Book review, movie criticism

Thursday, July 20, 2017

Pier Paolo Pasolini, Accattone (1961)

Pier Paolo Pasolini, Accattone (1961)


  Από σήμερα στο «Ζέφυρο».
  Ο «Ακατόνε», η πρώτη ταινία του Παζολίνι, βασίζεται στο μυθιστόρημά του «Μια βίαιη ζωή».
  Ο Ακατόνε είναι νταβατζής. Ο Παζολίνι μας τον παρουσιάζει στην αρχή της ταινίας σαν ένα τολμηρό και ριψοκίνδυνο νεαρό. Επίσης μεγαλόψυχο, αφού φιλοξενεί τη γυναίκα ενός άλλου νταβατζή που βρίσκεται στη φυλακή. Τον κάρφωσε η ίδια η γυναίκα του για την άσχημη συμπεριφορά απέναντί της. Αναλαμβάνει και την πόρνη του, που τώρα δουλεύει για λογαριασμό του.
  Στη συνέχεια όμως μας παρουσιάζεται ένας άλλος Ακατόνε. Ακαμάτης, μαθαίνουμε ότι τον έχει διώξει η γυναίκα του από το σπίτι. Οι δικοί της δεν θέλουν να τον δουν στα μάτια τους. Έφτασε στο σημείο να κλέψει ένα σταυρό από το λαιμό του παιδιού του.  
  Οι φίλοι του είναι ίδια κουμάσια. Οι δουλειές δεν πάνε καλά, είναι συνεχώς πεινασμένοι. Αλλά το θεωρούν υποτιμητικό να πάνε να δουλέψουν.
  Κάποιοι φίλοι του κλέφτες του προτείνουν να δουλέψει μαζί τους. Αρνείται. Το θεωρεί επικίνδυνο, μετά τον πόλεμο, λέει, τους πιάνουν εύκολα.
  Η μεταστροφή του Ακατόνε θα αρχίσει όταν ερωτευθεί. Ο αρχικός του στόχος είναι να βγάλει την κοπέλα στο κλαρί, αλλά μετανιώνει. Πηγαίνει να δουλέψει, αλλά η δουλειά είναι σκληρή. Σκέφτεται την πρόταση που του έκαναν οι κλέφτες. Θα πάει να τους βρει, πράγμα που θα αποβεί μοιραίο γι’ αυτόν.
  Πρέπει να πω ότι στην αρχή δεν μου άρεσε η ταινία. Το έχω ξαναγράψει, όταν δεν μπορώ να ταυτιστώ ή να συμπαθήσω τον κύριο ήρωα η ταινία δεν μου αρέσει. Διαβάζω ότι δίχασε τους κριτικούς. Εμένα με δίχασε η ταινία. Άρχισε να μου αρέσει όταν είδα τη συνειδησιακή μεταστροφή του.

     

Dominique Farrugia, Sous le même toit (room(h)ates, Μαζί και χώρια, 2016)

Dominique Farrugia, Sous le même toit (room(h)ates, Μαζί και χώρια, 2016)


Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Ο Ιβάν και η Ντελφίν είναι δεκαπέντε χρόνια παντρεμένοι, με δυο παιδιά (σωστά μαντέψατε, αγόρι και κορίτσι, όπως σε όλες-ή σχεδόν όλες-τις ταινίες που έχουμε δυο παιδιά). Η Ντελφίν νοιώθει πλήξη, και προτείνει-τι προτείνει, αποφασίζει-να ζήσουν στο εξής σαν ανοιχτό ζευγάρι. Ο Ιβάν δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο από το να συμμορφωθεί. Έλα όμως που το ίδιο βράδυ του τυχαίνει μια περίπτωση; Σαν ανοιχτό ζευγάρι που είναι πια το λέει στην Ντελφίν. Αυτή γίνεται έξω φρενών, δεν το περίμενε, και τον διώχνει από το σπίτι. Μπορεί να είναι κωμωδία, αλλά δεν είναι καθόλου κωμικό το να σε διώχνει η γυναίκα σου από το σπίτι και να αναγκάζεσαι να μένεις σε φίλους, μέχρι που θα σε βαρεθούν κι αυτοί και θα μείνεις στο δρόμο. Βέβαια κάποια επεισόδια είναι παρατραβηγμένα, αλλά είπαμε, έχουμε κωμωδία.
  Θέλει να γυρίσει σπίτι. Αυτή αρνείται να τον δεχτεί. Της δείχνει τότε το συμβόλαιο του σπιτιού, το 20% του ανήκει, άρα θα μείνει στο 20% του σπιτιού. Αναγκάζεται να υποχωρήσει, δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. Και ακολουθούν πιο απίθανα, και γι’ αυτό πιο σπαρταριστά, επεισόδια, σε μια από τις καλύτερες κωμωδίες της χρονιάς. Δεν πρέπει να τη χάσετε. 

Dany Boon, R.A.I.D dinge (M.A.T. Μονάδα Αποδόμησης Τάξης, 2016)

Dany Boon, R.A.I.D dinge (M.A.T. Μονάδα Αποδόμησης Τάξης, 2016)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Πολύ σύντομα ξαναείδαμε τον Dany Boon, που πρόσφατα απολαύσαμε σαν «Αρχιτσιγκούνη», σε τριπλό ρόλο: σκηνοθέτη, σεναριογράφου και ηθοποιού. Εδώ είναι εκπαιδευτής στα ΜΑΤ, και εκπαιδεύει την Alice Pol. Ο μπαμπάς της υπουργός, ο αρραβωνιαστικός της γιος του βασιλιά των ελαστικών της Ευρώπης, και βέβαια δεν βλέπουν με καθόλου καλό μάτι τη λαχτάρα της να πάει στα ΜΑΤ, που παρά τις αποτυχημένες προσπάθειές της εξακολουθεί να επιμένει. Ανησυχούν μήπως στο τέλος πάει και καταταγεί στη λεγεώνα των ξένων. Συνωμοτούν ο μπαμπάς ο υπουργός να εκβιάσει τον διοικητή των ΜΑΤ να την δεχτούν, με στόχο να αποθαρρυνθεί και να παραιτηθεί. Εκπαιδευτής θα είναι ο Dany Boon, που δεν την βλέπει καθόλου με καλό μάτι. Τον ίδιο τον έχει παρατήσει η γυναίκα του.
  Και ακολουθούν πολλά σπαρταριστά επεισόδια, κάποια σατιρικά, με την Alice Pol να τα κάνει κυριολεκτικά θάλασσα, όμως στο τέλος να σώζει την ζωή του πρωθυπουργού και να παρασημοφορείται.
  Είδαμε ξανά το μοτίβο «η αρχική αντιπάθεια γίνεται έρωτας», που το ξαναείδαμε επίσης πρόσφατα και στην ταινία του Woody Allen «Η Χάννα και οι αδελφές της» που προβλήθηκε σε επανέκδοση.   

  Ψάχνω την ταινία στο IMDb για να της βάλω ένα οχτάρι και δεν τη βρίσκω. Φαντάζομαι αργότερα να τη βάλουν. 

Jean Girault, Les grandes vacances (Οι ασύλληπτες διακοπές του Λουί ντε Φινές, 1967)

Jean Girault, Les grandes vacances (Οι ασύλληπτες διακοπές του Λουί ντε Φινές, 1967)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους, σε επανέκδοση.
  Πρέπει να ομολογήσω ότι ο Λουί ντε Φινές, τότε που μεσουρανούσε στην κωμωδία, εμένα δεν μου άρεσε. Μου φαινόταν πολύ παρατραβηγμένος ο τύπος που ενσάρκωνε, πάντα να τσακώνεται, πάντα έτοιμος να εκραγεί. Όμως πριν λίγους μήνες που τον είδα στο «Όσκαρ» (1967) του Eduard Molinaro μου άρεσε πολύ, περισσότερο από τον Συλβέστερ Σταλόνε, που κι αυτός μου άρεσε βέβαια, στο «Όσκαρ» (1991) του John Landis. Τελικά η σκηνοθεσία και το σενάριο (το «Όσκαρ» είναι μεταφορά από θεατρικό έργο) παρασύρουν και τον ηθοποιό σε μια καλύτερη ερμηνεία, ή ίσως κάνουν να φαίνεται καλύτερο το παίξιμό του.
  Έκανα αυτή την εισαγωγή γιατί και στις «Απίθανες διακοπές» μου άρεσε ο Λουί ντε Φινές, πιστεύω γιατί η ταινία είναι καταπληκτική σαν κωμωδία, γι’ αυτό εξάλλου και η επανέκδοσή της.
  Ο Λουί ντε Φινές στέλνει το γιο του στο σπίτι ενός συνεργάτη του στην Αγγλία για να βελτιώσει τα αγγλικά του στα οποία είχε πολύ κακό βαθμό. Σε αντάλλαγμα θα φιλοξενήσει την κόρη του. Όμως ο γιος του δεν έχει καμιά διάθεση να πάει στην Αγγλία, έτσι στέλνει ένα φίλο του. Αντί για Αγγλία θα πάρει ένα κότερο με τους φίλους του και θα κατευθυνθούν στη Χάβρη. Μαζί τους θα πάρουν και την αγγλιδούλα. Ο Λουί ντε Φινές θα αποδυθεί σε ένα ανθρωποκυνηγητό για να τη βρει, χωρίς να φαντάζεται ότι είναι μαζί με το γιο του. Και θα δούμε πολλά σπαρταριστά επεισόδια σ’ αυτή την ταινία, μια πραγματικά απίθανη κωμωδία.
  Και βέβαια, όπως σε όλες τις κωμωδίες, το happy end είναι ένας γάμος. Δεν θα σας πω, αλλά είναι εύκολο να μαντέψετε ποιοι παντρεύονται. Όμως καλύτερα να πάτε να τη δείτε.
  Και, συνειδητοποιώ τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, ότι το σασπένς δεν είναι και τόσο σημαντικό στις κωμωδίες, το πιο σημαντικό είναι οι χιουμοριστικές ατάκες και τα κωμικά επεισόδια.  

Whitt Stillman, love and friendship (Έρωτες και φιλίες 2016)

Whitt Stillman, love and friendship (Έρωτες και φιλίες, 2016)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Πρόκειται για μια απολαυστική κωμωδία, βασισμένη στο επιστολικό μυθιστόρημα της Jane Austin, «Lady Susan».
  Η Λαίδη Σούζαν είναι χήρα και απένταρη. Όμορφη, κοκέτα και καρδιοκατακτήτρια, θέλει να παντρέψει την κόρη της την Frederica με τον πλούσιο, καλόκαρδο αλλά και αρκετά αφελή σερ Τζέημς Μάρτιν, λύνοντας έτσι το οικονομικό της πρόβλημα. Έχοντας μόλις «διωχθεί» από το κτήμα του λόρδου Μάνερινγκ όταν η γυναίκα του κατάλαβε τη σχέση της με τον άντρα της, θα καταφύγει στον κουνιάδο της. Θα φλερτάρει με τον αδελφό της γυναίκας του, τον νεαρό Ρέτζιναλντ, και δεν θα περάσει πολύς καιρός και θα δώσουν υπόσχεση γάμου. Όμως τα πράγματα περιπλέκονται όταν ο νεαρός ανακαλύπτει τη σχέση της με τον Ρέτζιναλντ.
  Σοφιστικέ κωμωδία, σαν αυτές των προπερασμένων αιώνων (Σαίξπηρ, Μολιέρος, Όσκαρ Ουάιλντ), είναι αρκετά ξεκαρδιστική κάποιες φορές. Και, όπως όλες οι κωμωδίες, τελειώνει με happy end. Οι νέοι θα παντρευτούν, ενώ η Λαίδη Τζέην θα αποτελέσει την κεφαλή ενός ερωτικού τριγώνου, με τις άλλες δυο γωνίες να καταλαμβάνονται από τον αφελή σύζυγο και τον εραστή.

  Αξίζει να τη δείτε. 

Wednesday, July 19, 2017

Μπετόβεν και Σούμπερτ

Μπετόβεν και Σούμπερτ

  Διαβάζοντας την παράγραφο ενός βιβλίου μου ήλθε στο μυαλό μια σκέψη που έκανα πριν χρόνια: Αν ο Μπετόβεν είχε πεθάνει 31 χρονών, όσο και ο Σούμπερτ, πριν προλάβει να γράψει τη δεύτερη συμφωνία του, θα είχε την ίδια θέση με τον Σούμπερτ στο μουσικό πάνθεον;
  Και την επεξέτεινα.
  Αν ο Ντοστογιέφσκι είχε πεθάνει 45 χρονών, πριν γράψει τα μεγάλα του μυθιστορήματα (δεν θα είχε προλάβει να τελειώσει το «Έγκλημα και τιμωρία»), θα είχε την ίδια θέση που έχει σήμερα, δίπλα στον Τολστόι, ο οποίος σ’ αυτή την ηλικία είχε γράψει το «Πόλεμος και Ειρήνη» και την «Άννα Καρένινα»;

  Ρητορική, φυσικά, η ερώτηση. 

Monday, July 17, 2017

Gene Wilder (1933-2016) Φίλα με σαν ξένος και Η γυναίκα που δεν ήθελε

Gene Wilder (1933-2016) Φίλα με σαν ξένος και Η γυναίκα που δεν ήθελε


Gene Wilder, Φίλα με σαν ξένος (μετ. Θανάσης Χειμωνάς), ΑΛΔΕ 2011, σελ. 333

 Η πρώτη συγγραφική απόπειρα του γνωστού ηθοποιού Τζην Γουάιλντερ, η αυτοβιογραφία του, με την οποία αποκαλύφθηκε το συγγραφικό του ταλέντο

  Είναι ένα βιβλίο από το είδος που μου αρέσει: αυτοβιογραφία. Είναι η αυτοβιογραφία ενός ηθοποιού που μου αρέσει: του Gene Wilder. O Gene Wilder, σε αντίθεση με πολλούς επώνυμους, δεν έχει γράψει μόνο την αυτοβιογραφία του: έχει γράψει ακόμη δυο μυθιστορήματα και ένα τόμο διηγήματα. Η αυτοβιογραφία του αποκάλυψε στο αναγνωστικό κοινό ότι έχει ταλέντο όχι μόνο ως ηθοποιός, όχι μόνο ως ζωγράφος, αλλά και ως συγγραφέας.
  Αμέσως από τις πρώτες σελίδες καθηλώνει τον αναγνώστη με την αφηγηματική του τεχνική: Αποδέκτης της αφήγησής του είναι η Magie, η ψυχολόγος του. Άρα ξέρουμε ότι θα είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικός, όσο αποκαλυπτικός μπορεί να είναι ένας ψυχαναλυόμενος που έχει καταφέρει να ξεπεράσει τις περισσότερες αντιστάσεις του. Και το αποδεικνύει. Μιλάει χωρίς ενδοιασμούς για μια νεύρωσή του, έναν ιδεοψυχαναγκασμό, τον ιδεοψυχαναγκασμό να προσεύχεται.
  Ένας ηθοποιός που έχει διαπρέψει στην κωμωδία θα είναι και ο ίδιος καλός ως κωμωδιογράφος. Το απόδειξε γράφοντας το σενάριο μιας από τις πιο ξεκαρδιστικές κωμωδίες που έχω δει, τον Φρανκενστάιν Τζούνιορ. Το αποδεικνύει και στην αυτοβιογραφία του, γράφοντας με έναν απολαυστικό τρόπο για τις πρώτες του σεξουαλικές εμπειρίες.
  Εμείς οι απλοί αναγνώστες απολαμβάνουμε μια συναρπαστική αφήγηση. Οι αναγνώστες-ηθοποιοί και σκηνοθέτες αντλούν μαθήματα μέσα από το έργο, μαθήματα που θα τους φανούν χρήσιμα στη δουλειά τους.
  Ένα παράδειγμα: Λέει κάπου ότι ο καλύτερος τρόπος για να εκτιμήσεις τη δουλειά ενός σκηνοθέτη είναι να δεις μια ταινία του χωρίς ήχο, ώστε να μην παρασυρθείς από το σενάριο και τη μουσική. Ακόμη δείχνει τη σημασία του μοντάζ στο τελικό αποτέλεσμα της ταινίας. Λέγει ότι κόβοντας και ράβοντας μια δεκατετράλεπτη «καταστροφή», έφτιαξαν ένα οκτάλεπτο αριστούργημα.
  Αλλά δεν είναι μόνο η συναρπαστική αφήγηση. Διαβάζουμε με ενδιαφέρον για τα παρασκήνια ταινιών που εμείς οι παλιοί αγαπήσαμε, και που ασφαλώς θα αγαπούν και θα αγαπήσουν οι νέοι θεατές, μια και οι ταινίες του τώρα είναι προσβάσιμες σε πλατύτερο κοινό μέσω της τηλεόρασης, των video clubs, και των προσφορών εφημερίδων και περιοδικών. Έτσι έμαθα ότι μια από τις καλύτερες κωμωδίες που είδα ποτέ, «Αυτοί οι τρελοί παραγωγοί», δεν έκανε τα εισιτήρια που τις άξιζαν γιατί κάποια ανόητη κινηματογραφική κριτικός έθαψε την ταινία. Ακόμη διαβάζουμε και για άλλα πρόσωπα του κινηματογράφου, όπως π.χ. για τον Μελ Μπρουκς και τον Ρίτσαρντ Πράιορς, με τους οποίους ο Wilder γύρισε μερικές από τις καλύτερες ταινίες του.
  Στα κείμενά μου γράφω συχνά για τις συμπτώσεις που μου έχουν τύχει στη ζωή μου. Ο Wilder μιλάει κάμποσες φορές όχι για συμπτώσεις, αλλά για κάποιες ευτυχείς συγκυρίες και πού τον οδήγησαν: Το αφηγηματικό σχήμα είναι «αν»…. «θα», σε υποθετικό λόγο τρίτου είδους όπως τον διδάσκονται οι σπουδαστές των αγγλικών, και με την αρνητική εκδοχή σε ένα ή και στα δυο σκέλη. Αν δεν γινόταν αυτό και αυτό, δεν θα συναντούσε την Madeline Kahn, την παρτενέρ του στον «Φρανγκενστάιν Τζούνιορ» και στον «Μικρότερο αδελφό του Σέρλοκ Χώλμς». «Αν»... «Δεν θα παντρευόμουν στην Τζίλντα», για να αναφέρουμε μόνο δυο παραδείγματα.
  Έχουμε την τάση να θεωρούμε τη ζωή των διασημοτήτων ανέφελη και ευτυχισμένη, όμως οι βιογραφίες τους αποκαλύπτουν ότι πολλοί από αυτούς έχουν περάσει αρκετές δύσκολες καταστάσεις στη ζωή του. Ο Wilder είδε την Τζίλντα του να πεθαίνει από την επάρατο, ενώ και ο ίδιος μόλις κατάφερε να ξεφύγει.
  Διαβάζοντας τον επίλογο, αναρωτιόμαστε: Δεν μπόρεσε ο Wilder να εκδώσει νωρίτερα το βιβλίο του, ή δεν θέλησε; Χρονολογία έκδοσης είναι το 2005, ενώ στον επίλογο διαβάζουμε ότι πέρασαν τεσσεράμισι χρόνια από τότε που κατάφερε να αναρρώσει ξεπερνώντας τον κίνδυνο. Η μέρα αυτή, όπως αναφέρει, ήταν η 10η Φεβρουαρίου 2000. Δεν ξέρω τι πράγματα έκανα εκείνη την ημέρα, αλλά ξέρω ότι το βράδυ διασκέδασα με τους φίλους μου, αυτούς που με επισκέφτηκαν για να με συγχαρούν για την ονομαστική μου εορτή. 
  Ο Wilder είναι ταλαντούχος συγγραφέας, με λεπτή αίσθηση του χιούμορ, και επινοητικός αφηγηματικά. Έστω και καθυστερημένα δρέπει δάφνες και στη λογοτεχνία, όπως έκανε και στον κινηματογράφο. Να του ευχηθούμε μακροζωία, για να απολαύσουμε και άλλα έργα του.

Gene Wilder, Η γυναίκα που δεν ήθελε (μετ. Δημήτρης Μαμαλούκας) ΑΛΔΕ 2011, σελ. 172

Ένα μυθιστόρημα με δραματική πλοκή, που καταλήγει όμως σε ένα απροσδόκητα ευτυχισμένο τέλος

  Όταν κάποιος έχει μια επιτυχημένη καριέρα ως ηθοποιός δεν θα ψάξει να βρει μήπως έχει και άλλα ταλέντα, ή, ακόμη και αν έχει, δεν θα διανοηθεί να τα καλλιεργήσει, αφού συνήθως δεν του μένει χρόνος να ασχοληθεί και μ’ αυτά. Ο Jean Wilder είναι λογοτεχνικό ταλέντο, αλλά πιστεύω ότι το ανακάλυψε αργά στη ζωή του, και συγκεκριμένα μετά τα εξήντα του, όταν, μειώνοντας τις επαγγελματικές του δραστηριότητες, αποφάσισε να γράψει την αυτοβιογραφία του. Εκεί αποκαλύφθηκε το ταλέντο του, και αποφάσισε να το καλλιεργήσει. Έτσι έγραψε τρία ακόμη βιβλία, δύο μυθιστορήματα και μια συλλογή με διηγήματα, που γνώρισαν ενθουσιώδη υποδοχή τόσο από το κοινό όσο και από την κριτική. Τη βιογραφία του, ένα καταπληκτικό κείμενο, την έχουμε ήδη διαβάσει, και πρόκειται να εκδοθεί προσεχώς από τις εκδόσεις ΑΛΔΕ. Σήμερα θα μας απασχολήσει το μυθιστόρημά του «Η γυναίκα που δεν ήθελε», στα αγγλικά The woman who wouldnt. «Would you like…» τη ρωτά επανειλημμένα ο Τζέρεμι Σπένσερ Γουέμπ προσπαθώντας να την φλερτάρει, όταν την πρωτοβλέπει να κάθεται στο διπλανό τραπέζι, στο σανατόριο όπου νοσηλεύονται και οι δυο, εισπράττοντας απανωτά «No, I wouldnt». Όμως αυτά στην αρχή. Γιατί στη συνέχεια, όταν αναπτύσσεται ο δεσμός τους, η απάντησή της είναι μόνιμα θετική, καθώς συνεχίζουν το παιχνίδι με το would you like. Yes, I would. -Θα ήθελες να κάνεις έρωτα μαζί μου; -Ναι, θα ήθελα.
  Πώς βρέθηκαν στο σανατόριο;
  Η Κλάρα γιατί έπασχε από καρκίνο του στομάχου. Ο Τζέρεμι γιατί είχε περάσει μια νευρική κρίση. Και ο Τσέχωφ για να θεραπεύσει την φυματίωση από την οποία έπασχε, και η οποία τον οδήγησε τελικά στο θάνατο, το 1904, σε ηλικία 44 χρόνων.
  Τόσο παλιά λοιπόν τοποθετείται η ιστορία;
  Ναι, τόσο παλιά, και συγκεκριμένα το 1903.
  Η ατμόσφαιρα του σανατορίου, και μάλιστα το γεγονός ότι το σανατόριο αυτό βρίσκεται στη Γερμανία, δεν μπορεί να μην ανακαλέσει στο νου του αναγνώστη το «Μαγικό Βουνό» του Τόμας Μαν, όπου οι δυο ήρωές του, ο Χανς Κάστορπ και η Clawdia Chauchat βρίσκονται επίσης σε ένα σανατόριο, στο γερμανόφωνο Davos της Ελβετίας, όπου διαδραματίζεται η ιστορία.
  Ο Τζέρεμι είναι βιολιστής, και μάλιστα σολίστας. Μια κακή κριτική τον οδήγησε σε νευρική κατάρρευση με αποτέλεσμα να χρειαστεί θεραπεία και τελικά να καταφύγει σε ένα ησυχαστήριο σαν κι αυτό μέχρι να ηρεμήσουν τα νεύρα του. Η Κλάρα έχει μόλις εγκαταλειφθεί από έναν ανάξιο σύζυγο, που δεν άντεξε στην ιδέα να καθίσει δίπλα σε μια γυναίκα που δεν της μένει πολύς χρόνος ζωής.
  Ο Wilder εκδραματίζει εδώ ένα μέρος της προσωπικής του ιστορίας. Η γυναίκα του έπασχε από καρκίνο. Δεν μπόρεσε να τον θεραπεύσει, και τελικά κατέληξε. Περίμενα ένα εξίσου δραματικό τέλος και σ’ αυτό το έργο. Όμως ο Wilder το τέλειωσε όπως θα ήθελε να είχε τελειώσει και στην προσωπική του ζωή, με τη θεραπεία της γυναίκας του.
  Και θυμόμαστε πάλι ένα άλλο έργο, αυτή τη φορά κινηματογραφικό, το «Μίλα της» του Πέδρο Αλμοδόβαρ. Η κοπέλα είναι σε κώμα και βρίσκεται κάτω από τις φροντίδες ενός νεαρού, ο οποίος την αγαπούσε από παλιά. Θα κάνει έρωτα μαζί της ενώ αυτή εξακολουθεί να βρίσκεται σε κώμα, με ελάχιστες ελπίδες να συνέλθει. Ξαφνικά όμως αυτή αρχίζει να συνέρχεται. Οι γιατροί ξαφνιάζονται με αυτό το θαύμα, και αρχίζουν να της κάνουν εξετάσεις. Θα ανακαλύψουν ότι είναι έγκυος, πράγμα που θα οδηγήσει τον νεαρό στη φυλακή. Κάποια στιγμή μας λέει ότι θα αποδράσει. Δεν φανταζόμαστε ότι εννοούσε πως θα αυτοκτονήσει. Εδώ το τέλος είναι δραματικό.
  Όπως το γεγονός της εγκυμοσύνης ενεργοποίησε τον ανοσοποιητικό μηχανισμό της κοπέλας με αποτέλεσμα να συνέλθει από το κώμα, έτσι και το γεγονός ότι η Κλάρα έμεινε έγκυος ενεργοποίησε το ανοσοποιητικό της σύστημα με αποτέλεσμα να εξαφανιστεί ο καρκίνος από το στομάχι της. Το τέλος βρίσκει τους δυο ήρωες, που είχαν ήδη παντρευτεί στο σανατόριο, στη Νέα Υόρκη, ευτυχισμένους με το νεογέννητο μωρό τους.
  Δυο είναι τα κύρια υφολογικά χαρακτηριστικά του Wilder: Η αφηγηματική λιτότητα και το χιούμορ. Μας ήταν ήδη γνωστά από την αυτοβιογραφία του, και τα συναντήσαμε κι εδώ. Η παντελής έλλειψη πλατειασμού και το χιούμορ, τόσο στα επεισόδια όσο και στην αφήγηση, κάνουν την ανάγνωση του βιβλίου αυτού ιδιαίτερα ευχάριστη.
  Το να υπάρχουν επώνυμα πρόσωπα ως ήρωες μυθιστορημάτων είναι πράγμα σπάνιο. Και δεν εννοώ μόνο το ιστορικό μυθιστόρημα ή το μυθιστόρημα που πλησιάζει το ιστορικό, όπως π.χ. ο «Πόλεμος και Ειρήνη» του Τολστόι όπου εμφανίζονται στην πλοκή ο Κουτούζωφ και ο Ναπολέων. Ο Άγιος Φραγκίσκος στον «Φτωχούλη του θεού» του Καζαντζάκη είναι πραγματικό πρόσωπο. Μου έρχεται τώρα στο μυαλό και μια ταινία, ο «Ταχυδρόμος» (Il postino, 1994) του Μάικλ Ράντφορντ, με τον Φιλίπ Νουαρέ στο ρόλο του Νερούντα, που διδάσκει τον νεαρό ταχυδρόμο τις περιώνυμες metaphorae, που  θα τις χρησιμοποιήσει με επιτυχία στα ποιήματα που γράφει για να κατακτήσει την εκλεκτή της καρδιάς του. Και όπως διαβάζω στο διαδίκτυο, το έργο είναι μεταφορά από το μυθιστόρημα του Αντόνιο Σκάρμετα «Ο ταχυδρόμος του Νερούντα», και  είχε καλύτερη τύχη (πέντε υποψηφιότητες για όσκαρ) από ό, τι το μυθιστόρημα.
  O Τζέρεμι, με βάση τις απαιτήσεις της οικονομίας του έργου, κάπως πρέπει να αποκτήσει επαφές και με κάποιον άντρα. Ένας επώνυμος σίγουρα είναι πιο ενδιαφέρων αφηγηματικά,  και μπορεί να διηγηθεί ανέκδοτα που δεν θα πήγαιναν στο στόμα ενός κοινού θνητού, όπως το ότι ο Τολστόι σχολίασε μια παράσταση του Θείου Βάνια λέγοντας ότι ήταν κακή, αλλά ο συγγραφέας δεν ήταν χειρότερος από τον Σαίξπηρ. Και, κάτι το οποίο ήξερα, ότι μια κακή κριτική για την πρώτη συμφωνία του Σεργκέι Ραχμάνινωφ οδήγησε τον νεαρό συνθέτη σε νευρική κατάρρευση. Ευτυχώς συνήλθε, για να μας δώσει το υπέροχο δεύτερο κονσέρτο του για πιάνο και ορχήστρα.

  Το βιβλίο είναι εξαιρετικό. Όσοι έχουν απολαύσει τον Wilder ως ηθοποιό σε έργα όπως «Η γυναικάρα με τα κόκκινα» και «Φρανκεστάιν τζούνιορ» μπορούν να τον απολαύσουν σ’ αυτό το μυθιστόρημα εξίσου και ως συγγραφέα. 

Li Kangsheng, Help me eros (帮帮我,爱神, 2007)

Li Kangsheng, Help me eros (帮帮我,爱神, 2007)


  Ο Λι Κανσένγκ που πρωταγωνιστεί και στην ταινία έχει παίξει και σε όλες τις ταινίες μυθοπλασίας του κορυφαίου ταϊβανέζου σκηνοθέτη Τσάι Μινγκλιάνγκ.
  Ο πραγματικός τίτλος της ταινίας είναι «Βοήθα με, θεά του έρωτα» (Ανορθόδοξο, αλλά τα κινέζικα που έβαλα είναι τα απλοποιημένα. Αρκετές σκοτούρες έχω μ’ αυτά, να μην πλέξω και με τα παραδοσιακά ταϊβανέζικα).
  Να τον βοηθήσει, γιατί;
  Την έπαθε κι αυτός όπως και τόσοι άλλοι σε μας στην κρίση του χρηματιστηρίου, στις αρχές του 2000. Καταστράφηκε οικονομικά. Δεν έχει ούτε το νερό και το φως να πληρώσει. Το αυτοκίνητό του, πολυτελές σπορ, το έχει βάλει για πούλημα. Είναι απελπισμένος. Σκέφτεται να αυτοκτονήσει. Και καλεί τη γραμμή βοήθειας για τους απελπισμένους.
  Όλα τα πρόσωπα της ταινίας τραβάνε ένα προσωπικό Γολγοθά. Η μόνη για την οποία δεν ξέρουμε είναι η πρώην του, που επιμένει να την παρακολουθεί. Αυτή που βρίσκεται στη γραμμή βοήθειας έχει κι αυτή τα δικά της προβλήματα. Ο άντρας της δεν κάνει σεξ μαζί της, την ταΐζει συνεχώς και είναι παχύσαρκη. Αργότερα θα μάθουμε ότι είναι ομοφυλόφιλος.
  Ο ήρωάς μας ο Α Τζιέ θα τα φτιάξει με την Σιν, μια νέα κοπέλα που πουλάει ινδοκάρυδα και τσιγάρα ντυμένη τολμηρά σε ένα ειδικό περίπτερο. Και αυτή ταλαιπωρημένη, όπως και οι συναδέλφισσές της, που συχνά αντιμετωπίζουν την κακομεταχείριση των πελατών. Θα τρέχουν σαν τρελοί με το αυτοκίνητο που ο Α Τζιέ θα πάρει κρυφά από τη μάντρα, και θα καπνίζουν μαζί τη μαριχουάνα που καλλιεργεί στο σπίτι του. Αλλά η σχέση θα σκαλώσει. Και ο Α Τζιέ θα επιχειρήσει ξανά απόπειρα, με τη φιάλη του υγραερίου. Όμως είναι άτυχος (ή μήπως τυχερός;), η φιάλη ήταν σχεδόν άδεια. Ανεβαίνει σε ένα παράθυρο. Θα πέσει;
   Στην τελευταία σουρεαλιστική σκηνή βλέπουμε ένα σωρό χαρτάκια να πέφτουν από ψηλά. Τα έριξε, υποθέτουμε, ο Α Τζιέ. Ανάμεσά τους είναι και μια φωτογραφία που έβγαλε με την Σιν.
  Το τέλος είναι ανοιχτό, δεν θα μάθουμε αν έπεσε τελικά, όπως δεν μάθαμε ποιον από τους δυο γονείς διάλεξε το κοριτσάκι στο «Ένας χωρισμός» του Φαρχάντι.
  Δεν έχει σημασία, είναι σαν να μας λέει ο Λι Κανσέγκ. Αυτό που μετράει είναι η απελπισία που νοιώθει ο Α Τζιέ, που τον οδηγεί στην απόπειρα αυτοκτονίας.

  Η ταινία δεν αφηγείται μια ιστορία, παρουσιάζει καταστάσεις ταλαιπωρημένων ψυχών. Τα μεγάλα και αργά πλάνα δημιουργούν μια υποβλητική δραματική ένταση. Φυσικά κέρδισε κάποια βραβεία (σπάνια γράφω γι’ αυτά, μια και μπορεί να τα διαβάσει κανείς στο σύνδεσμο που παραθέτω). 

Wong Yingkit, Offence storm (1993)

Wong Yingkit, Offence storm (1993)


  Τρεις νέες κοπέλες προσπαθούν να επιβιώσουν στους δρόμους του Χονγκ Κονγκ με οποιοδήποτε τρόπο. Αυτές είναι η βουβή, η Τοτό και η Chung Bik-Wing (ξέχασα το όνομα που έχει στην ταινία).
  Όλες κουβαλάνε μια τραυματική ιστορία. Ήδη στην αρχή της ταινίας βλέπουμε τον πατέρα της Chung να την εκδίδει για να ξεπληρώσει κάποια χρέη. Οι φίλες της είναι έτοιμες να τον κάψουν, αλλά αυτή θα τον λυπηθεί και θα της κάνουν το χατίρι.
  Ένα από τα κόλπα τους για να κερδίζουν λεφτά είναι να απειλούν τον άνδρα που θα βρεθεί στο ασανσέρ μαζί τους ότι θα τον καταγγείλουν για απόπειρα βιασμού. Στον πρώτο που βλέπουμε πιάνει το κόλπο, ο δεύτερος όμως είναι αστυνομικός. Οι δυο θα του ξεφύγουν, θα συλλάβει όμως την Τοτό. Και θα αναπτυχθεί ένα αίσθημα μεταξύ τους, όμως οι άλλες δυο προειδοποιούν την Τοτό ότι αυτό δεν θα έχει καλό τέλος.
  Στην υπηρεσία ενός κακοποιού αγοράζουν διάφορα με πλαστές πιστωτικές κάρτες που τους προμηθεύει και του πηγαίνουν τα εμπορεύματα. Κάποια στιγμή πέφτει στα χέρια της αστυνομίας η βουβή που στο μεταξύ έχει μείνει έγκυος από έναν επίσης βουβό πελάτη και σκοπεύουν να παντρευτούν, και την πείθουν να βάλει πάνω της μικρόφωνο για να τον τσακώσουν επ’ αυτοφώρω με τις κάρτες. Η αστυνομία μπουκάρει. Αυτός τραυματίζει τον αστυνομικό, είναι έτοιμος να τον σκοτώσει, αλλά η Τοτό τον πυροβολεί. Είχε απομακρυνθεί από τον αστυνομικό ο οποίος την είχε αρχικά πείσει να γίνει πληροφοριοδότης του, και ετοιμαζόταν να φύγει για τις Φιλιππίνες. Ο κακοποιός στον οποίο το μαρτύρησε μετανιωμένη είχε δώσει εντολή να την σκοτώσουν όταν θα έφτανε εκεί. Τα πράγματα όμως εξελίχθηκαν διαφορετικά.
  Πριν από αυτό το τελευταίο επεισόδιο η Chung Bik-Wing είναι έτοιμη να αυτοκτονήσει πηδώντας από το περβάζι μιας ταράτσας. Οι φίλες της προσπαθούν να την μεταπείσουν. Πείθεται. Όμως γλιστράει και πέφτει στο κενό.
  Τι έγιναν οι άλλες δυο, μετά την συμπλοκή με τους κακοποιούς;
  Το μαθαίνουμε στα γράμματα τέλους.

  Τα καντονέζικα, η γλώσσα που μιλιέται στο Χονγκ Κονγκ, δεν είναι μανταρίνικα, έχουν όμως κάποια κοινά ιδεογράμματα. Έτσι, αν κατάλαβα καλά, τόσο η Τοτό όσο και η βουβή, σαν ανήλικες δεκαεφτάχρονες, θα καταδικαστούν με ένα χρόνο φυλάκιση. Δεν αποκλείεται η πλοκή να στηρίζεται σε πραγματική ιστορία όπως τόσες άλλες στη Δύση, στις οποίες στα γράμματα τέλους μαθαίνουμε τι έγινε με τα πραγματικά πρόσωπα. Όμως δεν θα πάρω και όρκο. 

Sunday, July 16, 2017

Yan Kit, Erotic agent (2017)

Yan Kit, Erotic agent (2017)



  Όπως διαβάσαμε στη «Σύντομη ιστορία της κινέζικης λογοτεχνίας» του Λου Σουν, στις περισσότερες κινέζικες ιστορίες επικρατεί το φανταστικό. Στην ερωτική ιστορία του «Ερωτικού πράκτορα» βλέπουμε ένα θεό δικαστή και μια θεά να προσπαθούν να βοηθήσουν έναν φουκαρά τον οποίο κοροϊδεύουν συνεχώς τρία αδέλφια, με την αδελφή των οποίων είναι τσιμπημένος, και αυτή με αυτόν. Όμως μέχρι να τα φτιάξουν θα παρακολουθήσουμε πολλά επεισόδια, ένα από τα οποία είναι η αφαίρεση των εντοσθίων του από τον θεό και η αντικατάστασή τους με άλλα, πράγμα που θα τον κάνει από χαζούλη τρομερά έξυπνο. 

David Lam, Water margin: Heroe’s sex stories (1999)



  Το «Water margin» (Το όριο του νερού) είναι ένα από τα τέσσερα κλασσικά κινέζικα μυθιστορήματα (Τα άλλα τρία είναι «Το ταξίδι στη Δύση», «Το όνειρο του κόκκινου δωματίου» και «Το ρομάντζο των τριών βασιλείων»). Δεν ξέρω αν μπορέσω ποτέ να τα διαβάσω, όμως θα δω κάποιες ταινίες. Σήμερα είδαμε τις «σεξουαλικές ιστορίες των ηρώων» του David Lam.
  Πρόκειται για τρεις ιστορίες τις οποίες αφηγείται εισαγωγικά και επιλογικά ένας αφηγητής ενώ η κύρια ιστορία δραματοποιείται. Η πρώτη αναφέρεται σε μια γυναίκα που κάποιοι την βιάζουν, ενώ πληγώνουν τον άντρα της στα γεννητικά του όργανα. Δεν μπορεί να ξανακάνει σεξ. Αποφασίζουν να φύγουν και να πάνε στην πόλη. Εκεί ανοίγουν μια ταβέρνα. Κάποτε καταφθάνουν εκείνοι που την βίασαν. Και θα πάρει την εκδίκησή της. Θα τους σκοτώσει, και με τις σάρκες τους θα ταΐσει τους πεινασμένους της πόλης. Μάλιστα θα διευρύνει την εκδίκησή της σκοτώνοντας όλους τους βιαστές που πέφτουν στην αντίληψή της από τις συζητήσεις τους. Η εκδίκηση θα θεραπεύσει και τον άντρα της από την ανικανότητά του.
  Στη δεύτερη ιστορία ο ήρωας σώζει μια γυναίκα από επίδοξους βιαστές. Όμως από το σοκ έχει χάσει τη μνήμη της. Θα της παρουσιαστεί σαν σύζυγός της. Θα ζήσουν ευτυχισμένες στιγμές μέχρι που κάποιοι βιαστές θα απαγάγουν τη γυναίκα. Θα τη συναντήσει πολύ αργότερα. Έχει γίνει πόρνη, η ευνοούμενη του αυτοκράτορα. Και ο αφηγητής επιλογικά αναφέρει ότι πολλές γυναίκες έπαιξαν σημαντικό ρόλο επηρεάζοντας τα πολιτικά πράγματα. Αναφέρει δύο παραδείγματα από τα οποία εγώ ξέρω, αλλά δεν πιστεύω κι εσείς, την Qing Yi, την βασιλομήτορα του προτελευταίου αυτοκράτορα, που την ιστορία της διαβάσαμε στο κινέζικο αναγνωστικό, ενώ το δεύτερο το ξέρετε κι εσείς, ο Κλίντον και οι γυναίκες του.
  Η τρίτη ιστορία αναφέρεται σε έναν απατεώνα που παρουσιάστηκε στην πόλη σαν ο φοβερός και τρομερός ληστής Λι Κουάι. Μια γυναίκα τον πλησιάζει, δήθεν για να τον ευχαριστήσει που έσωσε τον πατέρα της. Κάνει έρωτα μαζί του, αλλά αυτός βλέπει στη συνέχεια ότι είναι γεμάτος σημάδια. Όταν θα την ξανασυναντήσει αργότερα θα του αποκαλύψει ότι στην πραγματικότητα δεν έσωσε τον πατέρα της αλλά τον σκότωσε, και αυτή πήρε την εκδίκησή της μεταδίδοντάς του αυτό το αφροδίσιο νόσημα. Και ο αφηγητής τελειώνει αναφέροντας το παράδειγμα των αμερικανών στρατιωτών που κόλλησαν αφροδίσια από γυναίκες βιετκόνγκ. «Αν ένας ήρωας συναντήσει μια γυναίκα δεν θα κερδίσει τον πόλεμο τόσο εύκολα. Ακολουθήστε τη συμβουλή μου. Να είστε πολύ προσεκτικοί με τις γυναίκες».  

  Λέω να κλείσω την ανάρτησή μου με αυτή τη συμβουλή. 

Ghorban Mohammadpour, Hello Mumbai (Salam Mumbai, 2016)

Ghorban Mohammadpour, Hello Mumbai (Salam Mumbai, 2016)



  Μετά τον «Μεγάλο ασθενή» (θα αναρτήσουμε στις 27-7-2017, όταν θα βγει στις αίθουσες) είδαμε το «Hello Mumbai» του Ghorban Mohammadpour, όπου ξαναβρήκαμε το μοτίβο «τα σύνορα της αγάπης». Αυτός ιρανός, αυτή ινδή.
  Όμως δεν είναι το κύριο μοτίβο. Το πρόβλημα εδώ δεν είναι η διαφορά θρησκείας αλλά η αντιμετώπιση της γυναίκας σαν αντικείμενο συναλλαγής. Ο πατέρας της, πλούσιος επιχειρηματίας, την έχει τάξει στο γιο κάποιου για να τον βοηθήσει οικονομικά. Αυτή αναγκάζεται να υπακούσει στην πατρική εντολή και να τον αρραβωνιαστεί. Όμως δεν τον θέλει, και στην απελπισία της κάνει απόπειρα αυτοκτονίας.
  Στη συνέχεια θα τα φτιάξει με τον ιρανό συμφοιτητής της στην ιατρική σχολή ο οποίος της έσωσε τη ζωή. Αρνείται να παντρευτεί αυτόν στον οποίο την έταξαν. Θα βρει συμπαραστάτη τη μητέρα της, όμως ο πατέρας της είναι ανένδοτος, όπως και ο αδελφός της. Ο πατέρας της τελικά θα υποχωρήσει, οι καιροί έχουν αλλάξει, θέλει την ευτυχία της κόρης του, όμως όχι ο αδελφός της ο οποίος πρόκειται να παντρευτεί την αδελφή του «αρραβωνιαστικού» της αδελφής τους.
  Και η ταινία, από μια αισθηματική κομεντί εξελίσσεται σε αστυνομικό δράμα. Ο αντίζηλος προσφέρει χρήματα στον ιρανό. Αυτός φυσικά αρνείται, και τον απαγάγει.
  Περίμενα ένα χάπι εντ, όμως όχι, το τέλος είναι σαν εκείνο του «love story». Αυτή, υποθέτουμε, για να τον ελευθερώσουν υποχωρεί και τον παντρεύεται. Μετά από χρόνια αυτός θα πάρει ένα γράμμα και θα τρέξει να τη βρει. Είναι βαριά άρρωστη. Πόσα χρόνια έχουν περάσει; Στο θάλαμο του νοσοκομείου, μαζί με τους γονείς και τον αδελφό της βρίσκεται και η κόρη της, ένα περίπου δεκάχρονο κορίτσι. Αυτή είναι χωρίς μαλλιά, με ουλές στο πρόσωπο. Καρκίνος; Δεν μας λέγεται. Η τελευταία σκηνή είναι μπροστά στον τάφο της, ο ιρανός με την κόρη της.
  Στο IMDb είδα μια πολύ χαμηλή βαθμολογία, 4,4 από μόλις 355 χρήστες. Αυτοί, υποθέτω, ήσαν ιρανοί ή ινδοί. Τους φάνηκε σαν μια γλυκερή αισθηματική ιστορία, με ένα απογοητευτικά unhappy end· αν και το δικό μας «Love story» έσπασε τα ταμεία το 1970.

  Εγώ βλέπω ευχάριστα τις αισθηματικές ταινίες, όμως αυτή με εντυπωσίασε για το κοινωνικό background. Είναι δυνατόν να συμβαίνουν σήμερα τέτοια πράγματα, έστω και στη μακρινή Ινδία;  Για τους ινδούς όμως και τους ιρανούς φαίνεται ότι αυτό ήταν κάτι φυσιολογικό.   

Saturday, July 15, 2017

Orson Welles, Citizen Kane (Ο πολίτης Κέην, 1941)

Orson Welles, Citizen Kane (Ο πολίτης Κέην, 1941)


  Μετά τη «Γενική γραμμή» σειρά είχε ο «Πολίτης Κέην», όπως γράψαμε στην ανάρτηση που κάναμε.
  Για να μην πω όλες, θα έλεγα ότι σχεδόν όλες οι αναφορές που έχω διαβάσει για τον «Πολίτη Κέην» έχουν να κάνουν με τις κινηματογραφικές τεχνικές (λήψεις, μοντάζ, κ.λπ.). Εμένα όμως σαν αφηγηματολόγο με ενδιαφέρει περισσότερο το στόρι. Έχω ξαναγράψει ότι θεωρώ το σενάριο υποτιμημένο, και αυτό ίσως οφείλεται στο ότι οι μεγάλοι σκηνοθέτες συνήθως γράφουν οι ίδιοι το σενάριο του έργου τους σε δικό τους στόρι. Έτσι για τον «Πολίτη Κέην» θα γράψω για το στόρι και την τεχνική της αφήγησής του.
  Η ταινία ξεκινάει με τη λογική της αρχαίας τραγωδίας. Στην τραγωδία ο θεατής ξέρει το τραγικό τέλος του ήρωα ήδη από την μυθολογία. Ο Ουέλς μας παρουσιάζει στην αρχή της ταινίας τον θάνατο του ήρωά του, τον οποίο ενσαρκώνει ο ίδιος, μαζί με το αίνιγμα που δημιούργησε η τελευταία λέξη που είπε πριν πεθάνει: rosebud, μπουμπούκι.
  Έξυπνη επινόηση. Στόχος του Ουέλς είναι κυρίως να δώσει το πορτραίτο του ήρωά του μέσα από την προσωπική του ιστορία, όμως γνωρίζει αυτό για το οποίο έχω γράψει πολλές φορές, ότι το σασπένς είναι η μεγαλύτερη αρετή σε μια αφήγηση, καθώς κρατάει αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη/θεατή (εν τάξει, σε ένα καλό έργο μπορούν να υπάρξουν άλλες μεγαλύτερες, αλλά ένα μέτριο έργο μόνο το σασπένς θα το σώσει, αν το σώσει). Έτσι οικοδομεί ένα σασπένς πάνω στο ενδιαφέρον που δείχνουν τα media για τη σημασία αυτής της τελευταίας του λέξης. Οι δημοσιογράφοι εξαπολύονται για να βρουν άτομα με τα οποία σχετίσθηκε, μήπως καταφέρουν να λύσουν το αίνιγμα. Στις συζητήσεις μαζί τους δίνεται η βιογραφία του Κέην με flash back.
  Ο Κέην φαίνεται να είναι μια ιδιόρρυθμη προσωπικότητα, ήδη από τα νεανικά του χρόνια. Έχει αποβληθεί από τα καλύτερα κολλέγια, και ξαφνικά του ήλθε η λόξα να ασχοληθεί με μια εφημερίδα, από τις τόσες επιχειρήσεις που έχει κληρονομήσει. Είναι ιδεαλιστής, έχει ιδανικά, είναι με το μέρος του λαού. Γράφει μια διακήρυξη αρχών που δημοσιεύεται στην εφημερίδα. Ένας στενός συνεργάτης-φίλος του κρατάει το χειρόγραφό του.
  Οι φιλοδοξίες του διευρύνονται. Έχοντας παντρευτεί την ανιψιά του προέδρου των ΗΠΑ φιλοδοξεί να κάνει καριέρα στην πολιτική. Όμως μια σχέση που αναπτύσσει με μια τραγουδίστρια θα βάλει τέρμα στις φιλοδοξίες του.
  Με ποιο τρόπο;
  Ο αντίπαλός του, τον οποίο απειλεί ότι μόλις εκλεγεί θα κλείσει στη φυλακή για τις καταχρήσεις που έχει κάνει (η διαφθορά των πολιτικών είναι ένα θέμα που θίγει η ταινία) θα του βάλει την τρικλοποδιά, παρόμοια με αυτή που έβαλαν στον Στρως Καν. Θα εξαναγκάσει τη φίλη του να γράψει σε μια επιστολή στη γυναίκα του για τη σχέση τους, και με αυτή την επιστολή θα τον εκβιάσει να παραιτηθεί από υποψήφιος.
  Ιδιόρρυθμη προσωπικότητα ο Κέην, θα ενεργήσει αντίθετα από ότι θα έκανε ένας «λογικός» άνθρωπος. Δεν θα παραιτηθεί, η γυναίκα του θα τον παρατήσει, και αυτός θα παντρευτεί την τραγουδίστρια. Φυσικά θα χάσει τις εκλογές.
  Η μετέπειτα ιστορία του επιβεβαιώνει το δικό μας «Αχ, πού ’σαι νιότη που ’λεγες πώς θα γινόμουν άλλος», αν και ο Ουέλς περισσότερο εστιάζει στην (ψευδ)αίσθηση παντοδυναμίας που έχουν οι ισχυροί, που πιστεύουν ότι με το χρήμα θα τα πετύχουν όλα. Θέλει η γυναίκα του να γίνει η πριμαντόνα της όπερας χωρίς να έχει ταλέντο, και την πιέζει αφάνταστα χωρίς τη θέλησή της. Μάλιστα θα κτίσει μια όπερα γι’ αυτό. Ο φίλος του αρχίζει να γράφει μια κακή κριτική για την παράσταση που έδωσε την οποία θα τελειώσει ο Κέην και στη συνέχεια θα τον απολύσει. Θα του στείλει μια επιταγή 25.000 ευρώ. Αυτός θα του την επιστρέψει σκισμένη σε μια επιστολή, μέσα στην οποία έχει και τη «διακήρυξή» του.
  Και ακολουθεί η πτώση. Η γυναίκα του, μη αντέχοντας να της επιβάλλει συνεχώς την θέλησή του και τις ορέξεις του, θα τον εγκαταλείψει, παρά τις ικεσίες του. Στη συνέχεια, και σαν συνέπεια προφανώς, έρχεται ο θάνατος, από ανακοπή ή εγκεφαλικό, δεν διευκρινίζεται.
  Πάνω στο σασπένς της σημασίας του rosebud οικοδομείται και η σάτιρα. Η ζωή των ισχυρών ενδιαφέρει το κοινό και τα media πρέπει να την καλύψουν. Γιατί άραγε πρέπει ντε και καλά να έχει τόση σημασία αυτή η τελευταία λέξη του Κέην; Ο σαρκασμός του Ουέλς φαίνεται από το τέλος. Ένας πίνακας που πετάγεται με άλλα πράγματα στη φωτιά έχει πάνω του ζωγραφισμένο ένα μπουμπούκι και τη λέξη rosebud. Ίσως αυτό τον πίνακα να έβλεπε, ή να θυμήθηκε ξαφνικά, ο Ουέλς όταν σωριαζόταν κάτω. Η τελευταία αυτή λέξη δεν είχε λοιπόν καμιά ιδιαίτερη σημασία, δεν παρέπεμπε σε τίποτα το ιδιαίτερο και σημαντικό. Εκτός και αν κάνουμε μια υπερερμηνεία, και πούμε ότι συμβολίζει τη χαμένη νιότη του.
  Κατά τη γνώμη μου το σενάριο χωλαίνει σε κάποια σημεία. Ο φίλος του είχε άδικο που τον κατηγορούσε ότι ξέφυγε από τις αρχές του, τουλάχιστον μέχρι εκείνο το σημείο του έργου. Ο Κέην έχει κάθε δικαίωμα να απειλεί τον αντίπαλό του στις εκλογές ότι θα τον κλείσει στη φυλακή, υπονοώντας διαφθορά και οικονομικές ατασθαλίες. Δεν πείθει ότι πίεσε την γυναίκα του να γίνει η μεγάλη πριμαντόνα για επιβεβαίωση του δικού του εγώ, εγώ θα έλεγα ότι το έκανε από αγάπη. Στη συνέχεια βέβαια τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Με την αίσθηση της οικονομικής του παντοδυναμίας ήθελε σώνει και καλά να πετύχει αυτό που είχε βάλει σαν στόχο, να την αναδείξει σαν τραγουδίστρια.   
  Το σενάριο κατά τη γνώμη μου επίσης χωλαίνει και στο ζήτημα της κριτικής του φίλου του για την εμφάνιση της γυναίκας του. Γράφει ότι δεν ήταν καλή υποκριτικά, ενώ για την εκτέλεσή της δεν μπορεί να εκφέρει γνώμη, αυτό θα το κάνει ο μουσικοκριτικός. Όμως, από όσο μπορώ να ξέρω, μια τραγουδίστρια της όπερας κρίνεται κυρίως για τη μουσική ερμηνεία της και όχι για την υποκριτική της, και δεν νομίζω να γράφονται ξεχωριστές κριτικές.
  Όμως τα παραπάνω δεν ακυρώνουν την γενική σύλληψη του εικοσιεξάχρονου Ουέλς στην πρώτη του ταινία, πως η δύναμη, οικονομική ή άλλη, αλλοιώνει τον χαρακτήρα. Αρχή άνδρα δείκνυσι μας λέγει ο Σοφοκλής στην «Αντιγόνη», ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου φαίνεται όταν καταλάβει θέσεις εξουσίας. Στην «Αντιγόνη» επίσης λέγει ότι το χρήμα διαφθείρει τους ανθρώπους:

 «οὐδὲν γὰρ ἀνθρώποισιν οἷον ἄργυρος                    295
                κακὸν νόμισμ᾽ ἔβλαστε. τοῦτο καὶ πόλεις
                πορθεῖ, τόδ᾽ ἄνδρας ἐξανίστησιν δόμων·
                τόδ᾽ ἐκδιδάσκει καὶ παραλλάσσει φρένας
                χρηστὰς πρὸς αἰσχρὰ πράγματ᾽ ἵστασθαι βροτῶν·
                πανουργίας δ᾽ ἔδειξεν ἀνθρώποις ἔχειν                    300
                καὶ παντὸς ἔργου δυσσέβειαν εἰδέναι».  

Friday, July 14, 2017

Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, Ωρόρα χχ σελ. 440

Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, Ωρόρα χχ σελ. 440


  Είναι βιβλίο must και βρισκόταν επί δεκαετίες στο ράφι των τύψεων, μέχρι που χάθηκε και το ανακάλυψα πρόσφατα. Ένα βιβλίο που όσο το διάβαζα τόσο και μεγάλωναν οι τύψεις μου που δεν το είχα διαβάσει πιο πρώτα, παρόλο που είχα διαβάσει το σχετικό κείμενο του Σεφέρη στις Δοκιμές, στο οποίο εκφράζει το θαυμασμό του για τον Μακρυγιάννη (ελπίζω να το βρω να το ξαναδιαβάσω, είναι κάτω στην Κρήτη).
  Είχα διαβάσει ότι ο Μακρυγιάννης – το γράφει και ο ίδιος άλλωστε – έμαθε μεγάλος σε ηλικία να γράφει, ακριβώς για να γράψει τα απομνημονεύματά του. Δεν τον απάτησε όμως ποτέ η μνήμη του; Όπως και να έχει, αυτά που γράφει είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικά.
  Το ότι η επανάσταση τρώει τα παιδιά της είναι γνωστό, και εδώ επιβεβαιώνεται για άλλη μια φορά. Αυτό όμως που είναι καινούριο, είναι πως οι μορφωμένοι πολιτικοί τράβηξαν το χαλί κάτω από τα πόδια των αγράμματων επαναστατών και τους πήραν την εξουσία. Και οι επαναστάτες, όχι όλοι βέβαια, πέθαναν στην ψάθα. Πολλοί φυλακίσθηκαν όταν εξεγέρθηκαν αφού είδαν ότι παραμερίστηκαν εντελώς από τους πολιτικούς, χωρίς να πάρουν έστω μια μικρή σύνταξη να ζήσουν. Για τις χήρες και τα ορφανά ούτε συζήτηση. Ναι, κάθε κανόνας θα έχει ασφαλώς και τις εξαιρέσεις του, όμως αυτό διάβασα στα απομνημονεύματα. Δεν θυμάμαι πού διάβασα ένα σχετικό κείμενο, όπου κάποιος είδε τον Νικηταρά να ζητιανεύει στα σκαλιά μιας εκκλησίας και τον αναγνώρισε (τελικά βρήκα στο διαδίκτυο σχετική ανάρτηση).
  Διαβάζω:
  «…Ότι όλοι οι πολιτικοί πλερώνονται χοντρούς μιστούς και των στρατιωτικών δίνουν από μια ομολογίαν είκοσι πέντε γρόσια τον μήνα» (σελ. 229).
  Και θυμήθηκα.
  Ο πατέρας μου ήλθε μια μέρα διαολεμένος στο σπίτι. Γιατί; Διότι οι βουλευτές ψήφισαν αύξηση του μισθού τους, και ανάμεσά τους και οι βουλευτές της ΕΔΑ. Αυτό ειδικά ήταν που τον διαόλισε.
  Διαβάζω ακόμη:
  «Των αγωνιστών οι άνθρωποι διακονεύουν και γυρεύουν να πάνε πίσω εις τους Τούρκους. Τους είχανε αυτοίνοι σκλάβους, τους ντύνανε, τους συγυρίζανε και τρώγαν. Εις την πατρίδα τους ξυπόλυτοι και γυμνοί διακονεύουν» (σελ. 60).
  Το παρακάτω απόσπασμα είναι το πιο χαρακτηριστικό.
  «Εκείνοι οπού αγωνίστηκαν, από μέσα κι απ’ όξω, λίγοι ήταν και χάθηκαν οι περισσότεροι· κι όσοι μείναν, πολλοί απ’ αυτούς γκεζερούν ξυπόλυτοι και γυμνοί μέσα στα σοκάκια αυτεινής της πατρίδας τους· και οι χήρες κι αρφανά των αγωνιστών διακονεύουν· και οι νειες τούς πατούνε οι διαφταρμένοι την τιμή τους στανικώς να φάνε κομμάτι ψωμί. Λίγοι αγωνιστήκαμεν-εις τον καρπόν πολλοί πλάκωσαν·  και παίρνουν το ξύλο και βαρούνε τους αγωνιστάς» (σελ. 357).
  Αυτό μετά, γιατί πιο πρώτα ήταν οι εμφύλιοι. Ο Μακρυγιάννης λέει ότι πολλές φορές οι στρατιωτικοί υποκινήθηκαν από τους πολιτικούς, τόσο για τους εμφύλιους όσο και για τις εξεγέρσεις αργότερα, για να εξυπηρετήσουν τους δικούς τους σκοπούς.
  Οι επαναστάτες –προφανώς όχι όλοι- πλιατσικολογούσαν τους κατοίκους. Ο Μακρυγιάννης δεν ήταν απ’ αυτούς. Γράφει:
  «Και εγυμνώσαμεν όλους τους καϊμένους και τους αφήσαμεν δυστυχείς. Μα την πατρίδα, δεν πήρα εγώ απ’ αυτά ούτε μια τρίχα. Οι σύντροφοί μου άνοιξαν μίαν κρυψώνα και μόδωσαν εις στο μερίδιό μου, ως κεφαλή, δυο μερδικά. Τα ξετιμήσαμεν τα δυο μερδικά πεντακόσια γρόσια, κι αυτά όποτε αρρώσταινα τ’ άφηνα εις την διαθήκη μου να τα δώσουνε σ’ εκκλησιές» (σελ. 46).
  Και παρακάτω:
  «Αφού οι Αρτηνοί με βιάζαν να τους συνάξω να πάμεν έξω σ’ το ορδί, ντουφέκια κι άλλα αναγκαία δεν είχαν, τους γύμνωσαν πρώτα οι Τούρκοι, οπού τους σύναξαν τ’ άρματά τους, και ύστερα κ’ εμείς οι λευτερωταί όλο τους το βιον» (σελ. 52). 
  Ο Μακρυγιάννης, βλέποντας όλα αυτά, σχολιάζει: «…Ότι την επανάστασίν μας θα την καταντήσουμε ληστεία· και η πατρίς κατάντησε η παλιοψάθα των ατίμων» (σελ. 130).
  Οι Βαυαροί μάσησαν αρκετά πριν διωχθούν, μετά το σύνταγμα.
  Ο Μακρυγιάννης σούρνει ουκ ολίγα σε πολιτικούς, ιδιαίτερα στον Μαυροκορδάτο και στον Κωλέτη.
  Διαβάζουμε:
  «Ο Εκλαμπρότατος Μαυροκορδάτος ήταν σύμφωνος κι’ αυτός, ο Φαναριώτης, εις το σχέδιον να ξεκάμουν τους στρατιωτικούς» (σελ. 62). Στο μάτι είχε τον Καραϊσκάκη που τον καταδίκασαν σε θάνατο, αλλά οι σύντροφοί του τον γλίτωσαν μας λέει παρακάτω ο Μακρυγιάννης.
  Διαβάζουμε:
  «Πήγανε αναντίον του δυστυχή Δυσσέα. Ακούγοντας ότι έρχεται εναντίον του ο δικός του, ο Γκούρας, το παιδί του, που αυτός τον δόξασε, μπιστεύτηκε και βήκε και παραδόθη εις το παδί του. Τον πήγε εις την Αθήνα και τον σκότωσε. Τελείωσε πλέον ο κύριος Κωλέτης κι από τον τρίτον αντίζηλόν του. Δυσσέα Αντρίτζο, Αλέξη Ντούζο, Χρήστο Παλάσκα, και τους τρεις τους σκότωσε» (σελ.135). Σε μια υποσημείωση πιο κάτω διαβάζουμε:   
  «…δεν ήταν η καλοσύνη του Κωλέτη να στέλνει τον αγαθόν και γενναίον Παλάσκα να σκοτωθεί και να του παίρνει τη γυναίκα του μορόζα (σελ. 147). Νομίζω ο Δαυίδ είχα κάνει κάτι ανάλογο.
  Πιο κάτω μιλάει για το πλιάτσικο και τις απάτες του Γκούρα (σελ. 170), μεγάλο το απόσπασμα, να μην το παραθέσω.
  Πιο κάτω πάλι απευθύνεται στον Γκούρα:
  «Τι τα θες τα πλούτη, οπού τάκαμες και γιόμωσες τόσους τενεκέδες και τους έχωσες; Δεν πλέρωνες ανθρώπους νάχεις δια το κεφάλι σου, κι εσύ να δοξαστείς και την πατρίδα να την ωφελήσεις; Όχι σ’ ένα μήνα να σε βιάζουν να φύγουν. Σου βάλαν υποψίες οι απατεώνες ότι θα σε σκοτώσω μ’ απιστιά εξ αιτίας του Δυσσέα, οπού τον σκότωσες. Αδελφέ, δεν έπρεπε να γίνει αυτό εις τον ευεργέτη σου και ναρθεί από σένα. Τώρα έγινε. Θυμήσου πόσα σου είπα εις την Αγόργιανη· ότι θα μας βάλουν να σκοτώνουμε ο ένας τον άλλον. Τότε μ’ άκουσες, δεν τόκαμες· ύστερα έγινε. Τώρα όμως να γνωρίσεις τους φίλους σου και τους απατεώνες. Δεν πλουταίνει ο άνθρωπος με χρήματα μοναχά, πλουταίνει κι από τα καλά του έργα» (σελ. 183).
  Το παρακάτω απόσπασμα είναι πολύ χαρακτηριστικό των αισθημάτων του Μακρυγιάννη.
  «Αν μας έλεγε κανένας αυτείνη την λευτεριά οπού θα γευόμαστε, θα περικαλούσαμε τον Θεόν να μας αφήσει εις στους Τούρκους, άλλα τόσα χρόνια, όσο να γνωρίσουν οι άνθρωποι τι θα ειπεί πατρίδα, τι θα ειπεί θρησκεία, τι θα ειπεί φιλοτιμία, αρετή και τιμιότη. Αυτά λείπουν απ’ όλους τους στρατιωτικούς και πολιτικούς. Τις πρόσοδες της πατρίδας τις κλέβομεν, από υποστατικά δεν της αφήσαμεν τίποτας, σε ’πηρεσία να μπούμε, ένα βάνομεν εις το ταμείον, δέκα κλέβομεν…» (σελ. 419).
  Και κάποια άλλα αποσπάσματα:
  «Τους πήραμε τον αγέρα και τους είχαμεν σαν Οβραίους» (σελ. 202).
  Και πιο κάτω:
  «Πήραμεν τους Τούρκους ως Οβραίους» (σελ. 205).
  Ακόμη:
  «…θα τους θεωρούν οι άλλοι ως είλωτες κι Οβραίους» (σελ. 351).
  Σωστά το είπε ο Χίτλερ, τον αντισημιτισμό δεν τον ανακαλύψαμε εμείς.
  Και για τις αγριότητες της εποχής:
  «…Ήρθαν όλοι από το πέρα μέρος, ήρθε κι ο νέος Ναύαρχος κι ο Αρχιστράτηγος, εβήκαν από τα καράβια. Τους πήγαν οι Έλληνες τα κεφάλια να τους δώσουν μπαχτζίσι· δεν θέλησαν να ιδούνε ούτε εκείνους όπου τα βαστούσαν» (σελ. 210).
  Το τελευταίο κεφάλι που κόπηκε πρέπει να ήταν του Άρη Βελουχιώτη.
  Διαβάζουμε:
  «Οι φίλοι του ’στοριογράφου έχουν όνομα, εκείνοι που δεν είναι της φατρίας του δεν έχουν όνομα» (σελ. 304).
  Πόσο αντικειμενική μπορεί να είναι τελικά μια ιστοριογραφία;
  «Τον Μάρτιον μήνα του 1839-Η κυβέρνηση αποφάσισε να γένεται εθνική γιορτή· και την αποφάσισε να γένεται κάθε χρόνο του Βαγγελισμού και να γιορτάζει εκείνη την ημέρα γενικώς το κράτος» (σελ. 307).
  Το μάθαμε κι αυτό.
  «Τι του έκαμεν της Μεγαλειότης του αυτό το έθνος; Τι κακό είδε απ’ αυτό το δυστυχισμένο; ’Σοδήματα μόλις πιάνει δέκα έντεκα ’κατομμύρια, ότι τ’ άλλα τα κλέβουν εκείνοι οπού τους μπιστεύεται και βάνει και το κυβερνούν. Παίρνει η Μεγαλειότης του ένα ’κατομμύριον, κι όλα τ’ άλλα τάχει εις το χέρι του κι όπου θέλει κι όποιον θέλει του δίνει και τον αναστήνει, ή έχει δικαίωμα ή όχι» (σελ. 380-381).
  Και δυο παροιμίες:
  «Η μαγαρισιά το φκυάρι της θέλει» (σελ. 78)
  «Το σκυλί οπού είναι μαθημένο εις το χασαπλειό δεν φυλάγει ποτέ πρόβατα» (σελ. 382).
  Και οι δεκαπεντασύλλαβοι.
Τα τείχη του περιβολιού απόξω να τα πιάσω (σελ. 161)
Να δώσουν την πατρίδα τους σε ξένους αφεντάδες (σελ. 315)
Αφίνετε ελεύτερους εις τα αιστήματά τους (σελ. 401)
  Αν δεν τα έχετε διαβάσει τα «Απομνημονεύματα» σαν συνιστώ να τα διαβάσετε. Θα δείτε τα μελανά σημεία που αποσιωπούν οι επίσημες ιστοριογραφίες, τα περισσότερα τουλάχιστον.


Sergei Eisenstein, Старое и новое «Генеральная линия» (Το παλιό και το νέο «Γενική γραμμή», 1929)

Sergei Eisenstein,  Старое и новое «Генеральная линия» (Το παλιό και το νέο «Γενική γραμμή», 1929)


  Ξαναδιαβάζω, μετά από χρόνια, τη «Γλώσσα του κινηματογράφου» του Μ. Μαρτέν. Όταν το διάβαζα για πρώτη φορά δεν φανταζόμουν ότι θα έγραφα ποτέ για ταινίες, ότι θα αντιμετώπιζα τον κινηματογράφο σαν κάτι παρά πάνω από ένα ακόμη τρόπο αναψυχής. Διαβάζω, και κάθε τρεις και μια πέφτω πάνω στη «Γενική γραμμή» και στον «Πολίτη Κέην». Τη «Γενική γραμμή» δεν πρέπει να την είχα ξαναδεί, ενώ έχω δει τον «Πολίτη Κέην» πάνω από δυο φορές. Η πρώτη ήταν στην Ίριδα, στις φοιτητικές κινηματογραφικές προβολές. Αποφάσισα να δω και τις δυο ταινίες.
  Η «Γενική γραμμή» είναι μια ταινία διαφώτισης πάνω στα αγαθά της συνεταιριστικοποίησης των αγροτών. Ξεκινάει με το «παλιό», με τους αγρότες απρόθυμους να συνεταιριστούν. Κεντρικό πρόσωπο είναι η Μάρθα, μια προοδευτική γυναίκα που συνηγορεί για το «νέο». Φτιάχνεται ο συνεταιρισμός,  αρχικά γαλακτοκομικός, που όμως στη συνέχεια επεκτείνεται και σε κτηνοτροφικό. Με τα πρώτα χρήματα που κερδίζουν αγοράζουν ένα «ταύρο ράτσας» για την αναπαραγωγή (ο ρατσισμός δεν θα πεθάνει ποτέ). Σειρά έχει το τρακτέρ.
  Υπάρχει και η κριτική ματιά του Αϊζενστάιν πάνω στην τεμπελιά και την αδιαφορία των κρατικών αρχών απέναντι στα αιτήματα των αγροτών. Μου θύμισε τα καθ’ ημάς, τις δημόσιες υπηρεσίες και την εξυπηρέτηση των πολιτών.
  Ο Αϊζενστάιν δίνει και δυο χιουμοριστικές νότες. Η πρώτη, όταν «στεφανώνουν» γαμπρό τον ταύρο, έτοιμο για το ζευγάρωμα με τις αγελάδες. Η δεύτερη, όταν ο οδηγός του τρακτέρ κόβει συνεχώς κομμάτια από το φόρεμα της γυναίκας που έχει σπεύσει να βοηθήσει, για να επιδιορθώσει το τρακτέρ. Η σκέψη που γεννάται είναι αν θα το επιδιορθώσει πριν τη γδύσει ολότελα.
  Υπάρχει και η κριτική των κουλάκων-αντεπαναστατών που φαρμακώνουν το ζώο, υπάρχει και η σάτιρα της δεισιδαιμονίας. Με μαγικά προσπαθούν να γιατρέψουν τον ταύρο, όμως αυτός πεθαίνει. Υπάρχει όμως το ταυράκι, που θα τον διαδεχθεί.
  Η αναφορά βέβαια στη «Γενική γραμμή» δεν γίνεται για το στόρι αλλά για τις τεχνικές που εφαρμόζει ο Αϊζενστάιν στο μοντάζ.

  Δεν ξέρω ποιος έκανε τη μουσική υπόκρουση, αλλά φαίνεται ότι η μινιμαλιστική μουσική ταιριάζει στο βουβό κινηματογράφο, μια και ακούσαμε επίσης μινιμαλιστική μουσική (Μάικλ Νάιμαν) στον «Άνθρωπο με την κινηματογραφική μηχανή» του Βέρτοφ. 

Thursday, July 13, 2017

Vladimir Mayakovsky and Yevgeni Slavinsky, Барышня и хулиган (The young lady and the hooligan, Η δεσποινίδα και ο αλήτης, 1918)

Vladimir Mayakovsky and Yevgeni SlavinskyБарышня и хулиган (The young lady and the hooligan, Η δεσποινίδα και ο αλήτης, 1918)


  Από σήμερα στην Αλκυονίδα, μαζί με τον «Άνθρωπο με την κινηματογραφική μηχανή».
  Ένα χρόνο μετά την οχτωβριανή επανάσταση ο Μαγιακόφσκι δεν έχει το νου του στην επανάσταση αλλά στον έρωτα. Πάνω στο μοτίβο του «Η αρχόντισσα και ο αλήτης», που είναι το μοτίβο της σταχτοπούτας αντεστραμμένο, ο Μαγιακόφσκι φτιάχνει μια ιστορία την οποία όχι μόνο σκηνοθετεί, με τον Γεβγκένι Σλαβίνκσι είναι αλήθεια, αλλά παίζει και τον ρόλο του χούλιγκαν.
  Βλέπει τη δασκάλα, την ερωτεύεται. Θα παρακολουθήσει τα μαθήματα στο νυχτερινό σχολείο που διδάσκει. Θα της γράψει αντί για εργασία ότι την αγαπά. Αυτή θα του σκίσει το τετράδιο. Θα της ξαναγράψει ότι πρέπει να τη συναντήσει. Θα συναντηθούν. Γονατιστός θα την παρακαλάει για τον έρωτά του. Αυτή θα φύγει.
  Ο χούλιγκαν τσακώνεται και τον μαχαιρώνουν. Ετοιμοθάνατος, η δασκάλα θα του χαρίσει ένα φιλί.

  Αξίζει να δείτε την ταινία (υπάρχει στο youtube) για δυο λόγους: Ο πρώτος είναι ότι πρωταγωνιστεί ο μεγάλος ποιητής, που λίγο μετά αυτοκτόνησε. Ο δεύτερος είναι ότι είναι τόσο επινοητικός σκηνοθετικά, ώστε στην βουβή αυτή ταινία υπάρχουν μόνο δυο μεσότιτλοι. Αυτοί είναι: «Δεσποινίς, σας αγαπώ» και «Θέλω να συναντηθούμε». 

Tuesday, July 11, 2017

Dziga Vertov, Человек с кино-аппаратом (The man with the moving camera, Ο άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή, 1929)

Dziga Vertov, Человек с кино-аппаратом (The man with the moving camera, Ο άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή, 1929)


  Εξακολουθεί να παίζεται στην Αλκυονίδα.
  Ο κινηματογράφος σαν νέα μορφή τέχνης ταίριαζε απόλυτα με το νέο καθεστώς στη Σοβιετική Ένωση. Δεν είναι τυχαίο που κορυφαίες μορφές του σινεμά υπήρξαν ρώσοι, στα πρώτα χρόνια μετά την επανάσταση. Ανάμεσα σ’ αυτούς είναι και το Τζίγκα Βέρτοφ.
  «Ο άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή» είναι μια πρωτοποριακή ταινία. Ντοκιμαντερίστας ο Βέρτοφ φτιάχνει μια ταινία οιονεί ντοκιμαντέρ, που όμως στην πραγματικότητα είναι μια «ποιητική» ταινία, στην οποία χρησιμοποιεί (σχεδόν;) όλες τις κινηματογραφικές τεχνικές. Βλέπουμε την επιτάχυνση (αξελερέ) και την επιβράδυνση (ρελαντί) στη λήψη, την ακινητοποίηση προς στιγμή ενός πλάνου, τη μίξη δυο πλάνων κ.ά. κινηματογραφικά εφέ. Με το μοντάζ εναλλάσσει τα πλάνα δυο σκηνών, ενώ ομαδοποιεί σκηνές κατά το περιεχόμενο, όπως μια κηδεία, ένα γάμο, μια γέννηση, η αντίστροφη πορεία μιας ζωής. Ακόμη συνδέει ανεξάρτητες σκηνές στη βάση της ομοιότητας (τσεκούρι και ξυράφι κουρέα) ή της αντίθεσης (γυναίκες στο κομμωτήριο και εργαζόμενες γυναίκες). Είδαμε και μια γυναίκα να ντύνεται και δυο άλλες γυμνόστηθες στην παραλία, τολμηρές θα έλεγα για την εποχή τους. Είδαμε ένα ταχυδακτυλουργό να μαγεύει τα παιδιά και ένα νεαρό να ανεβαίνει τα σκαλοπάτια μιας καμινάδας που σου έκοβε την ανάσα. Αρκετές σκηνές ήταν πράγματι ιδιαίτερα ασυνήθιστες.
   Αυτό όμως που χαρακτηρίζει την ταινία είναι ο ξέφρενος ρυθμός της με τα μικρά και ταχύτατα εναλλασσόμενα πλάνα. Αλλά και στο ίδιο το περιεχόμενο των πλάνων βλέπουμε να κυριαρχεί η κίνηση,  με κυρίαρχη την κίνηση των τραμ. Υπερερμηνεύοντας θα έλεγα ότι συμβολίζει τη βιάση της επανάστασης να επιτύχει τους στόχους της, να προχωρήσει όσο γίνεται πιο γρήγορα.
  Όπως είπα η ταινία είναι οιονεί ντοκιμαντέρ, αφού ο στόχος του Βέρτοφ ήταν άλλος. Μου θύμισε όμως μια άλλη ταινία, ένα πραγματικό ντοκιμαντέρ, την πρώτη ταινία του σενεγαλέζου Τζιμπριήλ Ντιόπ Μαμπέτι που έχει τίτλο «Contras city» (1968), που και αυτός περιφέρεται με την κάμερά του πάνω σε μια άμαξα στο Ντακάρ, την πρωτεύουσα της Σενεγάλης.
  Καθώς βλέπω με επιφύλαξη κάθε τι το πειραματικό φοβόμουνα ότι θα βαριόμουνα. Όμως όχι, με συνάρπασε κυριολεκτικά. Βέβαια πρέπει να πω ότι σ’ αυτό συνετέλεσε και η θαυμάσια μινιμαλιστική μουσική του Μάικλ Νάιμαν, που θα έλεγα ότι ταίριαζε κουτί στην ταινία.

  Η ταινία θα προβάλλεται από την Πέμπτη 13 Ιουλίου μαζί με την ταινία του Μαγιακόφσκι «Η δεσποινίδα και ο αλήτης». Μη χάσετε την ευκαιρία.