Να κάνουμε μια παρένθεση: το δίδυμο είναι το πιο συνηθισμένο μοτίβο στον κινηματογράφο, ιδιαίτερα στο υπομοτίβο «ένας άνδρας μια γυναίκα», με την αποθέωσή του στην ταινία «Πρόσκληση σε γάμο» του Victor Levin που εξακολουθεί να παίζεται στους κινηματογράφο. Το υπομοτίβο «δύο άνδρες» είναι επίσης συνηθισμένο: Χοντρός-Λιγνός, Bud Spencer-Terence Hill, Φράνκο και Τσίτσο. Το είδαμε και στην ταινία του Βέντερς «Με το πέρασμα του χρόνου», στο «Collateral» του Michael Mann και στο «On the road» του «Walter Salles». Το υπομοτίβο «δυο γυναίκες» το είδαμε στο «Θέλμα και Λουίζ» του Ridley Scott και στη «Ζωή της Αντέλ» του Abdellatif Kechiche. Το υπομοτίβο «ένα αγοράκι και ένα κοριτσάκι» το είδαμε στις ιρανικές ταινίες «Τα παιδιά του παραδείσου» του Μαζίντ Μαζιντί, «Το ακορντεόν» του Τζαφάρ Παναχί, στη «Σιωπή» του Μοχσέν Μαχμαλμπάφ» και στα «Αδέσποτα σκυλιά» της γυναίκας του Μαρζιέ Μεσκινί-Μαχμαλμπάφ. Το «ένας άνδρας-ένα αγοράκι» το θυμάμαι σε δυο ιρανικές ταινίες, «Τα παιδιά του παραδείσου» και «Πατέρας», πάλι του Μαζίντ Μαζιντί. Το υπομοτίβο «μια γυναίκα-ένα κοριτσάκι» το είδαμε στην ταινία του Mohammad-Ali Talebi «A bag or rice». Τέλος το υπομοτίβο «ένας άνδρας ένα κορίτσι» που βλέπουμε στην ταινία του Βέντερς το είδαμε και στην ταινία του Shigemichi Shugita «The last ronin».
  Υπάρχουν φυσικά και άλλες, αλλά αυτές μου ήλθαν στο μυαλό. Προσπαθώ να στύψω τη μνήμη για να ξορκίσω το Alzheimer.  
  Ο θείος είναι βετεράνος του Βιετνάμ. Κουβαλάει τα ψυχολογικά του προβλήματα μετά την κατάρριψη του ελικοπτέρου που επέβαινε, από το οποίο επέζησαν μόνο αυτός και ένας άλλος. Ακούω επίσης ότι τους έδιναν κάποιο φάρμακο, αντικαταθλιπτικό νομίζω, που είχε πολλές παρενέργειες που επιμένουν ακόμη.
  Είναι αρκετά διαταραγμένος. Μισεί τους κομμουνιστές, και μετά το επεισόδιο με τους δίδυμους πύργους μισεί και τους μουσουλμάνους. Ζει σε ένα αστυνομικό όχημα παρακολούθησης, εφοδιασμένο κατάλληλα. Κάνει περιπολίες προσπαθώντας να εντοπίσει ύποπτους τρομοκρατίας.
  Κάποτε εντοπίζει – έτσι νομίζει τουλάχιστον – έναν. Βρίσκεται σε ένα κέντρο που φιλοξενεί άστεγους. Δεν χωράνε όλοι, πολλοί μένουν στο δρόμο, όμως εκεί έχουν ένα πιάτο φαγητό. Τον παρακολουθεί, τον καταγράφει με την κάμερά του. Όμως η κάμερα καταγράφει και τη δολοφονία του από ένα διερχόμενο αυτοκίνητο. Υποθέτει ότι πρόκειται για ξεκαθάρισμα λογαριασμό τρομοκρατών.
  Στο κέντρο αυτό δουλεύει και η ανιψιά του, την οποία δεν έχει ιδιαίτερη διάθεση να συναντήσει. Σίγουρα δεν θέλει καμιά σχέση μαζί της, όμως αυτή η δολοφονία θα τους φέρει κοντά. Θα πάνε να παραδώσουν το πτώμα στον αδελφό του, σε μια μακρινή πόλη όπου βρίσκεται ένα εγκαταλειμμένο εργοστάσιο. Είναι σίγουρος ότι εκεί βρίσκεται το άντρο των τρομοκρατών.
  Και βέβαια η ανατροπή είναι μεγάλη, γιατί άλλα πράγματα βρήκε.
  Με το μάτι της κάμερας στον θείο και την ανιψιά, ο Βέντερς μας δείχνει τις φοβερές σκηνές φτώχειας και εξαθλίωσης που υπάρχουν στην Αμερική.
  Όμως το πολιτικό βρίσκεται ίσως περισσότερο στους διαλόγους παρά στην ίδια την πλοκή. Θα αναφέρουμε μόνο μια συζήτηση που έχουν στο τέλος της ταινίας θείος και ανιψιά. Η Λάνα του λέει ότι στη Δυτική Όχθη που ήταν τότε, όταν έμαθε ο κόσμος για τους δίδυμους πύργους ζητωκραύγαζαν με ενθουσιασμό. Απλοί άνθρωποι ήσαν, που μισούσαν τους Αμερικάνους. Και προσθέτει ότι τα θύματα των δίδυμων πύργων «σίγουρα δεν θέλουν να σκοτωθούν κι άλλοι στο όνομά τους». Το σχόλιο βέβαια για την εισβολή στο Αφγανιστάν, για την οποία οι δίδυμοι πύργοι υπήρξαν η αιτία, αν όχι απλώς η αφορμή.
  Εξαιρετική ταινία, μου άρεσε πάρα πολύ.
     
 

Sunday, September 23, 2018

Γιώργος Σερκεδάκης, Γράμμα του χειμώνα


Γιώργος Σερκεδάκης, Γράμμα του χειμώνα, Εκδόσεις των φίλων 2018, σελ. 106


Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Ποιήματα γεμάτα ευαισθησία και παράπονο για τις απώλειες που μας επιφυλάσσει η ζωή.

  Ο Γιώργος Σερκεδάκης δεν διακατέχεται από την «αγωνία της δημοσιότητας» για την οποία διακρίνονται όλοι (ή σχεδόν όλοι, υπάρχουν πάντα οι εξαιρέσεις) όσοι ασχολούνται με τα γράμματα και τις τέχνες. Χωρίς ποτέ να πάψει να γράφει ποίηση, έχει εκδώσει μέχρι σήμερα μόλις τρεις ποιητικές συλλογές και ένα παιδικό βιβλίο με ποιήματα, και μάλιστα όλες – συμπεριλαμβανομένου και του παιδικού – με εξαίρεση την πρώτη, εκτός εμπορίου. Αυτές είναι «Ανθρωπόσημο» (1978), «Αμφίλεκτα» (1981), «Περί ανέμων και υδάτων» (1989) και φέτος το «Μπαμπά, είναι μυστικό, δεν το λέμε», το οποίο το παρακολουθούσα κατά τη διάρκεια της κυοφορίας του πριν εκδοθεί, και πάλι εκτός εμπορίου, ένα βιβλίο-συνομιλία με τον μικρό Γιαννάκη, τον γιο του. Μου θύμισε το παιδικό βιβλίο του φίλου μου του Γιώργου Βοϊκλή «Η Λαμπερούλα», ένα έργο που υπογράφει μαζί με την κόρη του Καλή, δωδεκάχρονη τότε, με την οποία το συνέγραψε.  
  Ένα μεγάλο μέρος των ποιημάτων του Γιώργου είναι αυτοβιογραφικά. Παραθέτουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το «Σκαρφαλωμένος».

…σαράντα χρόνια από τις εφτά ως τις τέσσερις,
ξόδεψες τη ζωή σου
σε εγγραφές και σε πιστωτικά σημειώματα,
σε ελιγμούς και καθωσπρέπει υποχωρήσεις,
σπουδάζοντας τη συμπεριφορά των αριθμών
και των ανθρώπων
κατά τον τρόπο που εξαργυρώνονται (σελ. 14).

  Μεγάλο το πρόβλημα του να βγάλεις τον άρτο τον επιούσιον. Φαντάζομαι έτσι θα ένιωθε και ο Καβάφης για τη δουλειά του στο Γραφείο Αρδεύσεων, όπου εργάστηκε τριάντα χρόνια. 
  Αρκετά άλλα ποιήματά του αποτελούν έκφραση μιας ψυχικής οδύνης. Κάποια αφιερώνει στην πρώτη του γυναίκα η οποία υπέκυψε σε δυο πολύχρονες αρρώστιες. Μάλιστα με αφορμή την έκδοση των ποιημάτων της (Μαρία Λογοθέτη, «Πριν και μετά»), την οποία επιμελήθηκε μεταθανάτια ο Γιώργος, κάναμε τη γνωριμία μας. Να παραθέσουμε την αρχή και το τέλος από το «Σε θυμάμαι».

Σε θυμάμαι
σαν μια φιγούρα γερμένη στον ώμο μου
γεμάτη ανασφάλεια και μοναξιά…
σε θυμάμαι
σαν ένα λυπημένο χαμόγελο
που κρύφτηκε απορημένο
και χάθηκε.  

  Αλλά η Μαρία υπάρχει και σε άλλα ποιήματα, χωρίς να ονοματίζεται. Παραθέτουμε το τέλος του «Τώρα».

τώρα,
τώρα σε ψάχνω στους ψιθύρους της νύχτας
και σ’ απογέματα κομματιασμένα και μοναχικά
μπολιασμένα
από το θάνατο και τον πόνο σου (σελ. 19).

  Ο θάνατος τον στοιχειώνει. Παραθέτουμε ολόκληρο το «Να μακαρίζεις».

Να μακαρίζεις
του ανέμου το κλάμα,
να μακαρίζεις
που μπορείς και τ’ ακούς (σελ. 24).

  Να μακαρίζω
που κάθομαι εδώ και γράφω αυτές τις γραμμές.

  Ο θάνατος της Μαρίας αποτελεί γι’ αυτόν ένα βιογραφικό και συναισθηματικό ορόσημο. Δεν είναι τυχαίο που χωρίζει τα ποιήματα της συλλογής σε δυο ενότητες, με τη δεύτερη να επιγράφεται «Ποιήματα περιόδου 2010-2017».
 
  Όλα τα ποιήματα δείχνουν μια ευαισθησία ψυχής μεταγγισμένης σε εξαιρετικούς στίχους. Ουκ εν τω πολλώ το ευ, ο Καβάφης κάτι ήξερε.
  Τα περισσότερα ποιήματα είναι σύντομα. Πάντα μου άρεσαν τα σύντομα ποιήματα γιατί δείχνουν να αποτελούν αστραπές έμπνευσης σε αντίθεση με τα πολύστιχα, που αναπόφευκτα κάνουν «κοιλιές». Το «Κρύβομαι» είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό.

Ακόμα κρύβομαι
μέσα στους κύκλους
που ζωγραφίζω (σελ. 13)

  Επίσης το «Δεν έχω κώδικες».

Δεν έχω κώδικες
Δεν έχω λόγια πια.
Είναι που χάθηκα
Μέσα στις λέξεις (σελ. 15)

  Διπλή εξαίρεση αποτελεί το ποίημα «Γιε μου» (θα ήταν τότε το πολύ δύο χρονών): πολύστιχο (καλύπτει δυο ολόκληρες σελίδες), αλλά με όλους τους στίχους του εξαίρετους.
  Αλλά πάντα από τους καλούς στίχους ξεχωρίζουν οι καλύτεροι· ή καλύτερα, για να μην ξεχάσω την αντίληψή μου de gustibus non est disputandum, ξεχώρισα στίχους που μου άρεσαν περισσότερο. Παραθέτω κάποιους.

Γιε μου, λίγο πιο πριν δεν υπήρχες.
Ως τότε, εγώ
τσουρουφλιζόμουνα στο φως του κεραυνού...
Σε ονειρεύτηκα να χτίζεις παραμύθια
να τα στολίζεις με αριθμούς και με ονόματα
ύστερα να τα κρεμάς με ανεμόσκαλες
από το φως του φεγγαριού
να μην τα φτάνουν οι κακοτοπιές
και τα ξοδεύουν (σελ. 82).

  Και βέβαια το δίστιχο που μοιάζει να βγαίνει από νανούρισμα:

Φεγγάρι φεγγαράκι μου, γιε μου μονάκριβέ μου
Ήλιε και αστεράκι μου, μικρούλη και αητέ μου (σελ. 83).

  Κάποια ποιήματα όπως το «Εσύ» είναι μια αποστροφή στο Θεό.

Εσύ
να μας περιεργάζεσαι από ψηλά
κλεισμένος στο φως σου
κι εμείς
εδώ, στα χαμηλά
χαμοσερνάμενοι και φοβισμένοι
ψάχνομε το δικό μας το φως.
Εσύ, καταμεσής του ουρανού
αναπαυμένος στη δόξα σου… (σελ. 45).

  Στο «Θα σε πολεμήσω» εκφράζει την αγανάκτησή του.

Θα σε πολεμήσω Κύριε
με ματωμένα βαμβάκια από θρομβωμένες φλέβες,
δάκρυα από κολλύρια κι οράσεις περιφερικές…
Θα σε κυνηγήσω Κύριε
με τη δύναμη του θυμού και της ανημποριάς… (σελ. 66).

  Όμως η ζωή συνεχίζεται. Το «Κουτί» είναι αφιερωμένο στην Κέλλυ, που του χάρισε το γιο του.

…Όταν σε βρήκα,
αναρωτιόμουνα για το αν σβήνουν οι φωτιές
εάν κυοφορείται η ελπίδα μες στη λύπη
εάν ξαναβαφτίζονται το γέλιο και η χαρά.

…κι έφερες την Ανάσταση, Χριστουγεννιάτικα,
με τη ζωή ενός μικρούλη Γιάννη
που θα του μάθω να κρατά
μια γομολάστιχα για αριθμούς
να ψάχνει και ν’ αναγνωρίζει τη ζωή
από τις ζωγραφιές της.

  Γιώργο, καλοτάξιδη να είναι αυτή η ποιητική σου συλλογή, και με το καλό και η επόμενη.

  Μπάμπης Δερμιτζάκης

Steve McLean, Postcards from London (2018)


Steve McLean, Postcards from London (2018)


  Ήξερα ότι είναι μια ταινία αλλιώτικη από τις άλλες. Αυτό με ιντρίγκαρε και είπα να τη δω.
  Ο Jim είναι ένα όμορφο νεαρό αγόρι που βαρέθηκε τη ζωή του στο Έσεξ και ήλθε στο Λονδίνο για να γνωρίσει ένα καινούριο κόσμο, «γεμάτο μυστήρια και δυνατότητες». Θα έχει τις ευλογίες και τον δυο γονιών του, του πατέρα του όμως με δυσκολία.
  Θα ξεπέσει στο Σόχο. Εκεί θα κάνει παρέα με νεαρούς gay που θα τον μπάσουν στα μυστικά της δουλειάς. Δεν είναι αρσενικές πόρνες, είναι αρσενικές εταίρες, που πρέπει να είναι καλλιεργημένες για τους πελάτες τους. Η γνώση της ζωγραφικής θεωρείται προαπαιτούμενο για την πελατεία τους.
  Ο Καραβάτζιο είναι ο άλλος πρωταγωνιστής στην ταινία. Άκουσα πολλά για τη ζωή του και την τέχνη του, πράγματα που τα είχα διαβάσει αλλά τα είχα ξεχάσει. Το ίδιο και για το σύνδρομο Σταντάλ (από το όνομα του αγαπημένου μου συγγραφέα), από το οποίο υποφέρει ο Τζιμ: κάθε φορά που βρίσκεται μπροστά σε έναν όμορφο πίνακα εκστασιάζεται από την ομορφιά του, έχει την αίσθηση ότι βρίσκεται μέσα σ’ αυτόν και στη συνέχεια λιποθυμά. Αυτό θα το εκμεταλλευθεί ένας μεσάζων έργων τέχνης για να διαπιστώσει αν κάποιοι πίνακες είναι αληθινοί ή όχι· γιατί μόνο μπροστά στους αληθινούς λιποθυμά ο Τζιμ, όχι μπροστά στα αντίγραφα. Πιο πριν, εκτός από αρσενική πόρνη που παίρνει μέρος σε δραματοποιήσεις πελατών (για παράδειγμα παριστάνει τον άγιο Σεβαστιανό), έκανε και το μοντέλο σε ζωγράφους.
  Η κάμερα με το να παίρνει τους ήρωες από κοντά σε κλειστούς, σκοτεινούς χώρους δημιουργεί ένα περίεργο κλειστοφοβικό συναίσθημα. Νομίζω δεν υπάρχει καμιά σκηνή εξωτερικού χώρου. Και, περιέργως για gay movie, δεν είδαμε gay σεξουαλικές σκηνές.
  Πολύ χαμηλή η βαθμολογία της στο IMDb, μόλις 5.2, έχω την εντύπωση ότι είναι από το είδος των ταινιών που γίνονται κάποια στιγμή cult.
  Παρά λίγο να το ξεχάσω, ακούσαμε και τον παρακάτω διάλογο.
  -Μην ανησυχείς… οι σύντροφοί μου μού δίδαξαν να εκτιμώ τα πιο ωραία πράγματα στη ζωή.
  -Τη μουσική του Μπαχ; Την ποίηση του Καβάφη;
  Ο Καβάφης δίπλα στον Μπαχ!!! Υπέροχο.
  Και η κουβέντα συνεχίζεται για τον Καβάφη, με τον συνομιλητή του Τζιμ να αναφέρει τη ρήση του Φόστερ ότι ο Καβάφης «βρισκόταν σε μια ελαφρά απόκλιση από τον κόσμο».  

Saturday, September 22, 2018

Mario Monicelli, I soliti ignoti (Ο κλέψας του κλέψαντος, 1958)


Mario Monicelli, I soliti ignoti (Ο κλέψας του κλέψαντος, 1958)


  Άσχετος ο ελληνικός τίτλος, ίσως όμως καλύτερος για τα ελληνικά δεδομένα, αφού η φράση «Οι συνηθισμένοι άγνωστοι» παραπέμπει σε μας σε άλλα συμφραζόμενα.
  Γνωστότατη κωμωδία, οι περισσότεροι την έχετε δει, με τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι να αγωνίζεται να τα βγάλει πέρα με το μωρό που του άφησε η γυναίκα του που βρίσκεται στη φυλακή για μικρολαθρεμπόριο τσιγάρων και τον Ρενάτο Σαλβατόρε να ενδιαφέρεται περισσότερο για την Κλαούντια Καρντινάλε παρά για τη «Μεγάλη μπάζα» (ο αγγλικός τίτλος) που ετοιμάζονται να κάνουν.
  Από όλους τους όμως περισσότερο μου άρεσαν ο μονίμως πεινασμένος γεράκος, ο αδελφός της Κλαούντια με το μαφιόζικο αγέρωχο ύφος που την κρατάει κλειδωμένη αγωνιώντας μήπως χάσει την τιμή της και ο Τοτό με το περισπούδαστο ύφος ως ο κατεξοχήν ειδήμων στις διαρρήξεις.
  Όσοι δεν την έχετε δει πρέπει να τη δείτε.     

Michel Hazanavicius, Godard mon amour (2017)


Michel Hazanavicius, Godard mon amour (2017)


  Πρόκειται για μια βιογραφική ταινία βασισμένη πάνω στο βιβλίο της δεύτερης γυναίκας του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ Άννας Βιαζέμσκι «Ένα χρόνο μετά».
  Διαβάζω σε ένα σύνδεσμο ότι «Αν αγαπάς τον Γκοντάρ θα μισήσεις το φιλμ».
  Σωστό. Στο έργο είδα έναν άνθρωπο αλαζόνα: αλαζόνα σαν άνδρα, αλαζόνα σαν διάσημο σκηνοθέτη, ο κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος του γαλλικού νέου κύματος της δεκαετίας του ’60, και αλαζόνα σαν αριστερό, με την αλαζονεία που διέπει αρκετούς αριστερούς οι οποίοι θεωρούν τον εαυτό τους ως έναν από τους εκλεκτούς που κλήθηκαν να σώσουν τον κόσμο (το άκουσα σε ρεπορτάζ από κάποιον επώνυμο, όνομα και μη χωριό, σαν αυτοκριτική). Και εγώ τον εαυτό μου στην αριστερά τον τοποθετώ (ας μην αρχίσουμε τώρα την κουβέντα ποιοι είναι αριστεροί και ποιοι δεν είναι), αλλά δεν είμαι πια νέος ώστε να θέλω να σώσω τον κόσμο (Καζαντζάκης)
  Θα πει κανείς, το βιβλίο μιας πρώην, ε, δεν θα ήταν ιδιαίτερα κολακευτικό για τον τέως σύζυγό της. Όμως δεν ένοιωσα το ίδιο για τον Καζαντζάκη διαβάζοντας το βιογραφικό βιβλίο της πρώτης γυναίκας του της Γαλάτειας «Άνθρωποι και υπεράνθρωποι», ούτε καν διαβάζοντας τον λίβελο της Λιλής Ζωγράφου «Νίκος Καζαντζάκης, ένας τραγικός». Τα επεισόδια που βλέπω στην ταινία δεν είναι φανταστικά, σίγουρα συνέβησαν. Με ξενέρωσε ιδιαίτερα ο τρόπος που ο Γκοντάρ αντιμετώπισε ένα νεαρό ο οποίος έκανε τη διατριβή του πάνω στις ταινίες του.
  Το έχω σκεφτεί πολλές φορές, είναι δίκοπο μαχαίρι το να διαβάζεις βιογραφίες: μπορεί να θαυμάσεις τον βιογραφούμενο αλλά μπορεί και να σου δημιουργηθούν αισθήματα αποστροφής.  
 
 

Antonio-Pedro Vasconcelos, A bella e o paparazzo (Η ωραία και ο παπαράτσι, 2010)


Antonio-Pedro Vasconcelos, A bella e o paparazzo (Η ωραία και ο παπαράτσι, 2010)

  Χαριτωμένη αισθηματική κομεντί που σατιρίζει ταυτόχρονα τον κόσμο του θεάματος.
  Ο João, Γιάννης στα ελληνικά, είναι παπαράτσι και ζει με έναν εστιάτορα και έναν περίεργο τύπο που θέλει να ανακηρύξει ανεξάρτητη την πολυκατοικία τους από την Πορτογαλία. Καλεί σε γενική συνέλευση τους ενοίκους, ενώ πυρετωδώς ετοιμάζει το σύνταγμά της.
  Η Μαριάνα είναι απογοητευμένη από τη δουλειά της στην τηλεόραση. Θεωρεί ανόητη τη σαπουνόπερα στην οποία πρωταγωνιστεί, ενώ στην πραγματικότητα αυτό που θα ήθελε να κάνει είναι θέατρο.
  Ο Γιάννης την παρακολουθεί φωτογραφίζοντάς την κρυφά, και κάποια στιγμή θα τρέξει να την υπερασπιστεί σε ένα καυγά. Θα τραυματισθεί, θα τον μεταφέρει στο νοσοκομείο, και θα ερωτευθούν. Φυσικά αυτός πού να τολμήσει να της πει την αλήθεια για τη δουλειά του και ότι η συνάντησή τους δεν ήταν εντελώς τυχαία.
  Το μοτίβο είναι συνηθισμένο: Τα φτιάχνουν-χωρίζουν-τα ξαναφτιάχνουν. Εδώ μπαίνει και το μοτίβο της απόκρυψης της αληθινής ταυτότητας, που κάποια στιγμή θα αποκαλυφθεί. Όταν της λέει την αλήθεια αυτή φεύγει οργισμένη. Όμως τον αγαπά, και όταν αυτός θα πάει να της κτυπήσει την πόρτα, είχε ήδη αρχίσει να λυγίζει. Όμως δεν θα τον δεχθεί. Λίγο αργότερα όμως θα πάει η ίδια στο διαμέρισμα που μένει με τους φίλους του. Και αυτός και αυτή έχουν παραιτηθεί από τη δουλειά τους. Αυτή δέχεται τελικά την πρόταση να παίξει στο «Γλάρο», που οι υποχρεώσεις της για την σαπουνόπερα την είχαν κάνει αρχικά να αρνηθεί.
  Είναι κομεντί, αλλά προσεγγίζει πολύ την κωμωδία. Τα κωμικά επεισόδια και οι κωμικές ατάκες της ταινίας είναι πάρα πολλές.  
  Πρέπει να βλέπω κάπου κάπου και καμιά πορτογαλική ταινία, να φρεσκάρω τα λίγα πορτογαλικά που ξέρω. Και βέβαια η πρώτη επιλογή είναι κωμωδία.   

Thursday, September 20, 2018

Agnés Varda, Cléo de 5 à 7 (1962)


Agnés Varda, Cléo de 5 à 7 (1962)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους, σε επανέκδοση.
  Πέντε χρόνια πέρασαν μέχρι να γυρίσει η Ανιές Βαρντά (1928 - ) τη δεύτερη ταινία της, την «Κλεό από τις 5 έως τις 7».
  Η Κλεό έχει κάνει κάτι ιατρικές εξετάσεις. Φοβάται πως έχει καρκίνο. Τις απαντήσεις, της είπε ο γιατρός, θα τις πάρει σε δυο μέρες. Δηλαδή σήμερα, γύρω στις 7.
  Η πλοκή διαδραματίζεται στο δίωρο 5 έως 7, ενώ η ταινία κρατάει μιάμιση ώρα, δηλαδή περίπου σαν αρχαία τραγωδία, στην οποία η πλοκή διαδραματίζεται σε μια μέρα.
  Είναι ανυπόμονη. Πάει σε μια καφετζού στις πέντε. Της ρίχνει τα χαρτιά. Δεν είναι ενθαρρυντικά αυτά που βλέπει, αλλά προσπαθεί όσο μπορεί να της το κρύψει. Αυτή καταλαβαίνει. Φεύγει απελπισμένη.
  Σε ένα καφέ θα συναντήσει την υπηρέτριά της. Νοιώθει δυστυχισμένη, βάζει τα κλάματα. Θα βγει μαζί της για ένα shopping therapy. Παίρνουν ταξί για την επιστροφή. Στο ραδιόφωνο ακούνε ειδήσεις. Ανάμεσα σ’ αυτές είναι και ειδήσεις για την Αλγερία, που ο εθνικοαπελευθερωτικός της αγώνας βρίσκεται σε εξέλιξη. Φτάνοντας σπίτι θα έλθει να την επισκεφτεί ο αγαπημένος της, που δεν φαίνεται να την πολυαγαπά. Στη συνέχεια έρχονται ο στιχουργός και ο μουσικός με τους οποίους συνεργάζεται (είναι τραγουδίστρια, έχει βγάλει και τρία δισκάκια των 45 στροφών). Είναι αγχωμένη περιμένοντας τα δυσάρεστα, τα βάζει μαζί τους, είσαι ένα παραχαϊδεμένο κορίτσι, της λένε.
  Θα ξεχυθεί μόνη στους δρόμους σε μια μίνι οδύσσεια. Θα συναντήσει έναν performer που καταπίνει βατράχια και μετά τα ξερνάει ζωντανά. Συνεχίζει την άσκοπη περιδιάβασή της με την κάμερα να καταγράφει ντοκιμαντερίστικα πρόσωπα και σκηνές που βλέπει στο δρόμο, που αναρωτήθηκα αν είναι όλες στημένες.
  Τελικά θα συναντήσει στο πάρκο ένα στρατιώτη, επεισόδιο που καταλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος της ταινίας, το τέλος της. Είναι με άδεια, θα επιστρέψει στη μονάδα του στο Αλγέρι. Η συζήτηση που έχει μαζί του θα της αναπτερώσει το ηθικό. Φλερτάρουν. Νοιώθει χαρούμενη. Η έγνοια της για τα αποτελέσματα σχεδόν έχει φύγει από το μυαλό της.
  Θα τα πάρει, αλλά δεν θα σας πούμε ποια είναι.
  Εξαιρετική ταινία, μην τη χάσετε.

 


Brett Morgen, Jane (2017)


Brett Morgen, Jane (2017)


  Την Τζέην Γκούντολ την ήξερα από τότε που μετάφραζα και διάβαζα ηθολογία. Ήταν διάσημη για τη δουλειά που είχε κάνει με τους χιμπαντζήδες. Χωρίς πτυχίο (δεν μπόρεσε να σπουδάσει γιατί η οικογένειά της δεν ήταν πλούσια), με πάθος όμως για τους χιμπαντζήδες, πήγε στην Αφρική, στο Γκόμπε, και τους μελέτησε. Λίγα χρόνια αργότερα υποστήριξε το διδακτορικό της στην ηθολογία με βάση τις διαπιστώσεις της από τη μελέτη αυτή που είχε κρατήσει κάμποσα χρόνια, η μοναδική διδάκτορας χωρίς bachelor.
  Δεν θέλω να γράψω περισσότερα για τη ζωή της, θα παραπέμψω στην βικιπαίδεια (πιο πάνω σύνδεσμος), στην ανάρτηση που έκανα για ένα βιβλίο της που έχει τίτλο «Στα χνάρια της ελπίδας» και στην ίδια την ταινία (βασισμένη σε 100 ώρες footage που βρέθηκαν τυχαία το 2014), την οποία μπορείτε να δείτε στο youtube.

 

Wednesday, September 19, 2018

Γλωσσομάθεια


Γλωσσομάθεια

  Νομίζω ότι έλυσα το πρόβλημα με τις ταχυπαλμίες μου, με τρεις τρόπους: μείωσα το φαγητό, έκοψα τον καφέ και περπατάω τώρα αντί για μισή ώρα 3-4 φορές την εβδομάδα, για μια ώρα, τουλάχιστον έξι φορές.
Επιστρέφοντας από την Κρήτη ξανασυναντάω στο παρκάκι που περπατάω μια γυναίκα που περπατάει και αυτή. Είναι μουσουλμάνα, ντυμένη με την τυπική ενδυμασία των μουσουλμάνων γυναικών: παντελόνα, μακρύ φόρεμα και τσαντόρ.
Συναντιόμαστε κάθε πρωί. Αυτή πηγαίνει δεξιόστροφα, εγώ αριστερόστροφα. Εγώ, αν είναι πολύ πρωί, πηγαίνω γύρω γύρω στο χώρο με τις κούνιες, αγναντεύοντας στο βάθος την ακρόπολη και στο βάθος βάθος τη θάλασσα. Αν είναι πιο αργά και έχει ήλιο πηγαίνω γύρω γύρω στο Π από την είσοδο όπου υπάρχουν δένδρα και ενδιάμεσα, όχι μόνο στις άκρες, με αρκετή σκιά.
Σήμερα οποία έκπληξη!!! Μου είπε καλημέρα. Ανταπόδωσα τον χαιρετισμό της. Στην επόμενη στροφή που τη συνάντησα τη σταμάτησα και τη ρώτησα από πού είναι, στα αγγλικά. Μου απάντησε ακατάσχετα σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα, δείχνοντάς μου την καρδιά της. Προφανώς έχει κάποιο καρδιολογικό πρόβλημα, και η συμβουλή που δίνουν οι γιατροί, σε καρδιοπαθείς και μη, είναι το περπάτημα. Παρεμπιπτόντως να αναφέρω ένα από τα αποφθέγματά μου: καλύτερα να περπατάς πριν το έμφραγμα παρά μετά το έμφραγμα.
Ανάμεσα στα λεγόμενά της νόμισα ότι διέκρινα τη λέξη farsi. Τη ρωτάω: «Ιράν;». «Αφγανιστάν» μου απαντάει.
Μου έδειξε ξανά την καρδιά της και τη μέση της για να μου πει ότι εκεί έχει πρόβλημα. Της έδειξα κι εγώ την καρδιά μου, τη μέση μου και τα γόνατά μου. Της έδειξα το ρολόι μου κάνοντας ένα γύρο με τον δείκτη μου στις ώρες, για να της δώσω να καταλάβει ότι περπατάω μια ώρα. Φάνηκε να κατάλαβε. Αυτή πρέπει να περπατάει περισσότερο, γιατί κάποιες φορές που τη βρίσκω εκεί εξακολουθεί να περπατάει όταν εγώ φεύγω. Κρίμα να μη ξέρω τη γλώσσα της για να μπορούμε να συζητήσουμε. Και βέβαια δεν σκοπεύω να τη μάθω, οι οκτώ που ξέρω μου φτάνουν. Δηλαδή οι δέκα, μια και από το καλοκαίρι προστέθηκαν τα μακέντονσκι και η εσπεράντο.
Φεύγοντας της είπα «Γεια» όταν την συνάντησα, σηκώνοντας το χέρι μου σε χαιρετισμό. Σήκωσε κι αυτή το χέρι της χαμογελώντας μου.
Και τώρα το ανέκδοτο.
Ένα ζευγάρι ανωγειανών κάθονται στο κατώφλι του σπιτιού τους. Περνάει ένας τουρίστας και θέλει να τους πιάσει κουβέντα. Ντου γιου σπικ ίνγκλις; Ο ανωγειανός κουνάει αρνητικά το κεφάλι του. Παρλεβού φρανσέ; Σπρέχεν ζιι ντόιτς; Χάμπλα εσπανιόλ; Πάρλι ιταλιάνο; Σε κάθε ερώτησή του ο ανωγειανός κουνούσε αρνητικά το κεφάλι του. Κούνησε κι αυτός απογοητευμένος το δικό του και έφυγε.
-Να, βλάκα, τον σκουντάει η γυναίκα του στον ώμο και αυτός κόντεψε να πέσει από την άλλη πλευρά. Αν είχες μάθει μια ξένη γλώσσα θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε.
-Γιατί, αυτός που ήξερε τόσες συνεννοήθηκε;
19-9-2018

Και η σύμπτωση: δέκα λεπτά αργότερα το είδα στα mail μου. Τα θεραπευτικά αποτελέσματα του βαδίσματος.