Book review, movie criticism

Monday, November 2, 2009

Γρηγόρη Σηφάκη, Για μια ποιητική του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού

Γρηγόρη Σηφάκη, Για μια ποιητική του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού, Κρητικά Επίκαιρα, Τετάρτη 5 Ιουλίου 1989, η πρώτη μου εκτεταμένη, καθόλου όμως «σοβαρή» βιβλιοκριτική. Τι να κάνω, αργότερα συμμορφώθηκα.

Από τις «Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης» κυκλοφόρησε το βιβλίο του Γ. Μ. Σηφάκη, καθηγητή της αρχαίας Ελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης «Για μια ποιητική του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού».
Από τη δεύτερη κιόλας παράγραφο του προλόγου κατάλαβα ότι το βιβλίο θα ήταν πολύ ενδιαφέρον. Και από πού το κατάλαβα; Από μια αναφορά στην «Ποιητική» του Αριστοτέλη. Αυτός ο άνθρωπος, είπα, για να έχει τόσο περί πολλού τον Αριστοτέλη, πρέπει να είναι πολύ αξιόλογος.
Όταν μελετούσα αρχαία τραγωδία, για να γράψω τη μελέτη μου για την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, οδηγήθηκα στον ίδιο θαυμασμό για τον Αριστοτέλη. Όμως το κείμενο αυτό δεν κατάφερε να βρει εκδότη. Η μόνη λύση ήταν να το μικρύνω και να το δώσω σαν άρθρο. Έκοψα, λοιπόν, τον Αριστοτέλη, ο οποίος μια χαρά βρίσκεται στην «Ποιητική» του, ενώ το δικό μου κείμενο έπρεπε να βρει και αυτό το δρόμο της δημοσιότητας. Τελικά δημοσιεύθηκε πέρυσι στο φθινοπωρινό τεύχος της «Νεοελληνικής Παιδείας».
Η μέθοδος, που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας στη μελέτη του, είναι αυτή της σημειολογίας (ή σημειωτικής, διαλέγετε και παίρνετε. Εγώ, όμως, προτιμώ τον όρο σημειολογία, όπως λέγω ψυχολογία και όχι ψυχωτική, ανθρωπολογία και όχι ανθρωπική. Επίσης προτιμώ τον όρο χρωματοσώματα παρά χρωμοσώματα, όπως λέμε το συρματοπλέγματα και όχι συρμοπλέγματα. Οι ξένοι μπορούν να χρησιμοποιούν όπως θέλουν τη γλώσσα μας για να φτιάχνουν τους όρους τους, όμως, εμείς πρέπει να χρησιμοποιούμε όρους, που βρίσκονται σε συμφωνία με τους κανόνες σύνθεσης κ.λπ. της γλώσσας μας. Η μόνη παραχώρηση που θεωρώ, ότι πρέπει να γίνει είναι για λέξεις που έχουν περάσει πια σε γενική χρήση. Έτσι με ξενίζει η λέξη μαρξικός, έστω και αν η λέξη μαρξιστικός είναι λάθος. Είναι καιρός να καθιερώσουμε τους όρους σημειολογία χρωματοσώματα πριν περάσουν σε γενική χρήση οι αντίστοιχοί τους σημειωτική και χρωμοσώματα).
Δεν είμαι ειδικός σημειολόγος, αλλά η εφαρμογή της σημειολογίας μου φάνηκε άψογη. Η μελέτη του κ. Σηφάκη ήταν εξαιρετικά διεισδυτική και κατατοπιστική. Οι αντιρρήσεις που έχω, έχουν να κάνουν γενικά με την πληρότητα της σημειολογίας και της γλωσσολογίας σαν μεθόδων προσέγγισης σε λογοτεχνικά κείμενα.
Είναι ιστορικό φαινόμενο, όταν ένας επιστημονικός κλάδος κάνει κάποιες προόδους, να καπελώνει όλους τους άλλους. Έτσι έγινε με την μηχανική τον 17ο αιώνα, που καπέλωσε την βιολογία και ανθρωπολογία του Ντεκάρτ, έτσι έγινε με την βιολογία σήμερα, που καπελώνει, που καπελώνει σε μεγάλο βαθμό την κοινωνιολογία. Η δομική γλωσσολογία, όμως, του Σωσύρ φαίνεται, ότι το παράκανε. Δεν λέω, φωτίζει αρκετούς τομείς από μια διαφορετική οπτική γωνία, αλλά τους συσκοτίζει από άλλες. Η έννοια σημείο στη σημειολογική ανάλυση ενός λογοτεχνικού κειμένου (και ιδιαίτερα ενός εικαστικού έργου) αναρωτιέμαι κατά πόσο είναι έγκυρη. Στη γλώσσα εντάξει, υπάρχουν αρχές που χωρίζουν το γλωσσικό continuum σε σημεία, όμως στα λογοτεχνικά κείμενα ή στις ζωγραφικές επιφάνειες ο χωρισμός του continuum γίνεται λίγο πολύ αυθαίρετα. Uses and abuses of linguistics, όπως θα μπορούσε να είχε πει ο H.S. Eysenck (Χρήσεις και καταχρήσεις στη γλωσσολογία. Για τους μη αγγλομαθείς
αναγνώστες Η.S. Eysenck έγραψε τρία βιβλία με τους τίτλους Sense and nonsense in psychology, Uses and abuses in psychology και Fact and fiction in psychology. Εγώ χρησιμοποίησα το «χνάρι», κατά την ορολογία του Σηφάκη, που σχηματικά θα το παρίστανα σαν +A+A-X όπου Χ=επιστημονικός κλάδος.
Μια άλλη αντίρρησή μου είναι ότι οι σημειολόγοι εκστασιάζονται με τις κανονικότητες (χνάρια, τύποι, φόρμουλες για τον κ. Σηφάκη, αφηγηματικές δομές κατά Greimas κ.α.) παραβλέποντας έτσι τις ιδιαιτερότητες. Αυτό βρίσκεται, βέβαια, σε συμφωνία με την εποχή μας, όπου υπάρχει η τάση η ποιότητα να εξοβελίζεται σαν μη μετρήσιμη, ενώ αυτό που υπολογίζεται είναι οι μετρίσιμες, ποσοτικές σχέσεις. Ακόμη, οι αφηγηματικές δομές μου φαντάζουν σαν προκρούστεια κλίνη, όπου ξαπλώνεται το άτυχο αφηγηματικό έργο, το τραβάνε από δω, το κόβουν από κει, μέχρι να συμφωνήσει το καημένο (καμιά φορά φτιάχνουν λίγο και το κρεβάτι). Μια ανάλυση από την άποψη της αφηγηματικής δομής δεν θα πει αρκετά διαφορετικά πράγματα για τους «Επτά Σαμουράι» και το «Και οι επτά ήσαν υπέροχοι», δυο γνωστά κινηματογραφικά έργα με ίδιο μύθο. Όμως από άποψη ποιότητας απέχουν, όσο η μέρα με τη νύχτα το ένα από το άλλο. Αυτό το είχα εκφράσει με ένα χοντρό και ταυτόχρονα χαριτωμένο τρόπο στον φίλο που με μυούσε στην σημειολογία κάποτε. Του είχα πει συγκεκριμένα, ότι ο σκελετός της γιαγιάς μου με τον σκελετό της Ορνέλα Μούτι δεν έχουν μεγάλες διαφορές. Αλλά κι αν έχουν, αυτό είναι άραγε που μετράει; Και, όμως, κατά τα άλλα, εκστασιαζόμαστε με τις δομές. Συγκρίνεται τους γυμνούς όγκους των κτιρίων του Λε Κορμπυζιέ με τις περίτεχνες λεπτομέρειες των νεοκλασσικών μας κτιρίων. Παρόλα αυτά μια κοινωνιολογική ή μια ψυχολογική προσέγγιση των αφηγηματικών δομών, για μένα θα είχε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Να μην προχωρούμε απλώς σε διαπιστώσεις, όπως κάνουν οι αμερικάνοι (με σκοπό, σε τομείς όπως η κοινωνιολογία, να ελέγξουν θεσμούς, συμπεριφορές, κλπ.) αλλά και σε ερμηνείες, όπως κάνει η πιο ζωντανή αρχαιοελληνική και κατ’ επέκταση δυτικοευρωπαϊκή μας παράδοση.
Μια άλλη αντίρρησή μου είναι ότι οι σημειολογικές αναλύσεις μοιάζουν πολύ με ιατρικά εγχειρίδια, ή, εν πάση περιπτώσει, με επιστημονικά κείμενα. Τις λογοτεχνικές
αναλύσεις του Λούκατς τις απολαμβάνω σαν λογοτεχνία, ή σαν μεταλογοτεχνία αν θέλετε. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τα σημειολογικά κείμενα, που μου φαίνονται ξηρά και ανιαρά. Αν λάβουμε μάλιστα υπόψη και την ιδιαίτερη ορολογία τους, γίνονται ολότελα απρόσιτα στον απληροφόρητο αναγνώστη. Όρους όπως μορφή - περιεχόμενο δεν χρειάζεται και μεγάλη προσπάθεια να τους καταλάβει κανείς, μια και είναι λέξεις της καθημερινής γλώσσας. Δεν συμβαίνει, όμως, το ίδιο με τους όρους σημαίνον - σημαινόμενο.
Εδώ λέω να κλείσω, μη με κόψει πάλι ο Βαρβέρης, όπως μου έκοψε τον Κασσώτικο γάμο. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερος καημός από το να σου κόβουνε τα κείμενα - εκτός ίσως από το να σε κόβουνε στην τηλεόραση, όπως θα ομολογούσε και ο «ψηλός», που τη στιγμή που διαβάζετε αυτές τις γραμμές ελπίζω να μην έχει γίνει πρωθυπουργός. Θα μου πείτε γιατί αυτός ο φόβος. Μα θα τον ψηφίσουν κάτι λιγότερο από ένας στους δύο Έλληνες. Και αυτός ο κάτι λιγότερο από ένας Έλληνας, δεν θα είναι από τα γόνατα και πάνω, αλλά από το λαιμό και κάτω, χωρίς το κεφάλι, όπου εδράζεται ως γνωστόν το μυαλό. Θα μου πείτε, και το ΠΑΣΟΚ θα το ψηφίσουν κάτι λιγότερο από ένας στους δύο. Συμφωνώ. Και αυτός επίσης θα είναι από το λαιμό και κάτω. Τα αποτελέσματα αυτών των εκλογών έδειξαν, ότι δυο στους δυο δεν έχουν κεφάλι. Όσο για μας τους άλλους (που έχουμε κεφάλι εννοώ) «δειλοί - μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα».
Θα μου πείτε, τι σχέση έχουν όλα αυτά με τον Σηφάκη. Μα και βέβαια έχουν. Η δεύτερη αρχή της διαλεκτικής, λέει, ότι τα πάντα αλληλοσυσχετίζονται. Εκτός κι αν αμφιβάλλετε για την διαλεκτική.
Μετά από όλα αυτά, ελπίζω να ψηφίσατε Οικολόγους - Εναλλακτικούς. Πάντως μη νομίσετε, ότι όλα αυτά τα έγραψα για να κάνω πολιτική προπαγάνδα για τους «Πράσινους». Εξάλλου οι εκλογές όταν διαβάσετε (αν διαβάσετε) αυτές τις γραμμές, θα έχουν ήδη γίνει. Οι λόγοι ήταν οι εξής: α) να βρω αφορμή να σας θυμίσω το βιβλίο μου «Περιβάλλον, διατροφή και ποιότητα ζωής», που εκδόθηκε πριν λίγους μήνες από τις εκδόσεις «Θυμάρι» και το οποίο, από περισσή μετριοφροσύνη, απέφυγα να παρουσιάσω στα «Βιβλιοκρητικά». β) Να καλύψω το μεράκι μου, μια και ο εκδότης δεν μου πρόσφερε στήλη για χρονογράφημα-ευθυμογράφημα γ) να κάνω μια εναλλακτική κριτική (εκτός από οικολόγος είμαι και εναλλακτικός). Και η ουσία του Εναλλακτισμού είναι η αμφισβήτηση θεσμών, δομών και κατεστημένης (ολότελα ανούσιας, αν και πιο βαθιάς ίσως και εμπεριστατωμένης) κριτικής. Σε περίπτωση που ο κ. Σηφάκης δεν με καταλαβαίνει, του ζητώ ταπεινά συγγνώμη (Λέω σε περίπτωση...). Επαναλαμβάνω, ότι το έργο του είναι θαυμάσιο, δ) Ήταν ένας τρόπος, κάνοντας την πλάκα μας, να υλοποιήσουμε την γραμμή των «Κρητικών Επικαίρων», όλοι οι αναγνώστες να τα διαβάζουνε όλα. Και χωρίς λίγο καλαμπούρι, αυτή η μακροσκελής «βιβλιοκρητική» θα ήταν ολότελα μη διαβαστή. Όσο για την κριτική μου στη σημειολογία, μην την πάρετε και πολύ στα σοβαρά. Ακόμη ψάχνομαι...
Post a Comment