Book review, movie criticism

Monday, November 30, 2009

Φιλοσοφία και επιστήμες

Φιλοσοφία και επιστήμες, Περισκόπιο της Επιστήμης, Ιούν. 1986, τ. 86, σελ. 28-30.

Πιο πριν υπήρξε η θρησκεία. Η φιλοσοφία ήλθε μετά. Και οι προϋποθέσεις της
ύπαρξής τους ήταν διαφορετικές: Ο άνθρωπος, ζητώντας βοηθούς και συμπαραστάτες στον αγώνα για την επιβίωση, επινόησε τους θεούς και την ιστορία τους. Μέσα στα πλαίσια αυτής της ιστορίας έδωσε και τις πρώτες απαντήσεις στα ερωτηματικά που τον βασάνιζαν, σχετικά με την ύπαρξή του και την προέλευσή του.
Πρώτοι οι Ίωνες φιλόσοφοι κατά τον 6ο π.Χ. αιώνα, άρχισαν «δια το θαυμάζειν» να φιλοσοφούν. Τα πρώτα ερωτήματα που έθεσαν ήταν κοσμολογικού-οντολογικού χαρακτήρα, τα οποία αποδέσμευσαν όμως από τη θεολογία.
Στους επόμενους δύο αιώνες, η προβληματική της φιλοσοφίας διευρύνθηκε. Η ηθική γίνεται αντικείμενο φιλοσοφικής έρευνας με τη διδασκαλία του Σωκράτη για την αρετή, ο Πλάτωνας ασχολείται με ζητήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της σημερινής κοινωνιολογίας, ενώ ο Αριστοτέλης δεν άφησε τίποτα με το οποίο να μη ασχοληθεί. Προβλήματα φυσικής, βιολογίας, αστρονομίας είναι μέσα στα ενδιαφέροντα του...
Ο Πυθαγόρας αναφέρεται σαν μεγάλος φιλόσοφος και μαθηματικός. Στα μαθηματικά ανήκει η τιμή ότι πρώτα αυτά χειραφετήθηκαν από τη φιλοσοφία. Ένας μαθηματικός χρειάζεται μόνο ένα δυνατό μυαλό, και οι αρχαίοι Έλληνες το είχαν, ενώ ένας βιολόγος χρειάζεται επί πλέον και ένα μικροσκόπιο, που οι αρχαίοι Έλληνες δεν το είχαν.
Με τα σημερινά επιστημονικά κριτήρια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι αρχαίοι φιλόσοφοι, απαντώντας σε ερωτήματα χωρίς να υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις, αυθαιρετούσαν - αν δεν επρόκειτο για μια υπέροχη αυθαιρεσία. Γεγονός είναι ότι όσο διαμορφώνονταν οι επί μέρους προϋποθέσεις για την ανάπτυξη μιας επιστήμης, οι φιλόσοφοι υποχωρούσαν. Δεν τους «έπεφτε λόγος». Το πεδίο προβληματικής της φιλοσοφίας περιορίστηκε - και περιορίζεται συνεχώς. Οι επιστήμες έρχονται να δώσουν όλο και πιο έγκυρες απαντήσεις. Ο Αριστοτέλης διαβάζεται σήμερα κυρίως για τα μεταφυσικά του - και όχι για τα φυσικά του, μια και η φυσική τον έχει ξεπεράσει στις απαντήσεις του.
Ο Πλάτωνας ονειρευόταν μια κοινωνία που θα κυβερνούσαν οι φιλόσοφοι. Σήμερα κυβερνούν κατά βάση οι οικονομολόγοι. Μέχρι και τον δέκατο όγδοο αιώνα ο λαός έβλεπε τους φιλοσόφους του σαν την κοινωνική πρωτοπορία. Τη σημαία κατά της φεουδαρχικής απολυταρχίας την κρατούσαν ο Ρουσσώ και ο Βολτέρος. Και οι εγκυκλοπαιδιστές (Χόλμπαχ, Ντιντερό, Ντ’ Αλαμπέρ κλπ.), ήταν κατά βάση φιλόσοφοι, και το όνομα αυτό το πήραν από τη συγγραφή της περίφημης εγκυκλοπαίδειας.
Σήμερα οι άνθρωποι που «εμπνέουν» τους επαναστάτες είναι ένας οικονομολόγος, ο Καρλ Μαρξ, και μια σειρά οικονομολόγων και κοινωνιολόγων, ερμηνευτών των γραφών του, ενώ οι θεωρητικοί εκπρόσωποι των οικολόγων είναι ένας βιολόγος, ο Μπάρυ Κόμονερ, ένας γεωπόνος-μηχανικός, ο Ρενέ Ντυμόν, και ένας μαθηματικός, ο Πιέρ Σαμουέλ. Ο Σαρτρ αποτελεί ίσως την τελευταία εξαίρεση φιλοσόφου που επέδρασε πάνω σε πλατιές (σελ. 28) μάζες.
Βέβαια ο οικονομολόγος Μαρξ ενέπνευσε και μια φιλοσοφία, τον διαλεκτικό υλισμό. Όμως αυτή η φιλοσοφία αποτελεί (για τον Μποχένσκι τουλάχιστον) μια αγοραία και χυδαία φιλοσοφία (στα αγγλικά, η λέξη vulgar, χυδαίος, προέρχεται από την λατινική λέξη vulgus, που θα πει λαός). Η σύγχρονη φιλοσοφία, κάθε τι το ευκολονόητο για τις μάζες το βλέπει με καχυποψία, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στην εκζήτηση και να γίνει τρομερά δύσπεπτη για τον μέσο άνθρωπο. Έτσι καταντάει όλο και περισσότερο μια κλειστή υπόθεση ελάχιστων μυημένων.
Και ο πολύς κόσμος;
Αφού η φιλοσοφία στο εξής περιορίζεται στους λίγους, αναλαμβάνουν οι επιστήμες να φιλοσοφήσουν για τους πολλούς. Ο άνθρωπος πάντα ενδιαφε¬ρόταν να γνωρίσει βασικούς τομείς της ύπαρξης του: τον εαυτό του, την κοινωνία και τον κόσμο. Αν παλιά η φιλοσοφία ήταν εκείνη που κατεξοχήν μπορούσε να προσφέρει απαντήσεις σ’ αυτούς τους τομείς, σήμερα το ρόλο αυτό έχουν αναλάβει οι επιστήμες.
Τα φιλοσοφικά βιβλία δεν ήταν ποτέ πρώτα στις πωλήσεις, ενώ είναι μονίμως best sellers τα έργα του Φρόιντ, του Άντλερ και του Γιουγκ, η «Εξέλιξη των Ειδών» του Δαρβίνου, καθώς και τα έργα του Κόνραντ Λόρεντς (ηθολόγου) και των Ντέσμοντ Μόρρις και Λάυαλ Γουώτσον (βιολόγοι). Οι εκλαϊκευτικές επιστημονικές εκδόσεις είναι πάντα πρώτες στις προτιμήσεις του κοινού και εκλαϊκευτικά επιστημονικά άρθρα βρίθουν στις σελίδες των περιοδικών, ενώ τα φιλοσοφικά λάμπουν δια της απουσίας τους.
Η φιλοσοφία σε αναδίπλωση; Ναι, αν ορίσουμε σαν φιλοσοφία την απασχόληση κάποιων διανοητών που «υψηπετούν» , καθώς βλέπουν την ανάπτυξη των επιστημών να τους παραγκωνίζει, προσελκύοντας το ενδιαφέρον του πολύ κόσμου. Όχι, αν θεωρήσουμε τη φιλοσοφία σαν την προσπάθεια να απαντηθούν σημαντικά ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης, ερωτήματα που δεν μπορούν ν’ απαντηθούν «επιστημονικά», δηλαδή τελεσίδικα, αλλά που κάθε φορά φωτίζονται και πιο ολοκληρωμένα.
Η φιλοσοφία λοιπόν, αν τη θεωρήσουμε απ’ αυτή την σκοπιά, βρίσκεται σε μεγάλη άνοδο, μόνο που έχουν αλλάξει οι φορείς της. Όταν ο Φρόιντ γράφει το «Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας» φιλοσοφεί. Το ίδιο και ο Κόνραντ Λόρεντς όταν γράφει το «Πίσω από τον καθρέφτη», όπου με τα δεδομένα της ηθολογίας προσπαθεί να στηρίξει το Καντιανό α πριόρι. «Η εξέλιξη των ειδών» του Δαρβίνου δεν συγκλόνισε μόνο θεολογικές δοξασίες, αλλά και φιλοσοφικές παραδοχές. Δεν είναι τυχαίο που ο Ε. Brehier τον κατατάσσει ανάμεσα στους «μεγάλους φιλοσόφους» του.
Ένας ορισμός θέλει την φιλοσοφία σαν την «Επιστήμη των επιστημών», όχι απλώς με την έννοια ότι τις υπερβαίνει, αλλά και με την έννοια ότι στηρίζεται πάνω σ' αυτές.
Πράγματι κάτι τέτοιο συνέβαινε μέχρι πρόσφατα. Οι εξελίξεις της μηχανικής υποβάλλουν τη θεωρία των αυτομάτων στον Ντεκάρτ, ενώ ο Μπέρξον, με τη θεωρία του για την ζωική ορμή, είναι ολοφάνερα επηρεασμένος από τη βιολογία. Σήμερα όμως οι φιλόσοφοι προτιμούν να μη έχουν και πολλές δοσοληψίες με τις επιστήμες (με εξαίρεση ίσως τους θετικιστές). Αφού λοιπόν οι φιλόσοφοι εγκαταλείπουν τις επιστήμες, δεν μένει παρά οι επιστήμονες να ασχοληθούν με τη φιλοσοφία. Τους απασχολούν και αυτούς σημαντικά προβλήματα του ανθρώπου και της ζωής, και επί πλέον διαθέτουν, σε σχέση με τους φιλοσόφους, δυο πλεονεκτήματα: είναι πιο κατανοητοί στο πλατύ κοινό, και οι προτάσεις τους, καθώς διαθέτουν μεγαλύτερη αποδεικτικότητα, μια και ξεκινούν από επιστημονικά δεδομένα, είναι πιο πειστικές.
Φιλοσοφικά κείμενα, γνωστά μάλιστα στον Έλληνα αναγνώστη, έχουν γράψει επιστήμονες όπως ο Αϊνστάιν και ο Χάιζεμπεργκ. Όμως οι κατεξοχήν επιστήμονες που φιλοσοφούν και έχουν την προτίμηση του κοινού είναι οι βιολόγοι και οι ψυχολόγοι - ίσως γιατί το ενδιαφέρον του κοινού έχει επικεντρωθεί σήμερα στα προβλήματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ακόμη, οι επιστήμες αυτές αποφαίνονται πάνω σε ζητήματα άλλων επιστημών, και σε πολλές περιπτώσεις σχηματίζουν πολύ επιτυχημένα υβρίδια (π.χ. κοινωνιοψυχολογία). Ο Γεώργιος Μουρέλος, σαν υπότιτλο του έργου του «Θέματα αισθητικής και φιλοσοφίας της τέχνης» βάζει «Οι βιολογικές και ψυχολογικές βάσεις των καλών τεχνών». Ο γράφων, ένα κεφάλαιο του έργου του «Η αναγκαιότητα του μύθου» το τιτλοφορεί «Οι βιολογικές και ψυχολογικές βάσεις των μεταφυσικών ερωτημάτων».
Το ότι αυτές οι επιστήμες μπορούσαν ν’ αποφαίνονται πάνω σε προβλήματα που δεν ήταν του χώρου τους, έκανε πιο επιτακτική την ανάγκη για διεπιστημονική προσέγγιση σε πολλά πεδία έρευνας. Έτσι αντί να βρισκόμαστε σήμερα μπροστά σε ένα φάσμα διακεκριμένων επιστημών, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα δίκτυο επιστημονικών κλάδων, που όσο πιο πολύ πληθαίνουν, τόσο πιο πολύ αλληλοπλέκονται. (σελ. 29)
Το θέμα της σχέσης φιλοσοφίας και επιστήμης δεν μπορεί να εξαντληθεί σε ένα σύντομο άρθρο. Εδώ απλώς θίξαμε κάποιες βασικές του συνιστώσες. Πριν κλείσουμε το άρθρο αυτό, καλό θα ήταν, με τη μορφή παραδείγματος, να διατυπώσουμε δυο προβλήματα, με την ελπίδα ότι θα μπορούσε να γίνει κάποιος διάλογος ανάμεσα σε φιλοσοφούντες βιολόγους, ή σε φιλόσοφους που έχουν σε ξεχωριστή υπόληψη τη βιολογία.
Η ομορφιά είναι μια αισθητική κατηγορία - όμως όχι μόνο αισθητική. Είναι και βιολογική κατηγορία, μόνο που συνήθως το ξεχνάμε.
Ας πάρουμε δυο περιπτώσεις ομορφιάς: Η μια είναι η ομορφιά των ανθέων. Τα πολύχρωμα άνθη εμφανίζονται σε ένα ορισμένο στάδιο εξέλιξης του φυτικού κόσμου. Ποια αξία επιβίωσης έχει ένα όμορφο άνθος για το φυτό; Έχουμε διαβάσει την αντίληψη ότι έτσι προσελκύονται τα έντομα. Το νέκταρ του άνθους βέβαια προσελκύει διάφορα έντομα (π.χ. μέλισσες) μια και αποτελεί την τροφή τους, και καθώς κολλάει η γύρη στα πόδια τους διευκολύνεται η γονιμοποίηση. Όμως η ίδια η ομορφιά, σαν χρώμα, σχήμα ή οσμή, τι χρειάζεται; Σαν «σήμα» ότι εδώ βρίσκεται νέκταρ; Μα τον ίδιο ρόλο θα μπορούσε να παίξει και οποιοδήποτε άλλο σήμα, χωρίς να είναι αναγκαστικά ωραίο. Η ομορφιά λοιπόν προσελκύει σαν
τέτοια;
Και ας δούμε τώρα τη δεύτερη περίπτωση, την ομορφιά του άλλου φύλου. Γιατί μας έλκουν κάποιοι εκπρόσωποι του άλλου φύλου περισσότερο από κάποιους άλλους; Μήπως γιατί έτσι αυξάνονται οι πιθανότητες ν’ αποκτήσουμε πιο όμορφα παιδιά; Αυτή η απάντηση απλώς μεταθέτει το πρόβλημα: Και ποιος ο λόγος ν’ αποκτούμε όμορφα παιδιά; Μήπως γιατί είναι πιο υγιή, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι; Όμως κάτι τέτοιο ούτε η καθημερινή εμπειρία το επιβεβαιώνει, ούτε καμιά στατιστική. Εξάλλου η υγεία είναι εύκολα ανιχνεύσιμη στη σωματική κατάσταση και διάπλαση ενός ατόμου, η οποία μάλιστα αποτελεί ένα δεύτερο κριτήριο σεξουαλικής επιλογής.
Μήπως η ομορφιά είναι ένας στόχος της φύσης, και όπως η φυσική επιλογή λειτουργεί προς την κατεύθυνση μιας μεγαλύτερης προσαρμοστικότητας, έτσι και η σεξουαλική επιλογή λειτουργεί στην κατεύθυνση μιας μεγαλύτερης
ομορφιάς;
Παρεμπιπτόντως μπορούμε να πούμε ότι σε σχέση με τον σεξουαλικό σύντροφο ασκούνται δύο διαφορετικές πιέσεις επιλογής, που συχνά είναι αντικρουόμενες: Το σεξουαλικό ένστικτο (η δύναμη της φύσης) ωθεί σ’ ένα σεξουαλικό σύντροφο, ενώ ένα αίσθημα αυτοσυντήρησης ωθεί σ’ έναν άλλο, λιγότερο ωραίο ίσως, αλλά με περισσότερες εγγυήσεις για μια ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή. Το ποια πίεση επικρατεί στο τέλος είναι
συνισταμένη πολλών παραγόντων, στην περίπτωση βέβαια που οι δύο πιέσεις επιλογής δεν οδηγούν στο ίδιο πρόσωπο.
Ένας εξισορροπητικός παράγοντας είναι ο έρωτας, που εμπεριέχει μεν τη σεξουαλική έλξη, αλλά την ξεπερνάει ταυτόχρονα, καθώς είναι συνισταμένη και άλλων παραγόντων. Η αξία επιβίωσης που διαθέτει, όπως και η σεξουαλική ικανοποίηση, που στον άνθρωπο είναι σχεδόν αποδεσμευμένη από τον αναπαραγωγή, είναι η ενίσχυση μιας μονογαμικής σχέσης που θεωρείται αναγκαία για να μεγαλώσει σωστά ο νέος άνθρωπος, ο οποίος για να φτάσει στην ωρίμανση του πρέπει να διανύσει το ένα τρίτο περίπου της πιθανής διάρκειας της ζωής του, και χρειάζεται έτσι την προστασία των γονέων του. Αυτό είναι και το κύριο επιχείρημα των ηθολόγων που λένε «ναι» στα αντισυλληπτικά.
Προηγουμένως θέσαμε δίπλα στην προσαρμογή την ομορφιά, σαν ένα ακόμα «σκοπό» της φύσης. Όμως ενώ η προσαρμογή έχει μια ολοφάνερη αξία επιβίωσης, η ομορφιά (στο επίπεδο του είδους βέβαια) δεν φαίνεται να έχει καμιά. Μήπως λοιπόν θα πρέπει να την αναζητήσουμε, όπως έκανε ο βιολόγος εκείνος με τα άνθη; Η μήπως η ίδια η έννοια της «αξίας επιβίωσης» είναι ένα πολιτιστικό παράγωγο του δυτικού τρόπου σκέψης, δηλαδή του πολιτισμού μας, όπου ο άνθρωπος σκέπτεται πάντα με όρους συμφέροντος και απόδοσης; Μήπως η φύση ωθεί στη δημιουργία όχι μόνο πιο ανεπτυγμένων, αλλά και πιο όμορφων ατόμων; Μήπως πρέπει να θέσουμε την ομορφιά, σαν βιολογική αξία, ισότιμη δίπλα στην προσαρμογή;
Αν ναι, τότε μπορούμε να επιρρίψουμε στην κοινωνία μας, δίπλα στη μομφή της εκμεταλλευτικότητάς της, και τη μομφή ότι παρεμποδίζει την απρόσκοπτη λειτουργία της σεξουαλικής επιλογής, που στο ζωικό κόσμο γίνεται περισσότερο αβίαστα και ομαλά. Μόνο ο άνθρωπος μπορεί να αγοράσει, να εκβιάσει, και να βιάσει τον σεξουαλικό του σύντροφο, το ζώο ποτέ.
Το δεύτερο πρόβλημα είναι το εξής:
Όταν ξεσπάει μια επιδημία, κάποτε κοπάζει. Γιατί; Μήπως επειδή έχει καταβάλει ήδη όλους τους εξασθενημένους οργανισμούς, και έχουν μείνει οι πιο ισχυροί, προσφέροντας έτσι μια μεγάλη υπηρεσία στην φυσική επιλογή; Μήπως η επαφή με τον μολυσματικό παράγοντα ενεργοποιεί το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού, δημιουργώντας αντισώματα ή ό, τ ι άλλο; Ή μήπως το DΝΑ του μολυσματικού παράγοντα (είτε μικρόβιο είναι αυτός είτε ιός), με τις διαδοχικές διαιρέσεις (σελ. 30) εκφυλίζεται, με αποτέλεσμα να αδυνατεί αυτός πια να προσβάλλει; Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, θα μπορούσαμε άραγε να εξαγάγουμε ανάλογα συμπεράσματα και για τον άνθρωπο; θα μπορούσαμε δηλαδή να πούμε ότι ένας πολιτισμός παρακμάζει, γιατί «κουράζονται» τα γονίδια των μελών της κοινωνίας που τον συντηρεί; (Μετά από 25 χρόνια από τότε που έγραψα το άρθρο, παίρνω ένα email που περιέχει ακριβώς αυτή την απάντηση. Το παραθέτω κάτω από το κείμενο).
Μπορεί να μας κατηγορήσει κανείς για αναγωγισμό (reductionism), ότι από παρατηρήσεις στο ζωικό κόσμο συνάγουμε ανεπίτρεπτα συμπεράσματα για την ανθρώπινη κοινωνία.
Επιστημολογικά, μπορούμε να πούμε ότι ένας κάποιος αναγωγισμός είναι σχεδόν σε όλες τις επιστήμες αναπόφευκτος. Η ίδια η ηθολογία είναι στο μάξιμουμ αναγωγική. Προφυλασσόμαστε ωστόσο απ’ αυτόν, με το να μη είμαστε μονομερείς: στην προκειμένη περίπτωση, θεωρώντας ένα κάποιο εκφυλισμό των γονιδίων απλώς σαν ένα παράγοντα μόνο, μέσα σε πολλούς άλλους.
Γενικές υποθέσεις για την παρακμή ενός πολιτισμού δεν υπάρχουν πολλές. Προσωπικά έχω υπόψη μου την αντίληψη του Oswald Sprengler, που θεωρεί τις κοινωνίες σαν βιολογικούς οργανισμούς, που γεννιούνται, ακμάζουν, γερνούν και πεθαίνουν, και την αντίληψη του Νικόλα Καλαποθαράκου, συντρόφου στα μεταχουντικά χρόνια, που συναρτά τη μετατόπιση του πολιτισμού προς τα βόρεια με μια σχετική κάθε φορά σπάνι, που καθορίζεται από τις συγκεκριμένες γεωγραφικές συνθήκες και το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Οι ιστορικοί προτιμούν όμως να βρίσκουν κάθε φορά συγκεκριμένες αιτίες (π.χ. για τους Έλληνες ήταν ο κατακερματισμός τους, για τους Ρωμαίους η δουλοκτησία και οι βόρειοι βάρβαροι κλπ.) αιτίες όμως που από μόνες τους ίσως δεν φτάνουν, και που πολλές φορές αποτελούν οι ίδιες αποτέλεσμα κάποιων άλλων βαθύτερων αιτίων.
Για τις απαντήσεις μπορούν να υπάρχουν πάντα αμφιβολίες, για τα ερωτήματα καμιά. Και εδώ θέσαμε κάποια ερωτήματα, όχι για να τα συζητήσουμε διεξοδικά, αλλά σαν αφετηρίες προβληματισμού, καθώς και για να δείξουμε χαρακτηριστικά την αντίληψη ότι προβλήματα που παλιά χαρακτηρίζονταν φιλοσοφικά, μπορούν ν’ αντιμετωπισθούν και να μελετηθούν καλύτερα με διεπιστημονικές προσεγγίσεις και με δάνεια από επιστημονικούς κλάδους, και όχι στον αφηρημένο αιθέρα μιας φιλοσοφικής θεώρησης. (τελειώνει στη σελ. 74).

Το 2009 ήταν μια δύσκολη χρονιά, έκλεισε όμως με ένα γεγονός που θεωρώ ότι δεν έτυχε της σημασίας που του πρέπει και είναι ίσως το καλύτερο μήνυμα για το μέλλον και για να ξεκινήσουμε αισιόδοξα το 2010.

Το Δεκέμβριο του 2009 πραγματοποιήθηκε, όπως κάθε χρόνο, η τελετή απονομής των βραβείων Νόμπελ. Το βραβείο του Προέδρου των ΗΠΑ τράβηξε τα φώτα της δημοσιότητας και επισκίασε τα υπόλοιπα βραβεία.

Το φετινό όμως Νόμπελ της ιατρικής είναι μια από τις σημαντικότερες ανακαλύψεις της σύγχρονης επιστήμης!

Το μοιράστηκαν 3 επιστήμονες που έλυσαν ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της βιολογίας σχετικά με την αντιγραφή και την προστασία των χρωμοσωμάτων.

Με απλά λόγια οι ανακαλύψεις αυτές μας επιτρέπουν να εμβαθύνουμε στη λειτουργία του DNA και να κατανοήσουμε τους μηχανισμούς που προκαλούν τη νόσο, τη φθορά και το γήρας.

Γιατί γερνάμε

Από τη στιγμή της σύλληψης του, κάθε ανθρώπινος οργανισμός, ξεκινάει μια πορεία στο χρόνο που τον οδηγεί στη γήρανση του και τελικά στο θάνατο.

Τα κύτταρα μας δεν παραμένουν τα ίδια κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Στη πλειοψηφία τους, διαιρούνται και αντικαθιστούν όσα έχουν φθαρεί. Η συχνότητα της διαίρεσης και της αντικατάστασης διαφέρει από όργανο σε όργανο. Οι διαιρέσεις όμως και αντικαταστάσεις δεν μπορούν να συμβαίνουν επ’ άπειρο. Υπάρχει ένα όριο.

Το 1961 ο Leonard Hayflick προσδιόρισε ότι τα κύτταρα μας έχουν ένα συγκεκριμένο όριο σχετικά με τις διαιρέσεις που μπορούν να πραγματοποιήσουν. Αυτός ο αριθμός ονομάζεται όριο του Hayflick και προσδιορίζει και τη διάρκεια ζωής μας.
Σε κάθε διαίρεση τα κύτταρα μας γερνούν και πλησιάζουν το όριο τους.

Τα δερματικά κύτταρα ενός βρέφους, για παράδειγμα, μπορούν να πολλαπλασιαστούν 80-90 φορές ακόμη, ενώ τα δερματικά κύτταρα ενός ενήλικα ηλικίας 70 ετών, μπορούν να πολλαπλασιαστούν 20-30 φορές.

Γιατί όμως μετά από κάθε κυτταρική διαίρεση τα κύτταρα μας δεν είναι ίδια με το κύτταρο από το οποίο προήλθαν, είναι όμως πιο γερασμένα και έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να αρρωστήσουν και να πεθάνουν;

Ο λόγος για τον οποίο γίνεται αυτό είναι η φυσική επιλογή. Ανά είδος είναι τόση η διάρκεια ζωής όση χρειάζεται για να μπορέσει το συγκεκριμένο είδος να προσαρμοστεί στις αλλαγές και να βελτιώσει τις πιθανότητες επιβίωσης του. Σε κάθε γενιά επιβιώνουν περισσότερο εκείνοι οι οργανισμοί που προσαρμόζονται καλύτερα στις συγκεκριμένες συνθήκες.

Τελομερή

Ο μηχανισμός που ρυθμίζει τη σταδιακή γήρανση των κυττάρων μας βρίσκεται στην άκρη των χρωμοσωμάτων (πορτοκαλί μέρος, βλ. εικόνα). Ονομάζεται τελομερές από τις λέξεις ( τέλος-) και ( -μέρος).

Το κάθε τελομερές, κατά τη σύλληψη, έχει μήκος 15.000 μονάδες (βάσεις). Σε κάθε διαίρεση ένα μέρος από αυτές τις βάσεις δεν αντιγράφεται και έτσι σταδιακά το μήκος των τελομερών μειώνεται. Σε κάθε διαίρεση του κυττάρου, τα τελομερή μικραίνουν, μέχρι τελικά να χάσει το κύτταρο τη δυνατότητα να πολλαπλασιάζεται και πεθαίνει. Τα χρωμοσώματα μας σε κάθε αντιγραφή χάνουν ένα κομμάτι, όπως συμβαίνει και στο παράδειγμα με τον εργάτη που πατά πάνω στο τοίχο που χτίζει.
Ένα μεγάλο μέρος χάνεται κατά τη διάρκεια της εμβρυικής περιόδου. Στη γέννηση το μήκος των τελομερών των χρωμοσωμάτων μας έχει ήδη μειωθεί στις 10.000. Κατά τη διάρκεια της ζωής μας, καθώς τα κύτταρα διαιρούνται, το μήκος των τελομερών συνεχίζει να μειώνεται και όταν φτάσει στις 5.000 τότε πεθαίνουμε.

Τα τελομερή είναι ένας προστατευτικός μηχανισμός και προωθούν την σταθερότητα του DNA μας. Η φθορά τους είναι ένας κεντρικός παράγοντας στη πρόκληση του γήρατος.

Η μείωση του μήκους των τελομερών αναδεικνύεται ως προγνωστικός δείκτης για την ανάπτυξη νόσου και την πορεία νοσημάτων συμπεριλαμβανομένων διαφόρων μορφών καρκίνου.

Το ένζυμο της Αθανασίας

Στο σώμα μας όμως υπάρχει και ένα ένζυμο που αναστέλει τη συρρίκνωση των τελομερών, η τελομεράση.

Τα τελομερή δημιουργούνται και διατηρούνται από το ένζυμο της τελομεράσης, το οποίο έχει βαπτιστεί και «ένζυμο της αθανασίας» λόγω του ρόλου του στην κυτταρική γήρανση και στον καρκίνο.

Η τελομεράση επιμηκύνει τα τελομερή, επιβραδύνει και είναι πιθανό να αναστέλλει τη γήρανση των κυττάρων.

Επιστήμονες στο χώρο της μοριακής βιολογίας ερευνούν για την ανεύρεση ουσιών που ενεργοποιούν την τελομεράση με σκοπό να αναστείλουν το γήρας. Ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη οι πρώτες πιλοτικές έρευνες σε ανθρώπους, της πρώτης ουσίας που ενισχύει τη δράση της τελομεράσης.

Οι εξελίξεις σε αυτό τον τομέα της μοριακής βιολογίας στο άμεσο μέλλον αναμένονται εντυπωσιακές.

Πρόσφατες έρευνες μας δείχνουν ότι παράγοντες κινδύνου που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής μας επηρεάζουν αρνητικά τη δράση της τελομεράσης. Αλλαγές στο τρόπο ζωής μας αυξάνουν σημαντικά τη δράση της τελομεράσης και ενισχύουν τους διορθωτικούς μηχανισμούς στα ανθρώπινα κύτταρα.

Παράγοντες που ενεργοποιούν τη δράση της τελομεράσης

- Η διατήρηση χαμηλών επιπέδων Ομοκυστεΐνης (εξέταση που μας
δείχνει το βαθμό οξειδωτικού στρες).
- Η βιταμίνη C
- Η άσκηση
- H Υπεροξειδική Δισμουτάση (SOD), ένα πολύ ισχυρό φυσικό
αντιοξειδωτικό ένζυμο που παράγεται στο εσωτερικό των κυτττάρων μας.

Μέχρι την ευρεία εφαρμογή των ουσιών που θα ενισχύουν τη δράση της τελομεράσης οι παραπάνω παράγοντες και ένας φυσικός τρόπος ζωής είναι σημαντικά βήματα για την επίτευξη βέλτιστης υγείας.

Στην Υγειά Σας!

Dr. Δημήτρης Τσουκαλάς

Sunday, November 29, 2009

Μαρία Τζιρίτα, Μάτια μου

Μαρία Τζιρίτα, Μάτια μου, Ψυχογιός 2009, σελ. 459

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Μια συναρπαστική ιστορία με θέμα τον έρωτα και την προδοσία από μια ταλαντούχα πεζογράφο

Πολλοί νέοι πεζογράφοι θα τη ζήλευαν. Ήδη το πρώτο της μυθιστόρημα, το «Παιδί της αγάπης», βασισμένο σε μια πραγματική ιστορία, έγινε ανάρπαστο, ενώ και το δεύτερο, με τίτλο «Μάτια μου», βρίσκεται ήδη στην 27η χιλιάδα. Το μυθιστόρημα αυτό, όπως μας λέει η συγγραφέας στο εισαγωγικό σημείωμα, δεν στηρίζεται σε πραγματική ιστορία, στηρίζεται όμως σε πραγματικά πρόσωπα.
Διατηρώντας τα πραγματικά πρόσωπα ως κεντρικά και επινοώντας άλλα, η Μαρία Τζιρίτα μπορεί και συνθέτει την ιστορία της με τρόπο τέτοιο που να γίνεται αφενός συναρπαστική και αφετέρου να εικονογραφεί καλύτερα το θέμα της, ή μάλλον τα θέματά της. Και τα θέματά της είναι δύο: ο έρωτας και η τυφλότητα. Για τον έρωτα έχουν γράψει πολλοί, για να μην πούμε όλοι, αφού μας είναι δύσκολο να φανταστούμε μυθιστόρημα που ο έρωτας να μην έχει τη θέση του, πότε μικρή πότε μεγάλη. Όμως για την τυφλότητα ελάχιστοι. Βέβαια ο Ελίας Κανέτι τιτλοφορεί το μοναδικό μυθιστόρημά του «Περί τυφλότητας», όμως πρόκειται για μεταφορά, ο ήρωάς του ο Κην είναι μεταφορικά τυφλός. Ο Ζοζέ Σαραμάγκου όμως πράγματι μιλάει για τους τυφλούς στο επίσης «Περί τυφλότητας» μυθιστόρημά του, αλλά με μια πλοκή φανταστική, όπου όλα τα πρόσωπα τυφλώνονται κάποια στιγμή. Διαβάζοντας όμως το βιβλίο της Μαρίας Τζιρίτα, ξεχνάμε ότι η ηρωίδα της είναι τυφλή. Λειτουργεί όπως όλοι οι άνθρωποι. Και είναι πράγματι ένας από τους στόχους της συγγραφέως, αν κρίνουμε από το επίμετρο του βιβλίου, κείμενο ενός τυφλού φοιτητή της νομικής: «Είμαι ένας συνηθισμένος άνθρωπος αλλά τυφλός. Μη με μεταχειρίζεσαι σαν παιδάκι. Μεγαλώνω, παίζω, τρέχω, διαβάζω, γράφω, σπουδάζω, δουλεύω, παθιάζομαι, κλαίω, γελάω, ερωτεύομαι, θυμώνω, σερφάρω, κάνω chat… όπως κι εσύ» (σελ. 457).
«Ερωτεύομαι». Έτσι ερωτεύθηκε και η Λένα, η τυφλή ηρωίδα της ιστορίας, έναν νέο από το χωριό της, τον Λουκά. Την ερωτεύτηκε κι αυτός. Όμως η αδελφή της που ζήλεψε, προσπάθησε να της τον κλέψει. Δεν τα κατάφερε. Αλλά και η Λένα, που αντιλήφθηκε τις κινήσεις, δεν συγχώρησε.
Η συγγραφέας, δημιουργώντας μια πινακοθήκη από κάμποσους ήρωες που ερωτεύονται, μας προσφέρει ένα πανόραμα ερωτικών σχέσεων με ποικίλες αποχρώσεις και πτυχές. Έτσι βλέπουμε την ζήλεια, την απιστία, την αφοσίωση, τη μεταμέλεια, τη συγνώμη, την εγκατάλειψη, τον σπαραγμό, τον συμβιβασμό... Όμως, πέρα από αυτό, θέλει να υμνήσει τον έρωτα σαν καθαρή αξία, που δεν εξαρτάται από την εμφάνιση και τη σεξουαλική έλξη αλλά από μια ψυχική ποιότητα που συχνά παραμένει φευγαλέα και απροσδιόριστη. Ακόμη μας παρουσιάζει την ένταση του ερωτικού αισθήματος που δημιουργεί η ματαίωση, η μη ικανοποίηση, που αντί να φθείρεται με τα χρόνια γίνεται πιο έντονο. Το μυθιστόρημα του Helmut Krausser «Έρως» που παρουσιάσαμε πρόσφατα στο blog μας δίνει εντυπωσιακά αυτή την πλευρά του έρωτα, του έρωτα που θεριεύει αντί να αποθαρρύνεται από την απόρριψη, που παραμένει μέχρι τέλους ζωής. Ο Μελάνιππος, στο «Βίο παράλληλο» του Απόστολου Δοξιάδη, συναντώντας την γριά ξεδοντιάρα Υακίνθη, τη γυναίκα του που τον παράτησε για να γίνει στη συνέχεια πόρνη, αντί να βλέπει τον έρωτά του να εξανεμίζεται μπροστά στην ετοιμοθάνατη κακάσχημη γριά, τον βλέπει απεναντίας να φουντώνει. Πλατωνικός έρωτας λοιπόν όπως παρουσιάζεται στο «Συμπόσιο», όχι έρωτας σωμάτων αλλά έρωτας ψυχών. Η Κατρίν είναι πιο νέα και πιο όμορφη από τη Λένα, όμως ο Λουκάς τη Λένα προτιμάει, και ας κινδύνεψε μια στιγμή να υποκύψει στην προσπάθεια της Κατρίν (Κατίνας τότε) να τον αποπλανήσει, πράγμα όμως που απέβη μοιραίο για τη σχέση του με τη Λένα. Η Λένα δεν θα τον συγχωρέσει. Λίγο αργότερα θα παντρευτεί έναν άλλο τυφλό, με προξενιό. Θα κάνουν ένα γιο, τον Κωνσταντίνο, όμως η σχέση τους δεν θα πάει καλά και θα χωρίσουν.
Ο Λουκάς μπαρκάρει, και σε κάποιο ταξίδι του γνωρίζει μια κοπέλα από τη Χιλή που την ερωτεύεται και την παντρεύεται. Μαζί της θα κάνει μια κόρη. Ο έρωτάς του για τη Λένα όμως δεν έχει σβήσει, υπάρχει σαν σπίθα μέσα του και περιμένει την ευκαιρία να φουντώσει. Και η ευκαιρία αυτή θα έλθει κάποια στιγμή. Η μοίρα θα φέρει τα παιδιά τους να ερωτευθούν, πράγμα που κάνει τη μεταξύ τους συνάντηση αναπόφευκτη. Τότε ο έρωτας αυτός θα αναζωπυρωθεί πάλι. Σε μια μοιραία συνάντηση θα φιληθούν με πάθος, όμως το φιλί αυτό, που θα το δει η κόρη του Λουκά, θα θέσει σε κίνδυνο τη σχέση των παιδιών τους. Αυτά όμως δεν θα επαναλάβουν το σφάλμα των γονιών τους. Ο Κωνσταντίνος τελικά θα συγχωρήσει, σε αντίθεση με τη μητέρα του που δεν θέλησε να συγχωρήσει.
Η Τζιρίτα, παρά το ότι στο προηγούμενο – και πρώτο – μυθιστόρημά της ακολούθησε μια πραγματική ιστορία, αποδεικνύεται ότι είναι αρκετά επινοητική στη σύνθεση μιας δικής της ιστορίας, και ας ξεκινάει από πραγματικά πρόσωπα και πραγματικές καταστάσεις. Το αφηγηματικό ενδιαφέρον κρατείται αδιάπτωτο σε όλο το έργο. Ακόμη είναι ιδιαίτερα θεατρική. Η αφηγήτριά της παρεμβαίνει ελάχιστα, στήνοντας το ελάχιστο αναγκαίο ντεκόρ για τους ήρωες, αφήνοντάς τους στη συνέχεια να συνομιλούν, να ανταλλάσουν λόγια αγάπης, να σχολιάζουν, να διαπληκτίζονται, να φιλιώνουν πάλι. Πρόκειται για ένα πολύ καλό μυθιστόρημα. Το αναγνωστικό κοινό έχει δώσει ήδη την ετυμηγορία του. Εμείς ακολουθούμε δεύτεροι.

Saturday, November 28, 2009

Τι είναι ηθολογία

Τι είναι ηθολογία, Περισκόπιο της Επιστήμης, Ιαν. 1985, τ. 72, σελ. σελ. 68-73

Ο εικοστός αιώνας είναι ένας αιώνας ταχύτατης επιστημονικής προόδου, που σαν κύριο χαρακτηριστικό έχει την άκρα εξειδίκευση. Η πραγματικότητα τεμαχίζεται ασταμάτητα, και μαζί της οι επιστήμες που την μελετούν. Για παράδειγμα, από τους κόλπους της παραδοσιακής βιολογίας έχουν ξεπηδήσει ένα σωρό επιστημονικοί κλάδοι, όπως εμβρυολογία, μοριακή βιολογία, γενετική, κ.ά, που παρά τον διεπιστημονικό χαρακτήρα τους διατηρούν μια σημαντική αυτονομία. Ένας τέτοιος κλάδος είναι και η ηθολογία.
Αν η ψυχολογία είναι η επιστήμη της συμπεριφοράς του ανθρώπου, η ηθολογία είναι η επιστήμη της συμπεριφοράς του συνόλου των ζωντανών οργανισμών. Όμως η διαφορά δεν έγκειται απλώς στο ότι η ηθολογία έχει ένα ευρύτερο πεδίο εφαρμογής. Η ψυχολογία μπορούμε να πούμε ότι επινοεί ad hoc ψυχικές δομές, περιοχές, οντότητες ή λειτουργίες, στη βάση των οποίων προσπαθεί να ερμηνεύσει τα «επεισόδια» της συμπεριφοράς. Τέτοιες είναι οι δομές του υπερεγώ, του εγώ και του προεγώ, οι περιοχές του συνειδητού και του ασυνειδήτου, οι οντότητες των αρχετύπων, οι λειτουργίες της απώθησης, της εξύψωσης κλπ.
Αυτά όσον αφορά τις ψυχοδυναμικές σχολές της ψυχολογίας. Όσο για τους μπιχεβιοριστές, αυτοί στη χειρότερη περίπτωση θεωρούν τον άνθρωπο απλώς σαν λευκό χαρτί όπου στη βάση του μηχανισμού των εξαρτημένων ανακλαστικών (ερέθισμα-αντίδραση) αναπτύσσεται η συμπεριφορά του (Watson, Skinner κ. ά), ενώ στην καλύτερη περίπτωση, πιστεύουν στην ύπαρξη έμφυτων ψυχικών προδιαθέσεων οι οποίες ενεργούν σαν μεσολαβητές (mediators) που τροποποιούν την αντίδραση μετά την είσοδο του ερεθίσματος (Hans Eysenck). Οι ηθολόγοι απεναντίας δεν κινούνται με ad hoc επινοήσεις, αλλά πατούν πάνω στο στερεό έδαφος της βιολογίας, με τις έννοιες της οποίας οικοδομούν κατά βάση τον χώρο απ’ όπου εκρέει η συμπεριφορά.
Μια βασική κατάκτηση της ηθολογίας είναι η διεύρυνση της έννοιας της προσαρμογής. Η κλασική βιολογία με την έννοια της προσαρμογής εννοεί σωματικές αλλαγές που διευκολύνουν έναν οργανισμό στην επιβίωση του. Οι προσαρμογές αυτές (π.χ. η μετατροπή σε «χέρια» των μπροστινών άκρων των πρωτευόντων, η ικανότητα αυτορρύθμισης της θερμοκρασίας του σώματος στα θηλαστικά σε αντίθεση με τα ερπετά κ.ά.) συντελούνται μέσω της φυσικής επιλογής που λειτουργεί στη βάση των μεταλλάξε (σελ. 68) ων και του ανασυνδυασμού του γενετικού υλικού, με την αναπαραγωγή μέσω δύο γαμετών (από αρσενικό και θηλυκό γονέα). Η ηθολογία επεκτείνει τα όρια της προσαρμογής και σε συνιστώσες της συμπεριφοράς. Για παράδειγμα, η επιθετικότητα έχει μια λειτουργία το ίδιο σημαντική για την επιβίωση με την ανάπτυξη της αυτορρύθμισης της θερμοκρασίας του σώματος στα θηλαστικά.
Τα σωματικά χαρακτηριστικά ελέγχονται στη βάση του γενετικού υλικού των γονιδίων. Μπορεί να ειπωθεί το ίδιο και για τη συμπεριφορά;
Οι γενετικές έρευνες στον τομέα αυτό βρίσκονται ακόμα στα σπάργανα. Όμως έχουμε αποδείξεις ότι κάποιοι σωματικοί χαρακτήρες που ελέγχονται από ορισμένα γονίδια, συμβαδίζουν με ορισμένα ψυχικά χαρακτηριστικά. Αυτό μας επιτρέπει τη γενίκευση ότι και στοιχεία της συμπεριφοράς ελέγχονται γονιδιακά. Ας μη ξεχνάμε ακόμα τους συσχετισμούς ανάμεσα σε ψυχικούς χαρακτήρες και σε σωματικά χαρακτηριστικά που διαπιστώνει η φυσιογνωμική, όπως π.χ. ότι οι παχουλοί τύποι συνήθως είναι εύθυμοι ενώ το αντίθετο είναι οι λεπτοί, κλπ.
Τόσο σ’ ένα «φαινομενολογικό» επίπεδο μελέτης, σε φυσική κατάσταση (field research), όσο και σε πειραματικό επίπεδο, τα αποτελέσματα είναι πολύ πλούσια. Κατ’ αρχήν παρατηρούμε την καθολικότητα των ενστίκτων, από τα οποία εκπορεύεται η συμπεριφορά, πράγμα που επιτρέπει την αναλογική σκέψη ότι αφού οι καθολικές σωματικές δομές ελέγχονται γενετικά (αν για παράδειγμα σε ένα οργανισμό θ’ αναπτυχθούν πνεύμονες ή βράγχια), συνεπώς και καθολικά ένστικτα όπως της αναπαραγωγής ή της επιθετικότητας πρέπει να έχουν γενετική θεμελίωση.
Όμως δεν έχουν μόνο γενετική θεμελίωση τα ένστικτα. Πολλές φορές παρατηρούμε μια ομοιομορφία και στα ίδια τα σχήματα συμπεριφοράς. Τέτοια είναι για παράδειγμα τα σχήματα συμπεριφοράς δυο ζώων που «φλερτάρουν».
Εδώ πρέπει να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα στην «κίνηση» και στο καθαυτό σχήμα συμπεριφοράς. Η κινητική ικανότητα του ζώου είναι που του επιτρέπει τη συμπεριφορά. Τα φυτά που δεν κινούνται, δεν «συμ-περι-φέρονται». Η κινητική ικανότητα όμως κάθε ζώου είναι συνάρτηση σωματικών ικανοτήτων, περιβαλλοντικών όρων, καθώς και του «ψυχισμού» του ζώου, που το οδηγεί στην άλφα ή βήτα εκτίμηση των περιβαλλοντικών όρων και των ικανοτήτων του. Το σχήμα συμπεριφοράς είναι μια «αφαίρεση» ενός περίπλοκου κινητικού σχήματος, η οποία αφαίρεση γίνεται στη βάση χαρακτηριστικών δομικών μονάδων (όπως φαίνεται χαρακτηριστικά στα σχήματα συμπεριφοράς κατά το φλερτ των ζώων) ή του στόχου τους (επιθετικότητα). Η ίδια η κίνηση, όπως την ορίσαμε με τις συνιστώσες της, αποτελεί τον «φαινότυπο» της συμπεριφοράς.
Στη συμπεριφορά, όπως και στα σωματικά χαρακτηριστικά, υπάρχει στη βάση ένας γονότυπος, ένας γενετικός καθορισμός, και πάνω του αναπτύσσεται ένας φαινότυπος, αποτέλεσμα περιβαλλοντικών επιδράσεων. Η συμπεριφορά λοιπόν, όπως και οι σωματικοί χαρακτήρες ενός οργανισμού, είναι κατά βάση έμφυτη, διαμορφώνεται όμως συνεχώς κάτω από την επίδραση του περιβάλλοντος. Η δυσκολία είναι να καθορίσουμε (και κυρίως στη συμπεριφορά), που σταματάει ο γονότυπος και που αρχίζει ο φαινότυπος.
Στον έμφυτο χαρακτήρα της βάσης της συμπεριφοράς οδηγούμαστε και από τον παρακάτω ανα (σελ. 69) λογικό συλλογισμό: η φύση, μεταβιβάζοντας γενετικά ορισμένους σωματικούς χαρακτήρες στους απογόνους, εξασφαλίζει μείζονες προσαρμογές που στη διαδικασία της φυλογένεσης έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές, και μάλιστα με τον πιο εύκολο και οικονομικό τρόπο: αντί να ψάχνει κάθε φορά ο οργανισμός να βρει τις προσαρμογές, του τις μεταβιβάζουν έτοιμες οι γονείς του. Μήπως ο πιο εύκολος τρόπος για να γίνει κανείς πλούσιος δεν είναι να του τύχει μια γερή κληρονομιά; Δεν θα μπορούσαμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι το ίδιο ισχύει και για τη συμπεριφορά; Αν για παράδειγμα η σεξουαλικότητα ήταν ζήτημα οντογενετικής προσαρμογής, πολλοί οργανισμοί θα πέθαιναν χωρίς να την ανακαλύψουν και τα αποτελέσματα θα ήταν καταστροφικά για το είδος. Η γενετική της μεταβίβαση εξασφαλίζει την ύπαρξη της.
Αφού στη βάση της κληρονομικότητας επιτυγχάνονται οι μείζονες προσαρμογές, γιατί να μη εξασφαλίζονται στην ίδια βάση και οι ελάσσονες; Αυτό δεν ισχύει για τον απλούστατο λόγο ότι οι μείζονες προσαρμογές αποτελούν προσαρμογές σε σταθερούς όρους του περιβάλλοντος, ενώ οι ελάσσονες, προσαρμογές σε μεταβλητούς όρους. Οι μείζονες προσαρμογές διακρίνονται για μια ανελαστικότητα. Οι ελάσσονες από μια ελαστικότητα (ευμεταβλητότητα). Η σημασία αυτής της ελαστικότητας γίνεται φανερή αν την σκεφτούμε στη βάση των ανεξάρτητων και των εξαρτημένων ανακλαστικών. Τα ανεξάρτητα ανακλαστικά αποτελούν προσαρμογές σε σταθερούς όρους, τα εξαρτημένα σε μεταβλητούς, γι’ αυτό άλλωστε και εξαφανίζονται όταν οι όροι αυτοί μεταβάλλονται. Είναι εύλογη η σκοπιμότητα, προσαρμογές στη βάση όρων που μεταβάλλονται περισσότερο από μια φορά στη ζωή του οργανισμού, να μη γίνονται στη βάση μιας γενετικής μεταβίβασης, αλλά με άλλους μηχανισμούς, ώστε να τροποποιούνται ή να απαλείφονται εύκολα σε συνάρτηση με κάθε νέα περιβαλλοντική αλλαγή. Σε γενετικά καθορισμένες προσαρμογές ο φαινότυπος τους είναι αποτέλεσμα μιας προσπάθειας του οργανισμού για μεγαλύτερη προσαρμογή στους συγκεκριμένους περιβαλλοντικούς όρους.
Με παρόμοιο τρόπο η συμπεριφορά, ιδιαίτερα στο επίπεδο της πλήρους φαινομενολογικής της ανάπτυξης, δηλαδή της κίνησης, διακρίνεται για μια ευμεταβλητότητα, που συνιστά προσαρμογή σε προσωρινούς όρους. Οι υποκείμενες δομές των ενστίκτων και των σχημάτων συμπεριφοράς είναι ανελαστικές και γενετικά μεταβιβάσιμες, σε αντίθεση με πιο επιφανειακές δομές που καθορίζονται οντογενετικά, δηλαδή στη διάρκεια της ζωής του ίδιου του οργανισμού και που διακρίνονται από διάφορους βαθμούς ελαστικότητας. Μια τέτοια προσαρμογή της συμπεριφοράς με λιγότερη ανελαστικότητα, είναι αυτή που παρατηρείται σε νοσηρές παρεκκλίσεις της συμπεριφοράς λόγω τραυματικών εμπειριών κατά την παιδική ηλικία. Η «λογική» που κρύβεται πίσω από τη σχετική αυτή ελαστικότητα είναι ότι ο οργανισμός «λογικά» μπορεί να υποθέσει ότι οι καταστάσεις που αντιμετωπίζει στο ξεκίνημα της ζωής του θα είναι μόνιμες σ’ όλη του τη ζωή, γι’ αυτό και αναπτύσσει αντίστοιχες προσαρμοστικές στάσεις που αν δεν τις χαρακτηρίζουμε ολότελα ανελαστικές, είναι γιατί πολλές τέτοιες παθολογικές στάσεις θεραπεύονται με κατάλληλη αγωγή, όπως π.χ. με την ψυχοθεραπεία. Είναι εξάλλου κοινή διαπίστωση ότι ο χαρακτήρας ενός ατόμου καθορίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό κατά την παιδική του ηλικία.
Εδώ συναντάμε μια άλλη διαφορά ανάμεσα στην ηθολογία και στην ψυχολογία. Η ψυχολογία, όπως και η ηθολογία, παραδέχεται τον έμφυτο χαρακτήρα των ενστίκτων, όμως επικεντρώνει το ενδιαφέρον της στον φαινότυπο της αντίστοιχης συμπεριφοράς, που δημιουργείται σε οντογενετικό επίπεδο. Για παράδειγμα, η ψυχανάλυση μελετά το σεξουαλικό ένστικτο στις διαφοροποιήσεις και κυρίως στις παθολογικές αποκλίσεις. Αναζητά τις διαφορές, καθώς και τους περιβαλλοντικούς όρους που βρίσκονται στη βάση αυτών των διαφορών τροποποιώντας το σεξουαλικό ένστικτο. Η ηθολογία αντίθετα μελετά τα σχήματα σεξουαλικής συμπεριφοράς στα ζώα (π.χ. σχήματα συμπεριφοράς κατά το φλερτ) όχι για να ανιχνεύσει παθολογικές αποκλίσεις, αλλά για να βρει τα κοινά σημεία και να φωτίσει
περισσότερο το ένστικτο που βρίσκεται στη βάση αυτών των σχημάτων. Οι μπιχεβιοριστές πάλι δεν ενδιαφέρονται για τους ανεξάρτητους χαρακτήρες, αλλά για τους εξαρτημένους. Ο Watson ισχυρίζεται ότι αν του δώσουν ένα παιδί, μπορεί να το κάνει ό,τι θέλει κατά βούληση, κλέφτη, γιατρό ή δικηγόρο, απλώς θέτοντας το κάτω από κατάλληλους περιβαλλοντικούς όρους. Οι ηθολόγοι δεν εξετάζουν το εξαρτημένο, αλλά το ανεξάρτητο, το έμφυτο, το μόνιμο και σταθερό, τον κοινό παρανομαστή που βρίσκεται πίσω από κάθε είδους συμπεριφορά. Όσο για τους μπιχεβιοριστές όπως ο Eysenck, αυτοί διαπιστώνουν την κληρονομική μεταβίβαση και γενετική θεμελίωση ορισμένων «σταθερών» του χαρακτήρα, που καθορίζουν παραπέρα τη διαμόρφωση του. Τέτοιες σταθερές είναι για τον Eysenck η συναισθηματικότητα και η εξωστρέφεια - ενδοστρέφεια. Την παραδοσιακή τυπολογία σε συναισθηματικούς, φλεγματικούς, αιματώδεις και μελαγχολικούς τύπους τη στηρίζει στο βαθμό εσωστρέφειας και στο βαθμό συναισθηματικότητας που χαρακτηρίζει ένα άτομο. Ο μελαγχολικός για παράδειγμα διακρίνεται για μεγάλη εσωστρέφεια και συναισθηματικότητα.
Η μελέτη των έμφυτων χαρακτηριστικών, κοινός τόπος για την ηθολογία και για μια σχολή ψυχολογίας, δείχνει τη δύναμη αλλά και τους περιορισμούς της ψυχολογίας και της ηθολογίας αντίστοιχα. Η ηθολογία, που όπως είπαμε ξεκινά από τη συμπεριφορά των ζώων για να φωτίσει τη συμπεριφορά των ανθρώπων, δεν μπορεί να μελετήσει σταθερές σαν τη συναισθηματικότητα και την εσωστρέφεια ή εξωστρέφεια στα ζώα, και προ παντός να τις προσδιορίσει ποσοτικά (στο σημερινό στάδιο ανάπτυξής της τουλάχιστον). Η ψυχολογία που μπορεί να τις μελετήσει, στερείται από ένα βάθρο εγκυρότητας που θα πρόσφερε η μελέτη τους στα ζώα. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την τεράστια ποικιλομορφία αντιλήψεων που υπάρχει στους κόλπους της, ενώ στους κόλπους της ηθολογίας παρατηρούμε μια σημαντική ομοφωνία στις απόψεις των διαφόρων ερευνητών.
Γιατί όμως να τονίζει η ηθολογία περισσότερο το έμφυτο (σελ. 70) από το επίκτητο;
Πιστεύουμε για δυο λόγους: πρώτον, είναι πιο εύκολο να μελετήσεις το έμφυτο από το επίκτητο στα ζώα. Έπειτα, το έμφυτο είναι σημαντικότερο από το επίκτητο, μια και συνιστά κατά κάποιο τρόπο το a priori κάθε είδους συμπεριφοράς (είναι πράγματι εκπληκτικό πώς αιτιολογεί ο Κ. Lorenz τα Καντιανά a priori στη βάση των δεδομένων της ηθολογίας. Μόνο μια σαφής γνώση του έμφυτου μπορεί να επιτρέψει μια έγκυρη μελέτη του επίκτητου).
Αν μιλήσαμε τόσο διεξοδικά για τον χαρακτήρα του έμφυτου και του επίκτητου, είναι γιατί η έμφαση που δίνει η ηθολογία στο έμφυτο, στάθηκε αιτία να συγκεντρώσει τα πυρά πολλών ανθρώπων. Εδώ πρέπει να θίξουμε το ζήτημα του ιδεολογικού χρωματισμού της επιστήμης, που για πολλούς συνιστά ένα σημαντικότατο επιστημολογικό περιορισμό. θ’ αναφέρουμε σύντομα κάποιες σκέψεις μας, τις οποίες αναπτύσσουμε πιο διεξοδικά στο έργο μας «H αναγκαιότητα του μύθου»
Οι αντιλήψεις των ατόμων είναι αποτέλεσμα τριών συνιστωσών. Η πρώτη συνιστώσα είναι μια αντικειμενική γνώση για τον κόσμο. Η αποδεδειγμένη γνώση επηρεάζει σημαντικά την αντίληψη. Οι άλλες δύο είναι η ιδεολογία και η μυθολογία. Η αντικειμενική γνώση παλεύει συνεχώς ενάντια στις προκαταλήψεις που ξεκινούν από τις άλλες δύο. Συνεχώς κερδίζει έδαφος, αλλά με δυσκολία. Μπορεί η ηλιοκεντρική θεωρία του Κοπέρνικου να γκρέμισε τον προσφιλή μύθο που είχε τόση απήχηση (και έχει ακόμα) ότι η Γη είναι το επίκεντρο του σύμπαντος, μπορεί ο ίδιος ο Κοπέρνικος να κάηκε στη φωτιά, όμως οι αδιαμφισ3ήτητες αποδείξεις που παρασχέθηκαν αργότερα, παρόλη την αντίδραση της καθολικής εκκλησίας, γκρέμισαν ένα από τα πιο ισχυρά στηρίγματα αυτού του μύθου.
Η δεύτερη συνιστώσα είναι η ιδεολογία. Το ταξικό συμφέρον διαστρεβλώνει τη γνώση. Οι μεταφυσικές αντιλήψεις έρχονται πάντα «γάντι» στα συμφέροντα της άρχουσας τάξης, που την εξοργίζει κάθε αλλαγή, γιατί υπονομεύει τη θέση της. Προπαγανδίζοντας ακόμα τον ιδεαλισμό, αποδίδει τον καθορισμό της υλικής μας ζωής στο υπερπέραν. Παράδειγμα η πλατωνική αντίληψη των ιδεών, άφθαρτων και αναλλοίωτων, των οποίων χλωμή αντανάκλαση είναι τα αντικείμενα πάνω στη Γη. Ακόμα και αν ξαφνικά οι ιδέες έχαναν τη θεϊκή τους αίγλη, δεν θα μπορούσε κανείς να τις εξουδετερώσει, έτσι ψηλά καθώς είναι,
πολεμώντας τη σκιά τους πάνω στη Γη.
Οι μαρξιστές έχουν κάνει διεξοδικές αναλύσεις πάνω στη λειτουργία της ιδεολογίας. Απόδειξη της ορθότητας των αντιλή (σελ. 71) ψεών τους είναι ότι και οι ίδιοι έχουν πέσει θύμα. Για πολιά χρόνια οι ρώσοι μαρξιστές είχαν απεμπολήσει την ψυχαναλυτή, θεωρώντας την σαν προϊόν παρακμής του καπιταλιστικού κόσμου. Τώρα βέβαια έχουν αλλάξει στάση...
Η τρίτη συνιστώσα είναι η μυθολογία. Αποτελεί κι’ αυτή ένα διαστρεβλωτικό παράγοντα στην προσπάθεια κατάκτησης της γνώσης, που διαφέρει από την ιδεολογία στο ότι δεν έχει ταξική, αλλά βιολογική-ψυχολογική προέλευση. Η μυθολογία συνιστά την πρώτη προσπάθεια του ανθρώπου να ερμηνεύσει τον κόσμο.
Γιατί να τον ερμηνεύσει; Γιατί ο άνθρωπος νιώθει ασφαλής μόνο όταν γνωρίζει (ή νομίζει ότι γνωρίζει, που από ψυχολογική άποψη είναι το ίδιο). Ο άνθρωπος αισθάνεται ασφάλεια όταν νιώθει ότι δεν είναι έρμαιο της τυφλής μοίρας, αλλά στο έλεος πνευμάτων (ανιμισμός), τα οποία στο κάτω κάτω μπορεί να εξευμενίσει και να κερδίσει τη βοήθειά τους με θυσίες και προσφορές.
Ένας μύθος ανάλογος με τον μύθο της ύπαρξης πνευμάτων είναι και η αντίληψη ότι δεν είμαστε δεσμευμένοι από τα γονίδια μας, αλλά μπορούμε βελτιωθούμε απεριόριστα. Όμως, αν το παρελθόν καθορίζει το μέλλον, αν η θέληση μας είναι ανίσχυρη μπροστά στον ιστορικό καθορισμό (και πρέπει να συμβαδίσει μ’ αυτόν αν δεν θέλει να συντριβεί), δεν είναι άραγε περισσότερο ανίσχυρη μπροστά στον βιολογικό καθορισμό; Αρνούμενοι τη σημασία της κληρονομικότητας, είναι σαν να εισάγουμε τον ιδεαλισμό από την πίσω πόρτα. Δεν νικάει κανείς τον βιολογικό καθορισμό με το να τον υποτιμά. Ο βιολογικός καθορισμός δεν είναι απλώς ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός, είναι μια αναγκαιότητα. Και η ελευθερία τι άλλο είναι από τη συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας;
Η επιστήμη έχει δώσει σαφώς τις απαντήσεις της. Ο άνθρωπος καθορίζεται τόσο από γενετικούς παράγοντες, οι οποίοι βρίσκονται πέρα από τον έλεγχό του, όσο και από περιβαλλοντικούς, τους οποίους μπορεί σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό να ελέγχει. Κανείς δεν αμφισβητεί το ρόλο του γονότυπου και του φαινότυπου στη σύνθεση κάθε
ζωντανού οργανισμού. Όμως τίθεται το πρόβλημα των… ποσοστών; Οι «αριστεροί» γενικά τονίζουν περισσότερο το επίκτητο, το καθοριστικότερο της επίδρασης των περιβαλλοντικών παραγόντων (αρκεί ν’ αλλάξει η κοινωνία για να αλλάξει ο άνθρωπος. Αλλιώς γιατί να αγωνιστείς;)
Οι αριστοκράτες στην αρχαιότητα πίστευαν στο έμφυτο της καλοκαγαθίας. Από τη φύση τους ήταν αυτοί οι εκλεκτοί ενώ οι άλλοι ήταν καταδικασμένοι για πάντα από τη φύση τους να είναι άνθρωποι δεύτερης κατηγορίας. Αυτοί βέβαια, όταν ισχυροποιήθηκαν, τους αντέκρουσαν με τους ιδεολογικούς τους εκπροσώπους, τους σοφιστές, που υποστήριξαν το διδακτό της αρετής. Ενάρετος στο εξής μπορεί να γίνει μόνο αυτός που έχει χρήματα να τους πληρώσει για να του διδάξουν την αρετή. Σήμερα η αριστοκρατική αντίληψη για το έμφυτο ισχύει όχι στο εσωτερικό ενός έθνους (όπου όλοι είναι ίσοι, ακόμα και για τους εθνικοσοσιαλιστές), αλλά σε επίπεδο φυλών. Υπάρχουν οι άριες και οι ταπεινές φυλές, και αλίμονο αν είσαι από τέτοια φυλή, και μάλιστα Εβραίος...
Όποιος λοιπόν μιλάει σήμερα για τη σημασία των περιβαλλοντικών παραγόντων τον αντιμετωπίζουν καχύποπτα, σαν κομμουνιστή, ενώ όποιος μιλάει για τη δύναμη της κληρονομικότητας δεν μπορεί παρά να είναι φασίστας. Ο Eysenck, που υποστηρίζει κι’ αυτός τον έμφυτο χαρακτήρα ορισμένων ψυχικών χαρακτηριστικών, προπηλακίστηκε σαν ρατσιστής (ακόμα και με διαδηλώσεις φοιτητών), παρά τις διώξεις που υπέστη ο ίδιος από τους ναζί, όπως αναφέρει με πικρία σ’ ένα αυτοβιογραφικό κείμενο του.
Οι ηθολόγοι, όταν δεν κατηγορούνται ανοικτά ως ρατσιστές, αντιμετωπίζονται με μεγάλη καχυποψία. Όμως αυτοί που παρουσιάζουν ιδεολογική προκατάληψη είναι οι πολέμιοι τους και όχι οι ίδιοι. Γιατί αυτοί είναι που προκρίνουν ή απορρίπτουν μια θεωρία στη βάση και μόνο των ιδεολογικών της επιπτώσεων, ενώ ο επιστήμονας, όσο κι αν επηρεάζεται από την ιδεολογία του, στις έρευνές του ξεκινά πάντα με την αγαθή πρόθεση να γνωρίσει, κι όχι να τεκμηριώσει τις ιδεολογικές του αντιλήψεις, πράγμα που φαίνεται χαρακτηριστικά από το πόσο απολιτικοί είναι συνήθως οι επιστήμονες, έχοντας προφανώς συνείδηση του σφετερισμού των κατακτήσεών τους από τις διάφορες ιδεολογίες. Ο Umberto Eco, Ιταλός σημειολόγος, επισημαίνει χαρακτηριστικές περιπτώσεις όπου οι επιστημονικές αντιλήψεις ορισμένων διανοητών ήταν εντελώς αντίθετες με τις πολιτικές τους. Ο διαλεκτικός και υλιστής Ηράκλειτος ήταν αριστοκρατικός στις πεποιθήσεις του, ενώ ο Ζήνωνας, που μιλάει για την ανυπαρξία της κίνησης, σκοτώθηκε στον αγώνα κατά του τυράννου της πατρίδας του. Και πιο τρανό παράδειγμα, ο διάσημος γλωσσολόγος Noam Chomsky, που μιλάει για τις έμφυτες γλωσσικές ικανότητες ενός ατόμου, ενώ ο ίδιος είναι ένας από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της Νέας Αριστεράς. Η γνώση πληγώνει πολλές φορές, είναι γεγονός, αλλά όπως συμβαίνει και κατά τη θεραπευτική διαδικασία της ψυχανάλυσης, όσο οδυνηρή κι αν είναι αυτή η γνώση, π.χ. του απωθημένου περιεχομένου του υποσυνειδήτου μας, ο μόνος τρόπος για να προχωρήσουμε είναι να την κατακτήσουμε.
Η αντίληψη της ηθολογίας για τον έμφυτο χαρακτήρα της επιθετικότητας και για την «αξία επιβίωσης» που διαθέτει, αποτελεί επίσης ένα κόκκινο πανί στα μάτια των φιλειρηνιστών. Η ιδέα ότι η επιθετικότητα παίζει ένα θετικό ρόλο στη ζωή, για πολλούς είναι σκανδαλιστική. Όμως δεν προωθείς την ειρήνη κλείνοντας τα μάτια σου μπροστά σ’ ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός.
Οι αντιλήψεις της ηθολογίας για την επιθετικότητα είναι περίπου οι εξής: Μέσω της επιθετικότητας (που χαρακτηρίζεται πιο πετυχημένα σαν ενδοειδική επιθετικότητα, σαν επιθετικότητα δηλαδή που κατευθύνεται σε άτομο του ίδιου είδους), ένα ζώο διεκδικεί πιο αποτελεσματικά ένα ζωτικό χώρο για την επιβίωση του. Αυτό είναι τόσο φανερό, όσο φανερό είναι και το ότι αν η επιθετικότητα αυτή έφτανε στα άκρα, το είδος θα οδηγείτο στην αλληλοεξόντωση. Τι γίνεται λοιπόν; Το ζώο θέλει απλώς να διώξει τον αντίπαλο από την περιοχή που διεκδικεί. Αυτό του (σελ. 72) φτάνει. Έτσι, σε φυσική κατάσταση παρατηρούμε ότι η επιθετικότητα εξαντλείται κυρίως σε μια επίδειξη δύναμης. Όταν ο συσχετισμός είναι προφανής (πράγμα που γίνεται αντιληπτό μέσω ορισμένων τυπικών επιθετικότητας που εκτελούν οι δύο αντίπαλοι - το πιο απλό είναι το γαύγισμα των σκυλιών) ο πιο αδύναμος φεύγει. Όμως, ακόμα και αν εμπλακούν σε αληθινή σύγκρουση, δεν φτάνουν ποτέ σε αλληλοεξόντωση. Κι αυτό γιατί, μόλις αντιληφθεί τον κίνδυνο ένας από τους δύο αντιπάλους, εκτελεί ορισμένα τυπικά κατευνασμού, που αναστέλλουν την επιθετικότητα του αντιπάλου του.
Τα τυπικά αυτά συνίστανται σε σχήματα συμπεριφοράς, που προέρχονται κυρίως από το ρεπερτόριο των σχημάτων συμπεριφοράς που αναπτύσσει ένα μικρό ζώο απέναντι στη μητέρα του. Το σκυλί για παράδειγμα, θα πέσει με τη ράχη στο χώμα, θα σηκώσει τα πόδια ψηλά, και ίσως ουρήσει, σαν κουταβάκι. Η επιθετικότητα του αντιπάλου του αναστέλλεται, και μάλιστα μερικές φορές σε τέτοιο βαθμό, ώστε πριν υποχωρήσει ο αντίπαλος και απομακρυνθεί, γλύφει το άλλο σκυλί όπως κάνει μια μητέρα στο κουταβάκι της.
Για να ανασταλεί η επιθετικότητα πρέπει οι δυο αντίπαλοι να βρίσκονται κοντά ο ένας με τον άλλο, ώστε να είναι ορατά τα τυπικά κατευνασμού. Σήμερα όμως, με την ανάπτυξη των πυροβόλων όπλων, ο άνθρωπος γίνεται απλώς στόχος, και δεν προλαβαίνει ν’ αναπτύξει τέτοια τυπικά, που εξάλλου δεν θα ήταν ορατά. Αν ο πιλότος που έριξε τη βόμβα στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι έβλεπε τα θύματα του να τον εκλιπαρούν, είναι αμφίβολο αν θα την έριχνε.
Αυτή η φυλογενετική προσαρμογή των τυπικών κατευνασμού, σαν αντίβαρο της επιθετικότητας, αναπτύχθηκε σε διάστημα χιλιάδων χρόνων, στη χρονική κλίμακα δηλαδή στην οποία συντελούνται οι βιολογικές προσαρμογές. Όμως με την ανάπτυξη του πολιτισμού βρισκόμαστε μπροστά σε καταστάσεις όπως η προηγούμενη, που δεν προλαβαίνουμε ν’ αναπροσαρμοστούμε βιολογικά. Ο Konrad Lorenz έχει τονίσει αυτόν τον κίνδυνο.
Πιστεύω πως τονίσαμε, έστω και μακρηγορώντας, τι είναι η ηθολογία και τι την ξεχωρίζει από την ψυχολογία καθώς και το κύριο χαρακτηριστικό της, που αποτελεί και το πιο αμφιλεγόμενο σημείο της, την έμφαση που δίνει στους έμφυτους χαρακτήρες και μάλιστα στην επιθετικότητα.
Κλείνοντας το σύντομο αυτό σημείωμα, που περισσότερο είχε σαν στόχο να διαλύσει μια προκατάληψη παρά να κάνει μια πλήρη παρουσίαση, θεωρώ σκόπιμο να παραπέμψω στην ελληνική βιβλιογραφία. Πρώτα απ’ όλα στο εισαγωγικό άρθρο του Niko Tinbergen που κλείνει τη συλλογή του R. Harre «Επιστημονική σκέψη 1900-1960» σε έκδοση του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας. Επίσης στην «Επιθετικότητα» του Κ. Lorenz από τις εκδόσεις Χατζηνικολή, και στο «Αγάπη και Μίσος» του Ειρηναίου Άιμπλ-Άιμπεσφελντ από τις εκδόσεις θυμάρι, που πραγματεύονται το ίδιο θέμα, σε μετάφραση δική μας. Ακόμα στα «Οκτώ θανάσιμα αμαρτήματα του πολιτισμού» του Κ. Lorenz (εκδόσεις θυμάρι) όπου «φωτίζει» ο συγγραφέας προβλήματα της εποχής μας με τις κατακτήσεις της ηθολογίας. Παραπέμπω τέλος τον αναγνώστη και στα δύο θαυμάσια βιβλία του Desmond Morris, «Ο Γυμνός Πίθηκος» (Κέδρος) και «Ο Ανθρώπινος Ζωολογικός Κήπος» (Μπουκουμάνης). (σελ. 73)

Friday, November 27, 2009

Woody Allen, Whatever works (Κι αν σου κάτσει)

Woody Allen, Whatever works (Κι αν σου κάτσει), 2009.

Θα το ξαναγράψω άλλη μια φορά: δεν θέλω να βλέπω ταινίες στις οποίες μιλάνε αγγλικά, τις θεωρώ προϊόν του αμερικάνικου πολιτιστικού ιμπεριαλισμού – και δεν εννοώ το Χόλιγουντ ντε και καλά. Βέβαια υπάρχουν και οι αγγλικές, αλλά κι αυτές τις βάζω στο ίδιο τσουβάλι. Η μόνη εξαίρεση που κάνω είναι ο Woody Allen. Τον θεωρώ πολύ καλό, παρόλο που το Match point δεν μου άρεσε και τόσο. Η Σκάρλετ Γιόχανσον μου άρεσε περισσότερο από ότι το φιλμ. Ούτε και το Scoop, μια αστυνομική ταινία με κάποιες λίγες χιουμοριστικές ατάκες, αλλά με ένα πρωτότυπο εύρημα: Ένας νεκρός έρχεται και μαρτυράει στους ζωντανούς ποιος είναι ο serial killer. Ούτε και το «Βίκυ Κριστιάνα Μπαρτσελόνα». Δεν έχει καμιά χιουμοριστική ατάκα, απλά βλέπουμε τις προβληματικές σχέσεις κάποιων ζευγαριών. Τις δυο τελευταίες ταινίες τις είδα για να γεμίσω το κενό ανάμεσα στο Match point και στο Whatever works, για να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα του τελευταίου Γούντι Άλλεν, που φαίνεται να διαψεύδει την εικόνα του ως κωμωδιογράφου. Όμως στην τελευταία του ταινία, το «Κι αν σου κάτσει», επανέρχεται ο κωμωδιογράφος. Ανακριβής η μετάφραση του τίτλου, γιατί η πιο σωστή «ό,τι κάτσει» θυμίζει το γνωστό ανέκδοτο, τον σαβουρο… τέτοιο (το «κάτσει δεν κάτσει» είναι ο βιαστής).
Το έχω γράψει πρόσφατα στην παρουσίαση της βιογραφίας του Μπαλζάκ, θα το ξανα(αντι)γράψω: «Μια από τις λειτουργίες της μυθοπλασίας είναι η υποκατάστατη ικανοποίηση επιθυμιών σε φαντασιακό επίπεδο». Το μοτίβο της Λολίτας έχει ακριβώς αυτή τη λειτουργία: ο μεγάλος σε ηλικία άνδρας, που τα φτιάχνει με μια πιτσιρίκα. Μέχρι τώρα το συναντήσαμε σε άλλες δυο ταινίες, χωρίς να υπολογίζουμε την κινηματογραφική μεταφορά της Λολίτας του Ναμπόκοφ. Η πρώτη ήταν το Circle of two (1980), του Ζιλ Ντασέν με τον Ρίτσαρντ Μπάρτον και την δεκαπεντάχρονη Τατούμ Ο Νηλ, και η άλλη ήταν το «Χαμένοι στη μετάφραση» (2003, πάλι η Σκάρλετ Γιόχανσον). Και επειδή η μνήμη μου εξακολουθεί να δουλεύει συγκριτολογικά, θυμήθηκα δυο ακόμη: Η μια είναι το American beauty (1999) του Sam Mendes, όπου η πιτσιρίκα την πέφτει στον Kevin Spacey, αλλά αυτός δεν ενδίδει όταν μαθαίνει ότι είναι παρθένα. Η άλλη είναι το «40 καράτια» (1973) του Μίλτον Κατσέλας (βάζω στοίχημα πως είναι έλληνας), διασκευή από το ομώνυμο θεατρικό του Jay Presson Alle. Εδώ η Λιβ Ούλμαν, σαραντάρα (στην πραγματικότητα είναι 35) τα φτιάχνει με έναν 22χρονο νεαρό. Έχουμε δηλαδή το μοτίβο της Λολίτας αντεστραμμένο. Όμως δίπλα στην κύρια ιστορία υπάρχει και μια παράπλευρη, με το μοτίβο της Λολίτας στα δυο του πόδια. Μια και ο άνδρας είναι το κυρίαρχο φύλο, έτσι και το μοτίβο της Λολίτας είναι γενικά κυρίαρχο στη μυθοπλασία. Η μυθοπλαστική τέχνη ενδιαφέρεται να καλύψει τις δικές του φαντασιώσεις και όχι τις φαντασιώσεις της γυναίκας.
Ο Γούντι Άλλεν μου αρέσει για τις εξαιρετικά ευφυείς ατάκες του και τα έξυπνα ευρήματά του, και σ’ αυτό το φιλμ υπήρχαν σε αφθονία. Αυτό που μου άρεσε περισσότερο ήταν ένα αφηγηματολογικό εύρημα. Αποδέκτης της αφήγησης υπάρχει στην πεζογραφία αλλά όχι στο θέατρο και στον κινηματογράφο, όπου ο αφηγητής απουσιάζει, καθώς η ιστορία δίνεται με την ψευδαίσθηση της συγχρονικότητας των επεισοδίων με την πρόσληψή τους. Το έργο ξεκινάει με τον κεντρικό ήρωα, ένα νευρωσικό εβδομηντάρη, περσόνα προφανώς του Γούντι Άλλεν, να απευθύνεται στο κινηματογραφικό κοινό, στο οποίο στη συνέχεια θα του «αφηγηθεί» την ιστορία του. Και έχουμε εδώ ένα σπαρταριστό εύρημα. Ένας πιτσιρικάς που περπατάει στο βάθος, λέγει στη μαμά του: -Μαμά, κοίτα, αυτός ο άνθρωπος μιλάει μόνος του. –Σκάσε και προχώρα, του λέει η μαμά, μην μπλέξουν με τον τρελό.
Το πόσο επινοητικός είναι ο Γούντι Άλλεν είναι απίστευτο. Πως καταφέρνει και ζευγαρώνει τους τέσσερις ήρωές του στο τέλος της ταινίας είναι φοβερό. Την πιτσιρίκα τη ζευγαρώνει με ένα νεαρό, τον κεντρικό ήρωα με μια γυναίκα που έπεσε πάνω της και την τραυμάτισε στη δεύτερη απόπειρά του να αυτοκτονήσει όταν τον παράτησε η πιτσιρίκα, τον πατέρα της πιτσιρίκας με έναν ομοφυλόφιλο, και τη μητέρα της με δυο άνδρες, με τους οποίους συμβιώνει αρμονικά.
Κλείνοντας, ένα έχω να πω για αυτή την ταινία: Μην τη χάσετε.
21-11-2009

Thursday, November 26, 2009

Κυβερνητική

Κυβερνητική, Περισκόπιο της επιστήμης, Ιούλ-Αυγ. 1984, τ. 67, σελ. 55-61.

Τι είναι Κυβερνητική; Η τέχνη της αποτελεσματικότητας της δράσης, λέει ένας ορισμός που προτείνει ο Λουί Κουφινιάλ. Η σωστή αξιοποίηση της πληροφορίας καθώς και οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές συμβάλλουν σ' αυτή την αποτελεσματικότητα. Όμως πώς ενσωματώνονται στην κυβερνητική προσέγγιση των προβλημάτων; Στο άρθρο αυτό γίνεται προσπάθεια να δοθεί μια απάντηση.
Η ετυμολογία της λέξης δεν είναι δύσκολη για τον Έλληνα αναγνώστη, όμως είναι ελάχιστα διασαφητική για το περιεχόμενό της. Ο μέσος αναγνώστης, όταν ακούει τη λέξη «Κυβερνητική», φέρνει στο νου του ηλεκτρονικούς υπολογιστές, και ίσως τις έννοιες της επικοινωνίας, του ελέγχου και του feed back.
Όμως πώς σχετίζονται όλες αυτές οι έννοιες με την «κυβερνητική;» Στο άρθρο μας αυτό θα προσπαθήσουμε να δώσουμε ένα διαγραμματικό σκελετό για το τι συνιστά την κυβερνητική και πώς διαρθρώνονται πάνω της οι παραπάνω έννοιες.
«Η Κυβερνητική αναφέρεται ιδιαίτερα στα αυτορρυθμιζόμενα ή προσαρμοστικά συστήματα», αναφέρει ανάμεσα στ' άλλα ένας ορισμός της κυβερνητικής (F.H.George, Cybernetics, Hodder and Stoughton, 1971, σελ. 3). Ο όρος αυτορρύθμιση αναφέρεται σε μηχανές, ο όρος προσαρμογή σε ζωντανούς οργανισμούς. Βασικά όμως σημαίνουν το ίδιο πράγμα. Εμείς θα μελετήσουμε τις αρχές αυτές στους ζωντανούς οργανισμούς, απ' όπου τις πήρε ο άνθρωπος για να τις εφαρμόσει σε μηχανικά συστήματα.
Μια βασική ιδιότητα της ύλης είναι η τάση για σταθερότητα. Η τάση αυτή μάς οδηγεί κατευθείαν στην έννοια της «δομής». Μόνο μονάδες που διαθέτουν μιαν ορισμένη δομή διακρίνονται και για κάποια σταθερότητα. Η έννοια της δομής εξάλλου αποτελεί μια βασική ταξινομική αρχή. Η δομή του ατόμου ενός στοιχείου είναι που καθορίζει τις ιδιότητές του, και με βάση αυτή καταλαμβάνει την ιδιαίτερη θέση του στο περιοδικό σύστημα των στοιχείων.
Η σταθερότητα της δομής ενός στοιχείου είναι βέβαια σχετική. Σε φυσικές συνθήκες τα άτομα ορισμένων στοιχείων χάνουν ηλεκτρόνια της εξωτερικής τους στιβάδας και έτσι μετατρέπονται σε ιόντα. Σε συνθήκες υψηλών θερμοκρασιών διαλύεται η δομή του ατόμου και έχουμε μόνο σωματίδια ύλης.
Ένα στοιχείο που ξεχωρίζει τη ζωντανή οργανική ύλη από την ανόργανη είναι η πολυπλοκότητα της δομής. Την πολυπλοκότητα αυτήν την παρατηρούμε και στα τρία επίπεδα οργάνωσης της: α) στο επίπεδο των αμινοξέων, των στοιχειωδέστερων οργανικών ενώσεων, από τα οποία συντίθενται οι πρωτοπλασματικές ενώσεις και τα λευκώματα β) στο επίπεδο του κυττάρου, της δομικής μονάδας του οργανισμού και γ) στον ίδιο τον οργανισμό σαν πολυκυτταρική ένωση.
Η δομή των ζωντανών οργανισμών, μας διδάσκει ο Piaget, είναι δυναμικής φύσης, δηλαδή περικλείει μέσα της στοιχεία που την ωθούν προς μια εξέλιξη. Η δομή της άψυχης ύλης θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί στατική. Ένα κτίριο είναι πάντα μια ακίνητη οικοδομή. Δε συμβαίνει όμως το ίδιο μ' ένα ζωντανό οργανισμό, που η δομή του συνεχώς μεταβάλλεται. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις οι αλλαγές είναι εντελώς δραματικές, όπως στην περίπτωση της κάμπιας που μεταβάλλεται σε χρυσαλλίδα.
Τι είναι τώρα αυτό που κάνει έναν οργανισμό να διατηρεί την ενότητά του, παρά την εμφανή αλλαγή της δομής του; Μα η λειτουργία του. Η λειτουργία λοιπόν είναι που δίνει τη δυναμικότητά της στη δομή. Ανάμεσα στις δύο αυτές έννοιες υπάρχει μια διαλεκτική σχέση εξάρτησης και αλληλεπίδρασης. Δεν μπορούμε να φανταστούμε (σε ζωντανά συστήματα ή σε συστήματα κατασκευασμένα από άνθρωπο) δομή χωρίς λειτουργία (κίνηση), ούτε λειτουργία χωρίς δομή. Η αντίθεση είναι φαινομενική, και έχει σχέση με την ιστορική προέλευση της έννοιας της δομής, που την ταυτίζουμε με την έννοια της στατικότητας. Επειδή δε η ενότητα ενός οργανισμού ιστορικά περιγραφόταν στη βάση της δομής του, και επειδή τελευταία συνειδητοποιήθηκε ότι αναπόσπαστος όρος κάθε δομής είναι η λειτουργία της, διαμορφώθηκε η έννοια της «δυναμικής δομής» (το «δυναμική» σαν προσδιορισμός στη δομή, και όχι αντίστροφα π.χ. δομι (σελ. 55) κός δυναμισμός).
Τι στόχο έχει η λειτουργία; Τη διατήρηση της δομής. Πώς εξυπηρετεί η δομή; Σαν υλικό υπόστρωμα της κίνησης - λειτουργίας.
Τη «λειτουργία» της δομής ενός ζωντανού οργανισμού τη χωρίζουμε σε μια σειρά επί μέρους λειτουργιών, παράλληλης σύνδεσης και κάθετης ιεράρχησης. Στην κορυφή της ιεραρχίας θα τοποθετήσουμε τις μεταβολικές λειτουργίες του οργανισμού, για την εξυπηρέτηση των οποίων σε τελευταία ανάλυση εκτελούνται όλες οι άλλες λειτουργίες. Αποτελούν προϋπόθεση «εκ των ων ουκ άνευ», γιατί μόνο έτσι εξασφαλίζεται η ανανέωση των δομικών συστατικών του οργανισμού, που συνεχώς φθείρονται, καταστρέφονται και αποβάλλονται.
Οι μεγαλομοριακές, οργανικές ενώσεις, καταστρέφονται πιο εύκολα από τις ενώσεις της ανόργανης ύλης. θα έλεγε κανείς ότι η πολυπλοκότητα μιας δομής είναι αντιστρόφως ανάλογη της χρονικής διάρκειας της ζωής της. Αυτή είναι μια αλήθεια ολοφάνερη στην ανόργανη ύλη, όπου τα στοιχεία επιβιώνουν περισσότερο από τις χημικές ενώσεις που σχηματίζουν.
Στη ζωντανή ύλη μια οργανική ένωση αποσυντίθεται πρόωρα, όμως η ένταξή της στα πλαίσια μιας ευρύτερης δομής εξασφαλίζει την αντικατάστασή της. Τα κύτταρα ενός ανθρώπινου οργανισμού αναδομούνται συνεχώς και πολλά κύτταρα (π.χ. ερυθροκύτταρα η λευκοκύτταρα) πεθαίνουν και αντικαθίστανται από άλλα. Ενώ ο ίδιος ο άνθρωπος ζει περίπου 80 χρόνια, η κοινωνία στην οποία ανήκει ζει επί εκατοντάδες χρόνια, ενώ η ίδια η ανθρωπότητα έχει ζωή χιλιετιών. Οι επί μέρους οργανισμοί πεθαίνουν, η ίδια η ζωή είναι αθάνατη. Σημασία έχει το είδος, και όχι τα μέλη του, όπως στην πλατωνική φιλοσοφία σημασία έχει η ιδέα, που είναι αθάνατη, και όχι η εικόνα, χλωμή αντανάκλαση της ιδέας, που είναι άφθαρτη.
Ο μεταβολισμός εξασφαλίζει την αντικατάσταση των δομικών στοιχείων του οργανισμού, παρατείνοντας έτσι τη ζωή του. Η αναπαραγωγή δημιουργεί ένα αντίγραφο του οργανισμού, εξασφαλίζοντας τη διαιώνισή του σαν είδος.
Δώσαμε προτεραιότητα στις μεταβολικές λειτουργίες, γιατί ένας οργανισμός μπορεί να υπάρξει χωρίς ν' ασκήσει τις αναπαραγωγικές του λειτουργίες, όχι όμως και χωρίς ν' ασκήσει τις μεταβολικές. Από άποψη ουσίας όμως είναι το ίδιο σημαντικές, γιατί μόνο όταν λειτουργήσουν και οι δύο μπορεί να επιβιώσει το είδος.
Ο ζωντανός οργανισμός διακρίνεται για μια επιπλέον ιδιότητα που φέρει μέσα του, την ιδιότητα της εξέλιξης. Μ' αυτήν εννοούμε την ικανότητά του να γίνεται καλύτερος, που μεταφράζεται σε μεγαλύτερες μεταβολικές και αναπαραγωγικές ικανότητες, ώστε από τη μια ο ίδιος ο οργανισμός να επιβιώσει περισσότερο, από την άλλη ν' αφήσει όσο το δυνατόν περισσότερους και ικανότερους απογόνους. (Υπάρχει μια άριστη σχέση ανάμεσα στο «περισσότερους» και «ικανότερους», που καθορίζεται αφενός από το συγκεκριμένο είδος, και αφετέρου από τους συγκεκριμένους περιβαλλοντικούς όρους, στους οποίους ζει). Η βελτίωση αυτή γίνεται σε φυλογενετικό επίπεδο μέσω της σεξουαλικής αναπαραγωγής και της φυσικής επιλογής, και σε οντογενετικό επίπεδο, που μας ενδιαφέρει εδώ, με τις ίδιες τις προσπάθειες του ατόμου, ν' αυξήσει τις ικανότητες του, την πείρα του, κ.λπ. Τις ικανότητες λοιπόν που διαθέτει το άτομο, κληρονομικές και επίκτητες, τις αναπτύσσει με στόχο την εκτέλεση των μεταβολικών και αναπαραγωγικών του λειτουργιών με τον καλύτερο τρόπο (π.χ. βελτίωση διατροφής, επιλογή κατάλληλου ερωτικού συντρόφου, άριστη ανατροφή απογόνων κ.α.). Οι λειτουργίες όμως αυτές εκτελούνται πάντοτε μέσα σε κάποιο περιβάλλον, και σε συνάρτηση με αυτό. Και γίνονται με τόσο πιο τέλειο τρόπο, όσο πιο άριστα ελέγχεται το περιβάλλον αυτό. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας, η αύξηση της παραγωγικότητας, αποτελούν ειδικές μορφές αυτής της προσπάθειας ελέγχου, ή για να το θέσουμε με πιο παραδοσιακούς όρους, ο άνθρωπος προσπαθεί να υποτάξει το περιβάλλον του και να το θέσει στην υπηρεσία του.
Υπογραμμίσαμε τη λέξη «ελέγχεται», γιατί όχι μόνο έχει νοηματική συγγένεια με τη λέξη «κυβερνητική», αλλά και γιατί η λέξη «έλεγχος» αποτελεί μια βασική της έννοια. Και αν κάναμε όλη αυτή τη μακρά εισαγωγή, ήταν για να δείξουμε τη σημασία που έχει ο έλεγχος για κάθε ζωντανό οργανισμό, και το σημαντικό ρόλο που παίζει στην ανάπτυξη και διατήρηση της ζωής.

ΕΝΑ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΕΛΕΓΧΟΥ

Οι Σοβιετικοί Ραστριγκίν και Γκραβέ προτείνουν το παρα¬κάτω μοντέλο κυβερνητικού ελέγχου (L. Rastriguine, P. Grave, La cybernetique telle qu’ elle est, ed. Moscou, 1975).
Κατ' αρχήν αναγκαίος όρος είναι να υπάρχει: α) το υποκείμενο και β) το αντικείμενο ελέγχου. Για την άσκηση οποιουδήποτε ελέγχου απαιτούνται τα εξής στοιχεία: α) πληροφορίες για το αντικείμενο β) δίοδος ή μέσο επίδρασης πάνω στο αντικείμενο γ) τρόπος επίδρασης και δ) σκοπός επίδρασης.
Το σχήμα αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιμο γιατί σ' αυτό ανάγεται σε τελευταία ανάλυση κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα. Ίσως βέβαια να παρατηρήσει κανείς ότι είναι αρκετά κοινότυπο, όμως άραγε το ίδιο κοινότυπες δεν είναι και οι αρχές της τυπικής λογικής, όπως π.χ. το Α είναι Α και όχι Β; Οπωσδήποτε, όπως είπε ο Μαρξ, όπως ο Θεός δεν έκανε τον άνθρωπο δίπου και άπτερο, για να έρθει κατόπιν ο Αριστοτέλης να τον προικίσει με την τυπική λογική, έτσι και ο άνθρωπος δεν περίμενε την έλευση της κυβερνητικής για να μάθει πώς να επιδρά πάνω σ' ένα αντικείμενο. Όμως άλλο πράγμα είναι ν' ακολουθείς μια πορεία σκέψης αυθόρμητα και στοιχειακά, και άλλο να έχεις συνείδηση κάθε φορά των σταδίων και των κατηγοριών της. Ο F.M. George λέει σχετικά:
«Η Κυβερνητική... επιμένει στη χρήση της κοινής λογικής. Υπάρχουν όμως δυο παράγοντες στους οποίους διαφέρει. Πρώτον, κάνει τα επιχειρήματά της σαφή, και δεύτερο επιτρέπει τον έλεγχο και την επαλήθευση της λεπτομέρειας». Το κυβερνητικό μοντέλο, ενώ είναι γελοίο να το εφαρμόσει κανείς σε απλές καταστάσεις, παρουσιάζεται ανεκτίμητο όταν πρόκειται για μείζονα (σελ. 56) προβλήματα, λήψη σοβαρών αποφάσεων κ.ά., όπως π.χ. να επενδύσουμε χρήματα, να επιλέξουμε την επαγγελματική μας καριέρα, ή να «κατακτήσουμε» ένα πρόσωπο του άλλου φύλου που μας ενδιαφέρει.
Ας πούμε τώρα δύο λόγια για καθένα από τα στοιχεία που συνιστούν τον κυβερνητικό έλεγχο και πρώτα απ' όλα για τις πληροφορίες. Αν δεν γνωρίσουμε ένα αντικείμενο, δεν μπορούμε να επιδράσουμε πάνω του. Γι' αυτό μας χρειάζεται πρώτα πρώτα μια όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένη γνώση γι' αυτό. Ένα από τα στοιχεία που οδηγούν σ' αυτή την ολοκληρωμένη γνώση είναι οι πληροφορίες που δεχόμαστε γι' αυτό. Και αυτές οι πληροφορίες αντλούνται κατά βάση από την επικοινωνία με τους συνανθρώπους μας. Μια θεωρητική προσέγγιση της πληροφορίας δεν έγινε δυνατή παρά από τη στιγμή που αυξήθηκαν οι δυνατότητες επικοινωνίας, και ταυτόχρονα τα προβλήματά της, με την ανάπτυξη των τηλεπικοινωνιών. Τέτοια προβλήματα αναφέρονται στην εξάλειψη των θορύβων που αλλοιώνουν τη μετάδοση του μηνύματος, στον τρόπο κωδικοποίησης, στο πώς με λιγότερα σύμβολα να μεταδίδονται περισσότερες πληροφορίες κ.ά.
Η αντίληψη που έχουμε για ένα αντικείμενο δεν καθορίζεται μόνο από τις πληροφορίες που διαθέτουμε γι' αυτό. «Αντίληψη» είναι ένας συνδυασμός εισόδου και μνήμης», σύμφωνα μ' ένα πετυχημένο κυβερνητικό ορισμό του George. Οι φυσιολόγοι τονίζουν ότι η αντίληψη είναι ένας συνδυασμός από αισθητηριακά δεδομένα (είσοδοι), που συγκρίνονται με πρότυπα που διαθέτουμε στη μνήμη μας. Μια οξυμμένη αντίληψη σημαίνει μεγάλο αριθμό τέτοιων προτύπων. Οι Εσκιμώοι π.χ. αντιλαμβάνονται ένα σωρό αποχρώσεις χιονιού (και το ονομάζουν διαφορετικά κάθε φορά• η λέξη-σήμα συμβάλλει στη διάκριση) τη στιγμή που εμείς απλώς βλέπουμε άσπρο χιόνι. Υπάρχουν πολλά ακόμα ανάλογα παραδείγματα. Η «μνήμη» λοιπόν αποτελεί μια από τις βασικές έννοιες της κυβερνητικής, συμπληρωματική της έννοιας «πληροφορία». Μια μηχανική «προέκταση» της μνήμης είναι και τα διάφορα βιβλία, έγγραφα, κ.λπ. που διαθέτουν οι διάφορες επιχειρήσεις, εφημερίδες, αλλά και προσωπικά ο καθένας μας. Για ν' αξιοποιηθεί σωστά αυτή η «μνήμη» χρειάζεται μια σωστή αρχειοθέτηση, ώστε να μπορούμε ν' ανακαλούμε γρήγορα ό, τι στοιχεία θέλουμε.
Ο George, στον ορισμό που δώσαμε μόλις πιo πάνω, μιλάει για «συνδυασμό». Ο συνδυασμός αυτός γίνεται στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Όμως η πολυπραγμοσύνη του περιορίζει τις ικανότητές του σε κάθε επί μέρους τομέα. Εδώ είναι που καταφεύγουμε στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής δεν αποτελεί παρά μια μικρογραφία (τρόπος του λέγειν) του ανθρώπινου εγκεφάλου, που διαθέτει μια άκρα ειδίκευση. Μπορεί και επεξεργάζεται ταχύτατα στοιχεία που για τον άνθρωπο η επεξεργασία τους θ' απαιτούσε πάρα πολύ χρόνο.
Περνάμε τώρα στον τρόπο επίδρασης. Οι Ραστριγκίν και Γκραβέ μάς δίνουν πάλι το μαθηματικό μοντέλο της: Κ = φ (So, St, t) όπου Κ είναι ο τρόπος επίδρασης ή συμπεριφορά, φ Οι λογικοί υπολογισμοί που οδηγούν στη διαμόρφωση της συγκεκριμένης συμπεριφοράς, So η αρχική κατάσταση, St η τελική κατάσταση και t η χρονική παρέλευση από So σε S,.
Το κυβερνητικό μοντέλο που παρουσιάσαμε στην αρχή, το περιγράψαμε στατικά για λόγους απλοποίησης και ευκολότερης κατανόησης. Από εδώ και πέρα θα υπογραμμίζουμε συνεχώς τον δυναμικό του χαρακτήρα, για να εμβαθύνουμε περισσότερο σ' αυτό. Στο μοντέλο εκείνο μιλήσαμε για «αντικείμενο», στο παραπάνω μοντέλο για «κατάσταση». Συνήθως δεν έχουμε να επιδράσουμε πάνω σε άψυχα αντικείμενα, αλλά σε καταστάσεις που διαθέτουν ένα εσωτερικό δυναμισμό, καταστάσεις που συνεχώς μεταμορφώνονται. (Το άψυχο «αντικείμενο» αποτελεί απλώς μια οριακή περίπτωση). Αν προβλέψουμε σωστά την πορεία εξέλιξής τους, μπορούμε τότε να παρέμβουμε αποτελεσματικά με τη δράση μας. Ο δυναμικός χαρακτήρας του μοντέλου φαίνεται καθαρά, όταν το εφαρμόσουμε στις κοινωνικές επιστήμες. Μια κοινωνική ομάδα, ένα εκλογικό σώμα, για παράδειγμα, δεν είναι άψυχα αντικείμενα για να τα χειριστεί κανείς όπως θέλει. Διαθέτουν έναν εσωτερικό δυναμισμό, μια τάση εξέλιξης, που καθορίζεται από βαθύτερους οικονομικοκοινωνικούς παράγοντες και όχι από τους φλογερούς λόγους ενός πολιτικού. Ο πολιτικός αυτός μπορεί να παρέμβει σύμφωνα με τα συμφέροντά του για ν' αποτρέψει ή να επιταχύνει μια διαδικασία, και το καταφέρνει τόσο πιο επιτυχημένα, (σελ. 57) όσο πιο καλά είναι γνώστης αυτών των παραγόντων.
Χρησιμοποιήσαμε πιο πάνω τη λέξη «προβλέψουμε», γιατί θέλουμε να τονίσουμε ότι η «πρόβλεψη» αποτελεί ένα σημαντικό στοιχείο στους υπολογισμούς μας για το πώς να επιδράσουμε πάνω σε μια κατάσταση. Όμως η φύση των προβλέψεών μας καθορίζεται από τη γνώση πού έχουμε για μια κατάσταση.
Ο Βίκτωρ Πεκέλης χωρίζει την πραγματικότητα σε τρία μέρη: «ένα μέρος ντετερμινιστικό, πού προκύπτει από γνωστά αίτια ικανά να υπολογιστούν με ακρίβεια, ένα πιθανοκρατικό μέρος, που μια κατάλληλη ανάλυση του μπορεί να οδηγήσει στην εμφάνιση μιας πιθανοκρατικής κανονικότητας, και ένα συστατικό καθαρά τυχαίο, πού ξεφεύγει από κάθε αρχή πρόβλεψης».
Ποια είναι η σχέση αυτών των τριών μερών, ποιο το σχετικό τους βάρος σε κάθε συγκεκριμένη κατάσταση; Από την απάντηση πού θα δώσουμε θα εξαρτηθεί και το είδος των προβλέψεών μας, σε πιο βαθμό τις θεωρούμε σίγουρες και σε πιο όχι.
Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η διάκριση αυτή σε τρία συστατικά μέρη έχει γνωσιολογικό και όχι οντολογικό χαρακτήρα. Η πραγματικότητα είναι ενιαία και αιτιοκρατική. Όμως η διακρίβωση των αιτιοκρατικών συνδέσεων συχνά όχι μόνο είναι δύσκολη και επίπονη, αλλά πολλές φορές και εντελώς ακατόρθωτη, ίσως δε και περιττή. Μια πιθανοκρατική προσέγγιση μπορεί βέβαια να δίνει μια αβεβαιότητα στις προβλέψεις μας, όμως μας γλυτώνει από πολύ κόπο και χρόνο. Όσο για το τυχαίο, είναι ένας παράγοντας που θα υπάρχει πάντα. Μόνο για ένα παντογνώστη θεό πού γνωρίζει όλες τις αιτιακές συνδέσεις των φαινομένων, δεν θα μπορούσε να υπάρξει τυχαίο.
Η διάκριση λοιπόν δεν είναι απόλυτη. Καθορίζεται κάθε φορά από το βαθμό της γνώσης μας. Και συνεχίζει ο Πεκέλης, αναφέροντας κάποιους Ουκρανούς επιστήμονες, λέγοντας ότι «το ουσιαστικό καθήκον της θεωρίας των προβλέψεων είναι ν' αυξήσει στο μέγιστο το αιτιακό, ντετερμινιστικό μέρος, και να κάνει πάντα περισσότερο συγκεκριμένη την πιθανοκρατική πρόβλεψη».
Αφού έχουμε κάνει τις προβλέψεις μας, πώς θα επιδράσουμε τώρα πάνω στην κατάσταση που μάς ενδιαφέρει;
Οι τρόποι επίδρασης χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, ανάλογα με το αν οι προβλέψεις μας έχουν αιτιοκρατική ή πιθανοκρατική βάση. Όταν οι προβλέψεις μας είναι αιτιοκρατικά διαμορφωμένες, τότε έχουμε τους λεγόμενους «αλγόριθμους», που είναι λεπτομερείς και ακριβείς διαδικασίες επίδρασης. Όταν οι προβλέψεις μας είναι πιθανοκρατικής φύσης, τότε χρησιμοποιούμε «ευριστικούς» κανόνες, που είναι περίπου εμπειρικοί, στους οποίους έχουμε καταλήξει επαγωγικά, που ενέχουν δηλαδή πάντα κάποια περιθώρια λάθους. Για παράδειγμα, τέτοιοι ευριστικοί κανόνες είναι οι κανόνες παιχνιδιών, όπως το σκάκι. Και εδώ η συμβολή των ηλεκτρονικών υπολογιστών είναι πολύ μεγάλη, όταν τα δεδομένα είναι πάρα πολλά και ποικίλα, από τα οποία ένα ανθρώπινο μυαλό θα δυσκολευόταν ν' αντλήσει τ' απαραίτητα διδάγματα. Μάλιστα η πιο εντυπωσιακή επίδειξη τέτοιων υπολογιστών έγινε ακριβώς στο ...σκάκι, όπου οι ηλεκτρονικές συσκευές δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητοι αντίπαλοι.
Για το μέσο επίδρασης δεν θα μιλήσουμε, γιατί θεωρείται κάθε φορά δεδομένο, ανάλογα με την κατάσταση που έχουμε ν' αντιμετωπίσουμε. Έτσι απομένει ν' αναφερθούμε μόνο στον «σκοπό».
Ο έλεγχος μιας κατάστασης δεν γίνεται στην τύχη, γίνεται πάντα με κάποιο στόχο. Όμως πώς καταλήγουμε στη διαμόρφωση ενός συγκεκριμένου στόχου;
Τρεις είναι οι παράγοντες που καθορίζουν την επιλογή ενός σκοπού, υποστηρίζουν οι Ραστριγκίν και Γκραβέ: Η ελκυστικότητά του (που καθορίζεται από το μέγεθος της ανάγκης που ικανοποιεί), οι πιθανότητες επίτευξής του και τέλος το κόστος από την επιδίωξη του. Το πόσο θα βαρύνει στη συγκεκριμένη μας επιλογή καθένας απ' αυτούς τους τρεις παράγοντες εξαρτάται από αντικειμενικούς καθώς και από υποκειμενικούς λόγους. Γιατί στο κάτω-κάτω η εκτίμηση αντικειμενικών παραγόντων είναι... υποκειμενική. Έτσι έχουμε ακραίους παθολογικούς τύπους, όπως τους παρανοϊκούς, για τους οποίους στην επιλογή ενός στόχου μετράει προπαντός η ελκυστικότητα του, και τους ψυχοπαθείς, για τους οποίους κυρίως βαρύνουν οι πιθανότητες επίτευξης του. Ο παρανοϊκός, αισιόδοξος στις προβλέψεις του, θέτει υψηλούς, ανέφικτους στόχους, ενώ ο ψυχοπαθής, βασικά απαισιόδοξος, δεν τολμά να θέσει και τον πιο μέτριο στόχο. Τέλος, η τοποθέτηση απέναντι στο στόχο σε σχέση με το κόστος διακρίνει τους ανθρώπους σε τολμηρούς και συνετούς, που είναι κατά βάση ζήτημα ιδιοσυγκρασίας, ενώ και εδώ έχουμε τους ακραίους τύπους του ριψοκίνδυνου και του δειλού.
Η διαμόρφωση ενός σκοπού υπακούει σε λεπτούς κανόνες υπολογισμού και εκτιμήσεων. Μετράει η κοινωνική του απήχηση (ελκυστικότητα), η αποδοχή του από την οικογένεια (κόστος), οι ανάγκες που θα καλύψει, η ικανότητα μεταβολής του αν στην πορεία αποδειχθεί ασύμφορος ή ανεπίτευκτος, επενδύοντας τις μέχρι τότε προσπάθειες (ή ένα μέρος τους) σε άλλο στόχο (κόστος), τι απρόοπτα μπορεί να παρεμβληθούν ώστε να ματαιώσουν την επίτευξη του (πιθανότητες), το αν διαθέτουμε τις αναγκαίες δυνάμεις (πιθανότητες), κ.λπ.
Η σωστή τοποθέτηση στόχων δεν είναι μόνο ένας σημαντικός δείκτης ευφυΐας (τέτοιους «ευφυείς» ηλεκτρονικούς υπολογιστές αγωνίζονται να κατασκευάσουν σήμερα οι επιστήμονες, και εδώ είναι που αντιμετωπίζουν τις περισσότερες δυσκολίες), αλλά και δείκτης ψυχικής ισορροπίας.
Για τους παρανοϊκούς και τους ψυχοπαθείς μιλήσαμε ήδη. Η αντλεριανή ψυχοπαθολογία στηρίζεται στην έννοια της υπεραναπλήρωσης, που κάνει το άτομο να θέτει ανεπίτευκτους στόχους προσπαθώντας να ξεφύγει από ένα αφόρητο αίσθημα κατωτερότητας. Οι διαταραχές της σεξουαλικής συμπεριφοράς σε τελευταία ανάλυση δεν είναι παρά η επιδίωξη ανεπίτρεπτων μορφών σεξουαλικής ικανοποίησης. Οι στόχοι αυτοί διαθέτουν μεγάλη ελκυστικότητα (εξαιτίας των εσωτερικών συγκρούσεων), και επιδιώκονται πα (σελ. 58) ρά το κόστος κοινωνικής κατακραυγής και ποινικών διώξεων που συνεπάγεται η αποκάλυψη τους.
Η υπερβολική εμμονή στους στόχους μας, καθώς και η συχνή εναλλαγή τους, είναι επίσης παθολογικά σημάδια, γιατί σπάνια υπαγορεύεται από αντικειμενικούς παράγοντες, αλλά σχεδόν πάντα από εσωτερικές, ψυχολογικές ανάγκες.
Βασικό ακόμα πρόβλημα είναι η σωστή ιεράρχηση των στόχων. Για να γίνει αυτό πρέπει ν' αξιολογηθεί αντικειμενικά κάθε νέος στόχος, ώστε να ενταχθεί σωστά μέσα στο σύνολο των άλλων' στόχων.
Πρέπει τέλος να σημειώσουμε ότι η κατάκτηση ενός στόχου περνάει από ενδιάμεσες βαθμίδες, από την υλοποίηση δευτερευόντων, επί μέρους στόχων. Αν στόχος μας π.χ. είναι η εισαγωγή μας στο Πανεπιστήμιο, τότε ενδιάμεσοι στόχοι μας είναι η επίτευξη υψηλής βαθμολογίας στις τάξεις του Λυκείου, και επιτυχία στις Γενικές εξετάσεις. Η διάκριση είναι σαφέστερη στην πολιτική και στις πολεμικές επιχειρήσεις, όπου μιλάμε για τακτικούς και στρατηγικούς στόχους. Ένας τακτικός στόχος μπορεί να είναι π.χ. η απόκτηση πληροφοριών για τον εχθρό, με βάση τις οποίες θα διαμορφώσουμε ή θα τροποποιήσουμε αντίστοιχα κάποιον επόμενο ιεραρχικά στόχο, ή τον ίδιο τον στρατηγικό.

ΑΥΤΟΡΡΎΘΜΙΣΗ

Η «Κυβερνητική» (παραθέτουμε τώρα ολόκληρο τον ορισμό του George) «είναι η επιστήμη ελέγχου και επικοινωνίας, με ιδιαίτερη αναφορά στα «αυτορρυθμιζόμενα» ή «προσαρμοστικά» συστήματα. Δεν κάνει μιαν απόλυτη διάκριση ανάμεσα σε οργανισμούς και σε άψυχα, κατασκευασμένα από τον άνθρωπο, συστήματα, μέσα σ' αυτά τα πλαίσια, μια και τα δύο μπορούν να είναι αυτορρυθμιζόμενα και προσαρμοστικά στη συμπεριφορά τους».
Ισχύει το κυβερνητικό μας μοντέλο γι' αυτά τα αυτορρυθμιζόμενα ή προσαρμοστικά συστήματα; Αν διευρύνουμε και συμπληρώσουμε τις έννοιες του μοντέλου μας, βλέπουμε ότι ισχύει. Την έννοια του αντικειμένου (που τη διευρύναμε ήδη με την έννοια της κατάστασης), τη διευρύνουμε ακόμα περισσότερο με την έννοια του περιβάλλοντος, που σ' ένα ή περισσότερα στοιχεία του προσανατολίζεται κάθε φορά το σύστημα, και τα οποία βρίσκονται σε διαλεκτική σχέση μεταξύ τους καθώς και με τα υπόλοιπα στοιχεία του περιβάλλοντος. Η έννοια του σκοπού ανάγεται σε τελευταία ανάλυση στις ανάγκες αυτοσυντήρησης και βελτίωσης του συστήματος, δηλαδή ο οποιοσδήποτε σκοπός που θα θέσει το σύστημα πρέπει να βρίσκεται σε συμφωνία με τις παραπάνω ανάγκες, και όχι σε αντίθεση μ' αυτές, επειδή διαφορετικά κινδυνεύει η ίδια η ακεραιότητα του, πράγμα που εξασφαλίζεται όταν οι σκοποί εντάσσονται στα πλαίσια κάποιων «προγραμμάτων» (όρος δανεισμένος από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές).
Όμως τι είναι πρόγραμμα;
Εσωτερική παρόρμηση που καθορίζει τον προσανατολισμό της συμπεριφοράς μας, εξηγούν οι Ραστριγκίν και Γκραβέ. Οι ηθολόγοι υποστηρίζουν ότι οι ζωντανοί οργανισμοί είναι «προγραμματισμενοι εκ των προτέρων» (pre-programmed), ότι δηλαδή μεταφέρουν από τη γέννηση τους προγράμματα συμπεριφοράς, που τους έχουν κληροδοτηθεί γενετικά. Ο Πεκέλης μιλάει για ζωϊκά προγράμματα, που ταυτίζονται με τα παραπάνω, και που είναι στην ουσία ο ενστικτικός εξοπλισμός ενός οργανισμού. Επιθετικότητα, ένστικτο αναπαραγωγής, περιέργεια, είναι μερικά απ' αυτά. Μιλάει επίσης και για κοινωνικά προγράμματα, ειδικά για τον άνθρωπο, που ταυτίζονται με τις κοινωνικές ανάγκες: επαγγελματικής και κοινωνικής αποκατάστασης, ανάγκες ψυχαγωγίας, κ.λπ. Οι σκοποί που θα θέσει κάθε άνθρωπος στη ζωή του εντάσσονται αναγκαστικά μέσα στα πλαίσια τέτοιων προγραμμάτων και η πιεστική φύση τους εξασφαλίζει την επιδίωξη τους.
Η έννοια της πληροφορίας συμπληρώνεται με την έννοια της αρνητικής ανασύζευξης ή ανατροφοδότησης (feed back), προκειμένου για τα μηχανικά συστήματα, και της ομοιόστασης, προκειμένου για τα οργανικά. Το σύστημα επιδρά στο περιβάλλον (ή μετακινείται μέσα σ' αυτό), καταγράφει τις αλλαγές που επιφέρει η συμπεριφορά του, και προσαρμόζεται αντίστοιχα σ’ αυτές.
Όμως πρέπει να δώσουμε κάποια παραδείγματα, για να κατανοήσουμε αυτήν την έννοια-κλειδί, που η ιστορία της βαδίζει παράλληλα με την ιστορία της κυβερνητικής.
Έχω μια χύτρα στη φωτιά, θέλω να ζεσταθεί το νερό, διαπιστώνω ότι το νερό αρχίζει να βράζει (σημάδι ότι ζεστάθηκε) και απομακρύνω τη χύτρα από τη φωτιά. Το παράδειγμα είναι απλό, αλλά δείχνει τη βασική αρχή: δέχομαι πληροφορίες για τη συμπεριφορά μου, και την τροποποιώ αντίστοιχα, για να πετύχω το στόχο μου (που είναι να ζεσταθεί το νερό και όχι να εξατμισθεί). Άλλο παράδειγμα: θέλω να σιδερώσω. Ανοίγω τον διακόπτη και το ηλεκτρικό σίδερο αρχίζει να ζεσταίνεται. Αν πρόκειται να σιδερώσω π.χ. μάλλινα, η θερμοκρασία του σίδερου δεν πρέπει να ξεπερνάει τους 30 βαθμούς. Όμως με το χέρι μου δεν μπορώ να υπολογίσω τη θερμοκρασία. Τι γίνεται λοιπόν; Το πρόβλημα που αντιμετώπιζαν οι παλιές νοικοκυρές που διέθεταν σίδερο με κάρβουνα, το λύνει η σημερινή τεχνολογία στο ηλεκτρικό σίδερο. Ρυθμίζουμε το σίδερο μας, που διαθέτει θερμοστάτη, στην επιθυμητή θερμοκρασία, και μόλις αυτή φτάσει στην κατάλληλη τιμή, διακόπτεται η παροχή ρεύματος. Μόλις πέσει λίγο η θερμοκρασία, ανοίγει πάλι η παροχή. Έτσι κατορθώνουμε και διατηρούμε τη θερμοκρασία σταθερή στην επιθυμητή τιμή.
Ο θερμοστάτης είναι μια απλή περίπτωση αυτορρυθμιζόμενου συστήματος. Οι πιο εντυπωσιακές βέβαια επιτεύξεις της τεχνολογίας σ' αυτόν τον τομέα είναι διάφορα ρομπότ, που κατασκευάζονται κατά καιρούς και διαθέτουν ένα περίπλοκο σύστημα αυτορρύθμισης, μοιάζοντας αρκετά με ζωντανούς οργανισμούς, όπως οι χελώνες του Gray Walter, που αναπτύσσουν εξαρτημένα ανακλαστικά.
Το πρώτο παράδειγμα που δώσαμε, εκτός του ότι είναι κοινότυπο, περιέχει και δύο μειονεκτήματα. Το πρώτο είναι ότι η αρνητική ανασύζευξη επιτυγχάνεται μέσα από τον συνειδητό μας έλεγχο (εδώ βρίσκεται (σελ. 59) και η κοινοτυπία του) και το δεύτερο ότι δεν έχει και τόσο άμεση σχέση με την ανάγκη αυτοσυντήρησης του συστήματος. Το παρακάτω όμως παράδειγμα είναι πιο χαρακτηριστικό.
Ο ανθρώπινος οργανισμός διαθέτει μιαν ορισμένη ποσότητα ερυθρών αιμοσφαιρίων, που έχουν σαν ρόλο να δεσμεύουν το οξυγόνο της ατμόσφαιρας και να το μεταφέρουν στους διάφορους ιστούς. Όταν βρεθούμε σε μεγάλο υψόμετρο, το οξυγόνο είναι πιο αραιό, οπότε με δεδομένο τον αριθμό των ερυθρών αιμοσφαιρίων μας, θα δεσμεύαμε λιγότερο οξυγόνο. Όμως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Και αυτό γιατί ο οργανισμός μας, αντιλαμβανόμενος την ανάγκη για οξυγόνο, παράγει μεγαλύτερη ποσότητα ερυθρών αιμοσφαιρίων, ώστε να την καλύψει. Η λειτουργία βέβαια αυτή του οργανισμού ξεφεύγει από τον συνειδητό μας έλεγχο.
Στο κυβερνητικό μας σχήμα, η λειτουργία αυτής της αρνητικής ανασύζευξης (ή ομοιόστασης όπως ονομάζεται από τους γιατρούς και τους βιολόγους), μπορεί να περιγραφεί ως εξής: Κατάσταση: μειωμένη διάθεση οξυγόνου. Πληροφορία: μειωμένη δέσμευση οξυγόνου. Σκοπός: δέσμευση σταθερής ποσότητας οξυγόνου. Συμπεριφορά: αύξηση ποσότητας ερυθρών αιμοσφαιρίων.
Τέλος έχουμε τους τρόπους προσαρμογής. Στο κυβερνητικό μοντέλο μιλήσαμε για ευριστικούς κανόνες και για αλγόριθμους, ανάλογα με το αν οι προβλέψεις είναι πιθανοκρατικές ή αιτιοκρατικές. Η καλύτερη αναλογία που υπάρχει στα ζωντανά προ-σαρμοστικά συστήματα, σε επίπεδο ασυνείδητου ελέγχου, είναι τ' «ανεξάρτητα και τα εξαρτημένα ανακλαστικά. Τα ανεξάρτητα ανακλαστικά λειτουργούν σε μιαν αιτιοκρατική βάση. Η αντίδραση είναι πάντοτε δεδομένη και έμφυτη, ανάλογα με τη φύση του ερεθίσματος, γιατί και η αποτελεσματικότητα της είναι σίγουρη. Αν ακουμπήσουμε σε κάτι καυτό το χέρι μας, θα το τραβήξουμε πίσω μ' ένα τίναγμα. Μπορούμε να προβλέψουμε με σιγουριά ότι αν το αφήσουμε εκεί θα καεί. Επειδή το αποτέλεσμα είναι σίγουρο, γι' αυτό και το ανακλαστικό είναι ανεξάρτητο, μόνιμο, ενστικτικό.
Τα εξαρτημένα ανακλαστικά, αντίθετα, λειτουργούν σε πιθανοκρατική βάση. Γι' αυτό και ενισχύονται στο βαθμό που αυξάνουν οι πιθανότητες σύνδεσης δύο φαινομένων. Τόσο πιο πολύ αυξάνουν οι πιθανότητες, όσο πιο συχνά παρατηρούνται τα δύο φαινόμενα μαζί.
Στην αντίθετη περίπτωση έχουμε εξασθένιση τους. Τα εξαρτημένα ανακλαστικά δηλαδή, λειτουργούν στη βάση επαγωγικών πιθανοκρατικών «συλλογισμών» ως προς τη σχέση δύο φαινομένων που συμβαίνουν διαδοχικά μέσα στο χρόνο.
Τ' ανακλαστικά ορίζονται από τους «συμπεριφεριολόγους» σαν οι στοιχειώδεις μονάδες της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Η αμέσως επόμενη μονάδα είναι το σχήμα συμπεριφοράς. Γι' αυτό μιλούν αυτή τη φορά οι ηθολόγοι, δίνοντας προτεραιότητα και έμφαση στα έμφυτα σχήματα και όχι στα επίκτητα, γιατί τα πρώτα αποτελούν μόνιμες φυλογενετικές προσαρμογές, και αυτό το δηλώνει ο ενστικτικός τους χαρακτήρας.
Τώρα, θα δούμε πώς εφαρμόζεται το κυβερνητικό μοντέλο ελέγχου στους ανώτερους οργανισμούς και στον άνθρωπο.
Πρώτα-πρώτα, η λειτουργία της συλλογής πληροφοριών εκτελείται από τα αισθητήρια όργανα. Η δίοδος επίδρασης είναι το μυϊκό σύστημα. Σκοπός της επίδρασης η κάλυψη των αναγ¬κών του οργανισμού. Τρόποι επίδρασης η συμπεριφορά.
Φυσικά, με το σχήμα αυτό δεν αποδώσαμε όλες τις ιδιαιτερότητες ενός ζωντανού οργανισμού, απλώς τα βασικά του στοιχεία. Όμως μια λεπτομερειακή ανάλυση θ' αποδείκνυε ότι κάθε στοιχείο έχει θέση σ' αυτό το μοντέλο.
Ας εξετάσουμε τα «αισθήματα». Είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι επιστήμονες στην κατασκευή μιας τεχνητής διάνοιας. Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές λύνουν προβλήματα, σχεδόν «σκέπτονται», όμως δεν μπορούν να θέσουν προβλήματα, όπως επίσης δεν μπορούν να νιώσουν αισθήματα. Οι Ραστριγκίν και Γκραβέ δίνουν μια πετυχημένη κυβερνητική περιγραφή της λειτουργίας των αισθημάτων: «Πραγματοποιούν μια θετική ανασύζευξη στον οργανισμό μας». Αποτελούν μια λογική δεύτερης κατηγορίας, που ενεργεί όμως ταχύτατα σε σχέση με την καθαυτό λογική, τροποποιώντας, προσαρμοστικά τη συμπεριφορά. Π.χ. πολλές φορές είναι το αίσθημα του φόβου που μας κάνει να ενεργήσουμε γρήγορα, και το αίσθημα της οργής που μας κάνει να ενεργήσουμε αποτελεσματικά και όχι η λογική εκτίμηση μιας κατάστασης.
Και για να ξαναγυρίσουμε στο μοντέλο μας, η διαφοροποίηση του ανθρώπου από τα ζώα συνίσταται στο ότι έχει αναπτύξει τα στοιχεία του κυβερνητικού μοντέλου σε βαθμό φανταστικό. Η πρώτη μεγάλη επανάσταση, που οι επιστήμονες την ορίζουν σαν την απαρχή διαφοροποίησης του από τα ζώα, είναι η παραγωγή εργαλείων, επέκταση του μυϊκού του συστήματος και διεύρυνση της διόδου επίδρασής του στο περιβάλλον. Ταυτόχρονα σχεδόν ανακαλύπτει και τον λόγο, σαν μέσο επικοινωνίας και ανταλλαγής πληροφοριών. Μεγάλες ανακαλύψεις υπήρξαν το μικροσκόπιο και το τηλεσκόπιο, με τα οποία ο άνθρωπος πλουτίζει τις πληροφορίες του για το απείρως μεγάλο και το απείρως μικρό. Με το ραντάρ «βλέπει» κάτω από συνθήκες που δεν επιτρέπουν τη φυσική παρατήρηση, ενώ, χρησιμοποιώντας κιάλια υπέρυθρων ακτινών μπορεί να βλέπει και μέσα στο σκοτάδι. Με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές αξιοποιεί δεδομένα και λύνει προβλήματα με ακρίβεια και ταχύτητα ασύλληπτες για τον ανθρώπινο εγκέφαλο. Η προσπάθεια σήμερα των επιστημόνων συγκεντρώνεται στη διεύρυνση της ανθρώπινης ευφυΐας, τη δημιουργία συστημάτων που θα μπορούν να προσδιορίζουν στόχους, να θέτουν προβλήματα, αυξάνοντας έτσι την προσαρμοστικότητα του ανθρώπου, δηλαδή την ικανότητα του να ζήσει καλύτερα.
Οι περισσότερες προσπάθειες του σημερινού ανθρώπου στρέφονται στην ανάπτυξη της τεχνολογίας. Ο αιώνας μας είναι ο αιώνας της τεχνολογικής επανάστασης. Έτσι η συμβολή της κυβερνητικής είναι αναπόφευκτα σημαντικότερη σε τεχνολογικές εφαρμογές. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η κυβερνητική δεν μπορεί να εφαρμοστεί και στις λεγόμενες επιστήμες του αν (σελ. 60) θρώπου. Ο ίδιος ο Βίνερ είχε αυτή τη φιλοδοξία, έχοντας συνείδηση των δυνατοτήτων της, και ένα χρόνο μετά την έκδοση της «Κυβερνητικής» (1948), εκδίδει το «Κυβερνητική και Κοινωνία», μια πρώτη προσπάθεια να μελετηθούν κοινωνικά προβλήματα κάτω από το πρίσμα της κυβερνητικής. Παρ' όλο που δεν βρήκε μιμητές, δεν πρέπει ούτε στιγμή να υποτιμούμε τις δυνατότητες της Κυβερνητικής σ' αυτόν τον τομέα. Μπορούμε να περιμένουμε κι εδώ ότι θα γίνουν τεράστια βήματα προόδου, μόλις οι ειδικοί των επιστημών του ανθρώπου συνειδητοποιήσουν ότι αποτελεί ένα σημαντικό μεθοδολογικό εργαλείο στην προσέγγιση των προβλημάτων τους.
Ειδικότερα θα μπορούσαν να μελετηθούν κάτω από το πρίσμα της κυβερνητικής, προβλήματα οργανωτικά, που μέχρι τώρα αντιμετωπίζονται εντελώς εμπειρικά. Κάθε οργάνωση, από τον σύλλογο της γειτονιάς μέχρι ένα πολιτικό κόμμα, δεν αποτελούν παρά συστήματα που διέπονται λίγο πολύ από τους νόμους των αυτορρυθμιζόμενων συστημάτων. Η οργάνωση επιχειρήσεων θα είχε επίσης πολλά να ωφεληθεί από μια κυβερνητική προσέγγιση των προβλημάτων της. Όμως το αν πρέπει να αισιοδοξούμε, μαζί με τον Βίνερ, σχετικά με τις δυνατότητες της κυβερνητικής σ' αυτόν τον χώρο, είναι κάτι που θα μας το δείξει το μέλλον. (σελ. 61)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1) F.H.George, Cybernetics, Hodder and Stoughton, 1971,
2) L. Rastriguine, P. Grave, La cybernetique telle qu’ elle est, ed. Moscou, 1975.
3) Κ. Καρούμπαλος: «Θεωρία Πληροφορίας και Φυσικές Επιστήμες», στο Θεμέλιο των Επιστημών, Gutenberg, 1979.
4) V. Pekelis, Melange cybernetique, ed. Moscou, 1975.
5) Ζάκ Γκυγιομώ, Κυβερνητική και Διαλεκτικός Υλισμός, Θεμέλιο, 1965.
6) Ν. Βίνερ: «Κυβερνητική», Καστανιώτης.
7) Andre Goudot-Perrot, «Κυβερνητική και Βιολογία», Ζαχαρόπουλος, Σειρά «Τι ξέρω».
8) Leon-Jacques Delpech, La cybernetique et ses theoriciens, Casterman, 1972.
9) Λουί ντε Μπρολί, «Κυβερνητική» στο περιοδικό Δευκαλίων, τεύχος 2, 1953.
10) Βόλφγκαγκ Βίζερ «Βιολογία και Κυβερνητική» στο περιοδικό Δευκαλίων, τεύχος 2, 1967.
11) Ν. Βίνερ, «Κυβερνητική και Κοινωνία», Παπαζήσης.

Wednesday, November 25, 2009

Σκέψεις για την ταινία του Θ. Αγγελόπουλου «Ταξίδι στα Κύθηρα»

Σκέψεις για την ταινία του Θ. Αγγελόπουλου «Ταξίδι στα Κύθηρα», Πολιτιστική, Δεκέμβρης 1984.

Στην κριτική μιας ταινίας δεν πρέπει να έχει λόγο μόνο ο κριτικός του κινηματογράφου. Ένας απλός θεατής θα μπορούσε κάτι να προσθέσει. Ξεκινώντας απ’ αυτή την πεποίθηση, κάνουμε τις παρακάτω σκέψεις για το έργο του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Ταξίδι στα Κύθηρα».
Πρώτο χαρακτηριστικό του Αγγελόπουλου είναι οι σιωπές. Ο Αγγελόπουλος μιλάει μόνο με την εικόνα, ο λόγος είναι ελάχιστος στα έργα του, θα μπορούσε κανείς να πει ότι πρόκειται για βουβό κινηματογράφο. Αυτή η τεχνική νομίζω ότι έχει σημασία, γιατί αναδεικνύει σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια την τέχνη του σινεμά, ή μάλλον το καινούργιο που πρόσφερε αυτή η τέχνη, που είναι ακριβώς η αναπαράσταση μιας φυσικής σκηνής, ενός φυσικού χώρου, που μεταβιβάζεται ατόφιος στον θεατή. Αν ο κινηματογράφος είναι μια συνθετική τέχνη, που δανείζεται από όλες τις άλλες, ο κινηματογράφος του Αγγελόπουλου μπορούμε να πούμε ότι βρίσκεται στον αντίποδα. Από τις άλλες τέχνες δανείζεται μόνο από τη μουσική (η μουσική της Καραΐνδρου ήταν πάρα πολύ ωραία).
Δεύτερο χαρακτηριστικό του Αγγελόπουλου είναι τα μεγάλα αργά πλάνα. Αυτό δημιουργεί μια ιδιότυπη αίσθηση ρεαλισμού. Οι σκηνές διαρκούν τον ίδιο χρόνο που θα διαρκούσαν αν γυριζόντουσαν εκ του φυσικού. Αυτό τις κάνει αφόρητες στο μέσο θεατή, που είναι συνηθισμένος στη γρήγορη εναλλαγή εικόνων. Όμως αυτή η εμμονή στη σκηνή τελικά την αναδεικνύει. Θυμίζει αρκετά Ντοστογιέφσκι, με μόνη τη διαφορά ότι αυτός επιμένει στον εσωτερικό κόσμο των ηρώων του, ενώ ο Αγγελόπουλος στον εξωτερικό διάκοσμο. Έτσι σου δημιουργείται η αίσθηση ότι δεν συμμετέχεις στα συναισθήματα των πρωταγωνιστών, μια και δεν λεκτικοποιούνται (ή μάλλον λεκτικοποιούνται στο ελάχιστο, γι' αυτό και ο λόγος μπορεί να είναι σύντομος, όμως είναι βαρύς), αλλά έχεις περισσότερο την αίσθηση της από απόσταση συμμετοχής, όπως όταν διαβάζεις για το δράμα κάποιου ανθρώπου στην εφημερίδα. Ακόμη, η εμμονή στο αργό πλάνο δημιουργεί μια ασφυκτική αίσθηση του χρόνου, ενός χρόνου που κυλάει πολύ αργά αναβάλλοντας συνεχώς τη λύση του δράματος. Επίσης τα αργά πλάνα δίνουν μια μνημειακότητα στις μορφές καθαρά αϊζενσταϊνική, έστω και αν αυτές δεν είναι πρόσωπα της ιστoρίας.
Τρίτο χαρακτηριστικό είναι οι θόρυβοι στην ταινία. Ακούγονται συνεχώς σφυρίγματα τραίνων, τραγούδια από ραδιόφωνο, σαματάς μέσα στο καφενείο, κλπ. Οι θόρυβοι αυτοί λειτουργούν σαν κοντράστ, αναδεικνύοντας την περισυλλογή των ατόμων, που είναι ολοφάνερο ότι δεν τους προσέχουν καθώς είναι βυθισμένοι στις σκέψεις τους, τους προσέχουμε όμως εμείς. Επιπλέον συμβάλλουν στο ρεαλισμό της εικόνας.
Τέταρτο, η ταινία έχει μια ποιητική που θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε συμβολιστική. Τα αισθήματα, που ποτέ δεν ονομάζονται, υποβάλλονται με το χώρο. Γκρεμισμένα σπίτια, ξεπλυμένα, αντιχολυγουντιανά χρώματα. Δεσπόζει η συνειρμικότητα, η κυριολεκτικότητα σχεδόν απουσιάζει.
Πέμπτο, η ταινία σε επίπεδο περιεχομένου αποποιείται κάθε διάθεση ρεαλισμού, θα μπορούσε να την ονομάσει κανείς σουρεαλιστική, από την άποψη ότι η ρεαλιστικότητα των λεπτομερειών της αφήγησης αναδεικνύει την εξωπραγματική υφή τους, όπως στους πίνακες του Μαργκρίτ. Η εταιρεία που θέλει να αγοράσει το χωριό, αλλά μόνο αν και ο τελευταίος κάτοικος πουλήσει τον κλήρο του είναι ένα εύρημα εντελώς φανταστικό. Πιο φανταστικό είναι το εύρημα του τέλους, λες αντιγραμμένο από τον Κάφκα, που η αστυνομία αφήνει το γέρο σε μια σχεδία, πάνω στα «διεθνή ύδατα», γιατί έπρεπε να απελαθεί.
Έκτο, η προβληματική του Αγγελόπουλου νομίζω ότι ακολουθεί τη γραμμή της προβληματικής μιας μερίδας τουλάχιστον από τη γενιά του Πολυτεχνείου. Οι ταινίες του με πετύχαιναν καίρια βρίσκοντάς με σε φάσεις ανάλογου προβληματισμού. Οι «Μέρες του 36», στην περίοδο της δικτατορίας, πραγματεύονται το πρόβλημα των καταπιεστικών δομών της εξουσίας και των πολιτικών σκοπιμοτήτων. Ο «Θίασος», το πρόβλημα της επανάστασης, που ονειρευόμασταν όλοι τότε. Ο «Μεγαλέξανδρος», λίγα χρόνια μετά, μια μελέτη πάνω στη διαλεκτική της εξουσίας, μας έβρισκε στη φάση που αναζητάγαμε περισσότερο αέρα ελευθερίας, πέρα από τα δεσμευτικά πλαίσια μιας οργάνωσης. Τώρα, το «Ταξίδι στα Κύθηρα» είναι μια ελεγεία για τον επαναστάτη (ή μήπως για την ίδια την επανάσταση;), ενώ προβάλλει μια υπαρξιακή προβληματική πάνω στη δύναμη και την αξία των ανθρώπινων αισθημάτων, θυμίζοντάς μας έναν από καιρό ξεχασμένο ανθρωπισμό. Η δύναμη της ερωτικής αφοσίωσης αναδεικνύεται σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια στο πρόσωπο της γριάς γυναίκας, καθώς αποκλείεται οποιαδήποτε σύγχυση με το ερωτικό πάθος.

Χαράλαμπος Δερμιτζάκης
Εφέσου 73
Νέα Σμύρνη

Tuesday, November 24, 2009

Άρης Σφακιανάκης, Η μοναξιά δεν μου ταιριάζει

Άρης Σφακιανάκης, Η μοναξιά δεν μου ταιριάζει, Κέδρος 2008, σελ. 384.

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Τον Άρη Σφακιανάκη τον παρακολουθώ εδώ και χρόνια. Για όλα του τα βιβλία έχω γράψει, στη στήλη «Βιβλιοκρητικά» στα Κρητικά Επίκαιρα. Ξεκίνησα να τον διαβάζω για λόγους πατριωτικούς, καθώς είναι κρητικός, και γιατί είναι συνονόματος με έναν κολλητό μου φίλο στην Ιεράπετρα, Θόδωρας αυτός. Συνέχισα να τον διαβάζω γιατί μου αρέσει ως συγγραφέας. Μου αρέσει το λιτό και απέριττο ύφος του, αλλά προ παντός το χιούμορ του. Αυτό το χιούμορ το βρήκα ακατάσχετο και σ’ αυτό το τελευταίο του βιβλίο με τον τίτλο «Η μοναξιά δεν μου ταιριάζει».
Ο Σφακιανάκης ήδη από τα πρώτα του διηγήματα φλέρταρε με το γκροτέσκο, και τώρα επανέρχεται σ’ αυτό, για να το χρησιμοποιήσει στη σάτιρά του. Τι σατιρίζει; Την ποίηση. Ο αφηγητής, ονόματι Πυθαγόρας, πιστεύει ότι είναι μετενσάρκωση του παλιού Πυθαγόρα. Σε ένα ξενοδοχείο μαζεύει τους οπαδούς του, θιασώτες της ποίησης που αντιμετωπίζουν με αποτροπιασμό την πεζογραφία. Τους μυεί με τελετουργικά παρόμοια με αυτά που χρησιμοποιούσε ο Πυθαγόρας.
«Στη δική μας σχολή υπήρχαν επίσης δύο κατηγορίες μαθητών. Εκείνοι που διατηρούσαν την ομοιοκαταληξία στα ποιήματά τους και αποκαλούνταν παραδοσιακοί κι εκείνοι που προτιμούσαν τον ελεύθερο στίχο κι ονομάζονταν απελεύθεροι».
Εδώ θα του γίνει ένσταση. Υπάρχει σήμερα ποιητής που να γράφει με ομοιοκαταληξία; Έτσι περνάμε κατευθείαν στους άλλους.
«Απ’ την άλλη, οι απελεύθεροι ήταν μποέμ χαρακτήρες. Ανάμεσα σε μια φιάλη αλκοόλ και μια γυναίκα, θα διάλεγαν πάντα τη φιάλη. Φορούσαν συνήθως μαύρα λερά πουλόβερ, σπάνια γυάλιζαν τα παπούτσια τους και είχαν βλέμμα πυρετικό. Έγραφαν βιαστικά, ενδιαφέρονταν να εκδοθούν τα ποιήματά τους στο εξωτερικό και ξόδευαν τα λεφτά τους στα μπαράκια. Συχνά πυκνά φλέρταραν με την αυτοκτονία» (σελ. 128).
Η ηρωίδα του η Λίλιθ, θιασώτης της πεζογραφίας, λέει: «Ο συγγραφέας επιχειρεί να αναπαραστήσει τη ζωή, ενώ ο ποιητής το μόνο που επιχειρεί είναι να μας ποτίσει με τα γλυκερά εσώψυχά του, που μυωπικά αδυνατούν να συλλάβουν τον κόσμο στο σύνολό του. Η ποίηση είναι αυνανισμός. Το μυθιστόρημα, μια συμπαντική συνουσία» (σελ. 304).
Και άλλοι έχουν μιλήσει μεταφορικά για τα δυο αυτά είδη, σε αντιπαράθεση. Ο Roman Jakobson χαρακτήρισε την λυρική ποίηση σαν μια εκτεταμένη μεταφορά και την πεζογραφία σαν μια εκτεταμένη μετωνυμία της πραγματικότητας. Βέβαια η αντιπαράθεση του Σφακιανάκη είναι και αξιολογική, ενώ του Jakobson απλά περιγραφική.
Όμως στο στόχαστρο της σάτιρας του Σφακιανάκη δεν είναι μόνο η ποίηση, είναι και η γυναίκα. Όχι μόνο η γυναίκα ως σεξουαλική σύντροφος, αλλά γενικά η γυναίκα, αφού τα βέλη του στρέφονται και κατά της μητέρας. Σ’ αυτό βέβαια δεν πρωτοτυπεί, όλοι ασφυκτιούν μπροστά στον υπερπροστατευτισμό των γονιών. Στο μυθιστόρημα όμως του Σφακιανάκη ο φορέας του υπερπροστατευτισμού είναι η μητέρα, ο πατέρας απουσιάζει.
Η ηρωίδα του η Λίλιθ παίζει με τους άνδρες, τους χρησιμοποιεί και όταν τους βαρεθεί τους πετάει σαν σκουπίδια. Αυτήν έχει στο νου του ο αφηγητής όταν, στο τέλος του βιβλίου, σχεδιάζει να γράψει ένα μυθιστόρημα με τίτλο «Ο Οθέλλος και η τσούλα» με την πεποίθηση ότι θα γίνει best seller.
Στο εξώφυλλο φιγουράρει μια γυναίκα-αράχνη, δίνοντας έτσι άμεσα το στίγμα τού «τι θέλει να πει ο ποιητής» (συγνώμη, ο πεζογράφος ήθελα να πω. Τους ποιητές τελικά δεν τους ξεφορτώνεσαι και τόσο εύκολα).
Ο αφηγητής του Σφακιανάκη, που δεν χρειάζεται και μεγάλη φαντασία για να καταλάβει κανείς ότι είναι περσόνα του ίδιου του συγγραφέα, είναι αδυσώπητος και με τις γυναίκες μυθιστοριογράφους. Στο τέλος του μυθιστορήματος σχεδιάζει να δηλητηριάσει οκτώ γυναίκες που παρακολουθούν μαθήματα δημιουργικής γραφής. «Μ’ ένα σμπάρο οκτώ τρυγόνια! Μα αυτό καταντούσε σχεδόν θεία δίκη. Θα έσωζα τον κόσμο από οκτώ γυναίκες συγγραφείς! Μου άξιζε ανδριάντας» (σελ. 372).
Δεν θα τη βγάλει καθαρή ο Άρης! Τον έχουν προγραμμένο και οι ποιητές και οι γυναίκες. Και να γλυτώσει από τους μεν δεν τη γλυτώνει από τις δε. Αφού δεν του ταιριάζει η μοναξιά, όλο και θα μπλέκει μαζί τους.
Το γράψιμο του Σφακιανάκη είναι σε μεγάλο βαθμό ραμπελαιικό. Η σάτιρα και το τολμηρό χιούμορ είναι κυρίαρχα, ενώ το σεξ βρίσκεται σε περίοπτη θέση. Επίσης ο Άρης, όπως και ο Ραμπελαί, κάνει μια αυτάρεσκη επίδειξη πολυμάθειας (την οποία, παρεμπιπτόντως, βρήκαμε και στο θεατρικό του «Το περσικό φιλί»). Στο μυθιστόρημά του παρελαύνουν ένα σωρό τίτλοι βιβλίων και συγγραφείς. Μόνο η Ελένη Γκίκα θα μπορούσε να τον συναγωνιστεί.
Για μένα το χιούμορ και η σάτιρα είναι αρκετή, για άλλους αναγνώστες όμως μπορεί να μην είναι. Έτσι ο Σφακιανάκης στο τέλος εντείνει το σασπένς, με κορύφωση δυο πτώματα και το ερώτημα ποιος είναι ο δολοφόνος.
«Τουλάχιστον μου ’χει μείνει Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες να διαβάσω στην επιστροφή, σκέφτηκε με ανακούφιση η Λίλιθ» (σελ. 125).
Το έχει διαβάσει άραγε ο Άρης; Εγώ το έχω αγοράσει, βλέπω τους δυο χοντρούς τόμους στη βιβλιοθήκη μου και ζαλίζομαι, πότε θα βρω χρόνο να τους διαβάσω δεν ξέρω.
«Στο γραφείο μου στοιβάζονταν τόμοι της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Όποτε έμπαινε η μάνα μου στο σπίτι και μ’ έβλεπε χωμένο στα αναγνώσματα, άρχιζε τον εξάψαλμο: ‘Αυτά σε φάγανε, βρε. Φωτιά θα τους βάλω καμιά μέρα’» (σελ. 136).
Δεν φαντάζομαι να τους έβαλε φωτιά. Δεν μπορεί να είχε τέτοιες ευκολίες στην Αθήνα η γυναίκα. Γιατί εμένα η μάνα μου στο χωριό τις είχε. «Θα τα βάλω στη φωτιά να τα κάψω, αυτά σε κάνανε άθεο». Ο λόγος για τα βιβλία του Νίτσε, που ήταν ο αγαπημένος μου συγγραφέας στα γυμνασιακά μου χρόνια. Και δεν έμεινε μόνο στα λόγια. Μια μέρα την πρόλαβα στο τσακ. Είχε ετοιμάσει το φούρνο για να ψήσει ψωμί (για την περίοδο της αυτοκατανάλωσης έχω γράψει στο βιβλίο μου για το χωριό μου) τα είχε μαζέψει, και ήταν έτοιμη να τα ρίξει μέσα για προσάναμμα. Τα χρειάστηκα. Δεν θυμάμαι τι λόγια ανταλλάξαμε, πάντως τα βιβλία τα γλύτωσα.
Συνήθως κάνω επίδειξη κινεζομάθειας, αλλά εδώ θα κάνω επίδειξη αρχαιομάθειας – τι διάβολο φιλόλογος είμαι. Και φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση σημαίνει να ξέρεις από ιστορία μέχρι λατινικά, και από αρχαία μέχρι ψυχολογία. Γράφει ο Άρης: «Παρελθέτω απ’ εμού οι πεζογράφοι ετούτοι» (σελ. 363, δεν βλάφτει να διορθωθεί σε επανέκδοση). Παρελθέτωσαν είναι το σωστό, στον πληθυντικό. Πιο πριν, στη σελίδα 241, συναντάμε επίσης τη φράση «παρελθέτω απ’ εμού τον Επίκουρο τούτο». Το λάθος εδώ είναι η αιτιατική. «Παρελθέτω απ’ εμού ο Επίκουρος ούτος», ή τούτος, επί το νεοελληνικότερον. Πάντως ο Σφακιανάκης φαίνεται να έχει ένα κόλλημα με αυτό το «παρελθέτω», γιατί το συναντήσαμε και στο θεατρικό του, αυθεντική η φράση του Ευαγγελίου: παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο.
Είπαμε, απλά κάνω φιγούρα. Το βιβλίο είναι από τα καλύτερα που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια, και το συνιστώ ανεπιφύλακτα.

Monday, November 23, 2009

Ιουστίνη Φραγκούλη, Για την αγάπη των άλλων

Ιουστίνη Φραγκούλη, Για την αγάπη των άλλων, Ψυχογιός 2009

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Μια ακόμη συναρπαστική ιστορία, παρμένη από την ίδια την πραγματικότητα, δοσμένη με τέχνη και επιδεξιότητα από την εξαίρετη πεζογράφο μας

Πριν χρόνια έκανα μια εισήγηση σε ένα συνέδριο που είχε τίτλο «Το πραγματικό και το φανταστικό στη λογοτεχνία: δυο Σάμιοι λογοτέχνες». Το συνέδριο έγινε στη Σάμο με θέμα τη Σάμο, και μου έδωσε την ευκαιρία αφενός να μιλήσω για τα βιβλία δύο συγγραφέων, ενός καλού μου φίλου και ενός πεζογράφου που βαθύτατα εκτιμώ, και αφετέρου για να μιλήσω για την συμπλοκή του πραγματικού και του φανταστικού στη λογοτεχνία, εκφράζοντας την προτίμησή μου για έργα όπου το πραγματικό έχει μεγαλύτερο μερίδιο από το φανταστικό.
Για την Ιουστίνη Φραγκούλη έχω ξαναγράψει, και έχω εκφράσει το θαυμασμό μου για την αφηγηματική της άνεση και την ευαισθησία της γραφής της. Έτσι λοιπόν ήταν ευχάριστη έκπληξη για μένα, ανοίγοντας το καινούριο της «μυθιστόρημα»-έτσι τουλάχιστον χαρακτηρίζεται στο εξώφυλλο-να διαβάσω στο εισαγωγικό σημείωμα ότι το ιστόρημα δεν είναι μύθος, αλλά πραγματική ιστορία.
Και, πριν προχωρήσω στο έργο της Ιουστίνης, να αναφέρω ότι – συμπτωματικά;-και δύο άλλα βιβλία που έχω πρόσφατα διαβάσει, στηρίζονται σε πραγματικές ιστορίες, οι «Νύχτες υποταγής» της Ελένης Στασινού και το «Μάτια μου» της Μαρίας Τζιρίτα.
Στην ιστορία της Ιουστίνης έχουμε δυο παράλληλες ιστορίες αγάπης, ιστορίες δύο αδελφιών, ενός νέου και μιας νέας. Ο έρωτας του νέου έχει αίσιο τέλος, όχι όμως και της κοπέλας, που αντιμετωπίζει την προδοσία και την εγκατάλειψη. Ο αγαπημένος της, τον οποίο στήριξε οικονομικά για να σπουδάσει στα μαύρα χρόνια της κατοχής, την εγκατέλειψε τελικά για να παντρευτεί την κόρη του δικηγόρου στον οποίο έκανε την άσκησή του.
Όλοι οι έρωτες δεν έχουν happy end, και όλοι οι γάμοι δεν στηρίζονται στον έρωτα. Στο συμφέρον πολλές φορές, στο φόβο της μοναξιάς άλλες, αλλά λίγες είναι οι φορές που ένας γάμος στηρίζεται στην αυτοθυσία του ενός. Και αυτή είναι η περίπτωση της Μαργαρίτας.
Και εδώ μπαίνει ένα ενδιαφέρον στοιχείο που απεικονίζεται πολύ γλαφυρά στο έργο, ένα ανθρωπολογικό στοιχείο που χαρακτήριζε την ελληνική κοινωνία μέχρι και πριν λίγες δεκαετίες: το να παντρεύονται πρώτα τα κορίτσια και μετά τα αγόρια στην οικογένεια. Με το να ματαιωθεί ο γάμος της Μαργαρίτας δέκα άλλοι γάμοι έμειναν μετέωροι.
«Για να σπάσει η αλυσίδα, έπρεπε να ελευθερωθούν ο Αθανάσης (ο αδελφός της) και ο Μανώλης. Αυτοί, κατά την τάξη, θα παντρεύονταν τις κοπελιές τους για ν’ απελευθερώσουν τ’ αδέλφια τους, κι αυτά με τη δική τους τη σειρά να παντρευτούν τις δικές τους αρραβωνιαστικιές. Έτσι μονάχα οι κρίκοι θ’ άνοιγαν κανονικά ο ένας μέσα στον άλλο».
Οι εναλλακτικές λύσεις είναι δύο. Η μια είναι να μονάσει, όπως η Κασσιανή, στην οποία γίνονται αρκετές αναφορές στο έργο, ή να παντρευτεί τον πρώτο που θα τη ζητήσει, χωρίς έρωτα. Η μάνα της η Τζαννή απορρίπτει ασυζητητί την πρώτη λύση. Δεν μένει παρά η δεύτερη, στην οποία ενδίδει η Μαργαρίτα. Ο γαμπρός είναι ένας νέος που έμενε χρόνια σε ένα νησάκι φαροφύλακας, για να μαζέψει την προίκα για τις αδελφές τους. Αφού τις πάντρεψε μπορούσε πια να εγκαταλείψει το φάρο και να παντρευτεί.
Ταλαντεύθηκε καθόλου η Μαργαρίτα; Στο έργο δεν φαίνεται, στην πραγματικότητα δεν μπορούμε να ξέρουμε. Όμως σίγουρα ήταν μια μεγάλη θυσία. Μια θυσία που μπορούμε να την συνειδητοποιήσουμε μόνο αν αναλογιστούμε τα ανελαστικά ήθη της επαρχίας, που εμείς οι αστοί την έχουμε αναγάγει σε αρκαδικό ιδεώδες, όπως οι αστοί της αναγέννησης. Δεν θα μπορούσε άραγε να σπάσει η αλυσίδα με το να παραβιάσει ο Θανάσης τον άγραφο κώδικα, πρώτα να παντρευτεί η αδελφή του; Μπαίνει σαν ενδεχόμενο, αλλά αρκετά αμφίβολο. Ο πατέρας μου πάντως (και στην Κρήτη επικρατούσε το ίδιο έθιμο, όχι μόνο στη Νίσυρο) πάντρεψε της δυο μεγαλύτερες αδελφές του, αλλά δεν περίμενε να παντρευτεί και η μικρότερη για να πάρει σειρά. Παντρεύτηκε πριν τη θεια μου τη Σταυρούλα.
Πέρα από το ανθρωπολογικό στοιχείο υπάρχει και το ιστορικό. Όλοι μας ξέρουμε σε ποιες συνθήκες έζησαν οι άνθρωποι στην κατοχή, όμως δεν είναι ευρέως γνωστές οι συνθήκες διαβίωσης των Δωδεκανησίων κάτω από τον ιταλικό ζυγό. Σίγουρα θα ήταν πιο καλοδεχούμενος από τον τουρκικό (τα Δωδεκάνησα καταλήφθηκαν από τους ιταλούς το 1912). Και πράγματι το νησί έζησε συνθήκες ανοικοδόμησης, σχετικής ευμάρειας αλλά και αρκετής ελευθερίας. Όλα όμως αυτά σταμάτησαν όταν στην εξουσία ανήλθε ο Μουσολίνι. Τα χρόνια πριν τον πόλεμο, με νέο στρατιωτικό διοικητή, ο λαός υπέφερε τα πάνδεινα, και προπαντός μετά την κήρυξη του πολέμου και τις νίκες του ελληνικού στρατού.
Ιστορία και ανθρωπολογία, αλλά προπαντός ιστορίες αγάπης, αφοσίωσης και προδοσίας, αυτά είναι τα κύρια συστατικά αυτού του βιβλίου. Η Ιουστίνη με το γλαφυρό στιλ της γραφής της κάνει τις ιστορίες αυτές ιδιαίτερα συναρπαστικές, έστω και αν δεν επικεντρώνεται στο συνηθισμένο μυθιστορηματικό χάπι εντ αλλά στην προδοσία και στην αυτοθυσία, οι οποίες είναι τελικά το μέτρο της ανθρωπιάς και απανθρωπιάς που μας χαρακτηρίζουν σαν είδος.

Μπάμπης Δερμιτζάκης